Monday, 15 October 2018

Το νοικοκυριό του σπιτιού στην Ελλάδα τα χρόνια τα παλιά...

Τα χρόνια πέρασαν, η οικονομία άνθισε  (χάρη στα δάνεια) και ίσως λίγοι γνώρισαν ή θυμούνται τον οικιακό εξοπλισμό του (όχι και τόσο μακρινού) παρελθόντος.  
Θα με ρωτήσετε, γιατί σας τα περιγράφω όλα αυτά. 
 Δεν ξέρω, αλλά αν οι προβλέψεις κάποιων οικονομολόγων πραγματοποιηθούν, ίσως γυρίσουμε σε τέτοιου είδους εξοπλισμό, μέχρι να ξαναστηθούν ντόπιες βιομηχανίες παραγωγής οικιακού εξοπλισμού. Πάντως καλό είναι να γνωρίζουμε πώς ζούσαν οι παλιότερες γενιές και να είμαστε και λίγο ευχαριστημένοι που έχουμε, τουλάχιστον, τις στοιχειώδεις ανέσεις.  Βέβαια ας θυμόμαστε ότι σε πολλά μέρη του κόσμου δεν έχουν ούτε αυτά που βλέπετε στις φωτογραφίες…

Έχουμε και λέμε, λοιπόν:
"Βρυσούλα”
Εγκατάσταση παροχής… τρεχούμενου νερού. Πλύσιμο πιάτων, χεριών, προσώπου, κλπ με τη Βρυσούλα γινόταν, που όμως χρειαζόταν συνεχώς να γεμίζει από την στάμνα  ή άλλο σκεύος.

Το “πλυντήριο” της γιαγιάς. 
Ξύλινη ή από λαμαρίνα. Μέσα διάφορα  βοηθητικά εργαλεία.
Η κλασσική σκάφη. Το “πλυντήριο” των γιαγιάδων. Μπουγάδα με το χέρι και πράσινο ή άσπρο σαπούνι (δεν υπήρχαν άλλα απορρυπαντικά). 
Από τις σκληρότερες δουλειές της νοικοκυράς που δεν είχε “δούλες” (έτσι έλεγαν τις οικιακές βοηθούς) ούτε “παραδουλεύτρες”. 
Συχνά η σκάφη χρησίμευε και ως …μπανιέρα, μιας και τα περισσότερα σπίτια δεν διέθεταν τις σημερινές λουτρικές εγκαταστάσεις και το μπάνιο δεν ήταν και καθημερινή συνήθεια. 
Κάθε Σάββατο και αν…

Το ¨βαποράκι”. Σίδερο με κάρβουνα.
    Πριν αποκτήσουν σύνδεση με το ηλεκτρικό δίκτυο (πολλές περιοχές συνδέθηκαν την δεκαετία του 1970) δεν είχαν άλλο τρόπο να σιδερώνουν τα ρούχα οι νοικοκυρές, από το βαποράκι. 
Τα ξυλοκάρβουνα χώνευαν στο εσωτερικό του σκεύους και θέρμαιναν την πλάκα.

Ο …πρόγονος του ψυγείου πάγου. Το φανάρι.
    Το φανάρι (έμοιαζε με το φανάρι που χρησιμοποιούσαν στα καΐκια, και όχι μόνο).  Οι σίτες εμπόδιζαν τα έντομα να πλησιάσουν τα φαγητά και ο διερχόμενος αέρας δημιουργούσε κάπως καλλίτερες συνθήκες διατήρησης από τον στάσιμο αέρα του ντουλαπιού. 
Ο χρόνος διατήρησης δεν πρέπει να ξεπερνούσε τις μερικές ώρες, άντε ένα 24ωρο!

Ψυγείο πάγου. Η …εξέλιξη!
    Το ψυγείο πάγου ήταν η επανάσταση! Παγοποιεία υπήρχαν πολλά (λίγα υπάρχουν ακόμη, αλλά για άλλους σκοπούς) σε όλη τη χώρα. Οι διανομείς γύριζαν με ένα φορτηγάκι ή καροτσάκι που έσπρωχναν με τα χέρια και άφηναν, συνήθως, ένα τέταρτο της κολώνας (τόσο χωρούσε). Το νερό έβγαινε παγωμένο από το ντεποζιτάκι που υπήρχε στο εσωτερικό τους, αλλά η θερμοκρασία στον θάλαμο δεν πρέπει να ήταν χαμηλότερη από 10-12 βαθμούς C, στη καλλίτερη περίπτωση…

Αιγινήτικο κανάτι: Εναλλακτικός τρόπος ψύξης του νερού…
    Πριν ακόμη την εμφάνιση του ψυγείου πάγου (αλλά και μετά) ήταν σε χρήση το Αιγινήτικο κανάτι για να δίνει δροσερό νερό. Η μέθοδος βασίζεται στην αρχή της φυσικής ότι όταν ένα υγρό εξατμίζεται απορροφά θερμότητα. Τα κανάτια ήταν από πορώδες υλικό (πηλό) που επέτρεπε μια μικρή ποσότητα νερού να βγαίνει στην εξωτερική επιφάνεια του κανατιού. 
Έτσι το κανάτι “ίδρωνε” και το τοποθετούσαν σε σημεία με ρεύμα αέρα (συνήθως στα πρεβάζια των παραθύρων). Ο αέρας προκαλούσε εξάτμιση και η εξάτμιση έριχνε τη θερμοκρασία στο εσωτερικό του κανατιού και το νερό απλώς δρόσιζε κάπως ώστε να πίνεται.

Η λάμπα πετρελαίου
Όπου δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα υπήρχαν οι λάμπες πετρελαίου. Σε μερικές ταβέρνες χρησιμοποιούσαν και λάμπες “Λουξ” που λειτουργούσαν με υγραέριο και έβγαζαν ένα πολύ λαμπρό φως (σήμερα τις χρησιμοποιούν στις ψαρόβαρκες γρι-γρι για να προσελκύουν τα ψάρια). 
Η λάμπα είχε το φυτίλι του οποίου η μία άκρη ήταν βυθισμένη στο πετρέλαιο που βρισκόταν μέσα στο δοχείο. Σηκώνοντας το φυτίλι με τον χειρισμό μια ροδέλλας δυνάμωνε η ένταση του φωτός, αλλά υπήρχε ο κίνδυνος να σπάσει το γυαλί από τη υψηλή θερμοκρασία. Πολλοί διαπρεπείς επιστήμονες των περασμένων γενιών διάβαζαν στο φως του πετρελαίου ή του κεριού που τότε δεν ήταν αξεσουάρ πολυτελών εστιατορίων, αλλά αναγκαίο για τον φωτισμό είδος.

Γκαζιέρες και καμινέτα
    Το μαγείρεμα γινόταν με γκαζιέρες που έκαιγαν πετρέλαιο ή βενζίνη (σπανιότερα). Ήταν πολύπλοκα εργαλεία που οι νοικοκυρές ήταν απόλυτα εξοικειωμένες μαζί τους. 
Τρομπάριζαν αέρα μέσα στο δοχείο του καυσίμου, ώστε αυτό να ανεβαίνει στον καυστήρα. Συχνά βούλωναν και υπήρχαν ειδικά βελονάκια για το ξεβούλωμά τους. Υπήρχαν και οι φουφούδες, μια κατασκευή παρόμοια με το μαγκάλι, αλλά με σχάρα για να τοποθετείται η κατσαρόλα. 
    Ο καφές ή τα αφεψήματα ψήνονταν στα καμινέτα που έκαιγαν μπλε οινόπνευμα. Το γκαζάκι δεν υπήρχε τότε και μόνο τα σχετικά πλούσια νοικοκυριά είχαν σύνδεση με το φωταέριο. Πολυτέλεια ήταν και οι στόφες, οι κουζίνες με ξύλα που διέθεταν και φούρνο. Τα φουρνιστά τα έστελναν στον γειτονικό φούρνο, που δούλευε σε φοβερούς ρυθμούς τις Κυριακές που ο κόσμος έτρωγε κρέας ψητό, με μακαρόνια, κριθαράκι ή πατάτες.

Μαγκάλι: Η θέρμανση του φτωχού…
Μη φανταστείτε πως το μέσο σπίτι διέθετε κεντρική θέρμανση. Βέβαια και στα σημερινά που την διαθέτουν διακοσμητική είναι, αφού το πετρέλαιο έχει γίνει χρυσάφι!  Πάντως η θέρμανση με μαγκάλι ήταν φτηνή, αλλά χωρίς μεγάλη εμβέλεια. 
    Στη μέση του δωματίου έμπαινε το μαγκάλι με τα ξυλοκάρβουνα για αρχή και τον “πυρήνα” (μια σκόνη από τα κουκούτσια της ελιάς). Δημιουργούσε χόβολη μέσα στην οποία έψηναν καφέ και επάνω από το μαγκάλι έψηναν κάνα κοψίδι ή φέτες ψωμί. 
    Συχνά τα “αχώνευτα” ξυλοκάρβουνα καίγονταν ελλιπώς με αποτέλεσμα την έκλυση CO (μονοξειδίου του άνθρακα) που σκότωνε ολόκληρες οικογένειες! 
    Βέβαια υπήρχαν και οι ξυλόσομπες, οι σόμπες με κάρβουνα καθώς και οι σόμπες πετρελαίου, αργότερα αυτές. Κεντρική θέρμανση διέθεταν τα πλουσιόσπιτα, αλλά καύσιμη ύλη ήταν το ξύλο ή το κάρβουνο και κάποιος (συνήθως το υπηρετικό προσωπικό) έπρεπε να κατεβαίνει, κάθε τόσο, στο υπόγειο να τροφοδοτεί τη φωτιά.

Υπήρχαν κι άλλες διαφορές στις ευκολίες, αλλά δεν έχει νόημα να μιλάμε π.χ. για ηλεκτρονικά και μέσα διασκέδασης, γιατί αυτά ήταν πολυτέλειες!

heliotypon
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Sunday, 14 October 2018

Το συναίσθημα του θυμού στα παιδιά

Το ερώτημα που δημιουργείται εύλογα είναι τι μπορούμε εμείς, εκπαιδευτικοί και γονείς, να συμβουλέψουμε ένα παιδί να κάνει για να ελέγχει τα αρνητικά συναισθήματά του, να  εξωτερικεύει με υγιή τρόπο τον θυμό του και στη συνέχεια να είναι σε θέση να τα  διαχειριστεί όλα αυτά σωστά;

Το συναίσθημα του θυμού είναι ίσως από τα πιο «παρεξηγημένα» συναισθήματα. Προκαλεί φόβο τόσο σε αυτόν που τον εκφράζει, όσο και σε αυτόν που τον δέχεται. Αυτό συμβαίνει διότι τις περισσότερες φορές ο θυμός συνοδεύεται από μια σύγκρουση, μια κρίση ή ένα περιστατικό που δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε μικροί και μεγάλοι.
Η αρχαία λέξη «θυμός», που σημαίνει ψυχή, έχει την ίδια ρίζα με το θυμικό. Το θυμικό ως ψυχολογικός όρος χρησιμοποιήθηκε επιστημονικά για να καλύψει όλα εκείνα τα βιώματα στα οποία υπάρχει συναισθηματικός τόνος οποιουδήποτε χαρακτήρα. 
Ο θυμός είναι ένα ισχυρό συναίσθημα που τις περισσότερες φορές συνδέεται με καταστάσεις οργής, άγχους ή επιθετικότητας τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά. 
Εμφανίζεται όταν νιώθουμε ότι απειλείται η αυτοεκτίμηση, η αξιοπρέπεια, η ακεραιότητα ή η ιδιοκτησία μας, πράγματα δηλαδή που θεωρούμε κεκτημένα (Lazarus, 1993). 
Τα άτομα έχουν ιδιαίτερη δυσκολία να ασκήσουν έλεγχο στο συναίσθημα του θυμού (Goleman, 1995) με αποτέλεσμα να προκύπτουν αρκετά προβλήματα στην ανθρώπινη συμπεριφορά.
Από την αρχαιότητα ήδη ο Ιπποκράτης υποστήριζε ότι οι συγκινήσεις, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τα διάφορα συναισθήματα, επηρεάζουν τις ανθρώπινες σωματικές λειτουργίες. 
Ο θυμός αυξάνει τους καρδιακούς παλμούς, την αρτηριακή πίεση, τη ροή  του αίματος προς τους μύες, τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα καθώς και τις τιμές ορισμένων ορμονών. 
Πιο συγκεκριμένα, ενεργοποιείται η κορτιζόλη και άλλοι νευροδιαβιβαστές όπως για παράδειγμα η νοραδρεναλίνη. Ο θυμός εκτινάσσει την τιμή της αδρεναλίνης στο αίμα και  κάνει με αυτόν τον τρόπο το σώμα να αντιδρά λέγοντας «κίνδυνος».

Πολλές φορές μάλιστα όλος ο θυμός, η κακοκεφιά και η επιθετικότητα μπορούν να στραφούν εναντίον του εαυτού μας άλλοτε μέσω πραγματικών πράξεων αυτοτιμωρίας (αυτοτραυματισμοί, υπερβολές στο φαγητό, ναρκωτικά, ανώφελη έκθεση σε κινδύνους) και άλλοτε μέσω κρυμμένων συγκινήσεων ή συναισθημάτων (κατάθλιψη, ενοχές, ψυχοσωματικά προβλήματα). Κάθε φορά που νιώθουμε οργή ο μόνος τρόπος να γλυτώσουμε είναι να τη βγάλουμε από πάνω μας μετατρέποντάς τη σε δράση. Σε αντίθετη περίπτωση, το μόνο που θα καταφέρουμε, αργά ή γρήγορα, θα είναι να εξοργιστούμε με τον εαυτό μας (Μπουκάι, 2011:17).
Ο Robert Landy (2001), αναφέρει πως για να βρούμε την ηρεμία πρέπει να διαπραγματευτούμε με την τάση να διαταράσσουμε την ηρεμία. Για να γίνει αυτό χρειάζεται να αφήνουμε να εκφραστεί ο θυμός και να ακούμε προσεκτικά το μήνυμά του, πόσο μάλλον όταν προέρχεται από ένα μικρό παιδί που έχει την ανάγκη να «ακουστεί» με τον δικό του τρόπο. 
 Καταλυτικός παράγοντας για να μπορέσει ένα παιδί να εκφράσει και να ελέγξει τον θυμό του είναι η κατανόηση των συναισθημάτων των άλλων είτε μέσα στο πλαίσιο ενός παιχνιδιού είτε κατά τη διαδικασία συναναστροφής του με τους συνομηλίκους (Lewis & Haviland-Jones, 1993·Lewis, Haviland-Jones & Barrett, 2008).
Επομένως το συναίσθημα του θυμού όταν αξιοποιηθεί με τον κατάλληλο τρόπο μπορεί να αποτελέσει πραγματικά ένα από τα πιο λειτουργικά συναισθήματα.
Το ερώτημα που δημιουργείται εύλογα είναι τι μπορούμε εμείς, εκπαιδευτικοί και γονείς, να συμβουλέψουμε ένα παιδί να κάνει για να ελέγχει τα αρνητικά συναισθήματά του, να  εξωτερικεύει με υγιή τρόπο τον θυμό του και στη συνέχεια να είναι σε θέση να τα  διαχειριστεί όλα αυτά σωστά;
Ενδεικτικά παραθέτουμε συνοπτικά μερικούς σημαντικούς κεντρικούς άξονες που μπορούν να βοηθήσουν στη διαχείριση του θυμού των παιδιών και των εκρήξεων οργής τους (Χατζηχρήστου, 2011):
1. Συνήθως οι γονείς υιοθετώντας οι ίδιοι επιθετική συμπεριφορά (φωνές, απειλές, σωματική τιμωρία κλπ.) στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν τον θυμό των παιδιών τους δίνουν το αντίθετο πρότυπο από αυτό που προσπαθούν να επιτύχουν.
Τα παιδιά ως εκ τούτου αναπαράγουν και μιμούνται συμπεριφορές και πρότυπα αντίστοιχα με τις προσλαμβάνουσες που έχουν από το στενό τους περιβάλλον.
2. Τα παιδιά μπορούν να διαχειριστούν την ένταση που νιώθουν εκφράζοντας  τον θυμό τους λεκτικά (προφορικά ή/και γραπτά) ή μη λεκτικά (π.χ. παιχνίδι). Είναι φυσιολογικό να θυμώνει ένα παιδί και οφείλουμε να αποδεχτούμε το συναίσθημά του, όχι όμως την έκφρασή του με επιθετική μορφή.
3. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε και να δίνουμε μεγάλη βάση στο ότι τα παιδιά μπορεί να νιώθουν τόσο έντονα και μεγεθυμένα τα «δυσάρεστα» συναισθήματα και τις καταστάσεις ματαίωσης ή απογοήτευσης ώστε τα κάνουν να θυμώνουν ακόμη περισσότερο («Είμαι θυμωμένος/έξαλλος με τον εαυτό μου/κάποιον άλλο γιατί νιώθω τόσο πολύ θυμό μέσα μου και δεν ξέρω το γιατί»).
4. Σε περίπτωση που ένα παιδί εκδηλώσει αυτοκαταστροφικές ή επιθετικές μορφές συμπεριφοράς η παρέμβαση πρέπει να γίνει άμεσα και με διακριτικό τρόπο. Σκοπός είναι να λειτουργήσουμε σαν «πυροσβεστήρες» με την παρέμβαση που θα κάνουμε, αφού πρώτα θα έχουμε τονίσει στα παιδιά ότι τα αγαπάμε και ενδιαφερόμαστε ουσιαστικά γι’ αυτά προκειμένου να μην πάθουν κάτι κακό ή βλάψουν τον εαυτό τους. Σημαντικό είναι να υπογραμμίσουμε στο σημείο αυτό ότι όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές παιδιών οφείλουμε να επιδείξουμε απόλυτη ψυχραιμία όχι μόνο στη διαχείριση της κατάστασης εκείνη τη στιγμή αλλά κυρίως μετά, στον διάλογο που θα κάνουμε μαζί τους εξατομικευμένα σε κλίμα απόλυτης ηρεμίας, εμπιστοσύνης και εχεμύθειας.
Καλό θα ήταν να μην δώσουμε μεγαλύτερες διαστάσεις στο συμβάν (οποιαδήποτε μορφή αυτοκαταστροφής) γιατί αν αντιληφθεί το παιδί ότι η αυτοκαταστροφική συμπεριφορά που εκδήλωσε «κατάφερε» να φοβίσει τους ενήλικες λόγω της υψηλής επικινδυνότητάς της τότε ενδέχεται να την επαναλάβει στο μέλλον είτε με σκοπό να τραβήξει εκ νέου την προσοχή μας και να «τεστάρει» τα όριά μας είτε επειδή το βρίσκει «αστείο» ή «παιχνίδι».
5. Βοηθητικό στη διαχείριση του θυμού είναι να συναποφασίσουμε, να θεσπίσουμε και να τηρήσουμε σε συνεργασία με τα παιδιά σαφείς και ξεκάθαρους κανόνες (προφορικά ή ακόμη καλύτερα γραπτά) συνδυαστικά με τις επιβραβεύσεις ή τις τιμωρίες που συνεπάγεται αντίστοιχα η τήρηση ή η παραβίασή τους.

Βιβλιογραφία
  • Goleman, D. (1995). Emotionalintelligence.New York: Bantam Books.
  • Landy, R.J. (2001). Προσωπικότητα και Προσωπείο. (επιμ.) Στέλιος Κρασανάκης, (μτφρ.) Σοφία Γιαπιτζάκη - Κατσόγιαννου Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Lazarus, R.S. (1993). From psychological stress to emotions: A history of changing outlooks. In L. W. Porter, & M.R. Rosenweig (Eds.), Annual Review of Psychology, 44 (pp. 1-21). Palo Alto, CA: Annual Reviews
  • Lewis, M., &Haviland-Jones, J.M. (1993).Handbook of emotions. New York, NY: Guilford Press.
  • Lewis, M., Haviland-Jones, J.M., & Barrett L.F. (2008).Handbook of emotions. New York, NY: Guilford Press
  • Μπουκάι, Χ. (2011).Να σου πω μια ιστορία. (μτφρ.) Κρίτων Ηλιόπουλος. Αθήνα:opera
  • Χατζηχρήστου, Χ. (2011). Κοινωνική και συναισθηματική αγωγή στο σχολείο. Πρόγραμμα για την προαγωγή της ψυχικής υγείας και της μάθησης στη σχολική κοινότητα. Εκπαιδευτικό Υλικό II. Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση. Γ’, Δ’, Ε’, ΣΤ’ Δημοτικού. Αθήνα: Τυπωθήτω.
psychologynow.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Ορισμένοι Άνθρωποι Φέρονται με Κακία στους Άλλους

Οι άνθρωποι γενικότερα, είμαστε ιδιαιτέρως κοινωνικά όντα που έχουν ανάγκη από θετικές σχέσεις. Επομένως, μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τα κίνητρα που έχουμε για να διατηρούμε καλές σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους.

Στην πραγματικότητα, δεν θα υπήρχε καμία πιθανότητα ύπαρξης της κοινωνίας μας, αν ιστορικά οι άνθρωποι δε συνεργάζονταν και δεν τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους σε ένα μεγάλο βαθμό.
Ωστόσο, πολύ συχνά οι άνθρωποι βλάπτουν εσκεμμένα ο ένας τον άλλον. Γιατί άραγε συμβαίνει αυτό; Γιατί οι άνθρωποι θέλουν κάποιες φορές να πληγώσουν και να βλάψουν τους άλλους;
Δεκαετίες ερευνών αποδεικνύουν ότι πίσω από τη δημοφιλή πεποίθηση πως οι άνθρωποι γίνονται κακοί όταν θέλουν να αισθανθούν καλύτερα για τον εαυτό τους, κρύβεται μία μεγάλη αλήθεια.

1. Η Θετική Ιδιαιτερότητα

    Η θεωρία της «κοινωνικής ταυτότητας», υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι έχουν μια βασική ψυχολογική ανάγκη για «θετική ιδιαιτερότητα». Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι έχουν μία θετικά προσδιορισμένη ανάγκη να αισθάνονται μοναδικοί σε σχέση με τους γύρω τους. Καθώς από τη φύση τους, έχουν την τάση να σχηματίζουν ομάδες, αυτή η ανάγκη για θετική διάκριση, επεκτείνεται και στις ομάδες που ανήκουν.
    Δηλαδή, τείνουν να βλέπουν πιο ευνοϊκά τις ομάδες που ανήκουν, παρά τις ομάδες που δεν ανήκουν. Και ως εκ τούτου, έχουν την τάση να βλέπουν λιγότερο θετικά τους ανθρώπους που δεν αποτελούν μέρος μίας ομάδας σε σχέση με αυτούς που ανήκουν κάπου.
    Επίσης, αυτό είναι ιδιαίτερα πιθανό να συμβεί, όταν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των ομάδων ή όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι η ταυτότητα της ομάδας τους δοκιμάζεται ή αμφισβητείται.             Μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί για τη εξέταση αυτής της πεποίθησης, διαπιστώνουν ότι οι άνθρωποι γενικότερα εμφανίζουν ενδείξεις ευνοιοκρατίας για την ομάδα τους και επιπλέον, ενισχύεται θετικά η αυτοεκτίμηση τους και το αίσθημα της θετικότητας προς την ομάδας τους, όταν διαγράφονται άλλα μέλη από την ομάδα και θεωρούνται ως «παρείσακτα».

2. Οι Μειονεκτικές Συγκρίσεις

    Η θεωρία της «κοινωνικής σύγκρισης», υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι από τη φύση τους κάνουν συγκρίσεις με άλλους ανθρώπους και ότι αυτές οι συγκρίσεις μπορούν συχνά να μας κάνουν να αισθανόμαστε χειρότερα ή καλύτερα για τους εαυτούς μας. Καθώς, σε γενικές γραμμές προτιμάμε να αισθανόμαστε καλά, είμαστε επιρρεπείς στο να κάνουμε συγκρίσεις που θα μας επιτρέψουν να δούμε μειονεκτικά άλλους ανθρώπους.
    Επιπλέον, η έρευνα που βασίζεται σε αυτή τη θεωρία, υποστηρίζει επίσης την ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι πιο αρνητικοί απέναντι στους άλλους όταν νιώθουν ότι τους έχουν προσβάλει ή τους έχουν υποτιμήσει και ότι έτσι μπορούν να αισθάνονται καλύτερα για τον εαυτό τους και να βοηθηθούν στην αποκατάσταση της αυτοεκτίμησης τους.
    Ένα παράδειγμα αυτού, μπορεί να δοθεί σε μια μελέτη, κατά την οποία όταν είπαν στους συμμετέχοντες ότι δεν ήταν ελκυστικοί, χρησιμοποιώντας πλαστή ανατροφοδότηση, βαθμολόγησαν τους άλλους, όχι μόνο ως λιγότερο ελκυστικούς, αλλά και ως λιγότερο έξυπνους και ευγενικούς σε σύγκριση με την ανατροφοδότηση ότι ήταν ελκυστικοί. Συνοψίζοντας, όταν οι συμμετέχοντες ένιωθαν προσβεβλημένοι, ήταν πιθανότερο να υποβιβάσουν τους άλλους.

3. Η Κλασική Προβολή

    Ο Freud υποστήριξε δεκαετίες πριν, ότι οι άνθρωποι ένιωθαν καλά με τον εαυτό τους και τα ελαττώματά τους, όταν πίστευαν ότι και άλλα άτομα είχαν τα ίδια αρνητικά χαρακτηριστικά με αυτούς. Βασικά, αν υποθέσουμε ότι αισθάνεστε ανέντιμοι, τότε είναι πιο πιθανό να βλέπετε τους άλλους ανθρώπους ως επίσης ανέντιμους και αυτό σας κάνει κατά μία έννοια, να αισθάνεστε πιο έντιμοι από αυτούς.
    Υπάρχουν διάφορες μελέτες που υποστηρίζουν αυτή την ιδέα. Σε μια μελέτη, όταν είπαν σε κάποιους συμμετέχοντες ότι είχαν υψηλά επίπεδα εσωτερικού θυμού, πίστευαν ότι και τα άλλα άτομα εξέφραζαν θυμό και με αυτό τον τρόπο, ένιωθαν ότι δεν είχαν ιδιαίτερο θυμό μέσα τους.

4. Η Απειλή του «Εγώ»

Οι ψυχολόγοι έχουν ανακαλύψει ότι όταν απειλείται η αυτοεκτίμησή μας, εκδηλώνουμε αρκετή επιθετικότητα. Με άλλα λόγια, σε γενικές γραμμές, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αν οι άνθρωποι αισθάνονται καλά ή άσχημα για τον εαυτό τους. Αυτό που έχει σημασία, είναι ότι εκείνη τη στιγμή που επιτίθενται, αισθάνονται χειρότερα για τον εαυτό τους από ό,τι συνήθως.
Αυτό το πεδίο έρευνας, έχει διαπιστώσει ότι η απειλούμενη αυτοεκτίμηση συνδέεται με ένα ευρύ φάσμα αυξημένων επιθετικών συμπεριφορών. Για παράδειγμα, όταν οι άνθρωποι νιώσουν προσβεβλημένοι, σε αντίθεση με το να λαμβάνουν εκτίμηση, είναι αρκετά πιθανό να κάνουν προσβλητικά σχόλια σε κάποιο άλλο άτομο.

Συμπέρασμα

Είτε αφορά στην προώθηση των ομάδων μας είτε των εαυτών μας, έχουμε την τάση να είμαστε πιο επιθετικοί, όταν η αυτοεκτίμηση μας αμφισβητείται και όταν δεν νιώθουμε ιδιαίτερα θετικά συναισθήματα για τους εαυτούς μας.
Όταν απειλείται η αυτοεκτίμησή μας, τότε είναι πιθανό να συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με ανθρώπους που νομίζουμε ότι είναι σε χειρότερη θέση από εμάς, ώστε να βλέπουμε ότι έχουν περισσότερα αρνητικά χαρακτηριστικά από εμάς, προκειμένου να υποβαθμίσουμε τα άτομα που δεν είναι μέλη των ομάδων μας, καθώς και για να εκφράσουμε πιο άμεση επιθετικότητα προς τους ανθρώπους γενικότερα.
Η προσβολή, η υποτίμηση ή η επίκριση άλλων ανθρώπων μπορεί να δείξει πολλά περισσότερα για το πώς αισθάνεστε εσείς για τον εαυτό σας, παρά για το χαρακτήρα του άλλου προσώπου. Η ανασφάλεια για τους ίδιους μας τους εαυτούς μας, ευθύνεται σε ένα μεγάλο βαθμό για την αποτύπωση της σκληρότητας που υπάρχει σήμερα στην κοινωνία.

Πηγή: psychologytoday.com
Συγγραφέας: Nathan A. Heflick
Απόδοση – Επιμέλεια: PsychologyNow.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 13 October 2018

Γιατί το Βυζάντιο - Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ

Αδιάσπαστος κρίκος το Βυζάντιο ανάμεσα στον αρχαίο (στον ελληνιστικό κυρίως ελληνισμό) και στο σύγχρονο, η ιστορία του εξηγεί την ειδοποιό ψυχοσύνθεση των Νεοελλήνων και καθορίζει τη σχέση τους με την Ευρώπη και τα Βαλκάνια, υπαγορεύοντας, υπόγεια έστω και λάθρα, τη διαχείριση, από την πολιτεία, αλλά και από τους απλούς πολίτες, του «ένδοξου» παρελθόντος. Ξένο βέβαια τελείως το βυζαντινό επίτευγμα από την κυρίαρχη πεποίθηση ότι το Βυζάντιο αποτέλεσε ένα χιλιόχρονο θεοκρατικό σκοταδιστικό σχήμα, πλήρες από ανατολικό δεσποτισμό.
Παρεξηγημένο λοιπόν το Βυζάντιο…

Παρεξηγημένο ιδιαίτερα όταν το συγκρίνουν με το αρχαιοελληνικό μεγαλείο, έστω και αν αναγνωρίζεται έτσι η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού. Παρεξηγημένα τα πνευματικά του ενδιαφέροντα και οι διανοούμενοί του, που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν από τις εκκλησιαστικές τάξεις.
Χαρακτηριστικά θα πω εδώ ότι ενώ η αρχαιοελληνική γλώσσα έδωσε τα ονόματα των επιστημών (και ιδιαίτερα της φιλοσοφίας αλλά και του θεάτρου) καθώς και τους αντικειμένου τους σε όλες σχεδόν τις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, το Βυζάντιο κληροδότησε γλωσσικά στην Ευρώπη όρους που σχετίζονται σχεδόν όλοι με τις ιδεολογίες, με τη θρησκεία και την εκκλησιαστική πρακτική. Αναφέρω ως παράδειγμα τους όρους: ορθοδοξία, καθολικός, κοιμητήριο, αίρεση και αιρετικός, ιεραρχία και εικονοκλάστης, λέξεις που τόσο χρησιμοποιούν οι νέοι της εποχής μας, αυτοί που αρνούνται την όποια αυθεντία.

Σχολαστικισμός και λογιοτατισμός
Σχολαστικισμός, λογιοτατισμός και σκοταδισμός ταυτίζονται σχεδόν σήμερα με τον βυζαντινισμό για να περιγράψουν μια περίπλοκη σκέψη, που αποστασιοποιήθηκε από το αρχαίο ορθολογιστικό πνεύμα και από την ανθρωπιστική ενατένιση της κλασικής παιδείας· θέσεις ακραίες αυτές δηλώνουν πασιφανώς την άγνοια του βυζαντινού κατορθώματος. Λίγοι άλλωστε γνωρίζουν (ακόμη και στην Ελλάδα) τη βαθιά προσήλωση των Βυζαντινών στις ανθρωπιστικές αρχές. Ενδείκνυται νομίζω να θυμίσω εδώ, έστω και εξωθεματικά και παρενθετικά, μερικά χαρακτηριστικά στοιχεία που βεβαιώνουν την αλήθεια των λεγομένων μου.
Ενδεικτικά αναφέρω ότι η βυζαντινή νομοθεσία απαγορεύει το «μετά βασάνων εξετάζεσθαι» (είμαστε παρασάγγες μακριά από τις συνήθειες της Ιεράς Εξέτασης των Δυτικών) και ότι η περιώνυμη βυζαντινή διπλωματία είχε ως αρχή την εξυπηρέτηση της παγκόσμιας ειρήνης, σύμφωνα με τον τίτλο του «Ειρηνοποιού», τον οποίο έφερε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, αλλά και τη διατήρηση του «status quo» που εγγυόταν την Ρax Romana.
«Μολονότι είμαστε βέβαιοι για τη νίκη των όπλων μας, προτιμάμε να συνάψομε ειρήνη, γιατί πιστεύουμε ότι ο νικητής ζει κάκιστα εξαιτίας των δακρύων που χύνουν οι ηττημένοι» (οίμαι τον νενικηκότα κάκιστα ζην εξ ων δακρύουσιν έτεροι).
Αυτό υπεστήριξε ο πρέσβης του τροπαιούχου Ιουστινιανού, Ιωάννης Πατρίκιος, εμπρός στον Πέρση βασιλέα Χοσρόη. Αυτή η περί ειρήνης θεωρία και μέριμνα των Βυζαντινών καταγράφεται και στην εσωτερική πολιτική, με την άσκηση της «φιλανθρωπίας» ως της ανωτάτης αυτοκρατορικής αρετής. Αυτή άλλωστε οδήγησε τους Βυζαντινούς στην κατάργηση της έννομης δουλείας ήδη τον 12ο αιώνα. «Ο Θεός μάς αποκαλεί υιούς όλους εμάς και εμείς τολμάμε να υποβιβάζουμε τους αδελφούς μας σε τάξη δούλων», θα γράψει ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης στον Μανουήλ Κομνηνό, τον αυτοκράτορα που, καταργώντας τη δουλεία, εγγυήθηκε τις προσωπικές ελευθερίες των Βυζαντινών. Αυτός ο ανθρωπισμός τραυματίστηκε από χριστιανούς το 1204 και πλήγηκε θανάσιμα από μουσουλμάνους το 1453.
Η παγκόσμια δύναμη
Θα πω τώρα, χωρίς αυτό να φανεί παραδοξολογία, ότι νομίζω πως η καινούργια παγκόσμια δύναμη, η Αμερική, αν και έχει για πρότυπο και υπόδειγμά της, όπως λέγεται, την αρχαία Ρώμη, οφείλει την ύπαρξή της στη βυζαντινή ιστορία και στο δραματικό τέλος της. Η πρόθεσή της άλλωστε να διασώσει τις αξίες του πολιτισμένου κόσμου την κάνουν να προσεγγίζει και ιδεολογικά στο Βυζάντιο. Θα αναφέρω λοιπόν βιαστικά ότι η εγκατάσταση των μουσουλμανικών δυνάμεων (Τούρκων αλλά και Μογγόλων, Μαμελούκων κ.ά.) στην Ανατολική Μεσόγειο και στον Πόντο στέρησε και απέκλεισε τους χριστιανικούς στόλους των Δυτικών (Γενοβέζων, Βενετών κ.ά.) από τους δρόμους της Ασίας, δρόμους του μεταξιού και των μπαχαρικών, που αποτελούσαν τα πολύτιμα είδη (πρώτες ύλες) του διεθνούς τότε διαμετακομιστικού εμπορίου. Η αναζήτηση νέων οδών που θα οδηγούσαν στην Ανατολή, στις Ινδίες, παρακάμπτοντας τα μουσουλμανικά κράτη, αποτελούσε το κύριο μέλημα των χριστιανικών δυνάμεων της τότε Μεσογείου.
Ο πολυπράγμων Χριστόφορος Κολόμβος, Γενοβέζος που έζησε και στη Χίο κατά την εκεί γενοβέζικη κυριαρχία, καπετάνιος με ευρεία ναυτική εμπειρία, ασφαλώς θα γνώριζε τα Μετεωρολογικά του Αριστοτέλη, τα οποία είχε ήδη μεταφράσει ο Θωμάς Ακινάτης στα μέσα του 14ου αιώνα. Κατά τα Μετεωρολογικά, λοιπόν,
η γη είναι «σφαίρα και πάνυ μικρά»· έτσι μπορείς να φτάσεις σε όποιο σημείο της θέλεις, ξεκινώντας είτε από την ανατολή είτε από τη δύση.
Την παρατήρηση αυτή ο Αριστοτέλης την έκανε όντας στην Κύπρο, όπου διαπίστωσε, όπως γράφει, ότι οι αστερισμοί στον ουρανό της Κύπρου δεν είχαν την ίδια θέση που είχαν στον ουρανό της Ελλάδας, πράγμα που τον οδήγησε στο συμπέρασμα για τη σφαιρικότητα της γης. Το γεγονός ότι η Αμερική ονομάστηκε άλλωστε πρώτα, όπως είναι γνωστό, «Δυτική Ινδία» δείχνει, αν μη τι άλλο, την πρόθεση αυτών που την ανακάλυψαν το 1492, σαράντα δηλαδή χρόνια μετά την πτώση της Πόλης.
Ακριβώς την ίδια χρονιά οι χριστιανικότατες δυνάμεις της Ισαβέλας της Καθολικής καταλαμβάνουν τη Γρανάδα, σηματοδοτώντας την έξοδο όλων των μουσουλμάνων από τη χριστιανική Ευρώπη. Επίσης διώχνουν τους Εβραίους της Ισπανίας, στην προσπάθειά τους να επιβάλουν την πρώτη συστηματική εθνοκάθαρση που γνωρίζει η Ευρώπη. Πολλοί από τους Εβραίους αυτούς κατέφυγαν στη Μακεδονία και στη Θεσσαλονίκη, όπου οι απόγονοί τους είχαν το τραγικό τέλος που τους επεφύλαξε η «πολιτισμένη» ναζιστική Γερμανία.
Το τέλος του Μεσαίωνα
Λογικά λοιπόν το 1492 περισσότερο ίσως και από το 1453 θεωρείται το τέλος του Μεσαίωνα για όλη την Ευρώπη και η αρχή της Αναγέννησης, που παρά το καλλιτεχνικό θαύμα της Ιταλίας σημαίνει την προοδευτική εγκατάλειψη της Μεσογείου εμπρός στα λιμάνια του Ατλαντικού, λιμάνια που κατακλύζει τώρα ο χρυσός του αμερικανικού Εldorado, σηματοδοτώντας έτσι την αρχή του Νέου Κόσμου και της ιστορίας των μοντέρνων χρόνων.
Παγιδευμένο λοιπόν το Βυζάντιο ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση από το τέλος κιόλας του 11ου αιώνα (η μάχη και η συγκλονιστική ήττα στο Μαντζικέρτ το 1071 συμπίπτει με την πτώση του Μπάρι- τελευταία βυζαντινή κτήση στην Ιταλία), το πρώην παγκόσμιο Βυζάντιο ψυχορράγησε το 1204 και εξέπνευσε το 1453, παρασύροντας μαζί με την πτώση τής πρώην παγκόσμιας Νέας Ρώμης και τις δοξασίες και τις προφητείες για την αιωνιότητά της.
Μπορεί η μόνη εκτός ισλαμικής κατοχής ορθόδοξη δύναμη, η Ρωσία, να διεκδικήσει τη συνέχειά του (η Μόσχα αυτοαποκαλείται τον 16ο αιώνα με τον τίτλο της Τρίτης Ρώμης), μπορεί οι υπόδουλοι λαοί που βρέθηκαν στη σφαίρα της επιρροής ή στην επικράτεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (ιδιαίτερα βέβαια οι Έλληνες-Ρωμιοί) να τρέφονται στο εξής με ελπίδες, όπως αυτή που εκφράζει το ποντιακό τραγούδι «η Ρωμανία κι αν πέρασε, ανθεί και φέρει κι άλλο», και η πίστη για το θρύλο, τη μελλοντική δηλαδή ανάσταση του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, του τελευταίου Κωνσταντίνου, μπορεί ακόμη ένας τεράστιος σταυρός να περιμένει να αναρτηθεί κάποτε στον τρούλο της Αγιασοφιάς (λέγεται ότι βρισκόταν ως το 1917 στην Οδησσό, περιμένοντας το πλοίο που θα τον έφερνε στην απελευθερωμένη Κωνσταντινούπολη), ένα ωστόσο είναι σίγουρο, ότι η Κωνσταντινούπολη, αν και κατακτήθηκε και από τους Λατίνους το 1204 και από τους Οθωμανούς το 1453, έμεινε πάντα, παρ΄ όλα τα παθήματά της αυτά, αναφορά αίγλης και μεγαλείου.
Έτσι ο Μωάμεθ Β΄ θα προτρέψει τα στρατεύματά του να καταλάβουν την «πολυάνθρωπον και μεγάλην πόλιν, βασίλειον των πάλαι ποτέ Ρωμαίων, ες άκρον ευδαιμονίας και τύχης και δόξης ελάσασαν, κεφαλήν γεγενημένην της οικουμένης [απόδειξη αυτό του άλλοτε παγκόσμιου ρόλου της], ής το κλέος», συνεχίζει ο Μωάμεθ, «πάσαν επήλθε την οικουμένην».

Ανεπηρέαστη και αλώβητη
Είναι λοιπόν αξιοσημείωτο ότι η θέση της Κωνσταντινούπολης, όχι μόνο ως του κόσμου Βασιλεύουσας, αλλά και ως του κατεξοχήν θαυμαστού πολεοδομικού κατορθώματος του Μεσαίωνα, έμεινε ανεπηρέαστη και αλώβητη παρά τις αντιξοότητες της αυτοκρατορίας.
Η Κωνσταντινούπολη φτιάχνει αυτοκράτορες· η πρώην αρχαία Roma mobilis γίνεται στη Νέα Ρώμη Βασιλεύουσα, πάγια εστία αυτοκρατορίας και έδρα αμετακίνητη αυτοκρατόρων, Πόλις νομιμοποιούσα τις αυτοκρατορικές διεκδικήσεις: στο εξής όποιος κατέχει την Κωνσταντινούπολη είναι κύριος της αυτοκρατορίας και συμβολικά του κόσμου. Αυτό γράφει στον Μωάμεθ ο Κριτόβουλος Ιμβριώτης στην αφιερωτήρια επιγραφή της ιστορίας του, όταν τον αποκαλεί «Κύριον Γης και Θαλάσσης» μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης ή μάλλον χάρη σ΄ αυτήν.
Και γι’ αυτό οι Τούρκοι κατακτητές της θα φέρουν στο εξής ως τίτλο τους το: «Σουλτάνος, Βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ασίας, Ευρώπης και των εξής» και θα αναφέρονται (όπως ο Μωάμεθ Β΄ στο γράμμα προς τον δόγη Μοτσενίγο το 1480) στο «κράτος της κοσμοκρατορικής βασιλείας τους». Κληρονομιά λοιπόν η παγκοσμιότητα, που η εξουθενωμένη Κωνσταντινούπολη παρέδωσε ακέραια στους νέους της κυρίους (και που αυτή είχε παραλάβει από την αρχαία Ρώμη), άσχετα όμως τώρα πια από το πρόσωπο του αυτοκράτορα, από την εθνικότητα και από τη θρησκεία του.

Το ζωντανό κατόρθωμα
Η βυζαντινή κληρονομιά,το «Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο»,θα ζήσει μέσα σ΄ αυτόν τον νέο κόσμο ως η αναφορά σε έναν νέο ουμανισμό,τον ανθρωπισμό που μετουσίωσε το αρχαίο μάθημα μπολιάζοντάς το με το χριστιανισμό, αυτό το μάθημα που μετέφεραν στη Δύση οι διανοούμενοι της Κωνσταντινούπολης φεύγοντας, την πνευματική κενότητα του κατακτητή.
Η Εκκλησία θα οικειωθεί το σύμβολο του δικέφαλου αετού (όπως άλλωστε και πολλά ευρωπαϊκά κράτη: Ρωσία, Πολωνία, Αυστροουγγαρία, ως και η Αλβανία),ενώ ο πολύς λαός,υποσυνείδητα σχεδόν, θα περιμένει ακόμη (ιδιαίτερα βέβαια οι Νεοέλληνες) αυτό που «δεν χωρά ανθρώπου νους, να δει και πάλι δηλαδή, στην Πόλη ζωντανούς, τον πετρωμένο βασιλιά και τον Ακρίτη Διγενή».
Αυτή είναι ίσως για τους Νεοέλληνες η πνευματική υποθήκη της παρωχημένης πια αυτοκρατορίας του Βυζαντίου, σχετικά με αυτές που ονομάζουν «αλησμόνητες πατρίδες», αυτό το τελευταίο κατάλοιπο της Μεγάλης Ιδέας, ενός σθεναρά ριζωμένου ιδεολογήματος, στην καρδιά του μόνο Βαλκάνιου λαού που δεν ελευθέρωσε την κοιτίδα της ύπαρξής του, δηλαδή τη Βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη.
Η νεοελληνική πρωτεύουσα Αθήνα, που παρά την αρχαία της δόξα δεν ήταν στο Βυζάντιο παρά ένα ταπεινό πόλισμα, όπως γράφει στο τέλος του 12ου αιώνα ο μητροπολίτης Μιχαήλ Χωνιάτης (ο κακώς λεγόμενος Ακομινάτος), εκδικήθηκε την Κωνσταντινούπολη, που για να υπογραμμίσει το κλέος της ονομάστηκε Νέα Ρώμη, Νέα Ιερουσαλήμ, Νέα Σιών, αλλά ουδέποτε «Νέαι Αθήναι», επωνυμία που ήταν καταδικαστέα λόγω του ειδωλολατρικού μεγαλείου της αρχαίας Αθήνας.
Ψυχαναλυτικά σχεδόν η νεοελληνική παράδοση και παιδεία, με την Αθήνα ως αναφορά, αγκιστρώθηκαν στο μεγαλείο της αρχαιότητας, αυτό το παγκόσμια πια αναγνωρισμένο,παραγνωρίζοντας όμως και αγνοώντας ολότελα σχεδόν το έργο του χιλιόχρονου και «ένδοξου», όπως έγραψε ο Καβάφης, βυζαντινισμού. Μένει όμως το βυζαντινό κατόρθωμα ζωντανό σαν θεμέλιο της εθνικής ταυτότητας κάθε Βαλκάνιου, αλλά και σαν ξύπνημα και προσήλωση στις αρχές που στηρίζουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό ως τα σήμερα. Εννοώ τη χριστιανοσύνη, τη ρωμιοσύνη και την ελληνοσύνη, που αναδεικνύουν ως πρώτη ευρωπαϊκή αυτοκρατορία την αυτοκρατορία του ελληνισμού των μέσων χρόνων.
Διοίκηση ρωμαϊκής έμπνευσης, θρησκεία και εκκλησία χριστιανική, και ελληνόφωνη, ελληνοπρεπής πνευματική κίνηση και διανόηση είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Βυζαντίου· και αυτό ήδη από την αυγή της ύπαρξής του.
Από αυτήν την άποψη το Βυζάντιο είναι, όχι μόνο μια βέβαιη ευρωπαϊκή πολιτική ενότητα, αλλά σίγουρα η πρώτη ιστορικά ευρωπαϊκή αυτοκρατορία, σύμφωνα αυτό με τον πάντα επίκαιρο ορισμό του Ρaul Valéry για τον Ευρωπαίο. Τον μεταφέρω συνοπτικά εδώ:
Είναι λοιπόν Ευρωπαίος, κατά τον Valéry, αυτός που υπέστη την επίδραση της ελληνικής ορθολογικής σκέψης,που γνώρισε την εμβέλεια των ρωμαϊκών διοικητικών θεσμών και που ζει σύμφωνα με την ιουδαϊκοχριστιανική πνευματικότητα. Κατά τον Valéry, Ευρώπη είναι εκεί όπου τα ονόματα του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Κικέρωνα, του Μωυσή και του Παύλου έχουν σημασία και βαρύτητα.
Αυτά σε κείμενο γραμμένο το 1922, πολύ δηλαδή προτού γίνει λόγος για Ευρωπαϊκή Κοινότητα και Ευρωπαϊκή Ένωση, θεσμοί που έχουν κάποτε την ανιστόρητη τάση να θεωρήσουν αρχή της Ευρώπης την καρλομαγνική πολιτεία της Δύσης. Και αυτό γιατί ξέχασαν οι Δυτικοευρωπαίοι ότι το πνεύμα ταξιδεύει και μεταλαμπαδεύει το ζωογόνο μήνυμά του. Η Κωνσταντινούπολη είναι ο μακροχρόνιος σταθμός του, μετά την Αλεξάνδρεια και πριν τη Βενετία.
Χάρη στις διάφορες αναγεννήσεις που γνώρισε το χιλιόχρονο Βυζάντιο (του Φώτιου και των Μακεδόνων, των Κομνηνών και των Παλαιολόγων) διέσωσε τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που οι διανοούμενοί του διέδωσαν στη Δύση. Στα κείμενα αυτά στηρίχθηκε το πνευματικό ξύπνημα της Ευρώπης· άσχετο τώρα αν για λόγους ξένους από την ιστορική αλήθεια,το κατόρθωμα αυτό το καρπούνται οι Άραβες κυρίως της Ισπανίας. Αλλη μια απόδειξη αυτό της παρεξήγησης που βαρύνει το Βυζάντιο, με επακόλουθο την αθέμιτη, αλλά επίμονη προσπάθεια για εξοβελισμό του από την ιστορία της Ευρώπης. Η περιπέτεια του υπό ίδρυση Μουσείου της Ευρώπης μαρτυρεί την αλήθεια των λεγομένων του.
Καθήκον των μελετητών της πρώτης ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας να αποκαταστήσουν την αξία των βυζαντινών κατορθωμάτων, πολιτικών και πολιτισμικών, στη θέση που τους ανήκει και τους πρέπει. Αυτό και μόνο αποτελεί απλή απόδοση ιστορικής δικαιοσύνης
ELENH-GLYKATZH-ARBELER
Ελένη Γλυκατζή Αρβελέρ –Απόσπασμα από το βιβλίο “Γιατί το Βυζάντιο”
Πηγή: cityportal
Αντικλείδι , antikleidi.com
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Η παρακμή του παιχνιδιού και η σχέση της
με την άνοδο των ψυχικών διαταραχών στα παιδιά

Τα παιδιά και οι νέοι περισσότερο από κάθε άλλη εποχή σήμερα, παρουσιάζουν αυξανόμενα ποσοστά κατάθλιψης και άγχους, παρά την κοινωνική ευημερία. Μήπως κάνουμε κάτι λάθος;
Τα ποσοστά της κατάθλιψης και του άγχους μεταξύ των παιδιών και των νέων στο δυτικό πολιτισμό, αυξάνονται σταθερά τα τελευταία 50-70 χρόνια. 
Σήμερα, σε σύγκριση με μισό αιώνα πριν και σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, πέντε έως οκτώ φορές περισσότεροι φοιτητές και μαθητές γυμνασίου, πληρούν τα κριτήρια για τη διάγνωση της μείζονος κατάθλιψης και / ή της αγχώδους διαταραχής. Αυτή η αυξημένη ψυχοπαθολογία δεν είναι το αποτέλεσμα των αλλαγών των διαγνωστικών κριτηρίων αλλά παραμένει ακόμα και όταν οι μετρήσεις και τα κριτήρια είναι σταθερά.

Η πιο πρόσφατη απόδειξη για την απότομη διαγενεακή άνοδο της κατάθλιψης, του άγχους και άλλων ψυχικών διαταραχών, προέρχεται από μια μελέτη που μόλις κυκλοφόρησε από το Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο[1]. 
Η Twenge, βασική συγγραφέας της έρευνας και οι συνάδελφοί της, αξιοποιήσαν τα δεδομένα από τη χορήγηση του Πολυφασικού Ερωτηματολογίου Προσωπικότητας της Μιννεσότα - MMPI (ερωτηματολόγιο που χρησιμοποιείται για να αξιολογήσει ένα εύρος ψυχικών διαταραχών), το οποίο έχει δοθεί σε μεγάλα δείγματα φοιτητών σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1938 και της έκδοσης MMPI-A που χρησιμοποιείται στους νεότερους εφήβους και έχει δοθεί σε δείγματα των μαθητών του λυκείου από το 1951. Τα αποτελέσματα αυτά συμφωνούν με άλλες μελέτες, χρησιμοποιώντας μια ποικιλία δεικτών, που δείχνουν επίσης δραματικές αυξήσεις στο άγχος και την κατάθλιψη στα παιδιά καθώς και τους εφήβους και τους νέους ενήλικες κατά τα τελευταία πέντε ή περισσότερα χρόνια.

Θα θέλαμε να σκεφτούμε την ιστορία ως μία προοδευτική διαδικασία, αλλά εάν η πρόοδος μετράται από την ψυχική υγεία και την ευτυχία των νέων ανθρώπων, τότε πηγαίνουμε προς τα πίσω, τουλάχιστον στις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Το ερώτημα που θέλω να θίξω εδώ, είναι γιατί συμβαίνει αυτό.

Η αυξημένη ψυχοπαθολογία φαίνεται να μην έχει σχέση με ρεαλιστικούς κινδύνους και αβεβαιότητες στον ευρύτερο κόσμο. Οι αλλαγές στην ψυχοπαθολογία δεν συσχετίζονται τόσο με οικονομικούς κύκλους, πολέμους ή οποιαδήποτε από τα άλλα είδη των παγκόσμιων γεγονότων τα οποία οι άνθρωποι συχνά υποστηρίζουν ότι επηρεάζουν τις νοητικές καταστάσεις των παιδιών. Τα ποσοστά άγχους και κατάθλιψης στα παιδιά και τους εφήβους, ήταν πολύ χαμηλότερα κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, του Ψυχρού Πολέμου και της ταραχώδους δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του '70, απ' ό,τι είναι σήμερα. 
Οι αλλαγές φαίνεται να έχουν να κάνουν πολύ περισσότερο με τον τρόπο που οι νέοι βλέπουν τον κόσμο, από ό,τι με τον τρόπο που ο κόσμος πραγματικά είναι.
 
Οι νέοι έχουν μειωμένη αίσθηση του προσωπικού ελέγχου απέναντι στη μοίρα τους
Ένα πράγμα που γνωρίζουμε για το άγχος και την κατάθλιψη είναι ότι συσχετίζονται σημαντικά με την αίσθηση του ελέγχου ή της έλλειψης ελέγχου των ανθρώπων επί τη δικής τους ζωής. Οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι είναι υπεύθυνοι για τη μοίρα τους, είναι λιγότερο πιθανό να έχουν άγχος ή κατάθλιψη από εκείνους που πιστεύουν ότι είναι θύματα των περιστάσεων πέρα ​​από τον έλεγχό τους.

Ίσως σκεφτείτε ότι η αίσθηση του προσωπικού ελέγχου θα ήταν αυξημένη κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών. Η πραγματική πρόοδος έχει σημειωθεί στην ικανότητά μας για την πρόληψη και τη θεραπεία ασθενειών˙ οι παλιές προκαταλήψεις που περιόριζαν τις επιλογές των ανθρώπων λόγω της φυλής, του φύλου ή του γενετήσιου προσανατολισμού έχουν μειωθεί και ο μέσος άνθρωπος είναι πλουσιότερος από ό, τι στο παρελθόν. Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι η πίστη των νέων στον έλεγχο επί του δικού τους πεπρωμένου, έχει μειωθεί κατακόρυφα κατά τη διάρκεια των δεκαετιών.

Η πρότυπη μέτρηση της αίσθησης του ελέγχου είναι ένα ερωτηματολόγιο που αναπτύχθηκε από τον Julien Rotter στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και ονομάζεται Εσωτερική-Εξωτερική Κλίμακα Πηγής Ελέγχου. Το ερωτηματολόγιο αποτελείται από 23 ζεύγη δηλώσεων. Η μια δήλωση σε κάθε ζεύγος αντιπροσωπεύει την πίστη σε μια εσωτερική πηγή ελέγχου (έλεγχος από το άτομο) και η άλλη αντιπροσωπεύει την πίστη σε μια εξωτερική πηγή ελέγχου (έλεγχος από τις περιστάσεις έξω από το άτομο). Το πρόσωπο που κάνει το τεστ πρέπει να αποφασίσει ποια δήλωση σε κάθε ζεύγος είναι πιο αληθινή. Ένα ζεύγος δηλώσεων, για παράδειγμα, είναι το ακόλουθο:

Α) Έχω διαπιστώσει ότι αυτό που πρόκειται να συμβεί, θα συμβεί.

Β) Η εμπιστοσύνη στην μοίρα, δεν έχει αποδειχθεί καλή επιλογή για μένα, όπως να πάρω μια απόφασης για να ακολουθήσω μια συγκεκριμένη πορεία.

Σε αυτήν την περίπτωση, η επιλογή (α) αντιπροσωπεύει μία εξωτερική πηγή ελέγχου και η (β) αντιπροσωπεύει μία εσωτερική πηγή ελέγχου.

Πολλές μελέτες κατά τη διάρκεια των ετών έχουν δείξει ότι οι άνθρωποι που έχουν αυξημένες μετρήσεις προς την εσωτερική πηγή ελέγχου της κλίμακας Rotter, τα πάνε καλύτερα στη ζωή από ό,τι εκείνοι που κλίνουν προς την εξωτερική πηγή ελέγχου. [2] Έτσι, είναι πιο πιθανό να βρουν τις καλές θέσεις εργασίας που θέλουν, να φροντίζουν για την υγεία τους και να παίζουν ενεργό ρόλο στην κοινότητές τους και είναι λιγότερο πιθανό να έχουν άγχος ή κατάθλιψη.

Σε μια ερευνητική μελέτη που δημοσιεύθηκε πριν από λίγα χρόνια, η Twenge και οι συνεργάτες της ανέλυσαν τα αποτελέσματα πολλών προηγούμενων μελετών που χρησιμοποίησαν την Κλίμακα Rotter με νέους από το 1960 έως το 2002. [3] Διαπίστωσαν ότι κατά την περίοδο αυτή οι μέσες μετρήσεις για παιδιά ηλικίας 9 έως 14 ετών καθώς και για τους φοιτητές, μετατοπίστηκαν δραματικά μακριά από την εσωτερική πηγή ελέγχου προς την άκρη του εξωτερικού ελέγχου της κλίμακας. Στην πραγματικότητα, η μετατόπιση ήταν τόσο μεγάλη, ώστε το μέσο νεαρό άτομο το 2002 έκλινε περισσότερο στην εξωτερική πηγή ελέγχου από ό,τι το 80% των νέων στη δεκαετία του 1960. Η αύξηση της εξωτερικότητας στην κλίμακα Rotter κατά την περίοδο των 42 ετών, έδειξε την ίδια γραμμική τάση όπως και η αύξηση της κατάθλιψης και του άγχους.

Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η άνοδος στην εξωτερική πηγή ελέγχου (με ταυτόχρονη μείωση της εσωτερικής πηγής ελέγχου) σχετίζεται αιτιολογικά με την αύξηση του άγχους και της κατάθλιψης. Όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι έχουν ελάχιστο ή καθόλου έλεγχο πάνω στην τύχη τους, γίνονται ανήσυχοι: «Κάτι τρομερό μπορεί να συμβεί σε μένα ανά πάσα στιγμή και δεν θα μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό». Όταν το άγχος και η αίσθηση της αδυναμίας γίνονται πάρα πολύ έντονα, οι άνθρωποι γίνονται καταθλιπτικοί: «Δεν υπάρχει κανένα νόημα να προσπαθήσω, είμαι καταδικασμένος».
Στροφή προς τους εξωγενείς στόχους, μακριά από εσωτερικούς στόχους

Η θεωρία της Twenge είναι ότι οι διαγενεακές αυξήσεις άγχους και κατάθλιψης σχετίζονται με μια μετατόπιση από τους «εσωτερικούς» στόχους σε «εξωγενείς». [1] Οι εσωτερικοί στόχοι είναι αυτοί που αφορούν στην ανάπτυξη του ανθρώπου ως πρόσωπο, όπως να καταστήσει τον εαυτό του υπεύθυνο για τις επιλογές του και να αναπτύξει μία ουσιαστική φιλοσοφία στη ζωή. Οι εξωγενείς στόχοι, από την άλλη πλευρά, είναι εκείνοι που έχουν να κάνουν με υλικές ανταμοιβές και τις κρίσεις των άλλων ανθρώπων. Περιλαμβάνουν τους στόχους των υψηλών εισοδημάτων, το κοινωνικό προφίλ και την όμορφη εμφάνιση.

Η Twenge παραθέτει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι νέοι σήμερα είναι, κατά μέσο όρο, περισσότερο προσανατολισμένοι προς τους εξωγενείς στόχους και λιγότερο προσανατολισμένοι προς τους εσωτερικούς στόχους από ό,τι ήταν στο παρελθόν. Για παράδειγμα, μια ετήσια δημοσκόπηση σε πρωτοετείς φοιτητές δείχνει ότι, οι περισσότεροι φοιτητές σήμερα υποστηρίζουν ως πιο σημαντικό για αυτούς να «είναι εύποροι οικονομικά» από ό,τι «να αναπτύξουν μια ουσιαστική φιλοσοφία στη ζωή». Το αντίστροφο συνέβαινε στη δεκαετία του 1960 και του 1970. [4]

Η στροφή προς τους εξωγενείς στόχους θα μπορούσε κάλλιστα να σχετίζεται αιτιολογικά με τη στροφή προς μια εξωτερική πηγή ελέγχου. Έχουμε πολύ λιγότερο προσωπικό έλεγχο πάνω στην επίτευξη των εξωγενών στόχων από ό,τι των εσωτερικών. Μπορώ, μέσα από την προσωπική προσπάθεια, να βελτιώσω αρκετά τις ικανότητές μου, αλλά αυτό δεν εγγυάται ότι θα γίνω πλούσιος. Μπορώ, μέσα από πνευματικές πρακτικές ή φιλοσοφικές αναζητήσεις, να βρω τη δική μου αίσθηση του νοήματος στη ζωή, αλλά αυτό δεν εγγυάται ότι οι άνθρωποι θα με βρουν πιο ελκυστικό ή θα με επαινέσουν. Στο βαθμό που η συναισθηματική μου αίσθηση ικανοποίησης προέρχεται από την πρόοδο προς τους εσωτερικούς στόχους μπορώ να ελέγξω τη συναισθηματική ευημερία μου. Στο βαθμό που η ικανοποίηση μου προέρχεται από τις αποφάσεις και τις ανταμοιβές των άλλων, έχω πολύ λιγότερο έλεγχο πάνω στη συναισθηματική μου κατάσταση.

Η Twenge προτείνει ότι η μετατόπιση από εσωτερικούς σε εξωγενείς στόχους αντιπροσωπεύει μια γενική στροφή προς μια κουλτούρα του υλισμού, που μεταδίδεται μέσω της τηλεόρασης και άλλων μέσων μαζικής ενημέρωσης. Οι νέοι άνθρωποι εκτίθενται από τη γέννηση τους στις διαφημίσεις και τα άλλα μηνύματα που υποστηρίζουν ότι η ευτυχία εξαρτάται από την καλή εμφάνιση, την δημοσιότητα και τα υλικά αγαθά. Η εικασία μου είναι ότι η Twenge είναι τουλάχιστον εν μέρει σωστή για αυτό, αλλά εγώ θα προτείνω μια περαιτέρω αιτία, η οποία νομίζω ότι είναι ακόμη πιο σημαντική και βασική: Η υπόθεσή μου είναι ότι η διαγενεακή αύξηση προς την εξωτερικότητα, των εξωγενών στόχων, του άγχους και της κατάθλιψης προκαλούνται όλα σε μεγάλο βαθμό από τη μείωση, κατά την ίδια περίοδο, των ευκαιριών για ελεύθερο παιχνίδι και της αύξησης του χρόνου και του βάρους που δίνεται στην εκπαίδευση.
Πώς η μείωση του ελεύθερου παιχνιδιού έχει συμβάλει στην ύφεση της αίσθησης του ελέγχου και των εσωτερικών στόχων και στην άνοδο του άγχους και της κατάθλιψης

Η ελευθερία των παιδιών να παίξουν και να εξερευνήσουν από μόνα τους, ανεξάρτητα από την άμεση καθοδήγηση και την κατεύθυνση των ενηλίκων, έχει μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. 
Το ελεύθερο παιχνίδι και η εξερεύνηση είναι, ιστορικά, ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά μαθαίνουν να λύνουν τα προβλήματά τους, να ελέγχουν τις ζωές τους, να αναπτύσσουν τα δικά τους συμφέροντα και να γίνουν υπεύθυνα για την επιδίωξη των δικών τους συμφερόντων. Στην πραγματικότητα, το παιχνίδι, εξ ορισμού, είναι δραστηριότητα που ελέγχεται και διευθύνεται από τους παίκτες και το παιχνίδι, εξ ορισμού, απευθύνεται προς τους εσωτερικούς και όχι τους εξωγενείς στόχους.

Στερώντας από τα παιδιά τις ευκαιρίες να παίξουν μόνα τους, μακριά από την άμεση εποπτεία και τον έλεγχο των ενηλίκων, τους στερούμε τις ευκαιρίες για να μάθουν πώς να παίρνουν τον έλεγχο της δικής τους ζωής.

Μπορεί να νομίζουμε ότι τα προστατεύουμε, αλλά στην πραγματικότητα μειώνουμε τη χαρά τους, μειώνοντας την αίσθηση του αυτο-ελέγχου, εμποδίζοντάς τα να ανακαλύψουν και να εξερευνήσουν πιθανότητες που θα τους ικανοποιούσαν και αυξάνοντας τις πιθανότητες να υποφέρουν από άγχος, κατάθλιψη και άλλες διαταραχές.
Πώς η καταναγκαστική εκπαίδευση στερεί από τους νέους τον προσωπικό ελέγχο και τους κατευθύνει προς τους εξωγενείς στόχους, προωθώντας το άγχος και την κατάθλιψη.
Κατά την διάρκεια του ίδιου μισού αιώνα ή περισσότερο, όταν και το ελεύθερο παιχνίδι έχει μειωθεί, αυξάνονται συνεχώς οι ώρες του σχολείου και οι σχολικές δραστηριότητες (όπως τα μαθήματα εκτός σχολείου και τα σπορ που ελέγχονται από τους ενήλικες). Τα παιδιά σήμερα ξοδεύουν περισσότερες ώρες την ημέρα, ημέρες το χρόνο και χρόνια της ζωής τους στο σχολείο από ό,τι ποτέ πριν. Δίνεται περισσότερο βάρος από ποτέ στις εξετάσεις και στους βαθμούς. Έξω από το σχολείο, τα παιδιά περνούν περισσότερο χρόνο από ποτέ σε περιβάλλοντα στα οποία κατευθύνονται, προστατεύονται, τροφοδοτούνται, κατατάσονται, κρίνονται και επιβραβεύονται από τους ενήλικες. Σε όλα αυτά τα περιβάλλοντα οι ενήλικες έχουν τον έλεγχο, όχι τα παιδιά.

Στο σχολείο, τα παιδιά μαθαίνουν γρήγορα ότι δεν υπολογίζονται οι δικές τους επιλογές δραστηριοτήτων και οι δικές τους υπεύθυνες αποφάσεις. Αυτό που έχει σημασία είναι οι επιλογές και οι αποφάσεις των καθηγητών. 
Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι εντελώς προβλέψιμοι: μπορεί οι μαθητές να μελετούν σκληρά αλλά να πάρουν ένα άσχημο βαθμό επειδή δεν καταλάβαν τι ακριβώς ο ήθελε δάσκαλος να διαβάσουν ή δεν μάντεψαν σωστά τι ερωτήσεις θα έκανε. Στα μυαλά της μεγάλης πλειοψηφίας των μαθητών, ο στόχος δεν είναι η επάρκεια, αλλά οι καλοί βαθμοί. Με δεδομένη την επιλογή μεταξύ της πραγματικής μάθησης ενός θέματος και της αριστείας, η μεγάλη πλειοψηφία των μαθητών, χωρίς δισταγμό, θα επιλέξει το τελευταίο.

Αυτό είναι αλήθεια σε κάθε στάδιο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, τουλάχιστον μέχρι το επίπεδο των μεταπτυχιακών σπουδών. Αυτό δεν είναι σφάλμα των φοιτητών, αλλά δικό μας λάθος. Το έχουμε δημιουργήσει με αυτόν τον τρόπο. Το σύστημα του συνεχούς ελέγχου και της αξιολόγησης στο σχολείο, η οποία γίνεται όλο και πιο έντονη με κάθε χρόνο που περνάει, είναι ένα σύστημα που αντικαθιστά πολύ καθαρά τις εξωγενείς ανταμοιβές και τους στόχους για τους αντίστοιχους εσωτερικούς. Είναι σχεδόν σχεδιασμένο για να παράγει άγχος και κατάθλιψη. [5]

Το σχολείο είναι επίσης ένα μέρος όπου τα παιδιά έχουν ελάχιστη επιλογή σχετικά με ποια πρόσωπα μπορούν να σχετιστούν. Καθοδηγούνται να βρίσκονται σε χώρους που είναι γεμάτοι με άλλα παιδιά που δεν επέλεξαν και πρέπει να περάσουν ένα μεγάλο μέρος της κάθε σχολικής ημέρας εκεί. Στο ελεύθερο παιχνίδι, τα παιδιά που αισθάνονται παρενόχληση ή εκφοβισμό μπορούν να φύγουν και να βρούν άλλη ομάδα που είναι πιο συμβατή, όμως στο σχολείο δεν μπορούν. Αν οι νταήδες είναι άλλοι μαθητές ή καθηγητές (που είναι πάρα πολύ κοινό), το παιδί δεν έχει συνήθως καμία επιλογή παρά να αντιμετωπίζει καθημερινά τα εν λόγω πρόσωπα.

Τα αποτελέσματα είναι μερικές φορές καταστροφικά.
Πριν από μερικά χρόνια, ερευνητές διεξήγαγαν μια μελέτη για να μετρήσουν την ευτυχία και τη δυστυχία σε μαθητές των δημόσιων σχολείων [6]. Κάθε ένας από τους 828 συμμετέχοντες, προερχόμενοι από 33 διαφορετικά σχολεία σε 12 διαφορετικές κοινότητες σε ολόκληρη τη χώρα, φορούσε ένα ειδικό ρολόι για μια εβδομάδα, προγραμματισμένο να ειδοποιεί μέσω ενός σήματος σε τυχαίες χρονικές στιγμές από τις 07.30 το πρωί ως τις 22:30. Κάθε φορά που το σήμα ακουγόταν οι συμμετέχοντες συμπλήρωναν ένα ερωτηματολόγιο δείχνοντας πού ήταν, τι έκαναν, και πόσο ευτυχισμένοι ή δυστυχισμένοι ήταν εκείνη τη στιγμή.

Τα χαμηλότερα επίπεδα της ευτυχίας, με μεγάλη διαφορά (και αυτό δεν είναι έκπληξη) παρουσιάστηκαν όταν τα παιδιά ήταν στο σχολείο και τα υψηλότερα επίπεδα σημειώθηκαν όταν ήταν έξω από το σχολείο και συνομιλούσαν ή έπαιζαν με τους φίλους τους. Ο χρόνος που δαπανούσαν με τους γονείς παρουσιάστηκε στο μέσο του διαστήματος. Ο μέσος όρος της ευτυχίας αυξανόταν τα Σαββατοκύριακα, αλλά στη συνέχεια έπεφτε αργά την Κυριακή το απόγευμα μέχρι το βράδυ, εν αναμονή της ερχόμενης εβδομάδας.

Ως κοινωνία έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά πρέπει να περάσουν ένα μεγάλο διάστημα του χρόνου τους στο ίδιο περιβάλλον, στο οποίο δεν θέλουν να βρίσκονται. Το κόστος αυτής της πεποίθησης, όπως μετράται από την ευτυχία και την ψυχική υγεία των παιδιών μας, είναι τεράστιο.

Είναι ώρα να επανεξετάσουμε την εκπαίδευση.
Υπάρχει ένας άλλος τρόπος


Όποιος κοιτάζει με ειλικρίνεια τις εμπειρίες των μαθητών στο δημοκρατικό μοντέλο του σχολείου Sudbury, όπου επικρατεί η ελευθερία, το παιχνίδι και η αυτο-κατευθυνόμενη εξερεύνηση, ξέρει ότι υπάρχει και άλλος τρόπος. 
Δεν χρειάζεται να τρελαίνουμε τα παιδιά για να εκπαιδευθούν. 
Οι νέοι εκπαιδεύουν τους εαυτούς τους έχοντας ελευθερία και ευκαιρίες, χωρίς καταναγκασμό. Και το κάνουν με χαρά και κατά τη διαδικασία αυτή αναπτύσουν εσωτερικές αξίες, προσωπικό αυτο-έλεγχο και συναισθηματική ευεξία. Ίσως έφτασε η ώρα για την κοινωνία να αντικρίσει ειλικρινά την κατάσταση.

Βιβλιογραφία
Twenge, J., et al., (2010). Birth cohort increases in psychopathology among young Americans, 1938-2007: A cross-temporal meta-analysis of the MMPI. In press, Clinical Psychology Review 30, 145-154.
For references, see Twenge et al. (2004).
Twenge, J. et al. (2004). Its beyond my control: A cross-temporal meta-analysis of increasing externality in locus of control, 1960-2002. Personality and Social Psychology Review, 8, 308-319.
Pryor, J. H., et al. (2007). The American freshman: Forty-year trends, 1966-2006. Los Angeles: Higher Education Research Institute.
Consistent with this claim is evidence that the more academically competitive the school, the greater is the incidence of student depression. Herman, K. C., et al. (2009). Childhood depression: Rethinking the role of school. Psychology in the Schools, 46, 433-446.
Csikszentmihalyi, M., & Hunter, J. (2003). Happiness in everyday life: The uses of experience sampling. Journal of Happiness Studies, 4, 185-199.

Πηγή: psychologytoday.com
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki