Friday, 22 April 2016

Παιδί μου, είμαι η μαμά σου, είμαι η γιαγιά τους, δεν είμαι η babysitter σας!

Οι μέρες που ξυπνούσα αλαφιασμένη, στις 6.40 για να σε ντύσω,να σε χτενίσω, να σου φτιάξω πρωινό και να σε πάω στο σχολείο μοιάζουν με ένα μακρινό όνειρο. 
Οι μέρες που ξημεροβραδιαζόμουν πάνω από τον πυρετό σου, τα βασιλεμένα σου μάτια από την γρίπη, με βρεγμένες πετσέτες να σου δροσίζουν το μέτωπό, ανήκουν σε ένα όμορφο παρελθόν, που όμως είναι παρελθόν. 
Τα ποδοβολητά σου μέσα στο σπίτι, και των φίλων σου επίσης, οι σοκολάτες στις κουρτίνες, τα ατελείωτα άπλυτα από τα παιδιά σου πάρτι, τα κομφετί στα χαλιά από τα αποκριάτικα και οι πευκοβελόνες από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, που ποτέ δεν γούσταρα, αλλά στόλιζα για να χαίρεσαι, και χαιρόμουν κι εγώ μαζί σου, δεν το κρύβω, ανήκουν σε ένα όμορφο χθες, σε έναν ρόλο μαγικό που έζησα χάρη σε εσένα, αυτόν την μάνας.

Και μετά η αγωνία για τους έρωτές σου, τα δάκρυά σου πάνω στο μαξιλάρι σου, μέσα στην αγκαλιά μου, κάτω από τη μασχάλη μου, όπου σκουπιζόσουν με το μανίκι μιας πιδεκένιας ρόμπας που μου είχε φέρει ο πατέρας σου από το εξωτερικό και την έβρισκες γελοία.

Και μετά διάβασμα, πανελλήνιες, σπουδές. Πέρασες στην επαρχία, άντε να τρέχουμε για σπίτια, ενοίκια, και εγώ να στέλνω τα τάπερ με το Κτελ γιατί όσο μοντέρνα και αν ήθελα να λέγομαι, ήθελα να έχεις λίγη σπιτίσια μυρωδιά στο ψυγείο σου, λίγη από “μαμά» στο πιάτο σου.Μια φροντίδα που ταξίδευε 400 χιλιόμετρα σκεπασμένη με αλουμινόχαρτα, σε κεσέδες από φέτα και κουτιά από φυτίνη, μια φόρμα κέικ τυλιγμένη σε μεμβράνη και ένα φακελάκι με ένα μικρό χαρτζιλίκι. Ο πατέρας σου ήθελε να σου βάζουμε και αυγά, και του έλεγα “παιδί μου εκείνη είναι στην επαρχία όχι εμείς».

Και μετά γνώρισες τον έρωτα της ζωής σου, μας τον έφερες σπίτι, τον κάναμε παιδί μας, γιο μας, και τους γονείς του συγγενείς μας και γιορτάσαμε τη νέα σου ζωή με μια σεμνή τελετή, όπως την ήθελες σε ένα ξωκλήσι στο πουθενά, πάνω σε κάτι βράχους, όπου ήταν απαγορευτικό το τακούνι, κι αυτό στο κρατάω ακόμα παράπονο, γιατί δεν ήμουν ποτέ ψηλή.
Την ημέρα που θα κοιμόσουν πια και επίσημα εκτός σπιτιού την πρώτη μέρα του γάμου σου, την ημέρα αυτή και τις επόμενες που ακολουθούν, που υποτίθεται ότι ακολουθεί το άδειασμα της φωλιάς και η μελαγχολία, εγώ ένιωσα ελεύθερη. 
Ικανοποιημένη, γεμάτη. Πλήρης, πως το λένε. Άρχισα να ασχολούμαι πιο συστηματικά με τα λουλούδια μου, να διαβάζω τα βιβλία μου, να πηγαίνω εκδρομές με τον πατέρα σου, να παίζουμε μπιρίμπες με φίλους στη βεράντα με γέλια, σόκιν ανέκδοτα και παγωμένη σουμάδα. Κάποιες φορές ερχόσασταν τις Κυριακές με τον άντρα σου για φαγητό, αλλά δεν ήθελα να γίνει αυτό συνήθεια, δεν μου άρεσε το επιβεβλημένο του πράγματος και το είχα ξακαθαρίσει.

Και έπειτα έμεινες έγκυος έκανες το πρώτο σου μωρό και έγινα επίσημα γιαγιά. Επέμενες να βγάλετε το όνομά μου, αλλά εγώ δεν ήθελα. Όπως κι εσένα σε βάφτισα Μυρσίνη, γιατί μου είχε κολλήσει από ένα μυθιστόρημα κι ας ήθελε η μάνα μου να σε βγάλουμε Ιζαμπέλα και να σε φωνάζουμε Λέλα, αν είναι δυνατόν. Κάναμε να μιλήσουμε 3 μήνες θυμάμαι με τη γιαγιά σου, για εκείνο το “Λέλα». Ξενύχτια στο σπίτι, να σου δείξω και να βοηθήσω πώς θηλάζουν, πως ταΐζουν, πως αλλάζουν, πως κοιμίζουν, πώς φτιάχνουν την κρέμα… Φώναζε ο πατέρας σου ότι έγινε εργένης, αλλά εγώ ήθελα να είμαι δίπλα σου σε αυτές τις μαγικές στιγμές, όχι μόνο για σένα, αλλά και για μένα. Ήταν η επίσημη βάφτισή μου σαν γιαγιά.
Ήρθε και δεύτερο μωρό, τώρα ήσουν πιο έμπειρη, πιο δυνατή, πιο εσύ. Τα μωρά μεγάλωσαν περισσότερο και άρχισες να τα φέρνεις στο σπίτι, να τα κρατάω, να τα φροντίζω για να πηγαίνεις στη δουλειά σου. Το έκανα για τρία χρόνια. Έγινα πάλι μάνα, χωρίς τις απαιτούμενες αντοχές. Γύρισα τον χρόνο πίσω, και έφτιαχνα πάλι κρέμες, έλεγα πάλι παραμύθια, και μάζευα ψίχουλα και παιχνίδια από τα χαλιά, έκανα ζωγραφιές, τον καραγκιόζη και ό,τι κάνει μια γιαγιά. Αν μπορούσαν να με κόψουν μικρά κομματάκια και να με μασουλήσουν τραγανιστή θα το έκαναν αυτά τα μικρά τερατάκια, και θα το χαιρόμουν. 
Όταν γυρνούσες από τη δουλειά το απόγευμα ερχόσουν να τα πάρεις και δύο ώρες μετά με έπαιρνες τηλέφωνο για να μου πεις “γιατί έδωσα τρία σοκολατάκια στον μικρό», “γιατί τους έβαλα να κάνουν προσευχή πριν το φαγητό», “γιατί δεν τους άφησα να μαζέψουν μόνοι τους τα πιάτα τους» “γιατί τους πήγα στο πάρκο ενώ έκανε κρύο», “γιατί δεν τους έβαλα καπέλο ενώ έκανε ζέστη".
Κάπου εκεί σου είπα πως ήρθε η ώρα να σταματήσει όλο αυτό. Σου πρότεινα να πάρετε μια κοπέλα, να κρατάει τα παιδιά, και μου είπες πως δεν θέλεις να τα μεγαλώνουν ξένοι άνθρωποι. Εγώ όμως κουράστηκα. Κουράστηκα να μεγαλώνω παιδιά, είναι κάτι που έκανα, και το έκανα καλά. Τώρα θέλω να ξεκουραστώ, να χαλαρώσω, να ζήσω τις μέρες που έχω ακόμα. Αγαπώ τα εγγόνια μου, αλλά αγαπώ και εμένα. Και τα παιδιά αυτά, δεν είναι δική μου ευθύνη, είναι δική σου. Είμαι δίπλα σου, ακοίμητος φρουρός, αλλά δεύτερη φορά μάνα δεν θέλω να γίνω.
Μου μίλησες για τις άλλες γιαγιάδες που κρατάνε τα παιδιά από το πρωί μέχρι το βράδυ, που ζουν και αναπνέουν για τα εγγόνια τους, που η ζωή τους είναι μόνο αυτά, που του παιδιού μου το παιδί, δυο φορές παιδί μου. Είναι άδικο να με συγκρίνεις με τους άλλους. Δεν είμαι σαν τις άλλες γιαγιάδες, όπως δεν ήμουν σαν τις άλλες μαμάδες. Αυτό μου έλεγες και τότε καμάρωνες. Τώρα έγινε μειονέκτημα.
Δεν είμαι άνθρωπος σύνταξη και κουβερτάκι και το ξέρεις. Έχω πολλά ακόμα να κάνω και να δω. Με είπες "εγωίστρια". 
Μπορεί και να είμαι. 
Αγάπα με όπως είμαι. Αυτό, άλλωστε, είναι από τα πρώτα πράγματα που σου έμαθα σε αυτή τη ζωή.

Η μπλούζα της Κρητικοπούλας ενόχλησε τη Γερμανίδα δασκάλα!! - (σκασίλα μας... Ξύδι Κρητικό!)

"Δεν χρειάζομαι θεραπεία, 
πρέπει απλώς να πάω στην Ελλάδα"

Απίστευτο περιστατικό σε γερμανικό σχολείο με πρωταγωνίστρια Ελληνίδα μαθήτρια -τι έγραφε η... μπλούζα και ποιο λογότυπο ενόχλησε την κυρία!

του
Κώστα Μπογδανίδη

Είναι από τις περιπτώσεις που η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά! Να σε... ενοχλεί ακόμη κι ένα χαριτωμένο σύνθημα σε μια μπλούζα... να σε ενοχλεί κι ο αέρας που αναπνέεις... ή ακόμη χειρότερα: 
Να πηγαίνει μια μαθήτρια το πρωί στο Σχολείο της και το... αναγραφόμενο λογότυπο στη μπλούζα της να δημιουργεί "διπλωματικό" επεισόδιο! Και μην φανταστείτε ότι το σύνθημα είχε να κάνει με... εξτρεμιστικά και άλλα περίεργα- απλώς η μαθήτρια νοσταλγεί την πατρίδα της, την Ελλάδα! Αλλά η... δασκάλα είχε τη "μύγα" και πειράχτηκε!
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά σύμφωνα με το ρεπορτάζ της cretalive: Σε μια, όχι μεγάλη, πόλη της Γερμανίας (ας μην αναφέρουμε ονόματα και διευθύνσεις, ας διατηρήσουμε την ανωνυμία του παιδιού... για ευνόητους λόγους) ήταν μια μέρα όπως όλες. 
Η νεαρή ομογενής μαθήτρια με καταγωγή από την Κρήτη πήγε στο (γερμανικό) σχολείο της κανονικά φορώντας γεμάτη καμάρι τη φούτερ μπλούζα που της είχε χαρίσει ο θείος της.
Τι έγραφε στα γερμανικά; "δεν χρειάζομαι θεραπεία, πρέπει απλώς να πάω στην Ελλαδα.. "!
Ωραίο, συναισθηματικό και... έξυπνο! Έτσι, τουλάχιστον της είπαν όλοι εκτός από τη δασκάλα της η οποία μόλις την είδε εξοργίστηκε! Τη φώναξε και της είπε-όχι κομψά- να μην την ξαναφορέσει! Κι όταν το κορίτσι τη ρώτησε γιατί η απάντηση ήταν αποστομωτική: Γιατί λέει έτσι είναι σαν να δείχνει ότι η Γερμανία είναι χάλια!
Έγινε σούσουρο στο σχολείο, η μαθήτρια το μετέφερε στην μητέρα της και χάριν στη δική της ψυχραιμία, αλλά και της διευθύντριας του Σχολείου που παρενέβη αποφεύχθηκαν τα χειρότερα. Επήλθε ηρεμία, αλλά το περιστατικό έχει ήδη γίνει γνωστό στην περιοχή....
Η μητέρα της μικρής με την οποία συνομίλησε το cretalive ήταν εξοργισμένη επίσης με τη δασκάλα, αλλά δεν θέλησε να δώσει συνέχεια. Προφανείς οι λόγοι...

cretalive
το βρήκαμε στην αγαπημένη μας Ιδεοπηγή

«Μαμά, κερνάω καφέ»...
«Βιάσου μαμά, νιώθω να πνίγομαι... »

«Δεν ήξερα πια τι ήθελα. Το σχολείο που κάποτε φάνταζε διέξοδος από την αποπνικτική ατμόσφαιρα του σπιτιού, τώρα μου έδειχνε, πώς είναι αυτή η κόλαση που λένε πως θα πάνε κάποτε οι κακοί.

Ήθελα να ακούσω το τελευταίο κουδούνι για να τρέξω να κρυφτώ πίσω από τα «κάγκελα» του σπιτιού ή να μείνω και να υπομείνω για να μην επιστρέψω σε αυτό; Τίποτα από τα δύο δεν ήθελα... 
Μόνο αυτό το τέρας που γεννιόταν μέσα μου να βρει φωνή και να ουρλιάξει, γιατί το στόμα μου ήταν δειλό. Το είχα μόνο για να τρώω όπως μου έλεγαν εκείνα τα παιδιά, που έβγαζαν πάνω μου τα απωθημένα τους, που δεν τους ένοιαζε να πάνε στον παράδεισο, κανείς δεν τους το είχε πει.
Κι ούτε μια στιγμή δεν είπα πως τα λυπάμαι, δε σκέφτηκα πως ίσως έχουν τραυματισμένη ψυχή, δε μ' ένοιαζε! Μόνο τα λόγια τους τα χυδαία, τα βρωμερά τους σάλια πάνω στα καθαρά μου ρούχα ήθελα ν' αποφύγω, να ξυπνήσω ένα πρωί και κανένας τους να μην υπάρχει στη ζωή μου, να έχω φίλες, να μ' αγαπούν! 
Τι κι αν ήμουν λίγο πιο παχουλή, αν με γνωρίσεις αγαπιέμαι, θα δεις... Εκείνος ο νεαρός ο γεματούλης από το κυλικείο με αγάπησε, «υπομονή» μου έλεγε, «μια χρονιά είναι ακόμη και θα φύγουμε μαζί για την επαρχία». Υπομονή... 
Μια λέξη παγίδα που με έκανε να μοιάζω βαρετή κάθε φορά που ήθελα να του πω για τα παιδιά στις τουαλέτες, στο προαύλιο και τα κατάπινα γιατί έβλεπα στα μάτια του την αντοχή να λιγοστεύει...

Φίλες... Δεν υπάρχουν φίλες αν είσαι διαφορετική... 
Μονάχα κάποια κορίτσια από τη Δευτέρα τάξη με έκαναν κέφι για κανένα καφέ τα απογεύματα και υποκρινόμουν πως δεν είχα ιδέα για τα χαχανητά πίσω από την πλάτη μου... Καμιά φορά σαν έφευγαν τα δάκρυα άθελα μου, με χτυπούσαν στην πλάτη φιλικά, όμως τα καρφιά στα χέρια τους μου άνοιγαν αόρατες πληγές... «Τα λέμε», τους είπα εκείνο το απόγευμα κι απομακρύνθηκα γρήγορα να μη φτάσει το γέλιο τους στ' αυτιά μου.

Περπάτησα πολύ ώσπου νύχτωσε κι αν δε μου έσπαγε τη μύτη η γνώριμη μυρωδιά της σπανακόπιτας που 'χα ζητήσει το πρωί απ' τη μαμά, δε θα καταλάβαινα πως έφτασα στο σπίτι. Εκείνος ήταν πάλι μεθυσμένος στον καναπέ του σαλονιού και η μαμά πριν προλάβω να βγάλω τη τσάντα από τους ώμους, μου 'χε βάλει ζεστό φαγητό με το αγαπημένο μου επιδόρπιο για μετά. Της έδωσα ένα μεγάλο ευχαριστήριο φιλί και έτρεξα στο δωμάτιο μου. 
Έκλεισα τις πόρτες, έβγαλα από πάνω μου τη βαριά μάσκα με το χαμόγελο και παραδόθηκα στα δάκρυα μου όπως έκανα κάθε βράδυ, μήπως και ξαλαφρώσω. Άλλωστε ήμουν μεγάλη πια κι έπρεπε να παλεύω μόνη κι αβοήθητη, έτσι δεν είναι; Να αποδείξω την αξία μου, να προσπερνώ κάθε εμπόδιο και πάνω απ' όλα να κάνω υπομονή... 
Το ίδιο άκουγα κι από εκείνη, που ήτανε η καλύτερη μαμά στον κόσμο, χατίρι δε μου χάλασε ποτέ, κι «όχι» δε βγήκε από τα χείλη της. Ούτε σε εκείνον που έπρεπε, που ανέχτηκε τη μυρωδιά απ' το τσίπουρο, την αδιαφορία του, τα λόγια τα σκληρά... Πώς να μου πει εμένα κάτι άλλο, όταν το μόνο που ήξερε ήταν η υπομονή;

Τις νύχτες άκουγε το κλάμα μου κι ερχόταν στο δωμάτιο μου. Μου χάιδευε τα μαλλιά και μου 'πιανε το χέρι, μα όλο «τίποτα» της έλεγα... Δεν έχω τίποτα, κάποια στιγμή θα έπειθα ακόμη και τον ίδιο μου τον εαυτό. Δε μπόρεσα να της μιλήσω, κάθε φορά που προσπαθούσα, ένα αόρατο χέρι μου έκλεινε το στόμα, ένα χέρι που με προστάτευε από όσα θα άκουγα. 
Την κριτική, τα γέλια της, ίσως την αδιαφορία... Τι να της έλεγα, πως στο σχολείο είμαι μόνη, πως υποφέρω, πως θέλω να φύγω μακριά; Μέχρι και πρόβες στον καθρέφτη έκανα, λες και επρόκειτο να πω σε κάποιο αγόρι για τα αισθήματα μου. Δεν ήξερα πώς να της μιλήσω, τι θα μου πει, δεν το 'χα ξανακάνει! Μόνη της έννοια ήταν να 'ναι γεμάτο το τραπέζι με φαγητό, να μη μου λείπει τίποτε, ούτε ωραία ρούχα, ούτε λεφτά... 
Το ξέρω, δεν είχα το δικαίωμα να την κατηγορήσω, να της πω ότι μου λείπει ακόμη κι αν είναι δίπλα μου όλη μέρα, πως δε με νοιάζουν όλα τα λεφτά του κόσμου! Πως θα 'μουν ευτυχισμένη σε ένα ετοιμόρροπο καλύβι, αν ήταν να μου πάρει απ' την ψυχή αυτή τη μοναξιά... Θα με κατηγορούσε για αχαριστία!
Θέλω να σου τα πω μαμά. Θέλω να κάτσεις δίπλα μου και να με ακούς, να σου μιλάω ώρες ατελείωτες χωρίς σταματημό για όσα θέλω. Για εκείνα τα παιδιά, για τα κορίτσια που γελούν μαζί μου, για τον Αλέξη. Να με δεις να ονειρεύομαι το Πανεπιστήμιο, τη ζωή μου με τον Αλέξη, τη ζωή μου με 'σένα να είσαι φίλη μου. Βιάσου μαμά, νιώθω να πνίγομαι...
Και μέσα στην απελπισία μου, σκέφτηκα πως η κόλαση δεν είναι σίγουρα για μένα. Ο αποκρουστικός ήχος της κόρνας του συρμού που ερχόταν καταπάνω μου, με διαπέρασε.... Θεέ μου τι πήγα να κάνω...

Σοκαρισμένη έβγαλα το κινητό από την τσέπη. «Μαμά, κερνάω καφέ», της είπα με τρεμάμενη φωνή και αποφασισμένη να της τα πω όλα. Μόνο η αγάπη της θα βοηθούσε...»

Thursday, 21 April 2016

Γερμανική Κατοχή-Εμφύλιος: Η Βαρυχειμωνιά των Ελληνικών Σχολείων

Οι Γερμανοί έκαναν επίταξη σε 8.345 σχολεία για τις ανάγκες τους, ενώ στα λιγοστά που έμειναν ελεύθερα η σχολική χρονιά δεν κράτησε πάνω από τρεις μήνες.
Την επόμενη χρονιά η κατάσταση ήταν ακόμη χειρότερη.
Το σχολικό «έτος» 1941-42 διήρκεσε 20 ημέρες.
Η λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μπορεί να σήμαινε για τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης την επιστροφή στους κανονικούς ρυθμούς, για την Ελλάδα, όμως, η κατάσταση παρέμεινε ίδια λόγω του ξεσπάσματος του Εμφυλίου. 
Περίπου 1.700 σχολεία θα καταστραφούν, ενώ πολλά παιδιά θα στρατολογηθούν.
Ο αστικός κρατικός μηχανισμός ήταν ανύπαρκτος. 
Στις πρωτοβουλίες για την ανασύνταξή του, ενεργό ρόλο είχαν πλέον οι Αγγλοι σύμμαχοι. 

Για το εκπαιδευτικό σύστημα που θα έπρεπε να ακολουθηθεί, ο Μακ Μίλαν (υπουργός για θέματα Μεσογείου της κυβέρνησης Τσόρτσιλ και μετέπειτα πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας) είχε συμβουλεύσει τον Πλαστήρα τον Μάρτιο του 1945 να επιλέξει η χώρα μας «τον δρόμο της καμήλας», δηλαδή να πηγαίνει σταθερά ευθεία, χωρίς να παρεκκλίνει ούτε προς τα δεξιά ούτε προς τα αριστερά. Με δύο λόγια, να μην επιτρέψει πολιτικές σκοπιμότητες να εισέλθουν στον χώρο του σχολείου.

Σε επίπεδο πραγματικότητας, η κατάσταση ήταν κωμικοτραγική. Ελλείψει Δημοσίου δεν υπήρχαν μισθοί για να πληρωθούν δάσκαλοι. 

Την πρωτοβουλία για τη λειτουργία των πρώτων σχολείων την πήραν συνταξιούχοι και αδιόριστοι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι έναντι ενός πιάτου φαγητού από γονείς αναλάμβαναν να μάθουν γράμματα τα παιδιά (σ.σ. ο αναλφαβητισμός κινούνταν στα επίπεδα του 50%), τα οποία είχαν να πάνε σχολείο πριν από την Κατοχή.

Τους χειμερινούς μήνες, οι μαθητές υποχρεούνταν να φέρουν μαζί με το τετράδιό τους, βιβλία δεν είχαν τυπωθεί λόγω έλλειψης υποδομών. Και ένα κούτσουρο για τη σόμπα ή και το φαγητό του δασκάλου αν ήταν η σειρά της οικογένειάς τους να φροντίσει για τη σίτισή του. 
Τα παιδιά των πιο φτωχών οικογενειών θα έτρωγαν στο σχολείο από τη βοήθεια της UNNRA (ή Ούντρα για τους πολλούς), της Οργάνωσης Βοήθειας και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών.

Οι άτακτοι μαθητές
υποχρεώνονταν να πάνε ώς το δέντρο της αυλής για να κόψουν τη βίτσα, το κλαδί του δέντρου που χρησιμοποιούνταν για την τιμωρία τους, ενώ οι ακόμη πιο «θορυβώδεις» έμεναν για αρκετές ώρες μόνοι τους στο σχολείο μετά το τελευταίο κουδούνι. 
Η σύγκριση με το σήμερα φαντάζει σαν να υπάρχει χάσμα αιώνων, αν και η εποχή δεν είναι και τόσο μακρινή. 
Κάποιοι στην οικογένειά μας την έχουν ζήσει και μας την αφηγούνται· σαν παραμύθι ή έναν εφιάλτη που είχε, τελικά, αίσιο τέλος.

Ο μικρός Χάρης πρέπει να μεταβεί άμεσα στο Λονδίνο
Lets End Harry's Cancer Together

Επειδή πιστεύουμε στα θαύματα, επειδή έχουμε δικαίωμα σε αυτά τα διεκδικούμε.
Αυτή την διεκδίκηση θέλει και πρέπει να κάνει ο μικρός Κερκυραίος Χάρης Μπράβος και χρειάζεται ώθηση από εμάς…



Ο μικρός Χάρης πάσχει από μία επιθετική μορφή καρκίνου. 
Δυστυχώς οι γιατροί εκτιμούν πως ο χρόνος αρχίζει να είναι αντίπαλος πια του Χάρη.
Η μόνη σανίδα σωτηρίας είναι να νοσηλευτεί σε ειδική κλινική στην Μεγάλη Βρετανία. Το κόστος απαγορευτικό! 

Η οικογένεια του έχει δώσει γη και ύδωρ για να τα καταφέρει να εξασφαλίσει τα νοσήλια, ενώ αντίστοιχα το σύστημα των προσκόπων όπου ανήκει ο Χάρης έχει διοργανώσει ολόκληρη πανελλήνια εκστρατεία για να συγκεντρωθούν τα χρήματα. Την ίδια ώρα, το κράτος είναι ηχηρά ΑΠΩΝ.
Ωστόσο ο Χάρης μπορεί να χαμογελάσει ξανά…και μπορούμε να συνεισφέρουμε και εμείς σε αυτό. Λίγες ημέρες πριν την Μεγάλη Εβδομάδα και τα μηνύματα που εκπέμπει αυτή θα έχουμε την δυνατότητα να γίνουμε κοινωνοί σε ένα θαύμα.
Η πίστη μας στο Θεό και οι προσευχές μας για τον μικρό Χάρη αλλά και ελάχιστα χρήματα που θα τον κάνουν προσγειωθεί στην Μεγάλη Βρετανία είναι η αρχή του θαύματος!
Η Τράπεζα Πειραιώς ενεργοποίησε ένα παλαιότερο λογαριασμό του στο οποίο μπορούμε με ασφάλεια να συνεισφέρουμε με πρώτο στόχο τις 192.000€ για το πρώτο στάδιο της θεραπείας, που αν έχει ομαλή έκβαση θα αγγίξει τις 500.000€ σε βάθος ενός έτους. Ας κάνουμε την προσπάθεια.
Όσοι μπορείτε να καταθέσετε υπάρχει ο παρακάτω τραπεζικός λογαριασμός

ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ PIREAUS BANK (BIC: PIRBGRAA) 

IBAN: GR2701718800006880123870109 
(ΔΙΑΚΑΙΟΥΧΟΙ ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΙΑΜΑΝΔΟΥΡΑ/ΕΛΕΝΗ ΣΙΑΜΑΝΔΟΥΡΑ/ΧΑΡΗΣ ΜΠΡΑΒΟΣ)

pinakio

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki