Showing posts with label Νίκος Καζαντζάκης. Show all posts
Showing posts with label Νίκος Καζαντζάκης. Show all posts

Thursday, 22 August 2024

«Το καλάθι με τα σύκα» - Καζαντζάκης

Μια γριούλα πέρασε...
Στάθηκε, ανασήκωσε απ’ το καλάθι που κρατούσε μερικά συκόφυλλα που το σκέπαζαν, διάλεξε και με φίλεψε δυο σύκα...
— Με γνωρίζεις κυρά μου; τη ρώτησα...
— Όχι παιδί μου, είναι ανάγκη να σε γνωρίζω για να σε φιλέψω;
— Άνθρωπος δεν είσαι; Άνθρωπος είμαι και εγώ, δεν φτάνει;

Γέλασε... ένα δροσερό κοριτσίστικο γέλιο...
Και τράβηξε το δρόμο της κούτσα κούτσα κατά το κάστρο.
Έσταζαν τα δυο σύκα μέλι, ποτέ θαρρώ δεν γεύτηκα πιο νόστιμα. Τα ‘τρωγα και με δρόσιζαν τα λόγια της γριάς...

«άνθρωπος είσαι, άνθρωπος κι εγώ, φτάνει!»
_____
~ Απόσπασμα από το Αναφορά στον Γκρέκο
Πηγή: LENA Kolentsi

Tuesday, 20 August 2024

«Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι!....»

«Πρέπει να γίνεις εσύ ήλιος για να φωτίσεις τους σβησμένους ήλιους των άλλων.
Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει.
Πού να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;
Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι...
Να μην αρνιέσαι τη νιότη σου ως τα βαθιά γεράματα, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου.
Έχουν να πουν πως άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται το θάνατο. Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία.
Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα.
Άσφαλτα κατέχει η χωματένια αυτή μήτρα την αξία του κάθε παιδιού της· κι όσο ανώτερη η ψυχή που έπλασε, τόσο και δυσκολότερη της αναθέτει εντολή: να σώσει τον εαυτό του ή τη ράτσα του ή τον κόσμο· από την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη εντολή που σου αναθέτει διαβαθμίζεται η  ψυχή σου.
Άστρα, πουλιά, σπόροι μέσα στο χώμα, όλα υπακούουν. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι’ αυτό κι απ’ όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία.
Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.
Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι...
Δεν διαλέγεις αυτά που πιστεύεις. Αυτά διαλέγουν εσένα.

Πιστεύω στα αναρίθμητα, εφήμερα προσωπεία που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω, πίσω από την άπαυτη ροή του, την απόλυτη ενότητα.
Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα τ' ανθρώπου, να σπας τα σύνορα! Ν' αρνιέσαι ο, τι θωρούν τα μάτια σου!
Να πεθαίνεις και να λες:
Θάνατος δεν υπάρχει.
Ένας δρόμος, ένας μονάχα οδηγάει στο Θεό, ο ανήφορος.
Αν δε δει ο Θεός χέρι ανθρώπου, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του.
Σκύβω απάνω στο μερμήγκι, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού.
Θεός είναι η ακατάλυτη δύναμη που μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη.
Δεν είναι νερό δροσερό ο Θεός, όχι, δεν είναι νερό δροσερό, να το πιεις, να δροσερέψεις. Είναι φωτιά, και πρέπει να περπατάς απάνω της. 
Κι όχι μονάχα να περπατάς, παρά, κι αυτό ’ναι το πιο δύσκολο, παρά και να χορεύεις! Σίγουρα, ευτύς ως μπορέσεις να χορέψεις, η φωτιά γίνεται νερό δροσάτο, μα ώσπου να φτάσεις ως εκεί τι αγώνας, τι αγωνία, Θεέ μου!»

Νίκος Καζαντζάκης
 
Πηγή: Η Δύναμη της Αγάπης
πρώτη δημοσίευση εδώ

Sunday, 18 February 2024

Νίκος Καζαντζάκης: «Η μάνα μου»

«Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα. Με υπομονή, μ’ αντοχή κι όλη τη γλύκα της γης απάνω της. Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι ήταν χωριάτες. Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα χέρια τους, τα μυαλά τους γεμάτα χώματα.
Αγαπούσαν τη γης και της εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες. Είχαν γίνει, πάππου προς πάππου, ένα μαζί της. Στην αβροχιά, κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν τα πρωτοβρόχια, τα κόκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. Κι όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν στα στήθια και στα μεριά τους την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη γυναίκα τους….
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και να ’ναι η νεράιδα συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι από τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζανα πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω απ’ το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρεί το μαγικό κεφαλομάντιλό της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου• κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει.

Οι ώρες που περνούσα με την μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να’ ταν ο αγέρας ανάμεσά μας και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα πολύ τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τά ’βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.

Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με την φαντασία μου• δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:

-Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στενοχιωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λές;» και χαμογελούσε.

Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να’ χε κατέβει από τον Παράδεισο, σαν να’ χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γής να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου• δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της –από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού
Πόπη Καραμαργιού

Tuesday, 13 February 2024

«Πυραμίδα ὁ ἄνθρωπος....»

«Πυραμίδα ὁ ἄνθρωπος. Στὴ βάση του τὸ κτῆνος, 
στὴν κορφὴ ὁ Θεός. Χρέος μας ἡ ἀνηφόρα.»
Νίκος Καζαντζάκης
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 14 October 2023

— Θέλω μπαίνω, θέλω δεν μπαίνω, είπε· δεν μπαίνω!

Ένας βοσκός από τ' Ανώγια, άγριο πετροχώρι στην πλαγιά του Ψηλορείτη, άκουγε τους χωριανούς του να του δηγούνται σημεία και τέρατα για το Μεγάλο Κάστρο. Στην πολιτεία αυτή, λέει, βρίσκεις όλα τ' αγαθά του κόσμου: κουκιά με τη σέσουλα, παστό μπακαλιάρο τσουβάλια, βαρέλια τις σαρδέλες και τις καπνιστές ρέγγες· κι ακόμα μαγαζιά τίγκα στιβάνια, κι άλλα που πουλούν τουφέκια όσα θες, σουγιάδες, μαχαίρια και μπαρούτη· κι άλλα που κάθε πρωί ξεφουρνίζουν, φουρνιές φουρνιές, άσπρο ψωμί, φραντζόλα.
...............
Όλα ετούτα τα θάματα τ' άκουγε ο βοσκός, τα σάλια του έτρεχαν, και το Μεγάλο Κάστρο έλαμπε στη φαντασιά του σαν κρητικός παράδεισος, γεμάτος μπακαλιάρο, τουφέκια και γυναίκες. Άκουγε, άκουγε, κι ένα μεσημέρι πια δε βάσταξε, έζωσε σφιχτά το φαρδύ ζωνάρι του, ανακρέμασε στην πλάτη του την πιο καλή, την ξομπλιαστή του βούργια, φούχτωσε το βοσκοράβδι του και ροβόλησε από τον Ψηλορείτη. Σε λίγες ώρες αντίκρισε το Μεγάλο Κάστρο· ήταν ακόμα μέρα κι η καστρόπορτα ήταν ανοιχτή. Ο βοσκός στάθηκε στο κατώφλι· μια δρασκελιά, και θα 'μπαινε στον παράδεισο. Μα ξαφνικά η ψυχή του τινάχτηκε· σαν να 'νιωσε η ψυχή αυτή πως η πεθυμιά την είχε καβαλήσει, πως δεν έκανε πια ό,τι ήθελε, δεν ήταν λεύτερη· ντράπηκε. Ζάρωσε ο Κρητικός τα φρύδια, τον πήρε το φιλότιμο.

— Θέλω μπαίνω, θέλω δεν μπαίνω, είπε· δεν μπαίνω!

Γύρισε τη ράχη του στο Κάστρο και πήρε δρόμο πίσω κατά το βουνό.

Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο
ΚΗ'
Η επιστροφή του Ασώτου

Wednesday, 2 August 2023

Πρέπει να γίνεις εσύ ήλιος ... Νίκος Καζαντζάκης

... για να φωτίσεις τους σβησμένους ήλιους των άλλων

Πρέπει να γίνεις εσύ ήλιος για να φωτίσεις τους σβησμένους ήλιους των άλλων.
Δεν υπάρχουν ιδέες, υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες, κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τις κουβαλάει.
Πού να βρω μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου, να της ξομολογηθώ;
Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι...

Να μην αρνιέσαι τη νιότη σου ως τα βαθιά γεράματα, να μάχεσαι σε όλη σου τη ζωή να μετουσιώσεις σε κατάκαρπο δέντρο την εφηβική σου άνθηση, αυτός, θαρρώ, είναι ο δρόμος του ολοκληρωμένου ανθρώπου.
Έχουν να πουν πως άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται το θάνατο. 
Όχι, σου λέω εγώ. Άνθρωπος είναι το ζώο που συλλογιέται την αθανασία.

Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα. Πολλά κεφάλια θα σπάσουν. Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα.
Άσφαλτα κατέχει η χωματένια αυτή μήτρα την αξία του κάθε παιδιού της· κι όσο ανώτερη η ψυχή που έπλασε, τόσο και δυσκολότερη της αναθέτει εντολή: να σώσει τον εαυτό του ή τη ράτσα του ή τον κόσμο· από την πρώτη, τη δεύτερη, την τρίτη εντολή που σου αναθέτει διαβαθμίζεται η  ψυχή σου.
Άστρα, πουλιά, σπόροι μέσα στο χώμα, όλα υπακούουν. Και μόνο ο άνθρωπος σηκώνει κεφάλι και θέλει να παραβεί το νόμο και να μετατρέψει την υπακοή σε ελευτερία. Γι’ αυτό κι απ’ όλα τα πλάσματα του Θεού αυτός μονάχα μπορεί κι αμαρταίνει. Τι θα πει αμαρταίνει; χαλνάει την αρμονία.

Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους προγόνους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει.

Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι ...
Δέν διαλέγεις αυτά που πιστεύεις. Αυτά διαλέγουν εσένα.

Πιστεύω στα αναρίθμητα, εφήμερα προσωπεία που πήρε ο Θεός στους αιώνες και ξεκρίνω, πίσω από την άπαυτη ροή του, την απόλυτη ενότητα.
Ποτε μην αναγνωρισεις τα συνορα τ'ανθρωπου, να σπας τα συνορα! Ν' αρνειεσαι οτι θωρουν τα ματια σου!
Να πεθαινεις και να λες:
Θανατος δεν υπάρχει.

Ένας δρόμος, ένας μονάχα οδηγάει στο Θεό, ο ανήφορος.
Αν δε δει ο Θεός χέρι ανθρώπου, δε βάζει μήτε κι αυτός το δικό του.

Σκύβω απάνω στο μερμήγκι, θωρώ μέσα στο γυαλιστερό μαύρο μάτι του το πρόσωπο του Θεού.
Θεός είναι η ακατάλυτη δύναμη που μεταμορφώνει την ύλη σε πνέμα. Κάθε άνθρωπος έχει μέσα του ένα κομμάτι από το θεϊκό αυτό στρόβιλο και γι’ αυτό κατορθώνει να μετουσιώνει το ψωμί και το νερό και το κρέας και να το κάνει στοχασμό και πράξη.

Δεν είναι νερό δροσερό ο Θεός, όχι, δεν είναι νερό δροσερό, να το πιεις, να δροσερέψεις. Είναι φωτιά, και πρέπει να περπατάς απάνω της. Κι όχι μονάχα να περπατάς, παρά, κι αυτό ’ναι το πιο δύσκολο, παρά και να χορεύεις! Σίγουρα, ευτύς ως μπορέσεις να χορέψεις, η φωτιά γίνεται νερό δροσάτο, μα ώσπου να φτάσεις ως εκεί τι αγώνας, τι αγωνία, Θεέ μου!
   
Νίκος Καζαντζάκης  
Πηγή: Η Δύναμη της Αγάπης

 
Σύντομο χρονικό του βίου του Νίκου Καζαντζάκη
 
Στις 26 Οκτωβρίου 1957 ο Νίκος Καζαντζάκης έφυγε από τη ζωή. Πενήντα χρόνια μετά, η σκέψη του παραμένει ζωντανή, ανέγγιχτη από τη φθορά του χρόνου και γοητευτική όσο ποτέ ****

Του Πατρόκλου Σταύρου
Ο Νίκος Καζατζάκης είναι ο πολυγραφότερος και ο περισσότερο μεταφρασμένος σε ξένες γλώσσες και διαλέκτους συγγραφέας μας. Διεθνώς αναγνωρισμένος, κατατάσσεται πλέον ανάμεσα στους κλασσικούς όλων των εποχών. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 18 Φεβρουαρίου 1883. Τουρκοκρατούμενο τότε το νησί και οι πολυαίμακτοι απελευθερωτικοί αγώνες των Κρητών για την αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού και την κατάκτηση της λευτεριάς, με τον πατέρα του, τον καπετάν Μιχάλη, ανάμεσα στους πρωτομάχους, εναπέθεσαν στην παιδική ψυχή του συγκλονιστικές εμπειρίες και ιστορικά και ηθικά βιώματα για την συγγραφή του απαράμιλλου έργου του. Η μητέρα του λεγόταν Μαρία, το γένος Χριστοδουλάκη. Καταγόταν από το χωριό Βαρβάροι, που λεγόταν και Μυρτιά.
Τα πρώτα στάδια της παιδείας πήρε στο Ηράκλειο και μερικώς στη Νάξο. Το 1902-1906 φοιτά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και αριστεύει. Με την αποφοίτησή του, το 1906 εμφανίζεται στα Γράμματα με το δοκίμιο «Η αρρώστια του αιώνος», το δράμα «Ξημερώνει» και τη μυθιστορηματική νουβέλα «Όφις και Κρίνο», με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή. Τα κείμενα του εξ αρχής εντυπωσιάζουν. Από τον επόμενο χρόνο εμφανίζεται και ως δημοσιογράφος. Κάρμα Νιρβαμή, Πέτρος Ψηλορείτης, Ακρίτας είναι ψευδώνυμά του με συνεχώς, αύξουσα και πολύπλευρη συγγραφική δημιουργία. Το 1908-1909 ακολουθεί μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι.Ο Henri Bergson τον επηρεάζει βαθύτατα.
Από το 1910 εγκαθίσταται στη Αθήνα και στην προσωπική του συγγραφή σε λίγο προστίθεται οι μεταφράσεις επιστημονικών και φιλοσοφικών έργων της παγκόσμιας διανόησης, αλλά και Ελληνικών κλασσικών έργων, όπως του Πλάτωνος. Μεγάλες οι ανάγκες της ζωής, ευτελής η αμοιβή. Πολύ αργότερα, μαζί με τον Γιάννη Κακριδή θα μεταφράσει και τον Όμηρο, «Ιλιάδα» και «Οδύσσεια», αλλά και, μόνος, ξένους θεατρικούς συγγραφείς.
Το 1911 νυμφεύεται την Γαλατεία Αλεξίου, άγουρο έρωτα των παιδικών χρόνων. Ατυχής ο γάμος τους. Καθόλου δεν ταίριαξαν οι δυο τους και σύντομα ήλθαν σε διάσταση και κατέληξαν σε διαζύγιο. Για να συναινέσει στην έκδοση του διαζυγίου η άστατη Γαλατεία, αξίωσε εφ΄όρου ζωής να διατηρήσει το όνομά του. Και με αυτό το επώνυμο κατά τα τέλη της ζωής της, αφού τέλεσε δεύτερο γάμο, έγραψε υβριστικό βιβλίο για τον πρώην σύζυγό της, Νίκο Καζαντζάκη. Σ΄αυτό την συναγωνιζόταν η αδελφή τους Έλλη Αλεξίου.
Τον επόμενο χρόνο κατατάσσεται εθελοντής στους Βαλκανικούς πολέμους- ας μην ξεχνούμε οτι τότε οι Κρητικοί ήσαν Τούρκοι υπήκοοι- και το 1914 γνωρίζεται με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό. Επισκέπτονται και διαμένουν για σαράντα ημέρες στο Άγιον Όρος και περιηγούνται την Ελλάδα για να αποκτήσουν «συνείδηση της γης και της φυλής του». Το ίδιο θα κάνουν οι δύο φίλοι κα μεταγενέστερα χρόνια. Τα ταξίδια και τα όνειρα άσαν ευεργέτες, έγραψε ο ίδιος, έτρεφαν την ψυχή του.
Η βιοπάλη πάντα στην επιφάνεια και με κάποιες επιχειρηματικές και συγγραφικές και μεταφραστικές δραστηριότητες προσπαθεί να διασφαλίσει τις βιοτικές του ανάγκες. Το μόνο καλό, που είχε από τις πρώτες δραστηριότητες, ήταν η γνωριμία του με τον Αλέξη Ζορμπά. Τότε - αλλά και ύστερα- έγραψε ο Καζαντζάκης παιδικά και σχολικά βιβλία, που εκδόθηκαν με το όνομα της συζύγου του Γαλατείας, πράγμα που της έδωσε δόξα και φήμη στην Ελλάδα και σε όλον τον Ελληνισμό. Στον Καύκασο τον ρώτησαν: «Είσθε σύζυγος της κυρίας Γαλατείας;"
Από το 1917 επεκτείνει τις περιηγήσεις του εκτός Ελλάδος, με πρώτη χώρα την Ελβετία. Εκεί έρχεται σε έπαφη με το έργο του Νίτσε, ο οποίος βαθύτατα τον επηρεάζει με τα λιονταρίσια του δόγματα. Είχε ήδη από πριν αναγάγει σ δασκάλους του τον Όμηρο, τον Δάντη, τον Μπέρξον, για να προστεθεί αργότερα σαν γκουρού του ο Ζορμπάς.
Μέγας σταθμός για τον ίδιο και στην Ελλάδα ήταν ο διορισμός του τπ 1919 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο ως Γενικού Διευθυντού του νεοσύστατου Υπουργείου Περιθάλψεως και η αναθεσή σε αυτόν της αρχηγίας Αποστολής στον Καύκασο για την μεταφορά στην Ελλάδα των Ελλήνων του Καυκάσου που εδιώκοντο αγρίως μετά την επικράτηση του κουμμουνισμού στην Ρωσία. Εκατόν πενήντα Έλληνες μεταφέρθηκαν τότε στην Ελλάδα και ο Καζαντζάκης τους εγκατέστησε στην Μακεδονία και στη Θράκη. Ήταν μια πράξη μέγιστης εθνικής προοπτικής, έμπνευση προφητική. Δεν λέω επαναπατρίστηκαν, γιατί όλο εκείνοι οι μυθικοί τόποι ήσαν προαιώνιες Ελληνικές πατρίδες.
Με αυτές τις γόνιμες ενασχολήσεις και παρά τις συστηματικές και μακρές περιηγήσεις στην Ελλάδα, δεν σταματά τη συγγραφή. Ενδεικτικά αναφέρω τη διατριβή του «Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του δικαίου και της πολιτείας"(1909) και την τραγωδία «Ο Πρωτομάστορας» (1910),που παρουσιάστηκε στο Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας το 1916. Παντού αναζητεί την ουσία κάτω από τα φαινόμενα απάζοντας τα περιβλήματα της συμβατικότητας. Αποκαλύπτει την ψυχή και την αλήθεια, από την οποία ήταν παιδιόθεν λαβωμένος.
Το 1921 περιέρχεται τη Γερμανία βλέπει Αυστρία και Ιταλία και ξανά προσκύνημα στην Κρήτη, αλλά και στο Μεσολόγγι και σε άλλες ιστορικές πολιτείες τον επόμενο χρόνο. Αυτός ο αέναος γυρισμός του στην Κρήτη του έδινε δύναμη, από την Κρήτη έπαιρνε φόρα.
Τον επόμενο χρόνο, 1922, σταθμός του είναι η Βιέννη και το Βερολίνο, με τις έντονες κοινωνικές αναστατώσεις και τις ριζοσπαστικές ιδεολογικές αναζητήσεις και ανακατατάξεις, που πολύ τον επηρεάζουν. Σε αυτό τον ίδιο χρόνο προστίθεται και η ταραχή του από την εθνική μας συμφορά της Μικρασιάτικης καταστροφής και όλα στροβιλίζουν και αναδιαμορφώνουν τις ψυχικές καταστάσεις και θεωρίες του μεγάλου αναζητητή. Τότε γνωρίζεται και με τον «πύρινο κύκλο» των γυναικών του Βερολίνου που τον επηρέασαν και τη ζωή και το έργο του. Τότε έγραψε την «Ασκητική», το κατά Καζατζάκην ευαγγέλιο», όπως την χαρακτήρισε μια Ελβετική εφημερίδα.
Το 1923 και 1924 τον βλέπουμε να περιηγείται τη Γερμανία και την Ιταλία. Για σαράντα μέρες έμεινε στην Ασσίζη, την πολιτεία του Αγίου Φραγκίσκου, για τον οποίο θα μας δώσει αργότερα το μυθιστόρημα «Ο Φτωχούλης του Θεού».
Η 18η Μαΐου 1924 αποτελεί τομή στη ζωή του. Την ημέρα εκείνη γνώρισε την Ελένη Σαμίου, που απέβη η δυναμική σύντροφος και σύζυγος μέχρι της τελευταίας πνοής του. Υπήρξε για αυτόν η Ελένη «το εφταγύναικο, το εφταπέτσινο σκουτάρι της ζωής του», είπε. «Στην Ελένη χρωστώ όλη την καθημερινή ευτυχία της ζωής μου χωρίς αυτή θα είχα πεθάνει τώρα και πολλά χρόνια. Συντρόφισσα γενναία, αφοσιωμένη, περήφανη, έτοιμη για κάθε πράξη που θέλει αγάπη», θα γράψει το Μάιο του 1957, πέντε μήνες πριν πεθάνει.
Συνεχείς οι περιδιαβάσεις του στην Ελλάδα και το 1925-1926 επισκέπτεται τη Σοβιετική Ένωση, ακολούθως την Κύπρο, την Παλαιστίνη, το Λίβανο, την Ισπανία, την Ιταλία, την Αίγυπτο, το Σινά μέχρι τι αρχές του έτους, Το καλοκαίρι του 1927 δημοσιεύεται σε περιοδικό την «Ασκητική», που θα διορθώσει και εμπλουτίσει αργότερα, τελειώνει την «Οδύσσεια», που θα κυκλοφορήσει το 1938. Τον ίδιο χρόνο φεύγει για την Μόσχα και γνωρίζεται με τον Παναιτ Ιστράτη. Περιηγείται τη χώρα μέχρι το Καύκασο και στέλνει δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις στην Αθήνα, όπως έκανε και στα προηγούμενα ταξίδια του.
Το 1953 ταξιδεύει στην Κίνα και στη Ιαπωνία, από όπου βγαίνει το αντίστοιχο ταξιδιωτικό βιβλίο, όπως για άλλες χώρες που επισκέφτηκε, Αγγλία, Ισπανία, Ρωσία, Αίγυπτο, Κύπρο, Παλαιστίνη. Η Αίγινα προκρίνεται το 1936 για εγκατάσταση του μαζί με την Ελένη. Κτίζουν μάλιστα, και ιδιόκτητο σπίτι, που μοιάζει σαν κάστρο, όπως ο ίδιος είπε.
Τον ίδιο χρόνο το ναζιστικό καθεστώς απαγορεύει την έκδοση και κυκλοφορία στη Γερμανία του μυθιστορήματος του «Βλαχόκηπος». Τότε μετέφρασε τον «Φάουστ» του Γκαίτε και έγραψε και άλλα θεατρικά έργα, όπως «Ο Οθέλλος ξαναγυρίζει».
Στο τέλος του 1936 βρίσκεται ξανά στην Ισπανία, που χειμάζεται από εμφύλιο πόλεμο. Οι συγκλονιστικές του ανταποκρίσεις δημοσιεύονται από την «Καθημερινή». Τη γαλήνη του ξαναβρίσκει στην Αίγινα και περιηγούμενος την Ελλάδα τον επόμενο χρόνο, όταν τυπώνονται τα βιβλία του.
Το 1938 τυπώνεται σε μεγάλο σχήμα η «Οδύσσεια» του. Αμέσως μετά τον θάνατο του θα εκδοθεί αγγλικά και στην Αμερική κατά μετάφραση του Κίμωνος Φραιαρ και θα γίνει best-seller. Την χαρακτήρισαν τότε ως το έπος της λευκής φυλής και πνευματικό μνημείο του αιώνα μας.
Οι πρώτες βόμβες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου τον βρίσκουν στην Αγγλία, σε μια γόνιμη πνευματική αναζήτηση. Τον επόμενο χρόνο ξανά στην Αίγινα και στην Κρήτη. Το 1941, ενέσκηψε η Γερμανική κατοχή. Τότε ο Καζαντζάκης ανλεί θέματα από την Ελληνική Ιστορία. Γράφει τα βιβλία «Μέγας Αλέξανδρος», «Στα Παλάτια της Κνωσσού», την τριλογία του Προμηθέως, «Ιωάννης Καποδίστριας», «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος» μεταφράζει την «Οδύσσεια» και την «Ιλιάδα» του Ομήρου. Ακόμη έγραψε τότε το «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», μόλις πληροφορήθηκε το θάνατο του φίλου του.
Με την απελευθέρωση αναμειγνύεται ενεργώς στην πολιτική και γίνεται Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην Κυβέρνηση Σοφούλη, (Νοέμβριος 1945). Παραιτείται απαυδημένος σε ενάμιση μήνα. Ενωρίτερα, τον ίδιο χρόνο η Ακαδημία Αθηνών δεν δέχτηκε να τον εκλέξει μέλος της στην Τάξη Γραμμάτων και Τεχνών.
Το 1945 αποστέλλεται στην Κρήτη ως μέλος Επιτροπής για την διαπίστωση των ωμοτήτων των Γερμανών και των Ιταλών στην μεγαλόνησο. Η σχετική Έκθεση θεωρήθηκε απόρρητο εθνικό έγγραφο. Ευτυχώς, την βρήκε ο Δήμαρχος Ηρακλείου Μανώλης Καρέλλης και τη δημοσίευσε το 1983.
Τον επόμενο χρόνο πηγαίνει ξανά στην Αγγλία. Προσπάθεια του, να συνεγείρει τους πνευματικούς ανθρώπους του κόσμου για την ειρήνη και για τον πολισμό και να ιδρυθεί μια «Διεθνής του Πνεύματος». Τότε ανακύπτει και το θέμα του βραβείου Νόμπελ. Την υποψηφιότητα του καταπολέμησε αγρίως και ασυδότως αλλά αποτελεσματικώς, η Ακαδημία Αθηνών και η Ελληνική Κυβέρνηση. Για δέκα χρόνια προσπαθούσε ο Καζαντζάκης να πάρει το Νόμπελ, και φαίνεται πως είχε σημειωθεί και μια σύγκλιση απόψεων για να το πάρει, και για δέκα χρόνια τον καταπολεμούσε η πατρίδα του να μην το πάρει. Αξιότερός του, είπαν τότε, ήταν ένας άλλος διάσημος συγγραφέας, με το όνομα Βουγιουκλάκης.
Με αυτό και με άλλες αθλιότητες, από το 1946 οδηγείται στον αυτοξενιτεμό του από την πατρίδα του, που τον καταδιώκει. Ζεί στην ξενιτιά, μα η καρδιά του περιφέρεται στην Ελλάδα. Την Ελλάδα την αιώνια κρατά κάτω από τα βλέφαρα του, θα γράψει ο ίδιος, όχι τη Μελάδα. Και ας τον αναγνωρίζει πλέον η οικουμένη και ας αρχίσουν να δουλεύουν τα τυπογραφεία σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης με εκτυπώσεις μεταφράσεων των έργων του.
Τα χρόνια εκείνα, κατά το τέλος της δεκαετίας του 1940 και στη δεκαετία του 1950,γράφει και τα μυθιστορήματα του «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», «Οι αδελφοφάδες», «Ο Καπετάν Μιχάλης», «Ο Τελευταίος Πειρασμός», «Ο Φτωχούλης του Θέου», «Αναφορά στον Γκρέκο».Από τη Γαλλία ταξιδεύει στις γύρω χώρες, αλλά και η υγεία του αρχίζει να κλονίζεται.
Τα «ντροπής έργα» αναλαμβάνονται και συνεχίζονται στην Εκκλησία της Ελλάδος, αρχικά για τον «Ο Καπετάν Μιχάλη».Ούτε που το είχαν διαβάσει. Είχαν ακούσει πως εξεδόθη και ένα βιβλίο, με τίτλο «Ο Τελευταίος Πειρασμός»,στα Σουηδικά. Και να ήθελαν να το διαβάσουν δεν μπορούσαν. Στα ελληνικά δεν είχε ακόμα εκδοθεί. Το καταδίκασαν και αυτό. Τότε η Παπική Εκκλησία ανέγραψε τον «Ο Τελευταίο Πειρασμό» στον «Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων», τον περιβόητο Index.
O Καζαντζάκης διαμαρτύρεται στην επιτροπή του Index τηλεγραφώντας του «Στο δικαστήριο σου, Κύριε, κάνω έφεση». Πρόκειται για τη φράση του Τερτυλλιανού «Ad tuum, Domine, tribunal apello». Στην εκκλησία της Ελλάδος διαβιβάζει την ίδι μαρτυρία και προσθέτει: «Την ίδια φράση αποτείνω και στην Ορθόδοξη Εκκλησία: «Στο δικαστήριο σου, Κύριε, κάνω έφεση!». Για τους δικούς μας Μητροπολιτάδες και Δεσποτάδες, προσθέτω τούτο: μου δώσατε μιαν κατάρα, άγιοι Πατέρες, σας δίνω εγώ μιαν ευχή: Σας εύχομαι να ΄ναι η συνείδηση σας τόσο καθαρή όσο είναι η δική μου και να΄ στε τόσο ηθικοί όσο είμαι εγώ».
Το Βατικανό αργότερα κατάργησε τον «Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων» και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας το 1968 είπε ότι τα βιβλία του Νίκου Καζαντζάκη κοσμούν την Πατριαρχική Βιβλιοθήκη.
Το 1957 ο Νίκος και η Ελένη δοκιμάζουν μεγάλη χαρά γιατί «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» γίνεται κινηματογραφική ταινία από τον Ζύλ Ντασσέν. Παριστάνεται και στην πρεμιέρα στις Κάννες. Τον Ιούνιο πηγαίνουν στην ξανά στην Κίνα και στην Ιαπωνία. Από ένα εμβόλιο στην Καντώνα, το μπράτσο του Καζαντζάκη πρήζεται. Στο γυρισμό νοσηλεύεται στο Εθνικό Νοσοκομείο της Κοπεγχάγης. Από εκεί τον παίρνουν στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Φράιμπουργκ της Δυτικής Γερμανίας. συνέρχεται από την ασθένεια και κτυπιέται από τη φοβερή τότε ασιατική γρίπη. Ο Σβάιτσερ τον επισκέπτεται στην Κλινική.
Στις 26 Οκτωβρίου 1957, ο ασκητής γίγας εκπνέει. Στις 3 Νοεμβρίου έφθασε η σωρός του Αθήνα, για να δοκιμάσει και νεκρός την αήθεια των ιθυνόντων. Στις 4 Νοεμβρίου μεταφέρεται αεροπορικώς στο Ηράκλειο και εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα. Στις 5 Νοεμβρίου 1957 κηδεύεται από τον Καθεδρικό ναό Ηρακλείου και ενταφιάζεται στην Τάπια Μαρτινέγκο απάνω στα Βενετσιάνικα τείχη.
Ο τάφος του έγινε έκτοτε παγκόσμιο πνευματικό προσκύνημα. Μέσα στον τάφο και στο σύμπαν η σωρός του, πάνω στον τάφο μονίμως και αείποτε λουλούδια και στεφάνια και στις καρδιές των ανθρώπων ο ίδιος, άφθιτος και αθάνατος.

Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Tuesday, 1 August 2023

Νίκος Καζαντζάκης - Ο Άγιος Αύγουστος, η σταφίδα και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου

Ο Αύγουστος ήταν για μένα, όταν ήμουν παιδί, κι είναι ακόμα, ο πιο αγαπημένος μου μήνας· αυτός φέρνει, μαθές, τα σταφύλια και τα σύκα, τα πεπόνια, τα καρπούζια· τον ονομάτισα Άγιον Αύγουστο· αυτός ο προστάτης μου, έλεγα, σε αυτόν θα κάνω την προσευκή μου·
όταν θέλω τίποτα, από αυτόν θα το ζητώ, κι αυτός θα το ζητήσει από το Θεό, κι ο Θεός θα μου το δώσει.
Και μια φορά πήρα νερομπογιές και τον ζωγράφισα: Έμοιαζε πολύ του παππού μου του χωριάτη· τα ίδια κόκκινα μάγουλα, το ίδιο φαρδύ χαμόγελο, μα ήταν ξυπόλυτος μέσα σ' ένα πατητήρι και πατούσε σταφύλια, και τα πόδια του ως τα γόνατα κι ως πάνω στα μεριά τα 'χα ζωγραφίσει κόκκινα από το μούστο· κι είχα στεφανώσει το κεφάλι του με κληματόφυλλα.
Όμως κάτι του 'λείπε· μα τι; Τον κοίταξα καλά καλά και του 'βαλα δυο κέρατα στο κεφάλι, ανάμεσα στα κληματόφυλλα, γιατί το μαντίλι που φορούσε ο παππούς μου έκανε δεξά και ζερβά δυο μεγάλους κόμπους σαν κέρατα.
Από τη στιγμή που τον ζωγράφισα και στερέωσα το πρόσωπο του, στερεώθηκε και μέσα μου η εμπιστοσύνη μου σε αυτόν, και κάθε χρόνο τον περίμενα να “ρθει, να τρυγήσει τ” αμπέλια της Κρήτης, να πατήσει τα σταφύλια και να κάμει το θάμα του, να βγάλει από τα σταφύλια κρασί. Γιατί, θυμούμαι, το μυστήριο τούτο με τυράννησε πολύ —πώς μπορεί να γίνει το σταφύλι κρασί· μονάχα ο Αγιος Αύγουστος μπορούσε να κάμει ένα τέτοιο θάμα· κι έλεγα:
Αχ, να τύχαινε να τον συναπαντήσω μια μέρα στο αμπέλι που είχαμε απόξω από το Μεγάλο Κάστρο και να τον ρωτήσω να μου πει το μυστικό.
Τι 'ναι το θάμα τούτο δεν καταλάβαινα. Η αγουρίδα γίνεται σταφύλι, το σταφύλι γίνεται κρασί, το κρασί το πίνουν οι ανθρώποι και μεθούνε· γιατί μεθούνε;
Όλα αυτά μου φαίνουνταν μυστήρια φοβερά, και μια φορά που ρώτησα τον πατέρα μου, αυτός μάζεψε τα φρύδια: «Μη φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν!», μου αποκρίθηκε.

Τον Αύγουστο ξάπλωναν και στους οψιγιάδες τα σταφύλια, να τα ξεράνει ο ήλιος να γίνουν σταφίδα.
Μια χρονιά είχαμε πάει στο αμπέλι μας και μέναμε στο εξοχικό μας σπιτάκι· ο αγέρας μύριζε, η γης καίγουνταν, τα τζιτζίκια καίγουνταν κι αυτά, σα να κάθουνταν απάνω σε κάρβουνα αναμμένα.
Τη μέρα εκείνη, της Κοίμησης της Παναγιάς, 15 Αυγούστου, οι εργάτες δε δούλευαν κι ο πατέρας μου κάθουνταν στη ρίζα μιας ελιάς και κάπνιζε· είχαν έρθει γύρα οι γειτόνοι, που είχαν απλώσει κι αυτοί τη σταφίδα τους, κάπνιζαν πλάι στον πατέρα μου, αμίλητοι. Φαίνουνταν στενοχωρημένοι.
Όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια σ' ένα συννεφάκι που 'χε προβάλει στον ουρανό, κατασκότεινο, βουβό, και προχωρούσε. Είχα καθίσει κι εγώ κοντά στον πατέρα μου και κοίταζα το σύννεφο· μου άρεσε· σκούρο μολυβί, χνουδάτο, κι ολοένα μεγάλωνε, άλλαζε πρόσωπο και κορμί, πότε σα γεμάτο ασκί, πότε σα μαυροφτέρουγο όρνιο και πότε σαν τον ελέφα που είχα δει ζωγραφιά· κουνούσε την προβοσκίδα του κι έψαχνε ν' αγγίξει κάτω της γης. Αεράκι χλιαρό φύσηξε, τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν. Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος, άπλωσε το χέρι κατά το σύννεφο που προχωρούσε.
—Ανάθεμά το, μουρμούρισε, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, φέρνει τον κατακλυσμό!
—Δάγκασε τη γλώσσα σου, του 'καμε ένας γέρος θεοφοβούμενος, δε θα το αφήσει η Παναγιά· σήμερα είναι της χάρης της.

Ο πατέρας μου έγρουξε, μα δεν έβγαλε άχνα· πίστευε στην Παναγιά, μα δεν πίστευε πως η Παναγιά μπορεί να κουμαντάρει τα σύννεφα.

Εκεί που μιλούσαν, ο ουρανός σκεπάστηκε· οι πρώτες στάλες, χοντρές, ζεστές, άρχισαν να πέφτουν. Τα σύννεφα χαμήλωσαν, κίτρινες βουβές αστραπές καταξέσκιζαν τον ουρανό.

— Παναγιά μου, φώναξαν οι γειτόνοι, βοήθεια!

Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν, καθένας έτρεχε κατά το αμπέλι του, όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς· κι ως έτρεχαν, ολοένα και σκοτείνιαζε ο αγέρας, κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες από τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα. Γέμισαν τ” αυλάκια, πήραν να τρέχουν οι δρόμοι σαν ποταμοί, φωνές ακούστηκαν γοερές από το κάθε αμπέλι. Άλλοι βλαστημούσαν, άλλοι φώναζαν την Παναγιά να τους λυπηθεί, να βάλει το χέρι της, και στο τέλος θρήνος ξέσπασε πίσω από τις ελιές στο κάθε αμπέλι.

Ξέφυγα από το σπιτάκι, έτρεξα μέσα στη νεροποντή, παράξενη χαρά με είχε συνεπάρει, σα μεθύσι.
Είχα φτάσει ως το δρόμο, δεν μπόρεσα να τον περάσω, ήταν ποταμός, και στάθηκα και κοίταζα: Μαζί με τα νερά κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές τα μεσοξεραμένα σταφύλια, ο μόχτος της χρονιάς, έτρεχαν κατά τη θάλασσα και χάνουνταν. Ο θρήνος δυνάμωνε, μερικές γυναίκες είχαν χωθεί ως τα γόνατα μέσα στα νερά και μάχουνταν να περισώσουν λίγη σταφίδα· άλλες, όρθιες στην άκρα του δρόμου, είχαν βγάλει τις μπολίδες τους και συρομαδιούνταν.

Είχα γίνει μουσκίδι ως το κόκαλο· πήρα δρόμο κατά το σπιτάκι και μάχουμουν να κρύψω τη χαρά μου· βιάζουμουν να δω τι θα 'κανε ο πατέρας μου· θα 'κλαίγε, θα βλαστημούσε, θα φώναζε; Περνώντας από τον οψιγιά είδα πως όλη μας η σταφίδα είχε φύγει.

Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι, ακίνητος, και δάγκανε τα μουστάκια του. Πίσω του, όρθια, η μητέρα μου έκλαιγε.

— Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα μας!
— Εμείς δεν πάμε, μου αποκρίθηκε· σώπα!
Ποτέ δεν ξέχασα τη στιγμή ετούτη· θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου μεγάλο μάθημα· αναθυμόμουν τον πατέρα μου ήσυχο, ασάλευτο, να στέκεται στο κατώφλι, μήτε βλαστημούσε μήτε παρακαλούσε μήτε έκλαιγε· ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο κι έσωζε, μόνος αυτός, ανάμεσα σε όλους τους γειτόνους, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.


~ Ν. Καζαντζάκης, απόσπασμα από την Αναφορά στο Γκρέκο
_____________

2gym-ko.dod.sch.gr
antikleidi.com

Sunday, 10 May 2020

«Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει. Χαμογελούσε μόνο»

Οι ώρες που περνούσα με τη μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο· καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σα να ‘ταν ο αγέρας ανάμεσά μας γάλα και βύζαινα.
1905. Ο Νίκος Καζαντζάκης με τη μητέρα του Μαρία,
ανάμεσα στις αδελφές του Αναστασία και Ελένη, στο Ηράκλειο.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσε πολύ τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ‘βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα σώρουχά μας, τα σεντόνια μας, όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.

Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου· δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της, της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
— Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στενοχωριέσαι, σεριανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.

Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: “Αλήθεια λες;” και χαμογελούσε.


Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σα να ‘χε κατέβει από τον Παράδεισο, σα να ‘χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.


Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου· δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της
–από το σπλάχνο μου– η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάηδημα του καναρινιού.

Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινόρχουνταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σα να ‘χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη.


Νίκος Καζαντζάκης ( «Αναφορά στον Γκρέκο», απόσπασμα)

palmografos.com
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 6 July 2018

Η Ελλάδα επιζεί ακόμα, επιζεί, νομίζω,
μέσα από διαδοχικά θαύματα – Καζαντζάκης

Απόσπασμα από συνέντευξη του Ν. Καζαντζάκη στον Pierre Sipriot, Γαλλική Ραδιοφωνία (Παρίσι), 6 Μαΐου 1955.

«Όσο πιο μακρυά είμαστε από την πατρίδα μας, τόσο περισσότερο τη σκεφτόμαστε και τόσο περισσότερο, την αγαπάμε. 

Όταν βρίσκομαι στην Ελλάδα βλέπω τις μικρότητες, τις ίντριγκες, τις ανοησίες, τις ανεπάρκειες των αρχηγών, τη μιζέρια του λαού. 
Όμως από μακρυά δεν βλέπουμε τόσο ευδιάκριτα την ασκήμια και έχουμε περισσότερη ελευθερία να πλάσουμε μια εικόνα της πατρίδας αντάξια ενός ολοκληρωτικού έρωτα. 

Να γιατί δουλεύω καλύτερα και αγαπώ καλύτερα την Ελλάδα όταν βρίσκομαι στο εξωτερικό. 
Μακρυά της καταφέρνω να συλλάβω καλύτερα την ουσία της και την αποστολή της στον κόσμο, και συνακόλουθα τη δική μου ταπεινή αποστολή. 
Κάτι ιδιαίτερο συμβαίνει στους Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό. Γίνονται καλύτεροι. 
Έχουν την περηφάνια της φυλής τους, νιώθουν ότι όντας Έλληνες έχουν την ευθύνη να είναι αντάξιοι των προγόνων τους. 
H πεποίθησή τους, ότι κατάγονται από τον Πλάτωνα και τον Περικλή, μπορεί ίσως να είναι μια ουτοπία, μια αυθυποβολή χιλιετιών, όμως αυτή η αυθυποβολή, γενόμενη πίστη, ασκεί μια γόνιμη επίδραση στη νεοελληνική ψυχή. 
Χάρη σ’ αυτή την ουτοπία επέζησαν οι Έλληνες. Μετά από τόσους αιώνες εισβολών, σφαγών, λιμών, θα έπρεπε να έχουν εξαφανιστεί. Όμως η ουτοπία, που έγινε πίστη, δεν τους αφήνει να πεθάνουν. H Ελλάδα επιζεί ακόμα, επιζεί νομίζω μέσα από διαδοχικά θαύματα.»


Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 11 April 2017

Νίκος Καζαντζάκης: «Μαγδαληνή»

Ω Κύριε, εγώ ‘μαι που έσπασα σα μυρογιάλι
στα ιερά σου πόδια την καρδιά μου, και τα ολόξανθα
μακριά μαλλιά μου εγώ τ’ ανέμισα στις τρέμουλες,
σκυφτές των Αποστόλων κεφαλές, σα φλάμπουρο!

Εγώ ‘μαι που όντας όλοι οι εδικοί μακριάθε
κοιτώντας το σταυρό σε κλαίγαν σκορπισμένοι,
στεκόμουν στο πλευρό σου παραστάτης, κι όρθια
στα χέρια μου εδεχόμουν, στην ποδιά, στο πρόσωπο,
πηχτό, ζεστό, σαν όμπρο θερινό, το γαίμα σου!

Κ’ έκραζα: Ανοίξου γης, ποτίσου γης, σκιρτήστε
σα σπόροι αθάνατοι στο χώμα, ώ πεθαμένοι!

Χριστέ, κι αν όλοι σ’ αρνηθούν, δε θα πεθάνεις!

Γιατί στον κόρφο μου το αθάνατο νερό
κρατώ και σε κερνώ, και κατεβαίνεις πάλι
στη γης, και περπατάς μαζί μου στα χωράφια,
βολές σωπαίνοντας γλυκά, βολές ταΐζοντας
το Λόγο τον καλό στα πεινασμένα πλήθη.

Thursday, 19 May 2016

«Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!»

«Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά […] ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού[…]. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο: Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!»


Συμβαίνει και σε άλλες χώρες αυτό που γίνεται με τις Πανελλήνιες εξετάσεις;
Σχολεία, υπουργεία, επιτροπές, φροντιστήρια, γονείς, συγγενείς, όλοι «δίνουν» εξετάσεις. Κι από δίπλα, υποβοηθούν, πρωτοσέλιδα των ΜΜΕ, άρθρα και τηλεοπτικά πάνελ με συμβουλές από διατροφολόγους και ψυχολόγους, αναλυτές θεμάτων που «έπεσαν» στις εξετάσεις. Κάθε χρόνο, όλοι αυτοί βουτηγμένοι σε διέγερσεις και χαμένο χρόνο, ξοδεύουν κόπο, χρήμα, αξίες και συναισθήματα. Η νοσηρότητα βρίσκεται παντού, αλλά οι Πανελλήνιες είναι το αποκορύφωμα. Η κορύφωση της υστερίας.
Το κερασάκι σ’ αυτό το drama queen, είναι οι ευχές των πολιτικών για καλή επιτυχία που συνοδεύονται από υποκριτικές συστάσεις για ηρεμία, ψυχραιμία κλπ, κλπ.
Οι πολιτικοί, οι μόνοι που δεν έχουν λόγο. Αφού αποδεχθήκατε να τσαλαπατηθεί η εφηβεία τους μεταξύ σχολείου και φροντιστηρίου, αφήστε τα να δώσουν τη «μάχη», χωρίς γλυκανάλατη συμπαράσταση και κυρίως χωρίς συμβουλές. Τι να συμβουλέψετε; Πώς να μην στραπατσαριστούν; Αφού ήδη στραπατσαρημένα είναι. Με ευθύνη δική σας. Είτε εγκρίνατε αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα, είτε όχι.
Αντί να χάνετε χρόνο γράφοντας ανακοινώσεις, βασανίστε λίγο το μυαλό σας και θα ανακαλύψετε συστήματα που πραγματικά προωθούν και αναβαθμίζουν την προσωπικότητα και την αξιοπρέπεια των μελλοντικών γενιών και δίνουν έμφαση στην κρίση, στη γνώση και στην έρευνα.
Αφήστε τα παιδιά να ανοίγουν τα φτερά τους, να ψάχνουν να ερευνούν, να δημιουργούν και να συντάσσουν εργασίες, ώστε, όταν πια μπουν στα Ανώτατα Ιδρύματα, να είναι έτοιμα να δεχθούν τις απαραίτητες γνώσεις και να γίνουν Επιστήμονες. Ελευθερώστε τα από το άγχος και μην τα χαντακώνετε στη κακομοιριά και την απελπισία.
Να βρείτε τρόπο να απελευθερώσετε το σύστημα πρέπει, χωρίς καταναγκασμούς. Να πείτε την αλήθεια σε όλους όσοι δεν είναι για Πανελλήνιες, να συνδέσετε τα σχολεία με τη φύση, να απελευθερώσετε τους δασκάλους από τη μιζέρια των ωρολόγιων προγραμμάτων.
Τολμήστε να ΚΑΤΑΡΓΗΣΕΤΕ τις εξετάσεις της αποστήθισης και δώστε μια άλλη πνοή στο ψεύτικο και μουντό Παιδαγωγικό Σύστημα.
Κι όπως λέει μια καλή φίλη, «δεν έχετε δικαίωμα να διαγράψετε 12 χρόνια σχολείου σε μια και μόνη μέρα – όπου το παιδί μπορεί να είναι πιεσμένο, αγχωμένο, άρρωστο ή όλα τα παραπάνω – και κρίνεται το μέλλον του. Ή έτσι νομίζει τουλάχιστον, μια που δεν ξέρει ακόμα πόσες εκπλήξεις του επιφυλάσσει η ζωή.»
Ο κόσμος άλλαξε αλλά το σχολείο δεν θέλει να αλλάξει. Το ζήτημα είναι πως έξω έχει καλοκαίρι, πως τα δέντρα, οι θάλασσες, το μυαλό των παιδιών τρέχουν ασυγκράτητα σε εικόνες και ήχους. Την ίδια στιγμή, ένα ολόκληρο σύστημα δίνει αγώνα να τις φυλακίσει.
Άλλο πράγμα θέλουν τα παιδιά σήμερα. Μόνο οι εξουσίες θέλουν πάντα το ίδιο…
Αντί καλής επιτυχίας στα παιδιά, θα ευχηθώ καλά μυαλά σε όσους κρατούν την επιτυχία και τα όνειρά τους φυλακισμένα, με κάτι από Ν. Καζαντζάκη:
«Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά […]ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού[…]. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο: Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!» («Αναφορά στον Γκρέκο»)

dimokratiki

Monday, 11 May 2015

Ν. Καζαντζάκης: «Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου·»

Οι ώρες που περνούσα με την μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να’ ταν ο αγέρας ανάμεσά μας και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα πολύ τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τά’βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με την φαντασία μου· δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
-Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στενοχιωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λές;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να’ χε κατέβει από τον Παράδεισο, σαν να’ χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γής να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου· δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της –από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού.
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει· χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινόρχουνταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να’ χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη. Μπορεί και να’ ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι από τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει να βρεί το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω απ’ το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρεί το μαγικό κεφαλομάντιλό της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου· κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντιλό της να φύγει.
Νίκος Καζαντζάκης, «Αναφορά στον Γκρέκο», 1961

candianews

Tuesday, 31 March 2015

Ν. Καζαντζάκης: Το μάθημα της πεταλούδας

 Θυμήθηκα κάποιο πρωί, που είχα πετύχει σ’ένα πεύκο ένα κουκούλι πεταλούδας, τη στιγμή που έσκαζε το τσόφλι κι ετοιμάζουνταν η μέσα ψυχή να προβάλει. Περίμενα, αργούσε κι εγώ βιαζόμουν. Έσκυψα τότε απάνω της κι άρχισα να τη ζεσταίνω με την ανάσα μου.
Τη ζέσταινα ανυπόμονα, και το θάμα άρχισε να ξετυλίγεται μπροστά μου, με γοργό ρυθμό. Το τσόφλι άνοιξε όλο, η πεταλούδα πρόβαλε. Μα ποτέ δε θα ξεχάσω τη φρίκη μου, τα φτερά της έμεναν σγουρά, αξεδίπλωτα όλο όλο της το κορμάκι έτρεμε και μάχουνταν να τα ξετυλίξει. Μα δεν μπορούσε, μαχόμουν κι εγώ με την ανάσα μου να την βοηθήσω. Του κάκου, είχε ανάγκη από υπομονετικό ωρίμασμα και ξετύλιγμα μέσα στον ήλιο και τώρα πια ήταν αργά.
Η πνοή μου είχε ζορίσει την πεταλούδα να ξεπροβάλει πριν της ώρας, ζαρωμένη κι εφταμηνίτικη. Βγήκε αμέστωτη, κουνήθηκε απελπισμένη και σε λίγο πέθανε στην παλάμη μου.
Το πουπουλένιο κουφάρι αυτό της πεταλούδας θαρρώ πως είναι το μεγαλύτερο βάρος που έχω στη συνείδησή μου. Και να, σήμερα κατάλαβα βαθιά....
Είναι θανάσιμο αμάρτημα να βιάζεις τους αιώνιους νόμους,
έχεις χρέος ν’ ακολουθείς τον αθάνατο ρυθμό μ’ εμπιστοσύνη.
Η μικρή ετούτη  πεταλούδα, που σκότωσα γιατί παραβιάστηκα να την αναστήσω, ας ήταν να πετούσε πάντα μπροστά μου και να μου δείχνει το δρόμο. Κι έτσι μια πεταλούδα που πρόωρα πέθανε να βοηθήσει μιαν αδερφή της, μιαν ανθρώπινη ψυχή, να μη βιάζεται και να προφτάσει να ξετυλίξει με αργό ρυθμό τις φτερούγες!

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki