Μια φορά κι έναν καιρό ένας γέρος καβάλα σ’ ένα γαϊδουράκι, που το έσερνε ένα αγόρι, διέσχιζε ένα κεφαλοχώρι.
The Man, the Boy, and the Donkey
Κάποιοι που τον είδαν είπαν: «Για κοίτα το γέρο, μάλλον ξεκούτιανε απολαμβάνει τον περίπατο χωρίς να υπολογίζει το φτωχό αγόρι που μόλις το κρατούν τα πόδια του!»
Ύστερα από λίγο ο γέρος κατέβηκε από το γαϊδούρι και ανέβασε το αγόρι, ενώ εκείνος προπορευόταν σέρνοντάς το από το καπίστρι του. Δεν πρόφτασαν να διανύσουν ούτε εκατό μέτρα και κάποιος τολμηρός σχολίασε μεγαλόφωνα: «Συγχαρητήρια! Οι γέροι να τρεκλίζουν και τα παλιόπαιδα καβάλα. Δεν υπάρχει πλέον σεβασμός στον κόσμο!» Το μικρό αγόρι το άκουσε και έγινε κατακόκκινο σαν την παπαρούνα από την ντροπή του. Παρακάλεσε το γέρο να ανεβεί και εκείνος στο γαϊδούρι και έτσι καβάλα κι οι δυο συνέχισαν την πορεία.
Προτού φτάσουν στην πηγή να ξεδιψάσουν και να ποτίσουν το ζωντανό, τους συνάντησαν κάποιο καραβάνι. Αντί για χαιρετισμό από τους ανθρώπους του καραβανιού δέχτηκαν ομοβροντία επιπλήξεων: «Έχετε σκοπό να ξεκάμετε το ζωντανό; Μήπως θα θέλατε να το φορτώσετε και κανένα αγκωνάρι για να ξεμπερδεύει μια ώρα γρηγορότερα;» είπαν. Χωρίς να μιλήσουν, το παιδί και ο γέρος ξεκαβαλίκεψαν αμέσως και συνέχισαν την πορεία τους αμίλητοι.
Φτάνοντας στην άκρη της άλλης πόλης κουρασμένοι και κάθιδροι ακούνε κάποιον να περνά δίπλα τους ψιθυρίζοντας: «Με τέτοια ζέστη και πάνε με τα πόδια! Τι τον έχουν το γάιδαρο, μόνο για να τον ταΐζουν;». Ο γέρος και το αγόρι αλληλοκοιτάχτηκαν.
- Αγόρι μου, είπε ο γέρος, οργάνωσε τη ζωή σου όπως εσύ νομίζεις ότι είναι ο καλύτερος τρόπος, επιλέγοντας εκείνο που δεν θα βλάψει το συνάνθρωπό σου ή τουλάχιστον που θα προκαλέσει τη μικρότερη ζημιά σε όλους. Έχε υπόψη σου ότι με τον τρόπο που θα ενεργήσεις ποτέ δεν θα συμφωνήσουν οι πάντες. Κάποιοι θα σε αποδεχθούν και κάποιοι όχι. Πάντα όμως θα υπάρχουν εκείνοι που θα σε κριτικάρουν!!!
tampouloukia
Showing posts with label Γάιδαρος. Show all posts
Showing posts with label Γάιδαρος. Show all posts
Thursday, 23 January 2025
Saturday, 13 August 2022
Αίσωπος: Ὄνος καί Τέττιγξ - Ο γάιδαρος ὁ τζίτζικας
Ὀνος ἀκούσας φωνῆς τέττιγος ἡδέως αὐτῇ ἐπετέρπετο, καὶ τὸν τέττιγα ἐπηρώτα
λέγων:
«Τί ἄρα τρεφόμενος οὔτω γλυκεῖαν ἔχεις τὴν φωνήν;»
Ὁ δὲ τέττιξ τῷ ὄνῳ ἀντέφησεν:
«Ἡ ἐμὴ τροφὴ ἀήρ ἐστι καὶ δρόσος».
Ὁ δὲ ὄνος τούτου ἀκούσας τοῦ ρήματος ἐνόμισε μέθοδον εὑρηκέναι δι᾿ ἧς ὅμοιαν τῷ τέττιγι σχοίη φωνήν καὶ τὸ στόμα εὐθὺς ἀνοίξας πρὸς τὸν ἀέρα κεχήνωτο ὡς δεξόμενος δῆθεν δρόσον εἰς διατροφήν, ἕως οὗ τῷ λιμῷ διεφθάρη.
Οὗτος ὁ μὺθος δηλοὶ ὅτι οὐ δεῖ τινα τὰ φυσικὰ τοῖς παρὰ φύσιν ἐξομοιοὺν καὶ τοῖς ἀδυνάτοις ἀφρόνως ἐπιχειρεῖν.
Ὁ γάιδαρος ἄκουσε κάποτε τὸ τζίτζικα καὶ κατευχαριστήθηκε.
«Μὰ τί τρῶς κι ἔχεις τόσο γλυκιὰ φωνή;» τὸν ρώτησε.
«Ἀέρα καὶ δροσιά» ἀπάντησε ἐκεῖνος.
Τότε ὁ γάιδαρος νόμισε πὼς ἔμαθε τὸ μεγάλο μυστικὸ ποὺ κάνει τὶς ὄμορφες φωνές.
Ἄνοιξε λοιπὸν τὸ στόμα του, γιὰ νὰ χορτάσει τάχα μπόλικο ἀέρα καὶ δροσιά, κι ἔμεινε ἔτσι χάσκοντας, μέχρι ποὺ πέθανε ἀπὸ τὴν πείνα.
Ο μύθος λέει πὼς δὲν ἔχουμε, οὔτε πρέπει νὰ ἔχουμε, ὅλοι τὴν ἴδια φύση καὶ πὼς εἶναι καθαρὴ ἀπερισκεψία νὰ προσπαθοῦμε ἀφύσικα πράγματα.
«Τί ἄρα τρεφόμενος οὔτω γλυκεῖαν ἔχεις τὴν φωνήν;»
Ὁ δὲ τέττιξ τῷ ὄνῳ ἀντέφησεν:
«Ἡ ἐμὴ τροφὴ ἀήρ ἐστι καὶ δρόσος».
Ὁ δὲ ὄνος τούτου ἀκούσας τοῦ ρήματος ἐνόμισε μέθοδον εὑρηκέναι δι᾿ ἧς ὅμοιαν τῷ τέττιγι σχοίη φωνήν καὶ τὸ στόμα εὐθὺς ἀνοίξας πρὸς τὸν ἀέρα κεχήνωτο ὡς δεξόμενος δῆθεν δρόσον εἰς διατροφήν, ἕως οὗ τῷ λιμῷ διεφθάρη.
Οὗτος ὁ μὺθος δηλοὶ ὅτι οὐ δεῖ τινα τὰ φυσικὰ τοῖς παρὰ φύσιν ἐξομοιοὺν καὶ τοῖς ἀδυνάτοις ἀφρόνως ἐπιχειρεῖν.
______
Ὁ γάιδαρος ἄκουσε κάποτε τὸ τζίτζικα καὶ κατευχαριστήθηκε.
«Μὰ τί τρῶς κι ἔχεις τόσο γλυκιὰ φωνή;» τὸν ρώτησε.
«Ἀέρα καὶ δροσιά» ἀπάντησε ἐκεῖνος.
Τότε ὁ γάιδαρος νόμισε πὼς ἔμαθε τὸ μεγάλο μυστικὸ ποὺ κάνει τὶς ὄμορφες φωνές.
Ἄνοιξε λοιπὸν τὸ στόμα του, γιὰ νὰ χορτάσει τάχα μπόλικο ἀέρα καὶ δροσιά, κι ἔμεινε ἔτσι χάσκοντας, μέχρι ποὺ πέθανε ἀπὸ τὴν πείνα.
Ο μύθος λέει πὼς δὲν ἔχουμε, οὔτε πρέπει νὰ ἔχουμε, ὅλοι τὴν ἴδια φύση καὶ πὼς εἶναι καθαρὴ ἀπερισκεψία νὰ προσπαθοῦμε ἀφύσικα πράγματα.
agiazoni
One day as an Ass was walking in the pasture, he found some Grasshoppers chirping merrily in a grassy corner of the field.
He listened with a great deal of admiration to the song of the Grasshoppers. It was such a joyful song that his pleasure-loving heart was filled with a wish to sing as they did.
“What is it?” he asked very respectfully, “that has given you such beautiful voices? Is there any special food you eat, or is it some divine nectar that makes you sing so wonderfully?”
“Yes,” said the Grasshoppers, who were very fond of a joke; “it is the dew we drink! Try some and see.”
So thereafter the Ass would eat nothing and drink nothing but dew.
Naturally, the poor foolish Ass soon died.
Moral
The laws of nature are unchangeable.
fablesofaesop
Subscribe to:
Posts (Atom)



