Showing posts with label Θεοφάνεια. Show all posts
Showing posts with label Θεοφάνεια. Show all posts

Saturday, 6 January 2024

Η Βάπτιση του Χριστού (για παιδιά)

Τα Θεοφάνεια είναι µεγάλη ετήσια εορτή της ανάµνησης της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή.
Για πρώτη φορά, µετά τη φυγή των ανθρώπων
από τον Παράδεισο, ο Θεός φανερωνόταν ξανά σ’ αυτούς!

Εορτάζεται στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου (εορτών των Χριστουγέννων). Το όνοµα προκύπτει από την φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας που συνέβη σύμφωνα µε τρεις σχετικές ευαγγελικές περικοπές. Η εορτή των Θεοφανείων λέγεται επίσης και Επιφάνεια και Φώτα (ή Εορτή των Φώτων).

Η µεγάλη σημασία της εορτής φαίνεται από το πλήθος των εθίμων και των τοπικών παραδόσεων σε κάθε περιοχή της πατρίδας µας. Κοινή παντού είναι η συνήθεια της κατάδυσης του Τιµίου Σταυρού.

Το κείμενο από το βιβλίο: Η ζωή του Χριστού
Όταν ήρθε ο καιρός για να ξεκινήσει ο Χριστός µας το κοσμοσωτήριο έργο Του, ήταν τριάντα ετών.
Μέχρι τότε ο Ιησούς ζούσε µαζί µε τη µητέρα Του, και την οικογένεια του Ιωσήφ, «υποτασσόμενος σ’ αυτούς» όπως µας λέει η Αγία Γραφή.
Την εποχή εκείνη ο Ιωάννης κήρυττε τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού και διαλαλούσε πως είχε φτάσει ο αναμενόμενος Μεσσίας, ο οποίος θα έφερνε τη λύτρωση στους ανθρώπους. Πλήθη λαού συνέρρεαν κοντά του για να ακούσουν τη διδαχή του και µετανοηµένοι για τις αµαρτίες τους να βαπτιστούν στα νερά του Ιορδάνη ποταμού.
Μια µέρα λοιπόν µέσα στο πλήθος ξεχώρισε ο άγιος Βαπτιστής τον ίδιο τον Χριστό. Δεν Τον είχε δει ποτέ του έως τη στιγμή εκείνη, όμως ο Θεός πληροφόρησε την καρδιά του για το ποιος ήταν αυτός που ερχόταν να βαπτιστεί. Ο Ιωάννης µε δέος αντίκρισε Αυτόν που αιώνες τώρα περίµενε το ταλαιπωρημένο ανθρώπινο γένος κι όταν ο Χριστός έφτασε µπροστά του ζητώντας του να Τον βαπτίσει εκείνος αρνήθηκε: “Εγώ έχω ανάγκη να βαπτιστώ από σένα κι εσύ έρχεσαι σ’ εµένα”; “Ας τα αφήσουµε αυτά τώρα -του απάντησε ο Ιησούς- γιατί πρέπει να εκπληρώσουµε και οι δυο µας ακριβώς το σχέδιο του Θεού”.
Τα λόγια του Ιησού έκαμψαν την ευσεβή αντίσταση του Ιωάννη που τελικά βάπτισε τον ίδιο τον Κύριό του. Τότε άνοιξαν οι ουρανοί και το Άγιο Πνεύμα µε τη µορφή περιστεριού ήρθε και στάθηκε πάνω από το Χριστό. Αµέσως µια ουράνια φωνή ακούστηκε: «Αυτός είναι ο Υιός µου ο αγαπητός. Σ’ Αυτόν εγώ ευαρεστούμαι»
 Ήταν ο Θεός Πατέρας, ο οποίος θέλησε µε την ίδια Του τη φωνή να «συστήσει» τον Υιό Του σε όλη την ανθρωπότητα και να «κηρύξει» την έναρξη του λυτρωτικού έργου του Ιησού.
Ο Τριαδικός Θεός φανερώθηκε εκεί, στον ποταμό Ιορδάνη, και έγινε ξανά αντιληπτός από τις αισθήσεις των ανθρώπων. Ο Θεός Πατέρας ακούσθηκε µε τη φωνή Του, ο Θεός Υιός ήταν εκεί, µέσα στα αγιασμένα νερά του Ιορδάνη και ο Θεός Άγιο Πνεύμα επιβεβαίωνε µε την παρουσία Του την αλήθεια της ουράνιας φωνής. Για πρώτη φορά µετά τη φυγή των ανθρώπων από τον Παράδεισο, ο Θεός φανερωνόταν ξανά σ’ αυτούς!

περισσότερα στην πηγή: antexoume

Friday, 5 January 2024

Ὁ σημαδιακός (1889) «Ανάμνησις της εορτής των Φώτων» / Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης

    Από της σμικροτάτης νήσου Δασκαλειού ή από λέμβου εν τω λιμένι θεώμενός τις, τὴν ἑσπέραν τῆς 5 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 1867, θα έβλεπε ποικίλα φῶτα διασχίζοντα καθ᾿ όλας τας διευθύνσεις τας οδούς τῆς πολίχνης Σκιάθου.
    Δεν ήτο τίποτε έκτακτον. Ζεύγη παιδίων, μετά φανών καὶ δάδων, περιερχόμενα τας οἰκίας, την ἑσπέραν της παραμονής, έψαλλον τα Φώτα.
Wolfgang Suschitzky - Street on Skiathos, Greece, 1960
    Δυο μειράκια, πρωτεξάδελφοι εκ μητρός, ο Σωτήρος και ο Αλέκος, ανέβαινον το λιθόστρωτον της παραθαλάσσιας οδού, το υπερκείμενον αποτόμου κρημνώδους βράχου καὶ φέρον εις την άνω ενορίαν.
    Ο Σωτήρος ήτο δωδεκαετής, ὁ Αλέκος δεκαετής. Ο πρώτος έφερε το νησιώτικον ένδυμα, ο δεύτερος ήτο «φράγκος», δηλαδή εφόρει κακόζηλα στενὰ εξ εγχωρίου υφάσματος, καὶ κασκέτον. Ούτος εκράτει μόνον λεπτὴν ράβδον, ο δε Σωτήρος ήτο κάσσα, εκράτει δε και τον φανόν.
    Καθ᾿ όλον το έτος οι δυο εξάδελφοι ήσαν πάντοτε μαλωμένοι μεταξύ των. Τας παραμονάς των Χριστουγέννων όμως επήρχετο η συνδιαλλαγή, περιῆρχοντο κατὰ τας τρεις εορτάς «τας συγγενικὸς οικίας», ετραγώδουν τα συνήθη άσματα, εμάζευον ολίγα λεπτά, έκαμνον μερίδιον… και πάλιν μετά τα Φώτα ἐμάλωναν.
    Και την εσπέραν εκείνην είχον περιέλθει όλας τας «συγγενικάς οικίας», δηλ. τὸ ήμισυ της πολίχνης, ως τελευταίαν δε εκδρομήν επεφύλαττον πάντοτε την δια του ολισθηρού λιθοστρώτου άνοδον. Ήτο ήδη ογδόη ώρα της εσπέρας. Εκ της ανόδου εκείνης κατήρχοντο πάντοτε μὲ βαρύτερα τα θυλάκια. Διότι ο καπετάν-Θανασός, ο θείος των, ήτο μεν απαιτητικός, ιδιότροπος αλλὰ καὶ λίαν ελευθέριος.
    Ο καπετάν-Θανασός, εύπορος ναυτικός, πεντήκοντα καὶ πέντε ἐτῶν, απολαύων ήδη τα θέλγητρα της εστίας, παραχωρήσας την πλοιαρχίαν εις τους δυο πρεσβυτέρους υιούς του, κατώκει την μεγάλην σχετικώς οικίαν, μετ᾿ ευρυχώρου προαυλίου καὶ κήπου, εις ην έμελλον να εισέλθωσιν ήδη οι δυο νέοι.
    Μόλις απεῖχον δέκα βήματα της αυλείου θύρας, και σκιά τις προβαίνει εκ τίνος κόγχης της γείτονος οικίας, της συνεχομένης με το προαύλιον της οικίας του καπεταν-Θανασού.
    Μία χειρ ήρπασε τον Σωτήρον από του βραχίονος.
    – Τί θέλεις, μπάρμπα; έκραξεν έντρομος ο νέος. Τα λεπτά μας… πάρε τα…
    -Δὲν θέλω λεπτά, βρε ἄτιμε!… απήντησε βραχνὴ και λαρυγγώδης φωνή.
    Ο Αλέκος μετὰ της ράβδου του είχε τραπή, εννοεῖται, εις φυγήν.
    Αλλὰ μόλις απεμακρύνθη ολίγα βήματα, καὶ εστάθη ενδοιάζων αν έπρεπε να βάλη φωνὰς ή να λάβη μάλλον λίθους να ρίψη κατά του επιδρομέως.
    – Στοπ! μωρέ… τω εφώνει ο παράδοξος άνθρωπος, όταν είχε σταματήσει ήδη.
    – ΄Αφσε τον, μπάρμπα! τί σοῦ κάνει;… εφώνει μακρόθεν ο Αλέκος.
    Ο αλλόκοτος άνθρωπος εφόρει ιδιόρρυθμον όλως κόκκινον σαρίκιον περὶ την κεφαλήν, όπερ ετρόμαξε τους δυο νέους και δεν τον ανεγνώρισαν κατ᾿ αρχάς. Ούτω του κατέβη την εσπέραν εκείνην να φορέση το ζωνάρι του σαρίκι. Άλλοτε πάλιν είχεν άλλας ιδιοτροπίας. Εφόρει ταις κάλτσαις ως χειρόκτια.
    Εκ της φωνής όμως τον ανεγνώρισαν παρευθὺς και οι δυο. Ήτο « Ελόγου του».
    Τοιούτον έφερε σκωπτικὸν επίθετον ο εικοσαοκταετής νέος Μανουὴλ Προυσαλής, εθελόκομψος αντιπαθητικὸς εργολάβος, εις την μικράν εκείνην φιλοσκώμμονα κοινωνίαν, όπου πας άνθρωπος προς τω οικογενειακώ ονόματι, όπερ μόνον εις τους επισήμους καταλόγους της δημαρχίας απαντάται, προικίζεται τουλάχιστον με δυο ή τρία προσωνύμια.
 
    – Δεν θέλω τα λεπτά σου, βρε… επανέλαβεν Ελόγου του, στρίβων υπερηφάνως τον μικρὸν πυρρὸν μύστακά του… Μη φοβάσαι, άκουσε… να, τι θέλω.
    Και τω έτεινε μικρὸν επιστόλιον, εντός χρυσίζοντος διηνθισμένου φακέλλου.
    – Να το δώσης, επάνω που θα πας, είπε.
    – Τίνος να το δώσω;
    – Στο Μπραϊνάκι, βρε… δεν ξέρεις που μ᾿ αγαπάει;
    – Αλήθεια; είπε μετὰ προσποιητού θαυμασμού ο Αλέκος, όστις είχε πλησιάσει εν τω μεταξύ.
    – Σένα δεν σου μιλώ, είπεν αυστηρώς Ελόγου του.
    – Καλά, το δίνω, απήντησεν ο Σωτήρος ευχαριστημένος διότι θα εγλύτωνε.
    – Μα θέλω να μου φέρης καὶ σημάδι, προσέθηκεν Ελόγου του.
    – Τί σημάδι;
    – Αυτὴ ξέρει.
    Καὶ ἐπανέλαβε·
    -Το διαβάση δεν το διαβάση, θέλω να μου φέρης σημάδι απόψε.
    -Καλά.
    -Κρατώ αμανάτι το φέσι σου, και σε περιμένω εδώ τριγύρω. Ακοῦς;
    Και απέσπασεν αυθαιρέτως το φέσι από της κεφαλής του Σωτήρου.
    – Δός του το φέσι του! ανέκραξεν ὁ Ἀλέκος.
    – Σούτ, ἐσύ!…
    Ο Σωτήρος δεν παρεπονέθη τίποτε καὶ ένευσε προς τον σύντροφόν του να τον ακολουθήση έσω του προαυλίου.
 
    – Τώρα πως θα πάω απάνου χωρὶς φέσι; είπεν ο Σωτήρος εντὸς της αυλής.
    – Φορεί ὁ Σπύρος φέσι; παρετήρησεν ο Αλέκος.
    Ο Σπύρος ήτο συνηλικιώτης και αχώριστος φίλος του Σωτήρου, φιλομαθέστατος, ευφυής, πρωτόσχολος της εποχής του, όστις ηρέσκετο τότε να μη έχη άλλο κάλυμμα της κεφαλής ειμὴ την πλουσίαν λινόχρουν και φαιὰν κόμην του.
    Φευ! οι δυο εκεῖνοι συμμαθηταί, τους οποίους ουχὶ άνευ παιδικῆς κακεντρεχείας προσήγγιζεν ούτως ο Αλέκος, έμελλον μετά δεκαετίαν να κατέλθωσιν εκ Γερμανίας με υψηλούς πίλους και με ξένα έξοδα doctores philosophiae et omnium rerum… και ο πτωχός Αλέκος, όστις ούτε διδάσκαλος κατώρθωσε να γίνη, αν καὶ ενεγράφη ποτὲ εις την Φιλοσοφικὴν σχολήν, έμελλε να μείνη ξεσκούφωτος καὶ άσημος… συρράπτης ἐπιφυλλίδων!…
    – Ο Σπύρος, απήντησε ο Σωτήρος, δεν φορεί πάντοτε.
    – Και συ μη φορὴς μια φορά.
    Είτα ευθὺς τω ήλθεν άλλη ιδέα.
    – Στάσου, βάζω κι εγὼ το κασκέτο μου στην τσέπη, και παρουσιαζόμεθα και οι δυὸ ξεσκούφωτοι. 
    Και έκαμεν ως είπε.
    – Τώρα, θα το δώσης το ραβασάκι; ηρώτησε και πάλιν ο Αλέκος.
    – Αυτό δεν το κάνω εγὼ ποτέ, απήντησεν ο φρόνιμος Σωτήρος.
    – Αυτό ήθελα να σου πω κι ἐγὼ· για να διαβάσουμε τι γράφει μέσα.
    – Όχι δα… κι αυτὸ δεν πρέπει… είπεν ααστηρώς ο Σωτήρος.
    – Γιατί;
    – Και τί θα διαβάσης; Δὲν ξέρεις τί γράφει μέσα; Δὲν διάβασες ποτέ σου τὸν «Σκανδαλώδη Έρωτα» και την «Φιλομειδὴ Ἀφροδίτην»;
    -Ναι.
    – Εγὼ να σου πω τι θα γράψη. «Ψυχή μου, μάτια μου, καρδιά μου, συκώτι μου», και ύστερα θα έχη κάτι στίχους απὸ τα βιβλία που σου είπα: «Είσαι καρπός του Έρωτος, παιδὶ της Αφροδίτης», ή «Έχεις ανάστημα μικρόν, αλλὰ ψυχὴν μεγάλην, ως άρωμα πολύτιμον εις πάγχρυσον φιάλην», και ύστερα θα λέγη: «Απὸ τα μπεντένια πέφτω, πέφτω για να σκοτωθώ, κι η αγάπη μου φωνάζει, πιάστε τον, για το Θεό!». Αὐτὰ θὰ γράφη.
    Ο Σωτήρος εμνημόνευσεν ανωτέρω δυο συλλογάς του Γαλατᾶ, ἐξ ἐκείνων αίτινες τοιαύτα δίστιχα περιέχουν τω όντι, ων πολλά μεν κακόζηλα, πλείστα δε ανόητα καὶ όλα γελοῖα.
    Και όμως η περιέργεια του Αλέκου δεν ανεπαύετο.
 
    Παρά την εστίαν πατριαρχικώς καθήμενος ο μπαρμπα-Θανασός, έχων αντικρύ την πιστήν συμβίαν του, και περιστοιχούμενος υπό των τεσσάρων θυγατέρων του και των τεσσάρων νεωτέρων υιών του, διότι οι δυο πρεσβύτεροι έλειπον με το καράβι, ως ανωτέρω είπομεν, απήλαυε της μακάριας ηδονής του οίκου, ην μόνος ο επί μακρόν στερηθείς αυτης είναι δυνατόν να εκτιμήση.
    Ο καπεταν-Θανασὸς δεν είχε μετρίας απαιτήσεις. Ήθελε πλην του κοινού άσματος των Φώτων, εν δι? εαυτόν, εν δια την σύζυγόν του, εν δια το καράβι, ανά εν δια τους εξ υιούς του, ανά εν δια τας τρεις θυγατέρας του, και δυο δια την τρίτην κόρην του, τὸ Μπραϊνάκι, το όλον δεκαπέντε ᾄσματα.
    Ποῦ να τα ορμαθιάσουν τόσα οι δυο αυτοσχέδιοι μελωδοί;
    Εφέτος είχον αντλήσει εκ των ακένωτων πηγών της μνήμης της γηραιᾶς μάμμης, και κατώρθωσαν σχεδὸν να φθάσωσι τον αριθμόν.
    Είναι αληθές ότι ο καπετάν-Θανασὸς παρέτασσεν επί της εστίας τόσα εικοσιπενταράκια τούρκικα ή ἑλληνικὰ του Όθωνος, όσα ήταν και τα παρ᾿ αυτού απαιτούμενα άσματα, και έλεγεν: «Αυτὸ για μένα, αυτὸ για την καπετάνισσα, αυτὸ για το καράβι… αυτό για τον Κωνσταντή, για τον Γιάννη, για τον Παναγή, για το Βασίλη, για τον Ανδρέα, για τον Γιωργή… αυτὸ για την Φλωρού, για τη Σινιωρίτσα… αυτὰ τα δυο για το Μπραϊνάκι… κι αυτὸ για το Γηρακώ…»
    Η σύζυγος του καπεταν-Θανασού ερρέμβαζε παρά το πτερύγιον της εστίας. Οι λογισμοί της ίπταντο προς τους δυο υιούς της, οίτινες εταξίδευον εφέτος «χειμωνιάτικα». Όλα σχεδὸν τα πλοία ήσαν δεμένα, περιμένοντα τὴν αύριον «νὰ φωτισθοῦν τὰ νερά» και είτα ν?αποπλεύσωσι. Το ιδικόν των το πλοίον ήτο «πρωτοτάξιδο», είχε καθελκυσθῆ τον παρελθόντα Αύγουστον, τον Σεπτέμβριον είχεν εκπλεύσει, και φυσικώς δεν ηδύνατο να παραχειμάση εις τον λιμένα «πρώτη χρονιά».
    Αλλ᾿ εκεῖνο όπερ έφερεν εις τους οφθαλμούς της δάκρυα ήτο το εξής άσμα, οφειλόμενον εις την μνήμην της μάμμης, και όπερ ετραγούδησαν οι δυο νέοι:
 
        Κυρά μου, τα παιδάκια σου, κυρά μου, τ᾿ ακριβά σου,
        καράβι τριοκάταρτο στο πέλαγο αρμενίζουν 
        και με τ᾿ αφέντη την ευχή γρόσα πολλὰ θὰ φέρουν·
        κι ο κὺρ Βοριάς τα κύματα φυσάει και τα σπρώχνει.
        Σπρῶχνε, Βοριά, τα κύματα, να μόρθη το παιδί μου,
        τ? αγαπημένο μου πουλὶ καὶ τὸ ξεπεταρούδι,
        ανάθρεμμα της αγκαλιᾶς, της ξενητειᾶς λουλούδι!
 
    Ενθουσιών ο καπεταν-Θανασὸς ηγέρθη αυτομάτως και ελθών προσεκόλλησε σφάντζικον επὶ του μετώπου του Σωτήρου, μειδιώντος και ανεχομένου· το αυτὸ ηθέλησε να κάμη και εις τον Αλέκον, αλλ᾿ οὗτος φοβερῶς μορφάσας, απέστρεψε το πρόσωπον και είπε·
    – Δὲν είμ᾿ εγὼ βιολιτζής, μπάρμπα.
 
    Αφού εκαλονύκτισαν την οικογένειαν, το Μπραϊνάκι έλαβε λυχνίαν και ηθέλησε να προπέμψη μέχρι της αυλείου θύρας τους δυο εξαδέλφους της. Κατόπιν αυτῶν έτρεχεν καὶ η οκταέτις Γηρακώ.
    – Μη μας πας απ᾿ την έξω σκάλα, τη είπε τότε μυστηριωδώς ο Σωτήρος, μη μας πας απ᾿ τη μεγάλη πόρτα.
    –  Γιατί;
    – Άνοιξε την κλαβανὴ που σου λέγω.
    Είχον εξέλθει εις τον πρόδομον. Το Γηρακώ, εις εν νεύμα της αδελφής της, ήνοιξε την καταπακτήν και κατήλθον εις το ισόγειον.
    – Τί τρέχει; γιατί ἀλήθεια, είσαι χωρίς φέσι;…
    – Τ᾿ άφησα στὸ σπίτι.
    – Του επήραν το φέσι του! ανέκραξε μη κρατηθεὶς ο Αλέκος.
    Ο Σωτήρος συνωφρυώθη. 
    – Γηρακώ, είπε, ξέχασα να ρωτήσω τον πατέρα σου· σύρε μια στιγμή… να τον ρωτήσης τί ώρα συνεννοήθηκαν οι πίτροποι με τους παπᾶδες να σημάνουν τὸ πρωί.
    – Και τι ώρα θ᾿ απολύση η λειτουργία… και τι ώρα θα ψαλή ο αγιασμός… και τι ώρα θα ρίξουν το Σταυρὸ στη θάλασσα… είπεν ο Αλέκος.
    Όλα ταύτα τα «τί ὥρα» ήσαν τόσον δυσμήχανα δια την μικρὰν Γηρακώ, όσον καὶ τα δεκαπέντε άσματα δια τους δυο νέους.
    – Πώς να πω; πώς να πώ; ηρώτησε το Γηρακώ.
    – Τρέξε γλήγορα! επανέλαβε κτυπούσα δια του ποδὸς το έδαφος η αδελφή της.
    Η Γηρακὼ ανήλθε την κλίμακα.
    Το Μπραϊνάκι έμεινε μόνη με τους δυο νέους.
    Τὸ Μπραϊνάκι ήτο δεκατετραέτις κόρη, αρκετά ανεπτυγμένη ήδη το ανάστημα, ξανθή, ύπωχρος καὶ λεπτοφυής. Οἱ δυο μακροὶ πλόκαμοί της, κρεμάμενοι επὶ των νώτων, έφθανον κάτω της οσφύος. Εφόρει λευκοτάτην πάντοτε εσθήτα, μετά τοσαύτης ιδιορρύθμου χάριτος, ώστε δεν υπήρχε ναύτης επιστρέφων εκ μακρού ταξιδίου, όστις να μη της κάμη πατινάδα, και δεν υπήρχε μαθητής του ελληνικού σχολείου, όστις εν μέσω των τετραδίων και των βιβλίων του να μη αναπολή την εικόνα της.
    – Θα μου πης τί τρέχει; επανέλαβεν αύτη.
    – Να, μας ηύρεν Ελόγου του, είπεν ο Σωτήρος.
    – Ποιός; ο Διπλοκαημός;
    Διπλοκαημὸς ήτο το δεύτερον παρωνύμιον του Ελόγου του, όπερ τω είχον δώσει τα κοράσια, διότι αυτός πάντοτε ώρθριζε μέχρι του λυκαυγούς τραγουδών υπό τα παράθυρά των την γνωστήν επωδόν: «Ξύπνα, που δεν εχόρτασες  – διπλὸς καημός –  αχ! τον ύπνο να κοιμάσαι», καὶ είχε την καλωσύνην να τας εξυπνά αείποτε το πρωὶ δια της παραπλησίας με γκάϊδα φωνῆς του…
    – Και τι σας είπε; επανέλαβε το Μπραϊνάκι.
    Ο Σωτήρος διηγήθη εν ολίγοις την σκηνήν, εφυλάχθη μόνον να μη αναφέρῃ τι περὶ της ερωτικής επιστολῆς.
    – Μας είπεν ότι καίεται ο άνθρωπος για σένα.
    Εκάγχασαν και οι τρεις.
    – Και μας είπε να του στείλης και σημάδι, προσέθηκεν ο Σωτήρος.
    – Σημάδι; Γουού!
    Καὶ είτα ἐπανέλαβε:
    – Σημάδι έχει απ᾿ το θεό, καὶ σημαδιακὸς κι αταίριαστος είναι.
    Ηνίττετο τὴν βλάβην, ην είχεν εκ γενετής ο Ελόγου του εις τον αριστερὸν οφθαλμόν.
    Και πάλιν προσέθηκε με τόσην χάριν, ώστε δεν εφαίνετο καν το χυδαίον της εικόνος.
    – Δεν έχω δω το γάιδαρό μου να βγάλω καμπόσες τρίχες απ᾿ την ουρά του, να του στείλω σημάδι.
    – Εκείνος δεν χρειάζεται τρίχες, χρειάζεται τριχιές, είπεν ο Αλέκος, όστις θα είχεν ακούσει από πρεσβυτέρους το δημώδες τούτο λογοπαίγνιον.
    – Γι᾿ αυτό ήθελα να του στείλω τρίχες, για να κάμη τριχιές, απήντησε μεθ᾿ ετοιμότητος η παιδίσκη.
    – Μας είπεν πως τον αγαπάς, είπεν πάλιν ο Αλέκος.
    – Πα να χαθή! ο στερεμένος, ο λοχεμένος, ήρχισε να καταράται το Μπραϊνάκι εις το γυναικείον ιδίωμα. Κακὸ χρόν?νάχῃ, δυὸ ναν᾿ οι ώρες του!..
    Αποτεινομένη δε προς τον Σωτήρον ἠρώτησε·
    – Τώρα πώς θα πας, αρέ, στην εκκλησιά χωρὶς φέσι;
    – Στην εκκλησιά θα είναι χωρὶς φέσι, είπεν ο Αλέκος.
    – Να σου φέρω ένα παλιὸ του Παναγή, σου κάνει τάχα;
    Ο Σωτήρος απεποιήθη.
    Επέστρεψε τότε και το Γηρακώ. Κανεὶς δεν επρόσεξεν εις τας απαντήσεις, τας οποίας εκόμιζε.
    – Να σας βγάλω απ᾿τη μικρὴ πόρτα.
    Εξῆλθον δια του ισογείου αθορύβως, αφού το Μπραϊνάκι έσβεσε τον λύχνον, και ο Σωτήρος εκράτει τον φανὸν υπὸ το επανωφόρι του. Τούτο δια να είναι απαρατήρητος έξωθεν.
    Η νέα κόρη ήνοιξεν αψοφητὶ την μικράν θύραν της αυλῆς.
    – Ήσυχα κάμετε, να κοιτάξω, μην το πήρε πονηρὰ ο Διπλοκαημός και κάνει καρτέρι απὸ κάτω.
    Οι δυο δρομίσκοι έφερον τω όντι προς μικρὸν όχθον γης, κάτωθεν του οποίου εσχηματίζετο αποτόμως κατωφερής χείμαρρος. Περιπατών τις επί του μέρους εκείνου ηδύνατο να επιτηρή και τας δυο θύρας.
    – Να σας δώσω συνοδεία; είπε τὸ Μπραϊνάκι. Θέλετε ναρθούν μαζὺ και τ᾿ αδέρφια μου;
    – Δεν είν᾿ ανάγκη, είπεν ο Σωτήρος. Δεν πρέπει να γίνη λόγος στο σπίτι. Και ποιός τον φοβάται!
    Το Μπραϊνάκι προέβαλε την κεφαλήν δια της θύρας, μόλις διανοιγείσης.
    Πράγματι Ελόγου του το επῆρε πονηρά, καθὼς είπεν η νέα.
    Εσουλατσάριζεν Ελόγου του υπὸ τους τοίχους της παρακειμένης οἰκίας, επιβλέπων αμφοτέρας τας θύρας της αυλῆς.
    – Γηρακώ, είπε τότε το Μπραϊνάκι, πάρε το φανάρι, σήκωσε το ψηλά, να πας να χτυπήσης με βρόντο τη μεγάλη πόρτα, και να φωνάξης τρεις φορές: Καληνύχτα, καληνύχτα, καληνύχτα σας!
    Το Γηρακώ, χωρὶς να εννοή τίποτε, εξετέλεσε πιστώς την παντομίμαν και το λογύδριον.
    Ελόγου του εξαπατηθείς, έτρεξε προς την μεγάλην θύραν, βέβαιος περὶ του θηράματος.
    – Τώρα άμοιρος να γένης, αρέ! είπεν εις το γυναικείον ιδίωμα το Μπραϊνάκι.
    Οι δυο νέοι ετράπησαν δια της μικράς θύρας εις φυγήν, κερδίσαντες εκατὸν βήματα τουλάχιστον δια του στρατηγήματος τούτου, και έχοντες ασυγκρίτως ελαφρότερους τους πόδας από τον Ελόγου του.
 
    Την πρωίαν ο Αλέκος, όστις ήτο υπνοφάγος, αργά υπήγεν εις την εκκλησίαν, αλλ᾿ ο Σωτήρος, «της ευχής το παιδί», ως τον εκάλει η μήτηρ του, υπήγε, συγχρόνως μετά του νεωκόρου προ των ψαλτών και του καπεταν-Θανασοῦ, όστις ήτο ἐπίτροπος.
    Μετά την λειτουργίαν και τον αγιασμόν, η ιερὰ πομπὴ εξῆλθε προς την αποβάθραν, όπου έμελλε να τελεσθή η κατάδυσις του Τιμίου Σταυροῦ.
    Μέγα ενέπνεεν ενδιαφέρον η εορτὴ αύτη. Όχι τόσον δια το μεγαλείον της ιεράς πομπής, όχι τόσον δια το τις θ᾿ αναλάβη τον Σταυρὸν από του κύματος, όσον δια το… τις θ᾿ αρπάση τον Σταυρόν από των χειρών του πρώτου λαβόντος, διότι ούτος μεν απεκλείετο, εκείνος δε, ο ευτυχής, έμελλε ν᾿ αργυρολογήση και να μεθοκοπήση ἐπὶ δυὸ ἡμέρας.
    Δυο ήσαν οι ήρωες της ημέρας. Ο Φτίκας και ο Σοροκᾶς. Ούτοι διηγωνίζοντο κατ᾿ έτος περὶ του γέρατος.
    Και έφερον πασίδηλα τα ίχνη της μακροετούς ταύτης πάλης. Ο μεν Φτίκας είχεν επτά δακτύλους εις τας δυο χείρας του, ο δε Σοροκάς ένα οφθαλμόν ολιγώτερον των λοιπών ανθρώπων.
    Δωδεκάς λέμβων ίστατο πλησίον της αποβάθρας. Αύται περιείχον το πλήρωμα των δυο μπουλουκιών, διότι ο Φτίκας και ο Σοροκάς είχαν μπουλούκια, σχεδὸν πολεμάρχαι.
    Άλλαι πολυάριθμοι λέμβοι ίσταντο απωτέρω, φέρουσαι μόνον θεατάς. Και όλη η αποβάθρα, και όλη η παραθαλάσσιος αγορά, και όλοι οι εξώσται και τα παράθυρα πλήρη κόσμου. Ομιλούμεν σχετικώς, διότι η πολίχνη μας δεν έχει πλείονας ή τέσσαρας χιλιάδας κατοίκων.
    Ο Σωτήρος και ο Αλέκος ίσταντο πλησίον του εερέως κα εκοίταζον να ίδωσι που τον Ελόγου του.
 
    Ο Τίμιος Σταυρὸς έπεσε τέλος εις το κύμα και η μάχη ήρχισεν. Ευτυχώς υπήρξε σύντομος κατά το έτος τοῦτο.
    Ὁ μπουλουκτσής του Φτίκα, όστις ήρπασε πρώτος τον Σταυρόν, ευρίσκετο αρκετὰ πλησίον της λέμβου του, και είχεν αρκετὴν επιδεξιότητα, ώστε ουδεὶς των ανθρώπων του Σοροκά επρόφθανε να του κόψη τα δάκτυλα ή να του δοκιμάση τον γρόνθον, δια να του τον αποσπάση.
    Άμα πατήσας εις λέμβον, ευρίσκετο εις οὐδέτερον έδαφος ή μάλλον ευρίσκετο εις την οικίαν του και δεν επετρέπετο πλέον μάχη.
    Το μπουλούκι του Φτίκα ηλάλαξεν εν θριάμβω. Ήτο τέταρτον έτος τούτο, αφότου κατά σειράν ενίκα. Ο Φτίκας ήτο άνθρωπος ευτυχὴς την εμέραν εκείνην.
 
    Και όμως ήτο τις ευτυχέστερος του Φτίκα, επὶ δέκα λεπτά της ώρας τουλάχιστον. Ήτον Ελόγου του.
    Όταν επέστρεφεν εις τον ναόν η πομπή, ο Σωτήρος, όσον και αν εβάδιζε πλησίον του ιερέως, ευρέθη αντιμέτωπος του νυκτερινού επιδρομέως του.
    Ο Σωτήρος είχε σχεδιάσει να κλείση το επιστόλιον του Ελόγου του, το οποίον δεν κατεδέχθη ν᾿ ανοίξη, εις άλλον φάκελλον, να κάμη επιγραφὴν προς τον Διπλοκαημόν, διά λεπτής επιτηδευμένης γραφής, ήτις να φαίνεται ως γραφὴ κορασίου, να τον εξαπατήση δίδων αυτώ τον φάκελλον ως απάντησιν τάχα της νεαράς κόρης, και να λάβη οπίσω το φέσι του.
    Ταύτα εσκέπτετο να πράξη μετά το τέλος της ιεράς πομπής.
    Όταν όμως ευρέθησαν ήδη πλησίον αλλήλων, ο Αλέκος, όστις έβλεπε την τσέπην του μικρού μασσαλιωτικού επενδύτου του Ελόγου του κάπως φουσκωμένην, υπεψιθύρισε προς τον Σωτῆρον·
    – Στην τσέπη το έχει τὸ φέσι του.
    Ο Σωτήρος εσκέφθη ότι αυτὴ ήτο η καλλιτέρα ευκαιρία, καὶ ας έλειπεν ὁ δεύτερος φάκελλος, διότι εν μέσω τόσου κόσμου ο Διπλοκαημὸς δεν θα ήνοιγεν αμέσως τὸ γράμμα.
    Ελόγου του εκοίταζε προκλητικώς τον Σωτήρον. Εφαίνετο περιμένων ακόμη το σημάδι.
    Ο Σωτήρος εξήγαγε του κόλπου του το ερωτικόν επιστόλιον, το εδίπλωσε με τέχνην, με την επιγραφὴν έσωθεν, το εσκέπασε καλώς με την παλάμην καὶ είπε εις τον Ελόγου του·
    – Να, πάρε την απάντηση. Δόσ? μου τὸ φέσι μου.
    Ελόγου του ήρπασε το επιστόλιον, το ώθησεν αμέσως εις το θυλάκιον του περιστηθίου και τω έδωκε το φέσι.
    Καὶ ούτως έλαβεν εκάτερος το ίδιον εαυτού πράγμα. Ο Σωτήρος το φέσι του και ὁ Διπλοκαημὸς την επιστολήν του.
    Μετ᾿ ολίγας ημέρας, τώρα μετά την κατάδυσιν του Σταυρού, θ? απέπλεεν Ελόγου του και ο Σωτήρος δεν τον εφοβείτο πλέον.
 
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1982
Σελ. 103-113
 
Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Ο Σημαδιακός πρωτοδημοσιεύτηκε με τον υπότιτλο «Ανάμνησις της εορτής των Φώτων» στην εφημερίδα Εφημερίς της 6ης Ιανουαρίου 1889. Το διήγημα είναι βγαλμένο από τις παιδικές αναμνήσεις του συγγραφέα.
 

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 23 December 2023

Ακούστε τα κάλαντα από την ιδιαίτερη πατρίδα σας!!

Σαράντα οκτώ παραδοσιακά κάλαντα και τραγούδια
Διαβάστε τους στίχους και ακούστε ένα μουσικό δείγμα
ή και ολόκληρο το τραγούδι.
Περιέχονται στα cd:
και το LP Ελληνικά Κάλαντα (1974).
.
Των Χριστουγέννων
Άναρχος Θεός. Βυζαντινά κάλαντα από τα Κοτύωρα του Πόντου.
Δεν ακούς περιστερούδα μου. Τραγούδι Χριστουγέννων Θράκης.
Η μέρα η σημερινή. Χριστουγεννιάτικη μαντινάδα Κρήτης.
Kι τι τραγούδι νά ’βρουμι. Ευχές και παινέματα. Θράκης.
Καλήν εσπέραν άρχοντες. Από την Ιερισσό Χαλκιδικής.
Καλήν ημέραν άρχοντες. Από το Πουρί Πηλίου.
Καλώς τα τα Χριστούγεννα. Από τους Φούρνους Ικαρίας.
Κόλιαντα μπάμπω, κόλιαντα. Από την Κοζάνη.
Κόλιντα τσέλιγκα. Από το Μέτσοβο.
Πιδιά μ’ ήρθαν τα κόλιαντα. Από τη Σιάτιστα.
'Πόψα Χριστός γεννήθηκε. Μακεδονίας.
Χριστός γεννάται σήμερο. Κρήτης.
Χριστός γιννιέται, χαρά στουν κόσμου. Θράκης.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα. Από τη Σκιάθο.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα. Από την Αστυπάλαια.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα. Από την Ήπειρο.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα. Από τον Μαρμαρά Προποντίδας.
Χριστούγεννα Πρωτούγεννα. Πελοποννήσου.

Της Πρωτοχρονιάς

Άγιος Βασίλης έρκεται
. Από τους Φούρνους Ικαρίας.
Άγιος Βασίλης έρχεται
. Από τη Γιάλοβα Προποντίδας.
Άνοιξε πόρτα μ’ άνοιξε
. Από το Βιλοσσό Χίου.
Ανοίξετε την πόρτα σας
. Κρήτης.
Aρχιμηνιά, κερά, κι αρχιχρονιά. Μικράς Ασίας.
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
. Από την Απείρανθο Νάξου.
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά. Από τον Άγιο Γεώργιο Κρήτης.
Αρχιμηνιά Πρωτοχρονιά
. Ηπείρου.
Άρχιν, άρχιν τα κάλαντα
. Από τα Φλογητά Καππαδοκίας.
Άστρον ανεφάνεις Βασίλειε
. Από τα Φάρασα Καππαδοκίας.
Βασίλης βόσκει πρόβατα
. Απο το Μελί Μικράς Ασίας.
Εις αυτό το νέον έτος
. Μικράς Ασίας.
Π' αυγινικό κι αν βγήκαμι
. Θράκης.
Πάλιν ακούσετ' άρχοντες
. Από την Αστυπάλαια.
Σούρβα σούρβα
. Θράκης.

Των Φώτων

Ας τονε καλαντρίσομε
. Από το Καρλόβασι Σάμου.
Ας τονε καλαντρίσουμε
. Κάλαντα των μπεκρήδων Καρλόβασι
Αύριο είναι τω Φωτώ
. Κρήτης.
Αύριο ’ν’ τα Θεοφάνεια
. Από το Πουρί Πηλίου.
Αύριον είναι τω Φωτώ. Από την Αστυπάλαια.
Ήρθανε τα Φώτα
. Ηπείρου.
Ήρθανε τα Φώτα και τα Φωτερά
. Από την Μάνη Πελοποννήσου.
Καλημέρα πάντες, ω αδελφοί . Από την Πάτμο.
Παρακαλώ σας δώστε μι. Από το Πουρί Πηλίου.
Σήκω κερά μου κι άλλαξι
. Από την Λήμνο.
Σήμερα είναι των Φωτών
. Από την Αστυπάλαια.
Σήμερα είναι των Φωτών
. Από το Μελί Μικράς Ασίας.
Σήμερα είν’ τα Φώτα
. Μικράς Ασίας.
Σήμερα τα Φώτα και οι φωτισμοί
. Από τους Φούρνους Ικαρίας.
Σήμιρα τα Φώτα κι φουτισμός
. Θράκης.

πηγή:
domnasamiou
τα βρήκαμε εδώ: theologosgr

Wednesday, 22 March 2023

Παγκόσμια Ημέρα Νερού: «Εγκώμιον νερού»

Η επιστήμη ανέδειξε τη σπουδαιότητά του, ο άνθρωπος όμως διαπίστωσε βιωματικά την σημασία του και το έκανε μέρος της πίστης και της λατρείας του. 
Το «νεαρόν ύδωρ», το τρεχούμενο καθαρό νερό δηλαδή, καθιέρωσε την ονομασία του ως «νερό» κατά τους βυζαντινούς χρόνους απέναντι στο αρχαιοελληνικό «ύδωρ».
    Όμως, πριν ακόμα και από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ο άνθρωπος αναγνώρισε τη θεμελιώδη σημαντικότητά του για τον αέναο κύκλο της ζωής, έναν κύκλο σαν κι αυτόν που ακολουθεί το ίδιο το νερό στη φύση. Την εξάτμισή του δηλαδή και ακολούθως τη συμπύκνωσή του, τη μεταφορά της υγρασίας και τέλος την επιστροφή του σαν βροχή, χαλάζι ή χιόνι.

    Το νερό χρησιμοποιήθηκε ουσιαστικά και συμβολικά για τον καθαρισμό. Του σώματος από την καθημερινή εργασία, της ψυχής από όσα τη βασανίζουν και τελικά από όλα όσα θέλει να απαλλαγεί, για όσα θέλει να ξαναγεννήσει. Αναζητώντας οι πρόγονοί μας την αναγέννηση των Θεαινών κατά την αρχαιότητα, βάπτιζαν τα αγάλματά τους μέσα στο νερό. Συμβολίζοντας την άμεση σχέση νερού, γονιμοποίησης και γέννησης, η θεά Αφροδίτη σύμφωνα με τη μυθολογία αναδύθηκε από τα κύματα. Πανίσχυρος στο δωδεκάθεο ήταν και ο Ποσειδώνας, ενώ η επιστροφή του θεού Απόλλωνα από τη «χώρα των υπερβορείων», όπου ο ήλιος έλαμπε καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, γιορτάζονταν με λαμπρότητα. Αυτή τη γιορτή την αποκαλούσαν Θεοφάνεια.

    Με την επικράτηση του χριστιανισμού, διαιωνίζονται αρχαία ελληνικά έθιμα μέσα από την νέα θρησκεία. Ο αγιασμός έχει την έννοια του καθαρμού και εξαγνισμού του ανθρώπου από τις αμαρτίες του και, ακόμα, την απαλλαγή από την επήρεια των κακών δαιμονίων. Με τα Θεοφάνεια, ή Φώτα ή Επιφάνεια, γιορτάζεται η βάπτιση του Ιησού Χριστού από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο τον Βαπτιστή. Ο ιερέας γυρίζει σε όλα τα σπίτια και αγιάζει, ραντίζοντας με αγιασμό, ανθρώπους, ζώα και γεννήματα.

    Στον πολιτισμό μας, πλήθος εθίμων και εκδηλώσεων συνδέονται με τις ημέρες των Θεοφανείων και καταγράφονται σε κάθε τόπο όπου έζησε και δημιούργησε ο λαός μας. Η εμβάπτιση του σταυρού στα ύδατα (θάλασσα, λίμνη ή πηγή) και η ανάσυρσή του από γενναίους κολυμβητές, είναι το βασικό τελετουργικό δρώμενο των Φώτων. Πασίγνωστο είναι και το έθιμο των Μωμόγερων που, φερμένο από τον Πόντο, ζωντανεύει εκεί όπου ζει σήμερα το ποντιακό στοιχείο. Πρόκειται για ένα αδρό, πανάρχαιο δρώμενο, το οποίο εξελίσσεται κατά το δωδεκαήμερο των γιορτών (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Θεοφάνεια) και προέρχεται από τις λέξεις μίμος και γέρος. Σε αυτό παρουσιάζεται η αναγέννηση της φύσης και η προσμονή για την επερχόμενη άνοιξη με διάθεση σατιρική. Από το 2016, με πρόταση του υπουργείου Πολιτισμού, η Διακυβερνητική Επιτροπή για τη Διαφύλαξη της Άυλης Πολιτιστικής κληρονομιάς ενέγραψε τους Μωμόγερους στον σχετικό κατάλογο της UNESCO.

    Να αναφέρουμε και τα (ρωμαϊκής προέλευσης) Ραγκουτσάρια της Καστοριάς, όπου μασκαρεμένοι γλεντοκόποι τριγυρνούν στους δρόμους της πόλης χορεύοντας και τραγουδώντας άσεμνα άσματα με σκωπτική και παιγνιώδη διάθεση. 
Ανήμερα των Θεοφανείων ακόμα έχουμε στη Μακεδονία τους κουδουνοφόρους Αράπηδες που μαζί με τους τσολιάδες, τη νύφη, τον παππού και την μπάμπω ξεχύνονται στους δρόμους δημιουργώντας ιλαρή ατμόσφαιρα. 
Στην Καλή Βρύση Δράμας συναντάμε τα Μπαμπούγερα. Με ρίζες στη λατρεία του θεού Διονύσου (το 1996 βρέθηκε ιερό του Διονύσου 2 χιλιόμετρα έξω από το χωριό), ξεχύνονται στους δρόμους μετά τον αγιασμό των υδάτων οι μεταμφιεσμένοι συμμετέχοντες, με τραγούδια, φωνές και ήχους από τα μεγάλα κουδούνια που έχουν δεμένα πάνω τους.

    Στη Γαλάτιστα Χαλκιδικής υπάρχει το έθιμο της Καμήλας. Έξι άνδρες, κρυμμένοι κάτω από το ομοίωμα μιας καμήλας, χορεύουν και τραγουδούν υπό τους ήχους κουδουνιών. Μένοντας στη Χαλκιδική και στο Παλαιόκαστρο και στον Άγιο Πρόδρομο, συναντάμε αντίστοιχα τους «φωταράδες» και τους «φούταρους». Αμφότεροι αγωνίζονται για την αρπαγή λουκάνικων και κρέατος στα σπίτια που επισκέπτονται.

    Οι ημέρες αυτές έχουν και τα δικά τους εδέσματα. Στο νησί της Κω, οι κάτοικοι της Αντιμάχειας, της Καρδάμενας και της Κεφάλου ετοιμάζουν τις «μαρμαρίτες». Τηγανίτες δηλαδή, που ψήνονται πάνω στο μάρμαρο. Είναι το γλύκισμα της παραμονής των Φώτων, που τρώγεται βουτηγμένο στο μέλι ή το πετιμέζι. Γενικά, την ημέρα των Φώτων είθισται να κυριαρχεί στο γιορτινό τραπέζι το ψάρι, αλλά όχι εντελώς νηστίσιμο. Χρησιμοποιείται και λάδι. Στην Κεφαλλονιά αυτή την ημέρα έχουν την τιμητική τους τα «τσιγαρίδια». Πρόκειται για μια ποικιλία χορταρικών (πράσα, καυκαλίθρες, ζωχοί, λάπατα κ.λπ.), μαζί με ντομάτες, κρεμμύδι, σκόρδο και ρύζι που «καθαρίζουν» τον οργανισμό από τα λιπαρά φαγητά του δωδεκαήμερου.

    Να λοιπόν που το νερό, εκτός των άλλων, δημιουργεί και ένα σημαντικό φορτίο πολιτισμού, θεραπεύοντας ανάγκες πίστης, ανάγκες ψυχής, ανάγκες σωματικές και κοινωνικές, συντροφεύοντας τις ημέρες του χειμωνιάτικου γιορταστικού δωδεκαήμερου.

Πάνος Σκουρολιάκος
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki