Thursday, 27 December 2018

Ό,τι κι αν είσαι, δεν μπορείς παρά να υποκλιθείς στο μεγαλείο του Στέφανου.

Ό,τι κι αν είσαι, χριστιανός, "άθεος", μουσουλμάνος, ινδουιστής, τεχνοκράτης, φιλόσοφος, ότι κι αν είσαι, δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις την θυσία του Στέφανου.

Από όποια πλευρά και να το δεις,
από τη χριστιανική πλευρά να τον δεις, ως τον άνθρωπο που θυσιάστηκε για την πίστη του στο Χριστό,
από την πλευρά του ελεύθερου πολίτη να τον δεις, ως τον άνθρωπο που θυσιάστηκε για τα δικαιώματα του λαού,
από την πλευρά του δημοκράτη, του αριστερού, του φιλόσοφου, δεν μπορείς παρά να δεις τον άνθρωπο που θυσιάστηκε για την ελευθερία του λόγου, την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών,
δεν μπορείς παρά να υποκλιθείς στο μεγαλείο του Στέφανου.
Ο Στέφανος, εξελέγη από το λαό ως διάκονος, ως υπηρέτης του και αγγελιοφόρος στην υπηρεσία των φτωχών, των πεινασμένων, των ανθρώπων που συμμετείχαν στις Αγάπες, στα συσσίτια των πρώτων χριστιανών.
Και ο Στέφανος χειροτονήθηκε και ευλογήθηκε από του μαθητές του Χριστού για το χρίσμα του.

Ο Στέφανος, γνώρισε τον Χριστό, τον άκουσε, τον είδε, τον πίστεψε και ενστερνίσθηκε τον Λόγο Του και τον υπερασπίστηκε με τη ζωή του.
Ένας από τους επτά διακόνους ο Στέφανος, ακούραστος υπηρέτης του λαού, τροφοδότης τροφής και ζωής. Παράλληλα με τα πρακτικά καθήκοντά του, διακήρυττε και τον Λόγο του Κυρίου του σε κάθε ευκαιρία. 
Ο Στέφανος διακήρυττε την Αγάπη, την αγάπη προς τον πλησίον και την διακήρυττε λόγω και έργω και στηλίτευε τους πλεονέκτες, τους άδικους, τους κακοπροαίρετους.

Η εξουσία, δεν άργησε να πάρει θέση. Οι Γραμματείς, οι Φαρισαίοι, οι Σαδδουκαίοι,  το ιερατείο της καθεστηκυίας τάξης διεμήνυσε στον διάκονο: Σταμάτα αμέσως αυτά, αλλιώς θα βρεις τον μπελά σου.

Ο Στέφανος, όχι μόνο δεν σταμάτησε, αλλά συνέχισε με μεγαλύτερη ζέση να υποστηρίζει, αυτά που πίστευε, την Πίστη του, τις Ιδέες του, τον Λόγο του Χριστού.

Ο ελάχιστος Στέφανος ήρθε σε ρήξη με την πανίσχυρη εξουσία.
Κλήθηκε στη συναγωγή. Όλοι οι πανίσχυροι απέναντί στον ταπεινό Στέφανο. 
Ένας διάκονος απέναντι στους αρχιερείς, τους προύχοντες, στους προεστούς που είχαν δικαίωμα ζωής και θανάτου.

Ο Στέφανος είχε την ευκαιρία να ανακαλέσει, αλλά δεν το έκανε.
Τον κατηγόρησαν, ότι θέλει να καταλύσει τον Νόμο του Μωυσή και να εισάγει «καινά δαιμόνια».

Και ο Στέφανος μίλησε και απολογήθηκε, χωρίς φόβο, με Πάθος.
Είναι η περίφημη Απολογία του Στέφανου, του Εστεμμένου.
Τους είπε όλη τη διαδρομή της ιστορίας του λαού τους, από τον Αβραάμ μέχρι τον Χριστό. Τους απέδειξε ο,τι ο Χριστός είναι ο Μεσσίας.

Οι αρχιερείς, ανήμποροι να τον αντιμετωπίσουν, τον οδήγησαν έξω από τον Ναό και ετοιμάστηκαν. Πήραν πέτρες για να του ρίξουν.
Ο Στέφανος είχε την ευκαιρία να ανακαλέσει, αλλά δεν το έκανε.

Οι πέτρες άρχισαν πέφτουν επάνω στον Στέφανο. Άρχισε να ματώνει και να πονά.
Ο Στέφανος είχε την ευκαιρία να ανακαλέσει, αλλά δεν το έκανε.

Ο λιθοβολισμός, είναι ο χειρότερος τρόπος θανάτωσης, εξαιρετικά επώδυνος και μακράς διάρκειας. Ο Στέφανος πέθαινε με κάθε πέτρα που τον χτύπαγε.
Ο Στέφανος είχε την ευκαιρία να ανακαλέσει, αλλά δεν το έκανε.

Μια κουβέντα είπε μόνον:
«Κύριε, μὴ στήσης αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην»

Ο Στέφανος μαρτύρησε, τρία χρόνια μετά τη Σταύρωση του Χριστού, μετά τον Στέφανο εκατομμύρια πιστών μαρτύρησαν. Άμα θανατώνεσαι, κι έχουν προηγηθεί χιλιάδες, έχεις μια παρηγοριά, μια υπερηφάνεια ότι κι εσύ θυσιάστηκες.
Αλλά ο Στέφανος, δεν είχε κανέναν πριν, επέλεξε Πρώτος να θυσιαστεί, ακολουθώντας το παράδειγμα του Δασκάλου του.
Θυσιάστηκε για την Πίστη του, τις ιδέες του, την Ελευθερία του Ανθρώπου και νίκησε.

Είναι ο Άγιος Στέφανος, ο Αρχιδιάκονος μας, ο Πρωτομάρτυρας, είναι τιμή για όλη την ανθρωπότητα, πιστούς και μη.

Το χαμομηλάκι

Wednesday, 26 December 2018

Τα Χριστούγεννα του Ισμαήλ

-Τι έγινε σε πήρε ο ύπνος; Του είπε και τον σκούντηξε ελαφρά.
- Με τόση κούραση τι περιμένεις συμπλήρωσε αυτός που στεκόταν δεξιά του.
- Όχι ,όχι δεν κοιμόμουν. Έβλεπα ένα όραμα.
- Όνειρο.
- Όχι όραμα, επέμενε εκείνος. Έβλεπα πως έμπαινα σε μια πόλη με έναν άντρα ντυμένο στα λευκά. Ο κόσμος γύρω του τον επευφημούσε κρατώντας φοίνικες και βάγια. Ξαφνικά η εικόνα χάθηκε και ήταν σαν να κοίταζα από μακριά τον ίδιο άντρα στα κόκκινα να ανεβαίνει έναν λόφο περικυκλωμένος από στρατιώτες και κουβαλώντας ένα σταυρό.
- Δεν μας είπες, τον διέκοψε ο εκ δεξιών, πως καταλήξατε εδώ;
- Ήρθαμε για την, να δεις πως το είπαν, α ναι απογραφή.
- Και ερχόσαστε από μακριά;
- Από την Ναζαρέτ. Είναι μια παράξενη ιστορία. Στεκόμουν στην αυλή του άντρα, νύχτα, και ξαφνικά εμφανίστηκε ένας Άγγελος
- Άγγελος; ακούστηκε από την ομήγυρη
- Άγγελος. Ο άντρας είχε σηκωθεί στεκόταν στην πόρτα όταν εμφανίστηκε από το πουθενά ένας λευκοντυμένος άντρας που έλαμπε σε ένα παράξενο φως.
- “Μη φοβάσαι Ιωσήφ - του είπε- είμαι Άγγελος Κύριου. Η μνηστή σου η Μαρία περιμένει παιδί που θα το πάρεις και θα το φροντίζεις σαν δικό σου.”
Ο άντρας έσκυψε το κεφάλι και είπε “Γενηθήτω το θέλημα σου”. Την άλλη μέρα που σηκώθηκε και βγήκε στην αυλή τον άκουσα να μουρμουρίζει “τι όνειρο και αυτό”. Ώσπου έριξε μια ματιά τριγύρω και έμεινε άναυδος. Στην κατάξερη αυλή του δίπλα από την είσοδο είχε φυτρώσει ένας κρίνος.
- Μετά;
- Μετά ήρθε η διαταγή για την απογραφή και έπρεπε να έρθει εδώ, γιατί εδώ είναι ο τόπος καταγωγής του. Μας πήρε λοιπόν και ξεκινήσαμε την μεγάλη πορεία. Νύχτα φτάσαμε στην πόλη που ήταν γεμάτη από κόσμο. Άρχισε να ψάχνει ένα- ένα τα πανδοχεία για να βρει κάπου να μείνουν, άλλα όλα ηταν γεμάτα. Όταν φύγαμε από το τελευταίο, που είχε παρακαλέσει πολύ για να μας κρατήσουν, ακούσαμε βήματα και την γυναίκα του πανδοχέα να μας φωνάζει. Ήρθε γρήγορα προς το μέρος μας μαζί με το γιο της που κρατούσε ένα δαυλό.
- “Λυπάμαι που δεν έχουμε δωμάτια άλλα έχουμε δώσει ακόμα και τα δικά μας . Από την άλλη απ’ ότι βλέπω ότι δεν μπορείτε να συνεχίσετε για πολύ.
- Όχι- απάντησε ο άντρας δεν μπορούμε και δείχνοντας την γυναίκα του συμπλήρωσε-είναι ετοιμόγεννη.
- Μπορούμε να σας παραχωρήσουμε ένα μέρος που έχουμε λίγο έξω από την πόλη και βάζουμε τα ζωντανά μας. Θα σας πάει ο γιος μου.
- Πως σε λένε τον ρώτησε.
- Σίμωνα.
- Είναι ο βράχος τις οικογένειας -είπε η μητέρα του- αν και μαζί με το αδελφό του τον Αντρέα που τους χάνεις που τους βρίσκεις στο καΐκι του θείου τους να ψαρεύουν. Εκείνη την στιγμή η γυναίκα έβγαλε μια κραυγή. Γύρισαν και την κοίταξαν.
- Νομίζω πως ήρθε η ώρα.
- Καλέ σπάσαν τα νερά -είπε η γυναίκα του πανδοχέα- γρήγορα βιαστείτε”.
Και ενώ εκείνοι κίναγαν για εδώ, τους φώναξε από πίσω,
- “Ειδοποιήστε τις γυναίκες των βοσκών να σας βοηθήσουν. Θα έρθω και εγώ μόλις μπορέσω”.
Και έτσι καταλήξαμε εδώ. Ίσα που πρόλαβαν να μπουν μέσα. Ο μικρός έτρεξε και μίλησε με τους βοσκούς. Οι γυναίκες τους έφτασαν, έβγαλαν έξω τον άντρα και λίγο αργότερα ακούστηκε το κλάμα του μωρού.
- Θα έπρεπε να γίνεις παραμυθάς, του είπε κάποιος από την παρέα.
- Γιατί;
- Μα Άγγελος;
- Θα ήθελα να δω με τι μοιάζει ένας Άγγελος τον ειρωνεύτηκε κάποιος άλλος.
- Σαν και αυτόν εκεί, τους είπε.
Σήκωσαν όλοι τα κεφάλια τους ταυτόχρονα και κοίταξαν προς την σπηλιά-σταύλο. Όση ώρα μιλούσαν ένα αστέρι είχε σταθεί από πάνω τις και μια φωτεινή αχτίδα σαν πυραμίδα την αγκάλιαζε. Μέσα στο φως τις αχτίδας ανεβοκατέβαιναν προς τον ουρανό τυλιγμένοι στα λευκά Άγγελοι ψέλνοντας ένα σκοπό.
- Ε αυτό πια. Λοιπόν δεν έχω ζήσει πιο παράξενη νύχτα, είπε ο μεγαλύτερος.
- Τι ψέλνουν μαμά; ρώτησε ένας από τους νεαρούς.
- Ωσαννά, είπε εκείνος, το έχω ξανακούσει.
Αυτή την φορά κάνεις δεν τον αμφισβήτησε.
- Και τι παράξενο αστέρι
- Είναι των μάγων τους είδα πριν μπουν στο παλάτι , παράξενα ονόματα που έχουν και καμήλες, ήρθε πετώντας προς το μέρος τους ακούμπησε στον ώμο του και προσπάθησε να τα πει όλα με μια ανάσα
- Για σιγά και ένα-ένα ποίοι μάγοι πιο παλάτι; Ρώτησε αυτός στα δεξιά του.
- Εγώ το αστέρι το είχα δει από μακριά. Σκέφτηκα να δω τι είναι. Όταν πλησίασα μόλις ξέστηναν μια κατασκήνωση. Είχαν καμήλες και μίλαγαν μεταξύ τους λέγοντας πως το αστέρι θα στεκόταν πάνω από το παλάτι ενός νεογέννητου Βασιλιά. Τα ονόματα τους ηταν έεε Μελχιόρ, Γασπάρ και, και εεε α ναι Βαλταζάρ. Μετά μπήκαν στη πόλη και συγκεκριμένα στο παλάτι του Βασιλιά. Εγώ όμως είδα ότι το αστέρι συνέχιζε τον δρόμο του και το ακουλούθησα. Τι εδώ γεννήθηκε ο νέος Βασιλιάς; Μα ......
- Γιατί δεν πάμε μέσα να δούμε τους είπε. Οι βοσκοί έχουν μπει ήδη.
Ξεκίνησε ενώ κάποιοι από την παρέα φανήκαν να διστάζουν
- Θα μας διώξουν πάλι.
Γύρισε τους κοίταξε και συνέχισε να προχωράει. Τον ακολούθησαν. Όταν μπήκαν, μια παράξενη θαλπωρή τους τύλιξε. Στάθηκαν διστακτικά, εκείνος όμως πλησίασε θαρρετά και στάθηκε δίπλα στο παχνί. Ένα μωρό τυλιγμένο με ένα απόκοσμο φως και παλιά ρούχα, ήταν ξαπλωμένο μέσα και κοίταζε τριγύρω του με μεγάλη περιέργεια. Μόλις έφτασε κοντά το μωρό γύρισε το κεφάλι του και τον κοίταξε στα μάτια. Και νάτο πάλι το όραμα που είχε δει και προηγουμένως.
- Δεν έχω ξαναδεί πιο ήσυχο μωρό είπε μια από τις γυναίκες που καθόταν δίπλα στην λεχώνα.
- Και όμορφο. Συμπλήρωσε μια άλλη. Μαρία και Ιωσήφ πρέπει να είστε πολύ περήφανοι.
Το ζευγάρι κοιτάχτηκε και χαμογέλασε.
- Για δέστε πως κοιτάζονται στα μάτια Αβραάμ, ξαναείπε η πρώτη γυναίκα απευθυνόμενη στον άντρα που στεκόταν τώρα δίπλα του. Λες και γνωρίζονται, λες και συνεννοούνται.
- Α, ο πιστός μας Ισμαήλ, είπε ο Ιωσήφ χωρίς αυτόν δεν θα είχαμε φτάσει έως εδώ.
- Και κοιτάξτε εδώ, είπε ο Αβραάμ, εκτός από το κοτσύφι που κάθεται στον ώμο του, στην πλάτη του έχει σαν ζωγραφισμένο έναν τεράστιο σταυρό. Πως έγινε αυτό Ιωσήφ;
- Τον έχει από τότε που γεννήθηκε αποκρίθηκε εκείνος. Βλέπετε ο Ισμαήλ είναι ένα πολύ ξεχωριστό γαϊδουράκι.

Θεοδωρίδης Θεόδωρος
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Ο μεταμφιεσμένος βασιλιάς

Ο Σόρεν Κίργκεγκωρ, ο Δανός φιλόσοφος, μας έχει δώσει μια ωραία παραβολή για τον τρόπο με τον οποίον ο Χριστός επέλεξε να έρθει κοντά μας.
img_5729
«Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένας πρίγκιπας, που ήταν μόνος και ήθελε πολύ να παντρευτεί μια όμορφη κοπέλα, που θα γινόταν η αυριανή βασίλισσα. Κοντά στο παλάτι του υπήρχε μια μεγάλη πόλη κι ο πρίγκιπας συχνά ανέβαινε στην άμαξά του και επισκεπτόταν την πόλη για τις διάφορες δουλειές του πατέρα του.
Μια μέρα, για να βρει κάποιον έμπορο, κατέβηκε στην αγορά, σ’ ένα φτωχικό μέρος της πόλης. Πώς έτυχε να ρίξει το βλέμμα του έξω απ’ το παράθυρο και  να αντικρίσει τα μάτια μιας πανέμορφης κόρης!
Είχε και πάλι την ευκαιρία, μετά από λίγες μέρες, να ξανακατέβει στο ίδιο μέρος – ίσως και να τον τραβούσαν τα μάτια της κοπελιάς. Ήταν καλότυχος και τη συνάντησε μια δυό φορές… Σύντομα κατάλαβε πως την είχε ερωτευθεί. Αλλά υπήρχε μια δυσκολία. Πώς να προχωρήσει και να τη ζητήσει σε γάμο;
Ασφαλώς, θα μπορούσε να διατάξει να τη φέρουν στο παλάτι και εκεί να της προτείνει να τον παντρευτεί. Αλλά, ακόμη κι ένας πρίγκιπας θέλει να νιώθει ότι η κοπέλα που παντρεύεται θέλει να τον παντρευτεί. Μήπως να έκανε κάτι πιο χαριτωμένο… Να έρθει στην πόρτα της με την πιο λαμπερή του στολή, και, με μια υπόκλιση, να ζητήσει το χέρι της… Μα ακόμη κι ένας πρίγκιπας θέλει να παντρευτεί από αγάπη.
Και πάλι: θα μπορούσε να μασκαρευτεί σαν χωρικός και να προσπαθήσει να της ελκύσει το ενδιαφέρον. Μόλις της κάνει την πρόταση, θα βγάλει «τη μάσκα». Μα αν δεν τα καταφέρει;
Τότε του ήρθε στο νού η σωστή λύση. Θα εγκαταλείψει το βασιλικό του ρόλο και θα μετακομίσει στη γειτονιά της. Κι εκεί θα πιάσει δουλειά-ας πούμε θα κάνει τον ξυλουργό. Όσο θα δουλεύει το πρωί, και στην ώρα της ανάπαυσης του το απόγευμα, θα γνωρίσει τους ανθρώπους, θα αρχίσει να μοιράζεται μαζί τους τις έγνοιες και τα βάσανά τους, θα μάθει να μιλά τη γλώσσα τους. Και στην κατάλληλη στιγμή, αν έχει και την τύχη με το μέρος του, θα τη γνωρίσει με φυσικό τρόπο. Κι αν αυτή τον αγαπήσει, όπως αυτός ήδη την αγαπούσε, τότε θα της ζητούσε το χέρι.»

img_5726
Ας σταθούμε για λίγο εδώ. Ας δώσουμε το λόγο στην αγάπη, ας την ακολουθήσουμε καθώς προσφέρεται απεγνωσμένα, καθώς καταργεί, καθώς περιφρονεί τις αποστάσεις ποθώντας τη μεγάλη, την αμίμητη συνάντηση με τον αγαπώμενο. Ας μας εξηγήσει αυτή, μέσα στο θυελλώδες των κυματισμών της, την ενανθρώπιση του Θεού. Κι ας είναι αυτή που θα μας βοηθήσει να οικειωθούμε τη ζεστασιά της καθόδου Του, το μειλίχιο κάλεσμα Του.

Ημεροδρόμιο Χριστουγέννων, εκδόσεις Ακρίτας.
Μόνο όμορφα πράγματα
Μας το έστειλε η Ελένη Τσαλίκη
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 25 December 2018

Το ταξίδι των μάγων - Journey of the Magi - T. S. Eliot

«Το ταξίδι των Μάγων» είναι ένα ποίημα του Thomas Stearns Eliot (1888 – 1965), του μεγάλου αυτού ποιητή, θεατρικού συγγραφέα και κριτικού της λογοτεχνίας, ο οποίος – το 1948 – βραβεύτηκε με το Νόμπελ λογοτεχνίας και θεωρείται ως ένας από τους πιο σημαντικούς ποιητές του 20ου αιώνα.
Το συγκεκριμένο ποίημα, γραμμένο το 1927, ανήκει στην τέταρτη (1927 – 1934) από τις πέντε περιόδους, στις οποίες διαιρείται το ποιητικό έργο του Τ. S. Eliot.
Γράφει η Γιόλα Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου, επ. καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και ποιήτρια. Palmografos.com - «Το Ταξίδι των Μάγων»
 
Στα πλαίσια και της τρέχουσας περιόδου των Χριστουγέννων παρατίθεται σε μετάφραση το υπέροχο ποίημα του T.S.Eliot με τίτλο «ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ» (Journey of the Magi):
«Έπεσε πάνω στα κρύα ο ερχομός του, μέσα στου χρόνου την πιο άσχημη εποχή. Για ένα ταξίδι, και μάλιστα τόσο μακρύ, ύπουλοι οι δρόμοι και άγριος ο καιρός, ακριβώς πάνω στην καρδιά του χειμώνα. Και πληγιασμένες οι καμήλες, με πόδια πρησμένα να αντιστέκονται, να ξαπλώνουν πάνω στο λιωμένο χιόνι. Κάποιες στιγμές το μετανιώναμε, νοσταλγούσαμε τα θερινά παλάτια μας απάνω στις πλαγιές, τις κάμαρες μας, τις λυγερές κοπέλες που μας κέρναγαν σερμπέτια. Κι έπειτα οι γκρινιάρηδες καμηλιέρηδες να βλαστημούν και να το σκάνε γυρεύοντας ποτό και θηλυκά, και τις νύχτες να σβήνουν οι φωτιές και καταλύματα να μην υπάρχουν, οι πόλεις αφιλόξενες και τα χωριά εχθρικά χρεώνοντας πολλά. Δύσκολος καιρός για μάς. Τέλος διαλέξαμε νύχτα να ταξιδεύουμε, να λαγοκοιμόμαστε, με τις φωνές να φωνάζουν στα αυτιά μας κράζοντας πως όλα αυτά ήταν μια καθαρή τρέλα.
Έπειτα το ξημέρωμα σε εύκρατη φτάσαμε κοιλάδα, υγρή, πέρα από το σύνορο του χιονιού, μοσχοβολούσε η βλάστηση εκεί, με γάργαρο ποτάμι κι ένα νερόμυλο να μαστιγώνει το σκοτάδι και τρία δέντρα στο χαμηλό ουρανό. Κι ένα γέρικο άσπρο άλογο να ξεμακραίνει καλπάζοντας στο βοσκοτόπι. Κατόπι φτάσαμε σε καπηλειό πούχε μια δράνα πάνω από τη μπασιά, έξι χέρια σε ορθάνοιχτη πόρτα έπαιζαν ασήμι στα ζάρια και πόδια κλωτσούσαν τα αδειανά από κρασί φλασκιά. Όμως δεν ήξεραν τίποτε να μας πουν και συνεχίσαμε αδιάκοπα και νύχτα φτάσαμε, ούτε λεπτό νωρίτερα, το μέρος εκείνο βρήκαμε. Ήτανε για μας μια γερή ανταμοιβή. Πάει πολύς καιρός που έγιναν όλα αυτά, θυμάμαι καλά, όμως θα το ξανάκανα. Ετούτο όμως να γράψεις καλά. Ετούτο γράψε.
Το δρόμο αυτό τον πήραμε για Γέννηση ή για Θάνατο; Σίγουρα μια Γέννηση υπήρξε, είχαμε πολλές μαρτυρίες και αμφιβολία καμιά. Είχα αντικρίσει γέννηση και θάνατο, όμως θαρρούσα πως δεν έμοιαζαν καθόλου. Ήταν η Γέννηση αυτή σκληρή αγωνία και πικρή για μας, εκείνα τα Βασίλεια. Όμως κι εκεί, στον αρχαίο νόμο μέσα, δε βρήκαμε αναπαμό, μ’ ένα λαό πούγινε ξένος καθώς γαντζώνονταν πάνω στους θεούς του. Θα έπρεπε να χαιρόμουνα με έναν άλλο θάνατο».
ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΔΡΙΤΣΑ, KΑΡΔΙΟΛΟΓΟ, ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΩΝΑΣΕΙΟΥ ΚΑΡΔΙΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ, ΣΥΝΘΕΤΗ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ. Θεωρώ ότι η ποίηση δεν μεταφράζεται αλλά έκανα μια προσπάθεια να αποδώσω το υπέροχο αυτό ποίημα του Eliot στα ελληνικά από την πρωτότυπη έκδοση των Faber-Faber (TS Eliot: The complete poems and plays).
The Journey Of The Magi by T.S. EliotA cold coming we had of it,
Just the worst time of the year
For a journey, and such a long journey:
The ways deep and the weather sharp,
The very dead of winter.'
And the camels galled, sorefooted, refractory,
Lying down in the melting snow.
There were times we regretted
The summer palaces on slopes, the terraces,
And the silken girls bringing sherbet.
Then the camel men cursing and grumbling
and running away, and wanting their liquor and women,
And the night-fires going out, and the lack of shelters,
And the cities hostile and the towns unfriendly
And the villages dirty and charging high prices:
A hard time we had of it.
At the end we preferred to travel all night,
Sleeping in snatches,
With the voices singing in our ears, saying
That this was all folly.
Then at dawn we came down to a temperate valley,
Wet, below the snow line, smelling of vegetation;
With a running stream and a water-mill beating the darkness,
And three trees on the low sky,
And an old white horse galloped away in the meadow.
Then we came to a tavern with vine-leaves over the lintel,
Six hands at an open door dicing for pieces of silver,
And feet kicking the empty wine-skins.
But there was no information, and so we continued
And arriving at evening, not a moment too soon
Finding the place; it was (you might say) satisfactory.
All this was a long time ago, I remember,
And I would do it again, but set down
This set down
This: were we led all that way for
Birth or Death? There was a Birth, certainly
We had evidence and no doubt. I had seen birth and death,
But had thought they were different; this Birth was
Hard and bitter agony for us, like Death, our death.
We returned to our places, these Kingdoms,
But no longer at ease here, in the old dispensation,
With an alien people clutching their gods.
I should be glad of another death.
T.S. Eliot, Collected Poems, 1909-1962 (Harcourt Brace Jovanovich, 1991). This poem has been shared here under fair use guidelines provided by The Poetry Foundation.
«Το Ταξίδι των Μάγων» απαγγέλλει με τον δικό του, ξεχωριστό και πραγματικά συναρπαστικό τρόπο ο Δημήτρης Χορν.
Ας απολαύσουμε, λοιπόν, τη μαγεία του ποιητικού λόγου του Eliot και την κυριολεκτικά συγκλονιστική απαγγελία του μεγάλου μας ηθοποιού…

Σε πρόταση της Ελένης Τσαλίκη

Ἡ Γέννησίς Σου, Χριστέ — Καλά Χριστούγεννα

Ἀπολυτίκιον ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
(Ἦχος δ')
Ἡ Γέννησίς Σου, Χριστέ
ὁ Θεός ἡμῶν,
ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ,
τό φῶς τό τῆς γνώσεως.
ἐν αὐτῇ γάρ
οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες,
ὑπό ἀστέρος ἐδιδάσκοντο,
Σέ προσκυνεῖν,
τόν Ἥλιον τῆς ∆ικαιοσύνης,
καί σέ γινώσκειν ἐξ ὕψους ἀνατολήν.
Κύριε, δόξα σοι. 

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki