Μη με μαλώνεις μάνα μου και μη με κακοπαίρνεις θα φύγω μάνα μ' και θα κλαις
αχ, θα φύγω μάνα μ' και θα κλαις πικρά θα μετανοιώνεις
αχ, θα κάμεις χρόνους να με δεις χρόνους να μ'ανταμώσεις θα 'ρχουνται μάνα μου οι γιορτές κι οι μεγαλοβδομάδες και θα'μαι εγώ στην ξενιτιά Σαν εκκλησιά στην έρημο που δεν τη λειτουργούνε μοιάζει κι εκείνος που αγαπά και δεν τον αγαπούνε
Στο τέλος ο δάσκαλος της είπε: Τον είπες πολύ καλά. Γιατί κλαίς; Που να καταλάβει...!!! ----------------------- Η οικονομική κρίση την ανάγκασε να ξενιτευτεί. Ο σύζυγός της
βρήκε δουλειά στη Γερμανία και εκείνη τον ακολούθησε. Η Βέτα Σφακιωτάκη
πέταξε από τη Θεσσαλονίκη στο Κελσενκίρχεν του Ντίσελντορφ για μια
καλύτερη ζωή.
Όπως χιλιάδες Έλληνες έτσι κι αυτή βρέθηκε πριν από δεκαέξι μήνες στη Γερμανία χωρίς να γνωρίζει τη γλώσσα. Προκειμένου
να βρει δουλειά γράφτηκε σε γερμανικό σχολείο. Μεταξύ άλλων μαθημάτων
στο σχολείο ενηλίκων η Βέτα διδάσκεται και το μάθημα της Πολιτικής.
Ο
δάσκαλος του τμήματος στο τελευταίο μάθημα ρώτησε τους μαθητές του αν
γνωρίζουν τον εθνικό ύμνο της χώρας τους και τους προέτρεψε να τον
ψάλλουν. Κάποιοι είπαν ότι δεν τον γνωρίζουν ενώ άλλοι σιώπησαν. Η Βέτα
Σφακιωτάκη χωρίς δεύτερη σκέψη σηκώθηκε από τη θέση της και με το χέρι
στην καρδιά έψαλλε τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας.
«Κάποιοι
ντράπηκαν και κάποιοι είπαν δεν το ξέρω! Εγώ όμως είμαι Ελληνίδα!»
σχολίασε στο facebook η κυρία Σφακιωτάκη δημοσιεύοντας το βίντεο που
τράβηξε συμμαθητής της με το κινητό του.
Ναι, ναι μπαμπά… μόνος σου θα το ξεστολίσεις το δέντρο, θα έχω φύγει «στα εξωτερικά»..
Πρακτικά θα το πάρουμε. Επιτρεπόμενη βαλίτσα, μια. Χώρες transit 3. Βαθμοί Κελσίου 10, το πολύ. Προορισμός η φαμίλια, μια και απαράλλαχτη και ευτυχώς μεγάλη.
Έβαλα και ξυπνητήρι να μου θυμίσει ότι είναι Χριστούγεννα, μην το ξεχάσω.
Δεν πάμε σπίτι -σπίτι μας είναι πια οι «Γαλλίες» που λέει και η γιαγιά μου- ας πούμε ότι πάμε διακοπές «εκεί που μεγαλώσαμε». Ώρα για ρακόμελα και πέρα δώθε με τον ηλεκτρικό. Ανυπομονησία φίλε μου. Και πέρυσι φάγαμε μελομακάρονα, από πακέτο όμως που έφτασε με «ειδική πτήση» (καλά θα ήταν… ήρθε μετά από τα Χριστούγεννα αλλά δεν το λέμε για να μη πληγωθεί ο αποστολέας) τιγκα στις ευχές και στη γωνία τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο ένα ρόδι, «για το καλό». Το πατήσαμε, παράπονο δεν έχω, στην πόρτα της φοιτητικής εστίας. Κάτι σαν να έλειπε όμως, κάπως το κοίταζα μετά το ρόδι, κάπως σαν να μου έλειπαν τα σπρωξίματα στη πόρτα για το ποίος θα μπει «με το δεξί». Μπήκα με το αριστερό από αντίδραση.
Ναι, φέτος θα έρθω μπαμπά για τις γιορτές. Ζέστανε μου τον καναπέ… Ποιος ξέρει αν θα έχει δέντρο στο Σύνταγμα φέτος. Την Ακρόπολη θέλω να δω εγώ. Έχουμε και εδώ λαμπιόνια. Κουραμπιέδες δεν έχουμε. Άντε να ξεσηκώνεις πάλι συνταγές να εντυπωσιάσεις το συγγενολόι και να μένουν για την υπόλοιπη βδομάδα. Ανυπομονησία φίλε μου. Πέρυσι έφαγα σε φαστφουντάδικο. Άτιμες εκείνες οι πατάτες οι τηγανητές, ακόμα το θυμάμαι. Μα πώς το έκανα εγώ αυτό; Έβαλα και ξυπνητήρι να μου θυμίσει ότι είναι Χριστούγεννα, μην το ξεχάσω. Φέτος το δέντρο θα το βάλουμε στη γωνία, στο μπαλκόνι. Να βλέπει η γειτονιά να καμαρώνει. Απροετοίμαστοι να πάμε, χωρίς τρίγωνο και κουμπαρά! Τρίγωνο θα βρω εκεί, δανεικό από τα ανιψιά και θα βγω στη γύρα. Ξέχασα καμιά δεκαριά στίχους από τα κάλαντα, αλλά δεν πειράζει. Εγώ θα τα λέω δωρεάν έτσι και αλλιώς, να μου φύγει ο σεβντάς! Που πέρυσι τα έβαλα δυνατά και μου χτύπησε ενοχλημένη η συμπαθέστατη γειτόνισσα. Μα σε ώρα κοινής ησυχίας, πού πας καημένη επαρχιώτισσα; Έτοιμοι λοιπόν. Κανένα καλό τζιν για τη λειτουργία να πάρω, δεν αντέχω τις φωνές. Και τα δώρα, τόσες ώρες διάλεγα. Έτοιμη η βαλίτσα. Ανυπομονησία φίλε μου. Τώρα που το σκέφτομαι, ένα πράμα δε μπορώ μονάχα. Κείνο το χέρι μωρέ μάνα, μη μου το κρατάς όταν αλλάζει ο χρόνος. Δε ξέρω πως το κάνεις αλλά πάντα το ξετρυπώνεις και μου το σφίγγεις. Πέρυσι, πρωτοχρονιά κράταγα αναψυκτικό, ήταν που έκανα δίαιτα ίσως… και κάπως το κοίταζα το κουτάκι και το έσφιγγα. Ήταν που είχε και πολύ κόσμο τριγύρω ίσως. Τι να πεις....
Γράμμα δεν έστειλα στον Αι-Βασίλη. Του έστειλα όμως χαιρετίσματα από που θα περνάει η πτήση μου, μη τυχόν και τον ρουφήξει και γυρίσουμε πίσω άρον άρον! Το νου σου άγιε-Βασίλη, με περιμένουν πόσα ζευγάρια μάτια, «να μας χτυπήσεις τηλέφωνο όταν φτάσεις, μη χαθούμε!». Αμάν αυτές οι γιορτές, πότε ήρθαν και μετράμε κρεμασμένους αγιο – Βασιληδες στα μπαλκόνια, πότε θα φύγουν, ούτε που θα το καταλάβουμε… Ναι, ναι μπαμπά… μόνος σου θα το ξεστολίσεις το δέντρο, θα έχω φύγει «στα εξωτερικά».
Γεωργουσόπουλος: «Είμαστε ένας τόπος ξένων και αυτό το λέω για τα καθάρματα που φέρονται
έτσι τώρα στους μετανάστες στη χώρα μας.»
Πουλάκι ξένο ξενιτεμένο πουλί χαμένο που να σταθώ Πού ν’ ακουμπήσω να ξενυχτήσω να ξενυχτήσω να μη χαθώ
Γεωργουσόπουλος,
μετά από ένα τραγούδι της Καραθανάση στην εκπομπή (9-2-2013) του
Παπαδοπουλου στη ΝΕΤ: «Σε αυτόν τον τόπο τα τραγούδια της ξενιτιάς
είναι πιο πολλά από τα τραγούδια του έρωτα, του πόνου, της αγάπης.
Είμαστε ένας τόπος ξένων και αυτό το λέω για τα καθάρματα που φέρονται
έτσι τώρα στους μετανάστες στη χώρα μας.»
Ξένος εδώ, ξένος εκεί, όπου και αν πάγω ξένος αν πάγω και στη μάνα μου, παραβαρώ ο καημένος θα πάρω έναν ανήφορο, να βγω σε κορφοβούνι αχ, να βρω κλαράκι φουντωτό και ριζιμιό λιθάρι (να βρω και μια κρυόβρυση, στον ίσκιο της να κάτσω αχ, να πω τα μαύρα ντέρτια μου και τα παράπονά μου Τραγούδια αν έχει η μαύρη γης κι ο τάφος χαμογέλια
έχει και μένα η καρδιά, που βρίσκομαι στα ξένα).
Παραδοσιακό Μακεδονικό τραγούδι της ξενιτειάς, ερμηνευμένο από την
εξαιρετική τραγουδίστρια Ξανθίππη Καραθανάση, το “αηδόνι της
Μακεδονίας”, όπως την αναφέρουν χαρακτηριστικά. Το τραγούδι είναι “της
τάβλας”, δηλ. σε ελεύθερο ρυθμό (δεν χορεύεται) και η καταγωγή του είναι
από την Ανατολική Μακεδονία (ευρύτερη
περιοχή Σερρών, Καβάλας και Θεσσαλονίκης-Χαλκιδικής). Όπως η ίδια η
Ξανθίππη ανέφερε στην εμφάνισή της σε τηλεοπτική εκπομπή, το τραγούδι
αυτό έχει ιστορία τουλάχιστον 300 χρόνων και προφανώς αναφέρεται κυρίως
στη μετανάστευση στις Βαλκανικές χώρες, όσο και στους πρώτους μετανάστες
στην Δυτική Ευρώπη και την Αμερική. entopios.gr Και τώρα ακούστε παρακαλώ το γνωστό τσάμικο, σε μια εκπληκτική εκτέλεση και κλάψτε για όλους τους ξένους. Ξένους στον τόπο τους ή στην ξενιτειά, Έλληνες και μη.
Πουλάκι ξένο ξενιτεμένο πουλί χαμένο που να σταθώ Πού ν’ ακουμπήσω να ξενυχτήσω να ξενυχτήσω να μη χαθώ Βραδιάζει η μέρα σκοτάδι πέφτει και δίχως ταίρι που να σταθώ Που να φωλιάσω σε ξένο δάσος σε ξένο δάσος να μη χαθώ
Που να φωλιάσω σε ξένο δάσος σε ξένο δάσος να μη χαθώ
Γυρίζω να βρω που να καθίσω να ξενυχτήσω το μοναχό Κάθε κλαράκι βαστάει πουλάκι βαστάει πουλάκι ζευγαρωτό