Showing posts with label Πηνελόπη Δέλτα. Show all posts
Showing posts with label Πηνελόπη Δέλτα. Show all posts

Wednesday, 26 August 2020

Τα παιδικά μυθιστορήματα της Πηνελόπης Δέλτα

Γεννημένη το 1874 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, η Πηνελόπη Δέλτα, το τρίτο παιδί του μεγαλέμπορου Εμμανουήλ Μπενάκη, γαλουχήθηκε σε ένα πλούσιο αστικό περιβάλλον που της προσέφερε κάθε ευκαιρία για πνευματική ανέλιξη. Έτσι, αναδείχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες γυναικείες μορφές των ελληνικών γραμμάτων. Κατά την περίοδο της εφηβείας της, διδάσκεται στο σπίτι εγκύκλια μαθήματα, ξένες γλώσσες κι ελληνικά, γεγονός που θα στρέψει αργότερα το ενδιαφέρον της στην αναμόρφωση των παιδαγωγικών όρων.
 
Σε ηλικία 21 ετών, μετά από σύσταση του θείου της, αλλά άρνηση δική της, η συγγραφέας παντρεύεται τον Φαναριώτη Στέφανο Δέλτα, ένθερμο δημοτικιστή, μέσω του οποίου έρχεται σε μία πρώτη επαφή με τον κύκλο των εκπροσώπων του δημοτικισμού της περιόδου. Κατά τη διάρκεια του γάμου της, αποκτά τρεις κόρες ενώ παράλληλα αναπτύσσει μία σειρά αλληλογραφίας με τους υποστηρικτές της δημοτικής γλώσσας, η οποία όμως διακόπτεται με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου.
Με την επιστροφή της στην Αλεξάνδρεια το 1905, γνωρίζει τον τότε υποπρόξενο της Ελλάδας στην περιοχή, Ίωνα Δραγούμη. Είναι γνωστό πως ανάμεσά τους αναπτύχθηκε ένας φλεγόμενος αλλά πλατωνικός έρωτας, που όμως έριξε αυλαία με τη γνωριμία του Δραγούμη με τη Μαρίκα Κοτοπούλη. Άλλωστε, η υπεράσπιση της σχέσης τους θα τους έφερνε αντιμέτωπους με τις κοινωνικές επιταγές της εποχής.

Κατά την πορεία της, εκφράζει τις πολιτικές της ανησυχίες εναποθέτοντας τις ελπίδες της για την πατρίδα στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ταυτόχρονα, παρέχει βοήθεια, διαθέτοντας μεγάλα χρηματικά ποσά για την περίθαλψη των τραυματιών και για την παλιννόστηση και την αποκατάσταση των ελληνικών πληθυσμών της Βουλγαρίας, αλλά και της Μικράς Ασίας. Η είδηση όμως του θανάτου του Βενιζέλου σε συνδυασμό με τη γερμανική εισβολή στην Αθήνα, θα κλονίσει την ήδη ευαίσθητη υγεία της, με συνέπεια το 1941 να καταλήξει έχοντας πάρει δηλητήριο. Ο τάφος της στον κήπο του σπιτιού της χαράζεται από τη λέξη «ΣΙΩΠΗ».

Πέρα από την ισχυρή παρουσία στις πολιτικές εξελίξεις, η Πηνελόπη Δέλτα στο ημερολόγιό της καταγράφει τις αναμνήσεις των παιδικών και νεανικών της χρόνων, που μπορεί να θεωρηθεί ως ένα πρώιμο δείγμα της ενασχόλησής της με την παιδική λογοτεχνία. Εκτός από το ενδιαφέρον της για τη βυζαντινή εποχή που αποτυπώνεται στο έργο της Για την Πατρίδα, στη συνέχεια η λογοτεχνική της παραγωγή απευθύνεται όχι μόνο σε ενήλικες αλλά και σε παιδιά. Μεταξύ των πολύ γνωστών παιδικών μυθιστορημάτων της συμπεριλαμβάνονται το Παραμύθι χωρίς όνομα, ο Μάγκας, ο Τρελαντώνης και Παραμύθια και άλλα.
Συγκεκριμένα, το δεύτερο κατά σειρά μυθιστόρημά της Παραμύθι χωρίς όνομα, αποτελεί ένα αλληγορικό αφήγημα. Η φανταστική ιστορία εξελίσσεται στη «Χώρα των Μοιρολάτρων», όπου ο βασιλιάς Αστόχαστος δεν έχει μεριμνήσει για τη σταθερότητα της πολιτείας του, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί η ανομία. Εν αγνοία του, ο πλούτος του βασιλείου έχει κλαπεί από τον αυλικό περίγυρο. Οι άνθρωποι αδυνατούν να επιβιώσουν, εγκαταλείποντας το κράτος τους, που πλέον συντηρείται με τις οικονομικές παροχές των γειτονικών βασιλείων. Παρ’ όλα αυτά, ο πρίγκιπας Συνετός, απογοητευμένος από τα γεγονότα, μετά από τις νουθεσίες της κυρά-Φρόνησης, αποφασίζει να αναλάβει την αναδιοργάνωση του κράτους. Συγκρούεται με τους αξιωματούχους που επωφελούνταν από την προηγούμενη κατάσταση και τελικά ενώνεται με τον λαό, ώστε να εξοντώσει τους αντιπάλους.

Εμπνευσμένο από το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί, το αφήγημα έρχεται σε άμεση συνάρτηση με την ολιγαρχία, που θεωρείται από τον Πλάτωνα ως φαύλη πολιτεία, επειδή οι κηφήνες χαρακτηρίζονται από απληστία και αδιαφορία για την τιμή της πατρίδας. Υπό αυτό το πρίσμα, το έργο αντανακλά ορισμένα στοιχεία από τον κόσμο των ενηλίκων, που όμως γίνονται κατανοητά στα παιδικά μυαλά μέσα από τα ονόματα των χαρακτήρων που προσδιορίζουν με σαφήνεια τις πράξεις και τον σκοπό του κάθε προσώπου στο παραμύθι. Έτσι, αρετές όπως η αφοσίωση του ηγεμόνα ή η σωφροσύνη ενός αγαθού πολίτη μεταφέρονται ως διδακτικό μήνυμα στους αναγνώστες.

Από την άλλη πλευρά, ο Τρελαντώνης έχει ως σκοπό του να μας θυμίσει την ξεγνοιασιά των παιδικών και εφηβικών χρόνων μέσα από τις σκανταλιές που φαίνονται διασκεδαστικές στα μάτια των άλλων παιδιών, αλλά άξιες τιμωρίας για τον θείο του που τους φιλοξενεί στις καλοκαιρινές διακοπές. Βέβαια, οι επιπλήξεις δεν είναι ικανές να σταθούν εμπόδιο στις αταξίες του. Ο ήρωας μαζί με τα αδέλφια του καταφτάνει στον Πειραιά από την Αλεξάνδρεια, όπου διαμένει με την οικογένειά του, εμφανίζοντας έτσι κάποιες ομοιότητες με τη δημιουργό του.

Όλα τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα γνώρισαν μοναδική ανταπόκριση στο παιδικό και νεανικό αναγνωστικό κοινό, γεγονός που επιβεβαιώνει το ανεξάντλητο ενδιαφέρον της για τα παιδιά. Πρόκειται για βιβλία ιστορικού χαρακτήρα που μέσα από τη δημιουργική φαντασία μεταμορφώνονται σε συναρπαστικές ιστορίες. Από εκεί και πέρα, την έκδοση του αρχειακού της υλικού στο σύνολό του, επιμελούνταν ως τον θάνατό του, ο εγγονός της Παύλος Ζάννας.

Της Μαρίας Κελεπούρη,
offlinepost.gr

Tuesday, 10 January 2017

Ψηφιακή βιβλιοθήκη «Πηνελόπη Δέλτα»

Αγαπητοί μικροί και μεγάλοι φίλοι, σας καλωσορίζουμε στην 
ψηφιακή βιβλιοθήκη «Πηνελόπη Δέλτα». 
Η βιβλιοθήκη δημιουργήθηκε προς τιμήν της Πηνελόπης Δέλτα και θα φιλοξενήσει σταδιακά όλα τα έργα της σπουδαίας Ελληνίδας συγγραφέως, μέσα από προσεγμένες ψηφιακές εκδόσεις βιβλίων, που θα μπορείτε να διαβάζετε, να κατεβάζετε και να εκτυπώνετε εντελώς ελεύθερα και νόμιμα. 
Επίσης θα προστεθούν κείμενα, εργασίες και βίντεο με αναλύσεις καθώς και βιογραφικά στοιχεία.
H Πηνελόπη Δέλτα (1874-1941) έγραψε κυρίως λογοτεχνία για παιδιά. Τα κείμενά της είναι γραμμένα σε απλή νεοελληνική γλώσσα, είναι κατανοητά και διδακτικά.
Η ψηφιακή βιβλιοθήκη βρίσκεται ακόμα υπό δοκιμαστική λειτουργία. 
Για αρχή φιλοξενεί τρία πολύ αγαπημένα βιβλία της συγγραφέως: «ΤΡΕΛΑΝΤΩΝΗΣ», «ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ» και «ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ».
Τα ψηφιακά βιβλία διατίθενται ελεύθερα προς κάθε χρήση. 

Το αντίτιμο για όσους το επιθυμούν είναι, στις δύσκολες εποχές που περνάμε, να βοηθούν τους γύρω τους με όποιον τρόπο μπορούν.

Θα χαρούμε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο email: vivliothikidelta@gmail.com

για τα άλλα ψηφιακά βιβλία, κλικ εδώ

Monday, 2 January 2017

Πρωτοχρονιάτικο παραμύθι
Διήγημα της Πηνελόπης Δέλτα

Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς, χωμένο στη γωνία μιας εξώπορτας, κάθουνταν ένα αγοράκι και κοίταζε το αντικρινό φωτισμένο παράθυρο.

Είχε νυχτώσει νωρίς, και το χιόνι σκέπαζε τις πλάκες του δρόμου, τα φανάρια, τα δέντρα και τις στέγες των σπιτιών, πράμα σπάνιο στην Αθήνα. Το κρύο ήταν δυνατό, και τυλιγμένος στο παλιωμένο και σκισμένο ρουχάκι του, όλο και περισσότερο χώνουνταν ο Βασίλης στη γωνιά της εξώπορτας, για να ξεφύγει από το βοριά που τον πάγωνε ως τα κόκαλα. Μα τα μάτια του έμεναν καρφωμένα στο φωτισμένο παράθυρο του αρχοντόσπιτου, αντίκρυ του.
«Πρωτοχρονιά αύριο», μουρμούρισε, «διασκεδάζουν εκεί μέσα».

Εκεί μέσα κείτουνταν ένα παιδί, με λιωμένο αχνό πρόσωπο.

Κουτιά γεμάτα μπογιές, μολυβένια στρατιωτάκια, ζώα ξύλινα, σιδηρόδρομοι και καραβάκια, που σκέπαζαν το κρεβάτι του, έστεκαν άγγιχτα. Τ' αδύνατα χεράκια του έμεναν ακίνητα στο σεντόνι απάνω' δεν κοίταζε καν τα πλούσια δώρα γύρω του. Το κουρασμένο βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο παράθυρο όπου, στα σκοτεινά, άσπριζαν τα χιόνια της αντικρινής στέγης.
-Τι συλλογίζεσαι, Βασιλάκη; ρώτησε η μητέρα του.
- Κοίταζα τα χιόνια, αποκρίθηκε ο μικρός, και συλλογίζουμουν τη χαρά να τρέχεις στους δρόμους, να βουτάς στα χιόνια, να τα μαζεύεις και να φτιάνεις μπάλες, και να τις τινάζεις στους περαστικούς, όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου μου, εκεί που είδα και το χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα πολλά κεράκια... Αλήθεια, μητέρα, λες να βρήκε ο Νικόλας δέντρο τέτοιο εδώ;
-Ναι, παιδί μου, βρήκε, και θα σου το φέρει τώρα στολισμένο. Δεν είναι πολύ μεγάλο όπως στη ζωγραφιά του βιβλίου σου, μα το στόλισε ο πατέρας σου... και είναι πολύ όμορφο... Είσαι ευχαριστημένος;
-Ναι, είπε ο Βασιλάκης χωρίς ενθουσιασμό.
Εκείνη την ώρα άνοιξε η πόρτα. Δυο υπηρέτες έφεραν μέσα ένα μικρό έλατο ολοφώτιστο, και το έστησαν απάνω στο τραπέζι. Τα κλαδιά ήταν φορτωμένα χρυσά και ασημένια στολίδια, φαναράκια και μπρίλες. Παντού στέκουνταν όρθια τ' αναμμένα χρωματιστά κεράκια, και τα μεγαλύτερα κλαδιά λύγιζαν από το βάρος των παιχνιδιών που κρέμουνταν δεμένα με κορδέλες.
-Ε, Βασιλάκη, σ' αρέσει το δέντρο σου; ρώτησε ζωηρά ο πατέρας του.
Ο μικρός το κοίταξε μια στιγμή με σβησμένα αγέλαστα μάτια.
- Το φαντάζουμουν ωραιότερο, είπε με τη βαρεμένη του φωνή.
Και το βλέμμα του γύρισε πάλι στο παράθυρο και στα χιόνια του αντικρινού σπιτιού.
- Πατέρα, λες του χρόνου την Πρωτοχρονιά να είμαι πια καλά και να βγω κι εγώ στα χιόνια;
- Ναι, παιδί μου, είπε ο πατέρας.
Και η μητέρα βγήκε από το δωμάτιο για να κρύψει τα κλάματα που την έπνιγαν.
-Τι όμορφα που θα είναι να τρέχεις στα χιόνια... είπε συλλογισμένα ο Βασιλάκης. Τι δε θα έδινα για να δω τι γίνεται έξω...

Έξω, ο Βασίλης είχε δει πίσω από το φωτισμένο παράθυρο το δέντρο του Βασιλάκη, με τα φώτα και τα χρυσά στολίδια και τα παιχνιδάκια που γέμιζαν τα κλαδιά από πάνω ως κάτω.
-Αχ, τι ωραίο! είπε το φτωχό· πρέπει να το έφερε ο Άη-Βασίλης.
Και τα μάτια του έτρωγαν το δέντρο και, τρέμοντας από το κρύο, ολοένα χώνουνταν βαθύτερα στη γωνιά του και γύρευε να τυλίξει στο κορμάκι του τα κουρέλια του, μήπως και τον ζεστάνουν λίγο.
-Ο Άη-Βασίλης... μουρμούρισε. Γιατί δεν έρχεται κάποτε και σε μας, ο Άη-Βασίλης;
Θυμήθηκε το φτωχικό σπιτάκι στο χωριό του, όπου τον είχε μεγαλώσει η μάνα του· όλα τα είχε στερηθεί αφότου γεννήθηκε, εκτός μόνο τα χάδια της μάνας του. Ξενοδούλευε η κακομοίρα για να κερδίσει το ψωμί τους, μα άλλο από ψωμί δεν πρόφθαινε να βγάλει, μόνο την αγάπη της μπορούσε χάρισμα να του δίνει, και αυτήν του την έδινε μπόλικη. Μα ήλθαν οι κακοί καιροί, η αρρώστια, η μαύρη φτώχεια, και πέθανε η μάνα του και την έβαλαν σε σανιδένια κάσα, και την πήγαν στο νεκροταφείο, και την είδε που τη σκέπασαν τα χώματα. Και τον έβγαλαν από το φτωχικό του καλυβάκι, κι έφυγε το έρημο ορφανό και ήλθε κι έπεσε στην Αθήνα, παραμονή του Άη-Βασίλη, πεινασμένο, παγωμένο, μακαρίζοντας τους ευτυχισμένους που διασκέδαζαν πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, αντίκρυ του.
Από νωρίς είχε δει κίνηση μεγάλη στους δρόμους, παιδιά μεγάλα και μικρά, που σταματούσαν στις πόρτες των αρχοντόσπιτων και έλεγαν τον Άγιο Βασίλη. Μα τ' ορφανό δεν τόλμησε να χτυπήσει και αυτό σε καμιά πόρτα, ούτε ήταν μαθημένο στην ταραχή της μεγάλης πολιτείας. Και λίγο-λίγο, τράβηξε κατά τους ήσυχους μεγαλόπρεπους δρόμους, μακριά από το κέντρο, και ήλθε και ζάρωσε σε μιαν εξώπορτα, χωρίς ψωμί, χωρίς σκοπό, χωρίς καμιάν ελπίδα.
Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο πήγαιναν κι έρχουνταν σκιές. Πέρασε κι ένας υπηρέτης με βελάδα, βαστώντας ένα πιάτο με μια μεγάλη πίτα!
Ο Βασίλης θυμήθηκε πως την τελευταία βούκα ψωμί την είχε φάγει το πρωί. Και μέσα κει θα έτρωγαν τώρα πίτα!
Αχ, και να είχε και αυτός μια βουκίτσα να γελάσει την πείνα του! Του φάνηκε τόσο ορεκτική η πίτα, τόσο αφράτη, καθώς την πέρασε ο υπηρέτης εμπρός στο παράθυρο. Άραγε, αν ζητούσε λίγη, θα του έδινε κανένα κομματάκι;
Και έξαφνα, χωρίς να ξέρει και αυτός πώς το έκανε, άρχισε να τραγουδά:
«Άγιος Βασίλης έρχεται α-α-από, από την Καισαρεία... βαστά καλάμι και χαρτί, χα-α-ρτί, χαρτί και καλαμάρι».
Πίσω από το φωτισμένο παράθυρο, διάφορες σκιές πήγαν και ήλθαν κοιτάζοντας έξω. Σώπασε τρομαγμένος ο Βασιλάκης και ζάρωσε στη γωνίτσα του όσο μπορούσε περισσότερο.
- Παναγιά μου! ψιθύρισε, λένε πως οι πλούσιοι δεν έχουν καλή ψυχή και περιφρονούν τους φτωχούς...
Και με τρομαγμένα μάτια ακολουθούσε το πήγαινε κι έλα των ανθρώπων μες στην κάμαρα.

Μες στην κάμαρα είχαν κόψει την πίτα. Ακουμπισμένος στα μαξιλάρια, ο Βασιλάκης βαστούσε το πιάτο του στα χέρια, κοιτάζοντας με αδιαφορία το κομμάτι του, χωρίς καν να το γευθεί.
- Δεν το κόβεις να δεις αν σου έπεσε το φλουρί, Βασιλάκη μου; ρώτησε ...

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki