Showing posts with label Χόρχε Μπουκάι. Show all posts
Showing posts with label Χόρχε Μπουκάι. Show all posts

Wednesday, 31 October 2018

Ο μικρός Πάντσο. Μια ιστορία να σκεφτείς…

Η μητέρα τους είχε φύγει από νωρίς το πρωί και τα είχε αφήσει στη Μαρία, μια νέα την οποία έπαιρνε κάποιες φορές για λίγες ώρες προκειμένου να τα προσέχει. 
Όταν ο φίλος της κοπέλας τηλεφώνησε για να της προτείνει μια βόλτα με το καινούργιο του αυτοκίνητο, η Μαρία δεν δίστασε και πολύ. Άλλωστε,τα παιδιά κοιμούνταν όπως κάθε απόγευμα, και δεν θα ξυπνούσαν πριν τις πέντε.

Προνόησε να κλειδώσει την πόρτα του δωματίου και φύλαξε το κλειδί στην τσέπη της. Δεν ήθελε να διακινδυνέψει να ξυπνούσε ο Πάντσο και να κατέβαινε τη σκάλα για να την ψάξει, γιατί,όπως και να ‘χει,ήταν μόνο έξι χρόνων, και με την παραμικρή απροσεξία μπορούσε να σκοντάψει και να χτυπήσει. Επίσης, σκέφτηκε ότι αν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήξερε πως να εξηγήσει στην μητέρα το λόγο για τον οποίο το παιδί δεν την είχε βρει.

Ίσως να ήταν ένα βραχυκύκλωμα στην τηλεόραση ή σε κάποιο από τα φώτα στου σαλονιού, ή μπορεί μια φλόγα στα καυσόξυλα -το θέμα είναι ότι όταν οι κουρτίνες άρχισαν να καίγονται, η φωτιά έφτασε γρήγορα στην ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια.
Τον ξύπνησε ο βήχας του μωρού, εξαιτίας του καπνού που περνούσε κάτω απ’ την πόρτα. 
Χωρίς να σκεφτεί ο Πάντσο πήδηξε από το κρεβάτι και πίεσε με δύναμη το πόμολο για να ανοίξει την πόρτα, αλλά δεν τα κατάφερε. Όπως και να ‘χει, ακόμα κι αν το είχε καταφέρει, οι φλόγες θα είχαν καταβροχθίσει τον ίδιο και τον λίγων μηνών αδερφό του σε ελάχιστα λεπτά.
Ο Πάντσο φώναξε τη Μαρία,αλλά κανείς δεν απάντησε στην έκκληση του. Έτσι,συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να βγάλει τον αδερφό του από ‘κεί μέσα. Προσπάθησε να ανοίξει το παράθυρο που έβγαζε στο περβάζι, αλλά ήταν αδύνατο για τα μικρά του χέρια να λύσει την ασφάλεια. 
Όταν οι πυροσβέστες τελείωσαν με το σβήσιμο της φωτιάς, το θέμα συζήτησης όλων ήταν το ίδιο:
- Πώς μπόρεσε αυτό το τόσο μικρό παιδί να σπάσει με την κρεμάστρα το τζάμι και μετά τη σήτα;
- Πώς μπόρεσε να φορτώσει το μωρό στο σακίδιο;
- Πώς μπόρεσε να περπατήσει στο περβάζι κουβαλώντας σημαντικό βάρος και να κατέβει από το δέντρο;
- Πώς μπόρεσε να σώσει τη ζωή του αδερφού του και τη δική του;

Ο ηλικιωμένος πυροσβέστης, άνθρωπος σοφός που όλοι σέβονταν,τους έδωσε την απάντηση: 
“Ο μικρός Πάντσο ήταν μόνος… Δεν είχε κανέναν να του πει ότι δεν θα μπορούσε.”
Χόρχε Μπουκάι,“Ιστορίες να σκεφτείς”

enallaktikidrasi.com/
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 6 December 2016

«Γιατί τόσα εμπόδια ανάμεσα σ' εμένα και το σκοπό μου;»
Μαθήματα ζωής για μας και τα παιδιά μας

Χόρχε Μπουκάι: Τα εμπόδια
Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι «Ιστορίες να σκεφτείς» 
antikleidi.com
Το κείμενο που αναπαράγω εδώ δεν είναι ένα πραγματικό παραμύθι αλλά, μάλλον, ένας καθοδηγούμενος στοχασμός σχεδιασμένος σε μορφή ονείρου, που στόχο έχει να εξερευνήσει τις πραγματικές αιτίες των αποτυχιών μας.
Παίρνω το θάρρος να σου προτείνω να το διαβάσεις με προσοχή, προσπαθώντας να σταματάς λίγα δευτερόλεπτα σε κάθε φράση και να φαντάζεσαι την κάθε εικόνα.
Περπατώ σ’ ένα μονοπάτι.
Αφήνω τα πόδια μου να με οδηγήσουν.
Η ματιά μου στέκεται στα δέντρα, στα πουλιά, στις πέτρες.
Στον ορίζοντα διαγράφεται το περίγραμμα μιας πόλης.
Οξύνω τη ματιά μου για να την ξεχωρίσω καλύτερα.
Αισθάνομαι ότι η πόλη με έλκει.

Χωρίς να ξέρω πώς, συνειδητοποιώ ότι σε αυτήν την πόλη μπορώ να βρω όλα όσα επιθυμώ.
Όλους μου τους στόχους, τους σκοπούς, τα μελλοντικά μου επιτεύγματα.
Οι φιλοδοξίες και τα όνειρά μου βρίσκονται σε αυτήν την πόλη.
Αυτό που θέλω να καταφέρω, αυτό που χρειάζομαι, αυτό που θα ήθελα να γίνω πιο πολύ, αυτό που επιδιώκω, αυτό που προσπαθώ, αυτό για το οποίο δουλεύω, αυτό που πάντα φιλοδοξούσα, αυτό που θα ήταν η μεγαλύτερη από τις επιτυχίες μου.
Φαντάζομαι ότι όλα αυτά βρίσκονται σε αυτήν την πόλη.
Χωρίς δισταγμό, αρχίζω να πηγαίνω προς τα κει.

Λίγο μετά, αφού έχω ήδη αρχίσει να βαδίζω, το μονοπάτι γίνεται ανηφορικό.
Κουράζομαι λίγο, αλλά δεν πειράζει.
Συνεχίζω.
Διακρίνω μια μαύρη σκιά παρακάτω, στο δρόμο.
Πλησιάζω και βλέπω ότι μια τεράστια τάφρος εμποδίζει το πέρασμά μου.
Φοβάμαι… Διστάζω.
Μ’ ενοχλεί που ο στόχος μου δεν μπορεί να επιτευχθεί εύκολα.
Όπως και να χει, αποφασίζω να πηδήξω την τάφρο.
Κάνω πίσω, παίρνω φόρα και πηδώ…
Καταφέρνω να την περάσω.
Ξαναρχίζω το δρόμο μου και συνεχίζω να περπατώ.
Λίγα μέτρα πιο κάτω εμφανίζεται άλλη τάφρος.
Ξαναπαίρνω φόρα και την περνάω κι αυτήν.
Τρέχω προς την πόλη: ο δρόμος φαίνεται καθαρός.
Με ξαφνιάζει μια άβυσσος που ανοίγεται στο δρόμο μου.
Σταματώ.
Είναι αδύνατον να πηδήξω από πάνω.
Βλέπω πως δίπλα υπάρχουν ξύλα, καρφιά και εργαλεία.
Συνειδητοποιώ ότι βρίσκονται εκεί για την κατασκευή μιας γέφυρας.
Ποτέ δεν ήμουν επιδέξιος στα χέρια…
… σκέφτομαι να παραιτηθώ.

Κοιτώ το στόχο που επιθυμώ… και αντιστέκομαι.
Αρχίζω την κατασκευή της γέφυρας.
Περνούν ώρες, μέρες, μήνες.
Η γέφυρα είναι έτοιμη.
Συγκινημένος, τη διασχίζω

Και φτάνοντας στην άλλη μεριά… ανακαλύπτω το τείχος.
Ένα γιγαντιαίο τείχος, κρύο και υγρό, περικυκλώνει την πόλη των ονείρων μου…
Αισθάνομαι απελπισμένος…
Ψάχνω τρόπο να το αποφύγω.
Δεν υπάρχει.
Πρέπει να σκαρφαλώσω.
Η πόλη είναι τόσο κοντά…
Δε θα αφήσω το τείχος να μου φράξει το πέρασμα.
Σκέφτομαι να αναρριχηθώ.
Ξεκουράζομαι μερικά λεπτά και παίρνω αέρα…
Ξαφνικά βλέπω,
σε μια άκρη του δρόμου,
ένα παιδί να με κοιτά σαν να με γνώριζε.
Μου χαμογελά με συνενοχή.
Μου θυμίζει τον εαυτό μου… όταν ήμουν παιδί.
Ίσως γι’ αυτό τολμώ να εκφράσω φωναχτά το παράπονό μου.
«Γιατί τόσα εμπόδια ανάμεσα σ' εμένα και το σκοπό μου;»
Το παιδί σηκώνει τους ώμους και μου απαντά.
«Και γιατί ρωτάς εμένα;
Τα εμπόδια δεν υπήρχαν μέχρι να έρθεις…
Τα εμπόδια τα έφερες εσύ».

Tuesday, 15 March 2016

Jorge Bucay: Δεν αντέχω τους άπληστους ανθρώπους

Σκάβοντας για να ανεβάσω ένα φράχτη που θα χώριζε το οικόπεδο μου από των γειτόνων μου, βρήκα θαμμένο στον κήπο ένα παλιό μπαούλο γεμάτο χρυσά νομίσματα.
Εμένα δε μου κίνησε το ενδιαφέρον ο πλούτος, αλλά το παράδοξο του ευρήματος.
Ποτέ δεν υπήρξα φιλοχρήματος, ούτε και νοιάζομαι πολύ για τα ακριβά πράγματα.
Αφού ξέθαψα το μπαούλο, έβγαλα τα νομίσματα και τα γυάλισα.
Ήταν τόσο βρώμικα και σκουριασμένα τα καημένα!
Καθώς τα τακτοποιούσα σε στοίβες πάνω στο τραπέζι μου, άρχισα να τα μετράω…

Μαζευόταν μια αληθινή περιουσία.
Μόνο αφού πέρασε καιρός άρχισα να φαντάζομαι όλα τα πράγματα που θα μπορούσα να αγοράσω με αυτά…
Σκεφτόμουν πόσο χαρούμενος θα ήταν ένας άπληστος που θα έπεφτε πάνω σε έναν σημαντικής αξίας θησαυρό…

Ευτυχώς…
Ευτυχώς δεν ήμουν τέτοια περίπτωση…
Σήμερα ήρθε ένας κύριος να διεκδικήσει τα νομίσματα. Ήταν ο γείτονας μου.
Προσπαθούσε να με πείσει, ο άθλιος, πως τα νομίσματα τα είχε θάψει ο παππούς του και πως γι’ αυτό του ανήκαν.

Εκνευρίστηκα τόσο… που τον σκότωσα!
Αν δεν τον είχα δει να ζητάει τόσο απελπισμένα να τα αποκτήσει θα του τα είχα δώσει γιατί, αν υπάρχει κάτι που δεν με ενδιαφέρει, είναι τα πράγματα που αποκτώνται με λεφτά…

Αλλά, το δίχως άλλο, δεν αντέχω τους άπληστους ανθρώπους…
  ~ Χόρχε Μπουκάι

Αντικλείδι

GREED

Digging in my yard one day, making posts for a fence to separate my lot from that of my neighbors, I happened upon an old chest full of gold coins buried in the black soil. As I am not interested in wealth or personal gain, this discovery only caught my attention because it was so strange. I have never been ambitious and do not care much for material possessions.

After digging up the chest, I took out the coins and cleaned off the years of dirt and dust. I shined them with an old rag, they were so dirty and tarnished. Once I had neatly stacked the coins on my desk, I took to counting. It was clear I had come upon an incredible fortune. To pass the time, I began to imagine all the things one might buy with these riches. I imagined how crazy someone would become when they found this stash, if they happened to be greedy.
Fortunately, this was not my case.

Today my neighbor came to claim the coins. He tried to convince me that the money was his because his grandfather had buried it years before and, therefore, it belonged to him. I was so annoyed with his arrogant attitude... I killed him!

If he had not been so desperate to claim those coins I probably would have give them over, because, as I say, I was not interested in the money. But if there is one thing I cannot abide, that is greed. Really, I just hate greedy people.
(translated and adapted from the work of the Argentinian story teller, Jorge Bucay, entitled "Codicia")

David Shea

Saturday, 2 January 2016

Χόρχε Μπουκάι – Οι χρυσές κουκκίδες : Μαθήματα ζωής για μας και τα παιδιά μας

Ο Μαρτίν είχε ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέσα σε έντονες απολαύσεις.
Όταν η νοημοσύνη τον δεν έφτανε για να του δείξει τον καλύτερο δρόμο, τον οδηγούσε η διαίσθησή του. Ένιωθε σχεδόν όλη την ώρα ήρεμος κι ευτυχισμένος, απλώς, μερικές φορές, τη διάθεσή του σκίαζε η αίσθηση ότι ασχολιόταν υπερβολικά με τον εαυτό του.


Είχε μάθει να είναι υπεύθυνος για τη ζωή του και αγαπούσε τον εαυτό του τόσο ώστε να προσπαθεί να του εξασφαλίζει ό,τι καλύτερο. Ήξερε ότι κατέβαλλε κάθε δυνατή προσπάθεια προσέχοντας να μη βλάψει τους άλλους, και κυρίως εκείνους που αγαπούσε. Ίσως γι’ αυτό τον πείραζαν τόσο οι άδικες επικρίσεις, ο φθόνος των τρίτων και οι κατηγορίες που πολύ συχνά δεχόταν από το στόμα γνωστών και αγνώστων.

Έφτανε η αναζήτηση της απόλαυσης για να δώσει νόημα στη ζωή του;
Το άντεχε ο ίδιος να ορίζει τον εαυτό του σαν έναν ηδονιστή που είχε βάλει στο επίκεντρο της ύπαρξής του την προσωπική του ικανοποίηση;
Πώς να εναρμονίσει τα συναισθήματα αυτά της προσωπικής ευχαρίστησης με τις απόψεις του περί ηθικής, με τη θρησκευτική του πίστη, με όλα αυτά που είχε διδαχτεί από τους προγόνους του;
Τι νόημα είχε μια ζωή που σήμαινε κάτι μόνο για τον ίδιο;

Εκείνη την ημέρα, οι σκέψεις αυτές τον βάραιναν περισσότερο από κάθε προηγούμενη.
Ίσως θα έπρεπε να απομακρυνθεί. Να φύγει μακριά. Να αφήσει ό,τι είχε και δεν είχε στα χέρια άλλων. Να μοιράσει όλη του την περιουσία ή να την αφήσει κληρονομιά, ώστε ν’ αποτελέσει για κάποιους —έστω και απών—, μια καλή ανάμνηση.

Κάπου αλλού, σε άλλη χώρα, σε άλλη πόλη, με άλλους ανθρώπους, θα μπορούσε να κάνει ένα νέο ξεκίνημα. Μια διαφορετική ζωή, μια ζωή στην υπηρεσία των άλλων, μια ζωή με αλληλεγγύη.
Έπρεπε να βρει χρόνο να στοχαστεί για το παρόν και το μέλλον του.
Έβαλε λοιπόν ο Μαρτίν κάτι λίγα πράγματα σ’ ένα σακίδιο κι έφυγε με κατεύθυνση το βουνό.
Κάποιος του είχε πει ότι ήταν ήσυχα εκεί πάνω, και πως η θέα της εύφορης κοιλάδας σε βοηθούσε να βάλεις τις σκέψεις σου σε τάξη.
Όταν έφτασε στο ψηλότερο σημείο του βουνού γύρισε να κοιτάξει την πόλη του για τελευταία ίσως φορά.
Σουρούπωνε και η πόλη φαινόταν πολύ ωραία από ψηλά.



«Ένα πέσο για να κοιτάξεις μέσα από το τηλεσκόπιο.»
Ήταν η φωνή ενός γέρου που εμφανίστηκε από το πουθενά, μ ένα μικρό πτυσσόμενο τηλεσκόπιο στα χέρια. Τώρα, με το ένα χέρι του δείχνει το τηλεσκόπιο και με το άλλο απλωμένο περιμένει τα λεφτά.
Ο Μαρτίν ψάχνει στην τσέπη του, βρίσκει το κέρμα που ήθελε και το δίνει στον γέρο. Ανοίγει τότε κι εκείνος το τηλεσκόπιο και το δίνει στον Μαρτίν.
Ο Μαρτίν παίρνει το τηλεσκόπιο και κοιτάζει... Καταφέρνει να εντοπίσει τη γειτονιά του, την πλατεία, και απέναντι από την πλατεία, το σχολείο.

Ξαφνικά, κάτι του τραβάει την προσοχή. Μια χρυσή κουκκίδα λάμπει ζωηρά στην αυλή του παλιού κτιρίου.
Ο Μαρτίν σηκώνει τα μάτια του από τον φακό, τα ανοιγοκλείνει μερικές φορές και ξανακοιτάει. Η χρυσή κουκκίδα είναι ακόμη εκεί.
«Πολύ περίεργο!» λέει ο Μαρτίν απορημένος, χωρίς να καταλάβει ότι μίλησε δυνατά.
«Πού είναι το περίεργο;» τον ρωτάει ο γέρος.
«Να εκεί, η κουκκίδα που λάμπει...» λέει ο Μαρτίν, «...στην αυλή του σχολείου» συνεχίζει και του δίνει το τηλεσκόπιο για να δει κι ο γέρος αυτό που μόλις είδε εκείνος.


«Αυτά είναι ίχνη» του λέει ο γέρος.
«Τι ίχνη;» ρωτάει ο Μαρτίν.
«Θυμάσαι εκείνη την ημέρα —πρέπει να ήσουνα επτά χρόνων—, που ο Χαβιέρ, ο παιδικός σου φίλος, έκλαιγε απαρηγόρητος στην αυλή του σχολείου; Του είχε δώσει η μητέρα του λεφτά να πάρει ένα μολύβι για την πρώτη μέρα στο σχολείο. Είχε χάσει τα λεφτά κι έκλαιγε με λυγμούς» του απαντάει ο γέρος. Κάνει μια παύση και συνεχίζει: 
«Θυμάσαι τι έκανες; Είχες ένα καινούργιο μολύβι που πρώτη φορά το έφερνες στο σχολείο. Ακούμπησες στην πόρτα, έσπασες το μολύβι σε δύο ίσα μέρη, έξυσες το σπασμένο μισό κι έδωσες στον Χαβιέρ το άλλο μισό από το καινούργιο σου μολύβι.»
«Δεν το θυμόμουνα» λέει ο Μαρτίν. «Αυτό, όμως, τι σχέση έχει με τη χρυσή κουκκίδα;»
«Ο Χαβιέρ δεν ξέχασε ποτέ εκείνη τη χειρονομία, και η ανάμνηση αυτή είχε μεγάλη σημασία για τη ζωή του.»
«Ε, και λοιπόν;»
«Υπάρχουν πράξεις στη ζωή ενός ανθρώπου που αφήνουν ίχνη στη ζωή των άλλων» του εξηγεί ο γέρος. «Οι πράξεις που συμβάλλουν στην εξέλιξη των υπολοίπων, αφήνουν σημάδια σαν χρυσές κουκκίδες...»

Ο Μαρτίν ξανακοιτάει μέσα από το τηλεσκόπιο και βλέπει κι άλλη κουκκίδα να λάμπει στο δρομάκι που βγάζει από το κολέγιο.
«Αυτή είναι για την ημέρα που βγήκες να υπερασπιστείς τον Πάντσο, θυμάσαι; Γύρισες σπίτι με μαυρισμένο μάτι και μία τσέπη του παλτού σου σκισμένη.»
Ο Μαρτίν κοιτάζει την πόλη απ’ άκρη σ’ άκρη.
«Αυτή εδώ στο κέντρο...» συνεχίζει ο γέρος, «είναι η δουλειά που βρήκες στον δον Πέδρο όταν τον απέλυσαν από το εργοστάσιο... και η άλλη, εκεί δεξιά, είναι το ίχνος εκείνης της φοράς που έδωσες τα χρήματα που έλειπαν για την εγχείρηση του παιδιού του Ραμίρες... Τα ίχνη πάλι εδώ αριστερά, είναι από τότε που γύρισες από ταξίδι γιατί πέθανε η μητέρα του φίλου σου, του Χουάν, και ήθελες να είσαι δίπλα του.»
Ο Μαρτίν βάζει στην άκρη το τηλεσκόπιο. Δεν το έχει πια ανάγκη γιατί, και χωρίς αυτό, αρχίζει να βλέπει χιλιάδες χρυσές κουκκίδες διασκορπισμένες σ’ ολόκληρη την πόλη.

Μόλις έπεσε ο ήλιος, η πόλη φωτίστηκε ολόκληρη από τα χρυσά του ίχνη.
Τότε ένιωσε ο Μαρτίν ότι μπορούσε να γυρίσει ήσυχος στο σπίτι του.
Θα ξεκινούσε τη ζωή του από την αρχή, αλλά αυτή τη φορά από ένα διαφορετικό σημείο.
****************
Το συναί­σθημα είναι αυτό που προετοιμάζει το σώμα για να ενεργή­σει. Ωστόσο, το συναίσθημα είναι η μισή διαδικασία. Η άλλη μισή είναι η ενέργεια. Αυτό λοιπόν που γίνεται αμέσως μετά είναι ότι φορτίζομαι με ενέργεια, δύναμη και διάθεση. Η με­τατροπή των συναισθημάτων αυτών σε ενέργεια θα μου επι­τρέψει να συνειδητοποιήσω πραγματικά την απουσία αυτού που δεν υπάρχει πια. Και η συνειδητοποίηση του απόντος, η επαφή με την απουσία που φοβόμουν, θα μου επιτρέψει στη συνέχεια να δεχτώ τη νέα πραγματικότητα. Αυτή είναι μια συνειδητοποίηση καθοριστική πριν από τη στροφή στον εαυ­τό μου.

Jorge Bucay - Ο Δρόμος των Δακρύων

Αντικλείδι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki