Saturday, 26 December 2020

Πως να παίζετε με τα παιδιά σας (🌼ή με τα εγγονάκια σας🌼)

«Δεν σταματάμε να παίζουμε επειδή μεγαλώνουμε. 
Μεγαλώνουμε επειδή σταματάμε να παίζουμε.»
George Bernard Shaw
Nino Chakvetadze's drawings
Υπάρχει μία διαδεδομένη πεποίθηση στην κοινωνία μας ότι το παιχνίδι με τα παιδιά είναι χάσιμο χρόνου. 
Πολλοί γονείς από την άλλη, ενώ αναγνωρίζουν τα οφέλη που έχει το παιχνίδι για τα παιδιά, δεν παίζουν μαζί τους θεωρώντας ότι είναι κάτι που πρέπει να κάνουν τα παιδιά ενστικτωδώς χωρίς την βοήθεια ενηλίκων.
Είναι αλήθεια ότι τα παιδιά πρέπει να παίζουν ενστικτωδώς, αυθόρμητα και χωρίς καθοδήγηση, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι το ένστικτο του παιδιού για το παιχνίδι εξαφανίζεται όταν δεν υπάρχει ένας ενήλικας να διεγείρει την φαντασία του παιδιού και την τάση προς την δημιουργικότητα. 
Με το παιχνίδι δημιουργείται μια ζεστή και τρυφερή σχέση με το παιδί, καθώς και ένας δυνατός δεσμός, κάτι που βοηθάει στην ανάπτυξη θετικών συναισθημάτων μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον. 
Μέσα από το παιχνίδι τα παιδιά μαθαίνουν πώς να επιλύουν προβλήματα, να τεστάρουν τις σκέψεις και τις ιδέες τους και να διερευνούν την φαντασία τους. 
Μαζί με την βοήθεια των ενηλίκων στο παιχνίδι, τα παιδιά εμπλουτίζουν το λεξιλόγιο τους, μαθαίνουν να επικοινωνούν τις σκέψεις και τα συναισθήματα τους και εκτίθενται στην κοινωνική αλληλεπίδραση με άλλα παιδιά με το να μαθαίνουν να περιμένουν την σειρά τους, να μοιράζονται πράγματα και να δείχνουν σεβασμό και κατανόηση στα συναισθήματα των άλλων. 
Τέλος, η ώρα του παιχνιδιού είναι μία ώρα όπου μπορείτε να ενθαρρύνετε και να προάγετε στο παιδί θετικά συναισθήματα. 

Ακολουθούν μερικές συμβουλές για το πώς μπορείτε να παίξετε με το παιδί σας και να αποφύγετε μερικές συχνές συμπεριφορές που κάνουν οι ενήλικες όταν παίζουν με τα παιδιά.
  • Αφήστε το παιδί να σας πει πώς θα παίξετε
  • Συντονιστείτε με τον ρυθμό του παιδιού
  • Αντιληφθείτε τί σας λέει το παιδί
  • Μην γίνεστε ανταγωνιστικοί
  • Ενθαρρύνετε και επιβραβεύστε!
  • Αυξήστε την συναισθηματική νοημοσύνη μέσα από το παιχνίδι φαντασίας
  • Να είστε ένα ευχάριστο κοινό
  • Να είστε περιγραφικοί στα σχόλια σας
  • Φέρτε και άλλα παιδιά στην παρέα
  • Ενισχύστε και επιβραβεύστε το παιχνίδι
Προσοχή!

Να είστε προετοιμασμένοι ότι κάποιες φορές το παιδί θα συμπεριφερθεί αρνητικά, είτε με το να φωνάζει, να πετάει τα παιχνίδια του, ή να γίνεται καταστροφικό με διάφορους τρόπους. 
Αν είναι μια συμπεριφορά που μπορείτε να την αγνοήσετε, γυρίστε την πλάτη σας και ξεκινήστε να παίζετε με άλλο παιχνίδι σα να ενδιαφέρεστε πολύ για αυτό. 
Όταν το παιδί ξεκινήσει να συμπεριφέρεται κατάλληλα, ξεκινήστε πάλι να παίζετε μαζί του. Ωστόσο, αν η συμπεριφορά είναι καταστροφική, το παιχνίδι πρέπει να σταματήσει με μία απλή εξήγηση: "Όταν αρχίζεις να πετάς τα τουβλάκια σου, θα πρέπει να σταματάμε να παίζουμε".

Μερικές φορές οι γονείς είναι διστακτικοί να ξεκινήσουν να παίζουν με τα παιδιά τους, φοβούμενοι ότι το παιδί θα αρχίζει να συμπεριφέρεται αρνητικά μόλις του πουν ότι πρέπει να σταματήσει το παιχνίδι. Οπότε πρέπει κάθε φορά να προετοιμάζετε το παιδί λίγο πριν τελειώσει η ώρα του παιχνιδιού. 
Πέντε λεπτά πριν τελειώσει μπορείτε να πείτε: 
"Σε λίγα λεπτά θα πρέπει να σταματήσουμε να παίζουμε". 

Είναι πολύ σημαντικό να αγνοήσετε οποιαδήποτε μορφή διαμαρτυρίας ή διαφωνίας και να βάλετε τα δυνατά σας να αποσπάσετε το παιδί με κάτι άλλο. 
Όταν περάσουν τα πέντε λεπτά μπορείτε να πείτε: 
"Τώρα πρέπει να σταματήσουμε το παιχνίδι. Το διασκέδασα πολύ παίζοντας μαζί σου". 
Απλά αποχωρήστε και αγνοήστε οποιαδήποτε διαμαρτυρία. Όταν το παιδί μάθει ότι δεν μπορεί να σας ‘χειριστεί’ με κανέναν τρόπο, οι διαμαρτυρίες θα λιγοστέψουν. Με την σταθερή και συνεχή παρουσία του γονιού στο παιχνίδι το παιδί θα έχει λιγότερο την ανάγκη να διαμαρτύρεται, γνωρίζοντας ότι πάντα θα έχει την ευκαιρία να παίξει με τον γονιό την επόμενη ημέρα! 
Τέλος, το παιδί μαθαίνει να ελέγχει και να αντέχει τα αρνητικά συναισθήματα και την δυσφορία που αισθάνεται, γνωρίζοντας ότι και την επόμενη ημέρα θα έχει ώρα παιχνιδιού με έναν ή και τους δύο γονείς του.

Δεν σταματάμε να παίζουμε επειδή μεγαλώνουμε. Μεγαλώνουμε επειδή σταματάμε να παίζουμε.
___________________
αναλυτικά οι βασικοί κανόνες στις πηγές: 
antikleidi.com
tvxs

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

«Πώς είσαι σήμερα;»

Ταχυδρομείο: 
Ουρά δέκα ατόμων.
Καθώς έμπαιναν και έβγαιναν παρατήρησα:
Θλίψη
Στρες
Εκνευρισμό
Άκουσα:
Αναστεναγμούς εκνευρισμού
Ανυπομονησία
Επίπονη σιωπή
«Χρησιμοποιείτε λάθος κολλητική ταινία», ένας από τους υπαλλήλους είπε σε μια γυναίκα που προσπαθούσε να κλείσει το δέμα της.
«Η άλλη είναι μπερδεμένη», είπε ήρεμα.
 
Πήγα κοντά της και τη βοήθησα.
«Ευχαριστώ», είπε η γυναίκα με ανακούφιση. Είδα ότι τα χέρια της έτρεμαν. Το δέμα της περιείχε μωρουδιακά ρούχα.
 
Αυτό που είπε στη συνέχεια με εξέπληξε.
«Έπρεπε να μαζέψω όλα μου τα κουράγια για να έρθω εδώ», ψιθύρισε.
«Είσαι μια χαρά », είπα με βεβαιότητα. «Μπορώ να σε βοηθήσω με τίποτα άλλο;»
«Νομίζω ότι τώρα, “το έχω”», είπε.
 
Κοίταξα τριγύρω ενώ αναρωτιόμουν ποιος άλλος χρειάστηκε να μαζέψει τα κουράγια του να έρθει μέχρι εδώ, σήμερα.
Χρειάζεται πολύ θάρρος για να συνεχίζεις να “εμφανίζεσαι” φέτος.
Να συνεχίζεις να προσπαθείς όταν φαίνεται, μάταιο.
Να βλέπεις πόνο στα πρόσωπα των αγαπημένων σου και να μην ξέρεις πώς να βοηθήσεις.
Να εκφράζεις την άποψη σου /την πεποίθησή σου για την ανθρωπότητα και τελικά να δέχεσαι επίθεση .
Να πούμε την αλήθεια στα παιδιά μας που έχουν ερωτήσεις και φόβους.
Να αντιμετωπίσουμε οδυνηρές πραγματικότητες που δεν μπορούν πλέον να αποφευχθούν.
Χρειάζεται θάρρος για να συνεχίσει κάποιος να εμφανίζεται, στο τώρα.
Μέχρι να φτάσω στο ταμείο, αποφάσισα να θέτω στους άλλους δίπλα μου την απλή ερώτηση: 
«Πώς είσαι σήμερα;»
Ο άντρας μπροστά μου είπε ότι ήταν εντάξει και λίγο μετά απροσδόκητα μοιράστηκε μαζί μου τον λόγο που έστελνε δέμα. Θα ήταν η πρώτη φορά που δεν θα ήταν με τα παιδιά του για τα Χριστούγεννα. Άκουσα όσα είχε να πει και εξέφρασα την λύπη μου.
Ακολούθησα την ίδια προσέγγιση του «πώς είσαι σήμερα;» με τον εργαζόμενο στο ταμείο, αλλά και όταν παρήγγειλα φαγητό κατά την επιστροφή στο σπίτι.
 
Ο υπάλληλος λοιπόν, μου είπε, «Τι θα παραγγείλετε ;»
Είπα, «Ευχαριστώ. Αλλά πριν από αυτό ... πώς είστε σήμερα;»
Υπήρξε μια μεγάλη παύση.
Και τελικά απάντησε «Είμαι εντάξει. Σας ευχαριστώ που ρωτήσατε… με εξέπληξε η ερώτησή σας.»
 
Ήταν η σειρά μου να σιωπήσω. Για να είμαι ειλικρινής, συγκινήθηκα λίγο. Είχα ξεχάσει τη συνδετική δύναμη μιας τόσο απλής ευγενικής φράσης/ερώτησης.
 
Θυμήθηκα, τη κουβέρτα που μου έδωσε μια νοσοκόμα πριν από αρκετά χρόνια επειδή ήμουν νευρική πριν από μια χειρουργική επέμβαση.
Όταν η νοσοκόμα με τύλιξε με την κουβέρτα, σταμάτησα αμέσως να νιώθω εκνευρισμό. Ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουν και που δεν ήξερα ότι χρειαζόμουν.
«Ευχαριστώ πολύ», είπα με ευγνωμοσύνη.
«Απλά κάνω τη δουλειά μου», απάντησε η νοσοκόμα.
Αυτό που δεν ήξερα τότε, αλλά ξέρω τώρα, είναι ότι η κουβέρτα είναι αρκετά μεγάλη ώστε να απλώνεται σε όλο τον κόσμο. Το μόνο που χρειάζεται για να προσεγγίσουμε τους ανθρώπους είναι να κάνουμε ό, τι είπε η νοσοκόμα - απλά να κάνουμε τη δουλειά μας. Και η δουλειά μας είναι να είμαστε αγάπη.
Μπορούμε να ξεκινήσουμε με απλές λέξεις/φράσεις: 
«Πώς είσαι σήμερα;»
Αρχικά, η ερώτηση μπορεί να τους εκπλήξει, αλλά καθώς στεκόμαστε εκεί αναμένοντας την απάντησή τους, μπορεί να δούμε την ανακούφιση τους.
 
Αυτή τη χρονιά ο κόσμος μοιάζει βαρύς και ασήκωτος,
Αλλά όταν κάποιος αναγνωρίζει τα βάρη μας,
Είναι λίγο πιο εύκολο να συνεχίσουμε.
Ας προχωρήσουμε μαζί, με καλοσύνη και αγάπη.
 
Πηγή: The Hands Free Revolution
Μετάφραση: Διαπροσωπικές Σχέσεις

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 25 December 2020

Χριστούγεννα: Η γιορτή των παιδιών

«Χριστούγεννα! Περίχαρα η καμπάνα κράζει κι η Μάνα το παιδί και το παιδί ’Χριστούγεννα’ στη Μάνα κι ο κόσμος όλος τραγουδεί».

Κ. Παλαμάς

Ruth Christensen - Ζωγραφική με το στόμα
Οι χριστουγεννιάτικες μέρες, μεγάλες γιορτές της θρησκείας μας, αλλάζουν τη ζωή μας, που σμιλεμένη απ’ το χρόνο, τις αγωνίες και τις δοκιμασίες, γίνεται ελπιδοφόρα και χαρούμενη.

Τα πρόσωπα αιθριάζουν και τα μάτια λάμπουν. Με όλη τη σκέψη μας, γυρίζουμε νοσταλγικά στα ωραία παιδικά μας χρόνια και η ψυχή μας ολόκληρη πλημμυρίζει από ευλογημένες αναμνήσεις της όμορφης παιδικής ηλικίας. Άφησαν μέσα μας οι Άγιες αυτές μέρες το μεγαλύτερο απόθεμα από ψυχικές εξάρσεις, από υπέροχη μαγεία και από μυστικά ρίγη. Σ’ όλων μας τις καρδιές, η νοσταλγία, δειλή Εστιάδα, συντηρεί, στη διαδρομή του χρόνου, το
Θείο και αιώνιο Φως της Γεννήσεως, όπως το άναψε μπροστά μας η πρώτη απλοϊκή αφήγηση του υπέροχου θαύματος, που έγινε, πριν από πολλά χρόνια, σε μια ταπεινή Φάτνη, κάτω απ’ τη φωτοβολία ενός θείου άστρου.

Η Γέννηση του Θεανθρώπου σημαίνει την αρχή μιας νέας ζωής και ενός καινούργιου κόσμου, που δημιουργείται ζωντανός και όμορφος, ηθικός και ιδανικός, αιώνιος και άφθαρτος. Η χιονισμένη νύχτα και τα μαυριδερά έλατα, η ιερή Φάτνη και το λαμπρό άστρο, το θείο βρέφος, οι πιστοί ποιμένες και οι ευλαβικοί Μάγοι ζωντανεύουν μέσα μας ολόκληρο το πανάχραντο μυστήριο του Χριστιανισμού.

Το υπέρλαμπρο και μεγάλο χριστιανικό γεγονός εμπνέει όλους τους τεχνίτες του
λόγου. Η πένα τους βουτιέται στο θαύμα και μας χαρίζει πραγματικά αριστουργήματα. Η χριστουγεννιάτικη φιλολογία είναι, κυρίως, φιλολογία για το παιδί. Ντύνεται μια αστραφτερή λαμπρότητα, για να προσφέρει τα ωραία εορταστικά της δώρα και να τονίσει τη μεγάλη Μέρα, τη γιορτή της καρδιάς μας. Εμπνέεται απ’ το παιδί, και το παιδί, ιδιαίτερα, συγκινεί.

Εξυμνεί τη χρυσή παιδική ηλικία, με τις οπτασίες και τις προσδοκίες, τις συγκινήσεις και τα ψυχικά της φτερουγίσματα. Το Θείο Βρέφος της Βηθλεέμ φέρνει στον κόσμο την ελπίδα και
την απολύτρωση. Μέσα στην αντάρα και στη σκοτεινιά, γεννιέται ο τρυφερός Κρίνος.

Συγκινεί κάθε ανθρώπινη ψυχή, που, κουρασμένη, στρέφεται στο θείο Σπήλαιο, όπου άστραψε το αιώνιο φως.

Και το παιδί, το κάθε παιδί, συγκινείται απ’ τη Γέννηση, γιατί βρίσκεται πιο κοντά στο μυστήριό της. Γι’ αυτό, όλα τα ωραία λογοτεχνήματα των ημερών αυτών δονούν πραγματικά την ψυχή του παιδιού, που αποτελεί τη μελλοντική εθνική δημιουργία. Ένα Θείο παιδί γεννιέται, μέσα στη χιονισμένη νύχτα, για να οδηγήσει την ανθρωπότητα στο δρόμο του ηθικού μεγαλείου και της αιώνιας νίκης, στην ολόλαμπρη μέρα της χαράς και του θείου χριστιανικού πνεύματος. Είναι μια νέα δύναμη ζωής, που συνεχίζει την αιώνια πάλη με τη φθορά και το θάνατο, την αμαρτία και το γερασμένο κόσμο.

Γύρω μας και παντού επικρατεί η ύλη, βασιλεύει η αδικία, κυριαρχεί το σκοτάδι. Δύσκολος και ανηφορικός ο δρόμος της ζωής μας σήμερα. Η ανθρωπότητα πορεύεται πάλι, μέσα στα πολλά χιόνια, στους φοβερούς πάγους και στην άγρια νύχτα. Βαρύς ο χειμώνας και του βοριά τα κύματα παγώνουν τις ανθρώπινες καρδιές.

«Μακάριοι —γράφει ο Παναγιωτόπουλος— όσοι κατορθώνουν, τη νύχτα τούτη των Αγγέλων και των ποιμένων, να ξαναγυρίζουν στους παραδείσους των παιδιάτικων χρόνων και να γεμίζουν, από το φως του λαμπρού άστρου της Βηθλεέμ, τα λαίμαργα μάτια τους… Τ’ αχυρωμένο χάνι της Βηθλεέμ δεν ανοίγει τις πόρτες του, για να δεχτεί όσους ξεσήκωσε η καισαρική προσταγή. Ανάμεσα στους καπνισμένους του τοίχους, έχουν τη θέση τους όλοι οι άνθρωποι, που πηγαίνουν ν’ αποθέσουν στα πόδια του «νέου παιδιού» όχι δώρα πολύτιμα, τη σμύρνα, το χρυσάφι και το λιβάνι, μα την κούρασή τους, τη δυσπιστία τους και την αγωνία τους, κομμάτι – κομμάτι, τον ταπεινότερο και πιο φθαρμένο εαυτό τους…».

Πέρα απ’ τους Αγγέλους, τους ποιμένες και τους Μάγους, διακρίνουμε το θείο σύμβολο της Μάνας και του παιδιού. Μάνα και παιδί φέρνουν στον κόσμο τη στοργή και την ευτυχία.
Η Μάνα! Συγκλονίζει όλη τη ζωή μας.

Πλάθει τις γενιές και τους κόσμους, έχοντας μέσα της το ευλογημένο μυστήριο της δημιουργίας. Η Μάνα – πνεύμα, η Μάνα – στοργή, η Μάνα – θυσία.

Και το Παιδί! Ο καρπός της Μάνας. Το στήριγμα του Έθνους. Ζωντανό και αγνό, μας αγκαλιάζει. Αφετηρία, σκοπός, σύμβολο, ιδανικό μας. Μέσα στη σιγαλιά της θείας νύχτας, γυρίζοντας στα παιδικά μας χρόνια και δακρύζοντας από ιερή συγκίνηση, πρέπει να εκπληρώσουμε το μεγάλο χρέος μας στο παιδί, στο αγνό Ελληνόπουλο, κατά την προσταγή του Pestalοzzi:

«Στα χέρια του παιδιού είναι η μοίρα της ανθρωπότητας. Αυτά τα χέρια πρέπει να κάνουμε ισχυρά για ν΄αγωνισθούν και να νικήσουν».


Δ.Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΛΕΛΟΣ, Από τα “Φιλολογικά Μετέωρα” του Γρηγόρη Σταγέα (εφημ. “Τα Μετέωρα” 23-12-2011)
tameteora.gr 
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 24 December 2020

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Υπό βροχήν ο νεαρός στρατιώτης Μανουήλ βάδισε όλη την ημέρα στα παγωμένα καταράχια. Έφτασε κατάκοπος, νηστικός, μουσκεμένος στη δυσπρόσιτη γραμμή εφόδου. Το άγριο χιονισμένο τοπίο, υπό κανονικές συνθήκες άβατο, δυσκόλεψε την πορεία του, τον εμπόδισε να είναι στον στόχο του την ώρα που πρόβλεπε το επιχειρησιακό σχέδιο. Λίγα μόνο λεπτά τον βρήκαν να ξεκουράζεται ορθός στο γλιστερό βάθος της χαράδρας (πού τόπος να καθίσει στο λασπερό χιόνι;), ίσα-ίσα για να φτάσουν και οι τελευταίοι του λόχου του.

Χωρίς ανάπαυλα, όσο βαστούσε ακόμα το λιγοστό φως της φθινοπωριάτικης μέρας, εφόρμησε στην απόκρημνη πλαγιά που υψωνόταν μπροστά του. Με το σύνθημα, τα μουσκεμένα του πόδια σάλεψαν βαριά στον ανήφορο. Άγριος βρυχηθμός η κραυγή του αντήχησε βραχνά στα γκρεμνά που μισοσκότεινα έχασκαν κάτω του. Έτρεξε λαχανιασμένος, πήδησε βράχια, έπεσε, σηκώθηκε, σκόνταψε, γλίστρησε, γαντζώθηκε στα χαμόκλαδα, ξανασηκώθηκε, μάτωσε, πόνεσε, βόγγηξε, μα τίποτε δεν στάθηκε δυνατό να τον πισωγυρίσει.

Το βλέμμα του, αστράφτοντας άγρια, ήταν καρφωμένο στην κορφή που ανασκαβόταν αδιάκοπα από τις εκκωφαντικές εκρήξεις. Παγωμένη τανάλια τα δάχτυλά του, κλείδωναν σφιχτά πάνω στο φλογισμένο του όπλο. Με τη στερνή αναλαμπή της φοβερής μέρας ο νεαρός στρατιώτης, αιμόφυρτος, τρομερός, αλλοπαρμένος, πατούσε θριαμβευτής, ίδιος θεός του πολέμου, την κορφή του ματοποτισμένου υψώματος. Ο ασυρματιστής με τα δάχτυλα κοκκαλωμένα βιάστηκε να χτυπήσει στο παγωμένο χειριστήριό του: «Αποστολή εξετελέσθη». Οι εκκωφαντικοί κρότοι αραίωναν, μα τα φαντάσματα του ολέθρου φτεροκοπούσαν ακόμα στον τρελό αέρα, τη βροχή, το μισοσκόταδο.

Η ξέφρενη μάχη κόπασε. Ο βαρύς Νοέμβρης του ’40 σκέπασε με το πηχτό σκοτάδι του τα χιονισμένα βουνά. Ο λόχος, αποδεκατισμένος απ’ τα δεινά του πολέμου, πασχίζει ν’ αγκιστρωθεί στην ανεμοδαρμένη κορφή. Ο νεαρός στρατιώτης, μουσκεμένος, πεινασμένος, παγωμένος, πεθαμένος, ψάχνει στην υγρή λασπωμένη γη απάγκιο για λίγη εναγώνια ανάπαυση μέχρι το επόμενο ματοκύλισμα. Πόσο ζήλευε και καλοτύχιζε, τέτοιες στιγμές, τ΄ άγρια θεριά στις φωλιές τους!

Είχε ξεχάσει πώς είναι να ζεις σαν άνθρωπος. Η όψη του αγρίεψε. Το κορμί του βρώμισε. Τα ρούχα του σκίστηκαν. Τα άρβυλά του τρύπησαν. Η ψυχή του μόνο ήταν ακόμα ζωντανή. Της έδινε πνοή το όραμά τους. Το όραμα της νίκης που, παρά τις απάνθρωπες συνθήκες του πολέμου και τις απελπιστικά δυσοίωνες προβλέψεις, το αγκάλιαζαν κάθε μέρα χειροπιαστά στα φρικιαστικά πεδία των μαχών. Και που το θέριευε αδιάκοπα και το φούντωνε πιότερο, μυστικά αλλά και φανερά, μια άλλη μορφή, γνωστή, γλυκειά, αγαπημένη κι αυτή απ’ το βρεφικό τους μαξιλάρι, η δεύτερη μάνα τους, η Παναγία. Κι έκανε κουράγιο ο νεαρός στρατιώτης και πολεμούσε αλύγιστος ενάντια σ’ όλα τα θεριά για όλα όσα άφησε πίσω του, για όσα αγαπούσε.

Μα ήρθε η ώρα που τσάκισε και η ψυχή του.

Ήταν τότε που έφτασαν και στην προκεχωρημένη τους γραμμή οι ισχνές εφεδρείες, προσπαθώντας να καλύψουν κάτι απ’ τα δυσαναπλήρωτα κενά που οι αδυσώπητες μάχες άφηναν πίσω τους.

-  Καιρός ήταν! Μας θυμήθηκαν! σκέφτηκε ο νεαρός στρατιώτης και μια μικρή ανακούφιση τρύπωσε στη σκληρυμένη απαράκλητη καρδιά του.

Ο λόχος τους, απ’ την αρχή του πολέμου στην πρώτη γραμμή, δεν ήταν παρά λόχος-φάντασμα. Ούτε σκέψη βέβαια για πλήρη αντικατάσταση των καταπονημένων μαχητών, που φάνταζαν σκέλεθρα από τη φοβερή κακοπάθεια. Έστω και έτσι όμως, η μικρή αναπλήρωση κάποιων κενών έδινε ανάσα ζωής στην αποδεκατισμένη μονάδα. Μα η ευφορία του νεαρού στρατιώτη δεν κράτησε για πολύ. Η άφιξη των νεοφερμένων είχε μια ιδιαίτερη, όσο και αναπάντεχη εξέλιξη για τον ίδιο.

Ανάμεσά τους διέκρινε από τις πρώτες στιγμές και τον άσπονδο «φίλο» του. Ο «ακατονόμαστος» συγχωριανός του ήταν μεταξύ των λιγοστών εφέδρων που έφτασαν ως τη γραμμή του πυρός. Ο σκληροτράχηλος μαχητής χολώθηκε κατάκαρδα.

-  Έλεος! ανέκραξε μέσα του οργισμένος. Κι εδώ ακόμα με έφτασε η χάρη σου;

Ποιος ήταν ο «ακατονόμαστος»;

Μα ο παιδικός του φίλος. Που μεγαλώσανε μαζί στο ξεχασμένο απόμερο χωριό τους. Μαζί στις παιδικές περιπέτειες, στις χαρές και στις λύπες τους μαζί. Ο πιο κοντινός του, ο δικός του άνθρωπος. Πρώτα σ’ αυτόν θα ’λεγε το καθετί, μετά στους δικούς του. Δεν είχαν μυστικά μεταξύ τους. Τον εμπιστευόταν τυφλά. Μα έλα που όλα τα καλά έχουν και τέλος κάποτε! Και η φιλία τους ήταν τόσο καλή, που το κακό τη ζήλεψε και βάλθηκε να τη χαλάσει.

Στο χωριό είχαν φτώχεια μεγάλη και ο Μανωλάκης, όπως τον φώναζαν από μικρό, μπήκε στη δούλεψη από νωρίς. Να δώσει μιαν ανάσα στο σπίτι τους κι αυτός, καταπώς συνηθιζόταν με τους νέους του χωριού του. Μα οι κόποι και τα βάσανα της δουλειάς τον έκαναν γεροδεμένο παλικάρι. Έριξε μπόι, ψήλωσε. Τα μπράτσα του δυνάμωσαν, έσφιξε το κορμί του, μα πάνω απ’ όλα ομόρφυνε. Και πάνω στον ανθό της νιότης του πρόβαλε στο προσκήνιο και η αγάπη.

Σε κάποιο απ’ τα ταξίδια του για τις δουλειές του γνώρισε την Ανδριανή. Ήταν κορίτσι που ξεχώριζε από μακριά. Με το πρώτο που την αντίκρισε, τον τράβηξε. Ψηλή κι αυτή, στητή, καλοβαλμένη, όμορφη σαν το νερό κρύας πηγής. Σεμνή και μετρημένη, καθώς έμαθε, όπου κι αν ρώτησε γι’ αυτήν. Μα δεν μπορούσε να την πλησιάσει από μόνος του. Μια και μοναδική φορά σε τυχαίο συναπάντημα αντάμωσαν οι ματιές τους. Δεν μπορούσε να ξέρει αν εκείνη τον είχε προσέξει ποτέ, ή αν ένιωθε κάτι γι’ αυτόν. Μα ο Μανωλάκης, αγνός άνθρωπος, άβγαλτο παιδί της αγροτιάς, την ερωτεύθηκε βαθιά, με όλη τη δύναμη της νεανικής του καρδιάς. Με καμμιά δεν μπορούσε να τη συγκρίνει. «Ως κρίνον εν μέσω ακανθών», τόσο διαφορετική τού φαινόταν η αγαπημένη του ανάμεσα στ’ άλλα κορίτσια. Την έκαμε σκοπό της ζωής του και άρχισε να ψάχνει τρόπους και ανθρώπους για να την πλησιάσει.

Και φυσικά εκμυστηρεύτηκε τον έρωτά του πρώτα και καλύτερα, πού αλλού; Στον φίλο του. Εκείνος ενθουσιάστηκε. Και βάλθηκε, σαν φίλος του που ήταν, να συνδράμει στην περίσταση. Θα εύρισκε ανθρώπους κοντινούς της κοπέλας, να μεσολαβήσουν. Να μιλήσουν στους δικούς της, σε κείνη, όπου ήταν χρειαζούμενο, να δέσει το πράγμα, να πάρει σάρκα και οστά το μεγάλο όνειρο του Μανωλάκη. Κι αρχίσανε λοιπόν τα πάρε-δώσε του φίλου για τον μεγάλο σκοπό.

Και πρώτη του κίνηση βέβαια ήταν να τη δει κι ο ίδιος από κοντά, να αποκτήσει ιδία αντίληψη περί του θέματος, όπως έλεγε. Να μην ξέρει ο άνθρωπος για ποιο πράγμα αγωνίζεται; Και φυσικά, θαμπώθηκε από την ομορφιά της κι αυτός. Και εδώ ήταν που άρχισαν τα πράγματα να μετράνε αντίστροφα. Ο σπουδαίος φίλος δεν δίστασε καθόλου να αλλάξει ρόλο παρευθύς. Κι από προξενητής, βρέθηκε να κυκλοφοράει για γαμπρός. Τα ’φερε από δω, τα ’φερε από κει, με το ένα, με το άλλο, κατάφερε στο τέλος ο καλός σου με τη μαεστρία του, βάζοντας τον ερωτευμένο φίλο του να κοιμάται στα χαμομήλια, να φτιάξει τη δουλειά του τέλεια. Και ώσπου να πάρει είδηση ο βαθιά νυχτωμένος, ανίδεος Μανωλάκης, τί παιχνίδια παίχτηκαν πίσω από την πλάτη του, ο καλύτερος φίλος του βρέθηκε παντρεμένος με την όμορφη Ανδριανή.

Το νέο έσκασε σαν κεραυνός εν αιθρία στην ψυχή του φτωχού Μανωλάκη. Αυτός κι αν έπεσε απ’ τα σύννεφα! Νόμισε πως ζει εφιάλτη. Δεν μπορούσε να πιστέψει το τί έγινε. Να τον εκμεταλλευθεί ο έμπιστος φίλος του τόσο αισχρά! Ένιωσε τη ζωή του να γίνεται θρύψαλα στη στιγμή. Είδε τις δυο μεγάλες του αγάπες ξαφνικά να κάνουν φτερά. Ο καλύτερος φίλος του να τον προδίδει θανάσιμα! Η αγαπημένη του να χάνεται οριστικά απ’ τη ζωή του, να ανήκει παντοτινά πλέον σε άλλον! Τα μάτια του θάμπωσαν, το μυαλό του σκοτίστηκε, η καρδιά του σταμάτησε. Η ζωή έφυγε απ’ το κορμί του. Ο Θεός τον φώτισε και δεν άρπαξε την καραμπίνα να σκοτώσει και να σκοτωθεί.

Μα στο εξής τα πάντα μαράθηκαν μέσα του. Το όμορφο παλικάρι μαράζωσε, η νιότη του φυλλορρόησε, μάδησε σαν το κομμένο τριαντάφυλλο. Μια βαθειά δυστυχία θρονιάστηκε στην ψυχή του. Κατάντησε άνθρωπος μισερός. Οι δικοί του φοβήθηκαν πως θα τον χάσουν. Τους αγαπούσε πολύ κι έκανε το παν για να μην υποφέρουν μαζί του. Μα η ζωή του είχε μόνιμα σακατευτεί. Δεν μπόρεσε να συγχωρέσει ποτέ τον ύπουλο φίλο του. Τον μίσησε με όλη τη δύναμή του. Δεν θέλησε ποτέ του να τον ξαναδεί. Και ποτέ ξανά δεν ανάφερε το όνομά του. Ήταν γι’ αυτόν πλέον ο «ακατονόμαστος».

Και η Ανδριανή; Έμαθε ποτέ για τον μεγάλο του έρωτα; Της μίλησε άραγε ποτέ γι’ αυτό ο «ακατονόμαστος»; Δεν μπορούσε να ξέρει. Ούτε είχε τρόπο να μάθει. Μα δεν είχε και νόημα φυσικά. Ήταν πολύ τίμιος για να αρχίσει να σκαλίζει. Δεν είχε τίποτε να βγάλει.

Αυτός δεν το ήξερε, μα η κοπέλα, μια και ζούσε στο χωριό τους πια, έμαθε κάποτε, σε χρόνια βέβαια, την πικρή αλήθεια. Μια βαθειά συμπάθεια την πλημμύρισε για το πληγωμένο παλικάρι, που, ούτως ή άλλως από την πρώτη στιγμή που το αντίκρισε, της είχε μιλήσει έντονα μέσα της. Μα τώρα δεν ωφελούσε τίποτα. Ήταν πολύ αργά για οτιδήποτε. Είχε πια οικογένεια, μικρά παιδιά να μεγαλώσει. Και ήταν κι αυτή πολύ τίμια για να σκαλίσει οτιδήποτε παραπέρα.

Ας όψεται ο «ακατονόμαστος»!

Και να τον έχει τώρα κοντά του στην πιο θανάσιμη πάλη της ζωής του, εδώ που παίζονταν όλα για όλα ανά πάσα στιγμή! Πώς γίνονται τέτοιες απίθανες, τόσο ανεπιθύμητες συμπτώσεις; Ποιο μακάβριο πεπρωμένο εμπαίζει σαδιστικά τον πόνο του; Χάθηκαν οι επιλογές στη σκακιέρα της ιστορίας; Ο νεαρός στρατιώτης ένιωσε την ψυχή του να λυσσομανά. Δεν έφτανε η προσωπική του μέχρι τώρα τραγωδία, η φρίκη του πολέμου, η ανήκουστη κακουχία που τους κατάντησε αγριμικά και θεριά. Θα είχε μπροστά του στο εξής και τον προσωπικό του δήμιο παντού, να τον βασανίζει ανελέητα. Ε, όχι πια! Δεν ήταν δα και υπεράνθρωπος! Πόσο θα κράταγε ακόμα; Η αίσθησή του ήταν πως όλα αυτά ξεπερνούσαν αφάνταστα τις αντοχές του. Η ψυχή του μαύρισε, έσπασε, γονάτισε.

Και ο πόλεμος, που από αισθήματα κι ανθρώπινους καημούς και πόνους δεν ένιωθε, συνεχιζόταν αμείλικτος. Μα ο νεαρός στρατιώτης άρχισε τώρα να τα βλέπει όλα με παγερή απάθεια. Λίγο τον ένοιαζε πια η ζωή του, έχασε το νόημά της γι’ αυτόν. Προκαλούσε ανοιχτά την τύχη του. Περιγελούσε ψυχρά τον θάνατο, γινόταν προκλητικά παράτολμος, έβγαζε το άχτι του βουτώντας απερίσκεπτα στους κινδύνους. Οι ανώτεροί του έτρεμαν στη σκέψη να χάσουν από ανοησίες τον καλύτερο στρατιώτη τους. Προσπαθούσαν μάταια να τον λογικέψουν. Θυμόταν μόνο, πού και πού, τη μάνα του την πονεμένη και τις αδελφές του, που θα μαυροφορούσαν στα νιάτα τους, και μάτωνε η καρδιά του πικρά.

Τα Χριστούγεννα κόντευαν. Μα ποιος τα θυμόταν; Το καθημερινό χαροπάλεμα συνεχιζόταν όλο και πιο άγριο. Οι εξουθενωμένοι μαχητές βρισκόντουσαν σε ιδιαίτερα κρίσιμη κατάσταση. Το σύνταγμά τους είχε αγκιστρωθεί σε απόκρημνο ορεινό όγκο, απ’ τους πολλούς που αφθονούσαν στο θέατρο των επιχειρήσεων. Σκορπισμένα περιμετρικά τα τρία τάγματά του, παρέμεναν καθηλωμένα για μέρες κάτω απ’ τον καταιγισμό των εχθρικών πυροβόλων. Η προέλασή τους κοβόταν απ’ το απότομο ρεύμα του ποταμού που έγλειφε τη χιονισμένη κατωφέρεια μπροστά τους. Με εντολή του συνταγματάρχη μια διλοχία, επιχειρώντας νυχτερινή παράτολμη έφοδο, κατάφερε να διεισδύσει στην απέναντι όχθη. Σχημάτισε μικρό προγεφύρωμα, μα χωρίς υποστήριξη, αποκομμένη, κινδύνευε να αφανιστεί. Ο νεαρός στρατιώτης ήταν στο προγεφύρωμα.

Η προωθημένη μονάδα, οχυρωμένη πρόχειρα, βρισκόταν τώρα στο μάτι του κυκλώνα. Ο ταγματάρχης-διοικητής της, ψάχνοντας απεγνωσμένα για προκάλυψη, έβγαλε βιαστικά αναγνωριστική περίπολο. Γλιστρώντας αθόρυβα οι πέντε οπλίτες της, προσπάθησαν να ψηλαφήσουν στα σκοτάδια της νύχτας το ανάγλυφο της περιοχής. Κόντευαν να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους, όταν σε κοντινή απόσταση αντιλήφθηκαν ύποπτη κίνηση. Εχθρικό απόσπασμα, δυο διμοιρίες τουλάχιστον, κατευθυνόταν προσεκτικά προς τη θέση της διλοχίας για αιφνιδιαστική προσβολή.

Οι άντρες της περιπόλου ακροβολίστηκαν στη στιγμή και κινήθηκαν προς τα πίσω, μα η απόσταση που τους χώριζε από την εχθρική ομάδα ήταν πολύ μικρή. Δεν μπορούσαν να τρέξουν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Οι δυο παρέμειναν επί τόπου. Με τα φορητά τους αυτόματα άνοιξαν ομαδικό ξαφνικό πυκνό πυρ καταπάνω στον εχθρό, για να καλύψουν τη διαφυγή των υπολοίπων. Στη συνέχεια οι τρεις από ασφαλέστερη θέση κάλυψαν την υποχώρηση των δύο. Ο εχθρός αλαφιάστηκε, πισωγύρισε, αναδιπλώθηκε σαν ερπετό, ρίχτηκε με λύσσα στην αντεπίθεση. Η διλοχία βρέθηκε ακαριαία στο πόδι, εφόρμησε, κατάφερε να σπάσει την ορμή του, καθήλωσε προσωρινά το θεριό.

Μα απ’ την περίπολο γύρισαν μόνο οι τέσσερις. Ο πέμπτος δεν τα κατάφερε. Μέσα στη σύγχυση των διασταυρούμενων πυρών, μια ριπή τον πρόλαβε στα πόδια, ενώ έτρεχε να καλυφθεί στο κοίλωμα ενός βράχου. Η αριστερή του κνήμη έσπασε. Ο δεξιός μηρός γαζώθηκε, μα δεν πειράχτηκε το κόκκαλο. Σωριάστηκε φαρδύς πλατύς στη βάση της πέτρας. Αδύνατον να κάνει βήμα. Η μάχη γύρω του μαινόταν. Η κρυάδα του θανάτου τον περόνιασε από πάνω ως κάτω μονομιάς. Είτε από σφαίρες, είτε από αιμορραγία, κατάλαβε πως ήταν λίγα τα ψωμιά του.

Το πρωί βρήκε τους αντιπάλους στις πρόχειρες οχυρώσεις τους. Ο αγνοούμενος στρατιώτης θεωρήθηκε νεκρός. Ο διοικητής σκεφτόταν με πρώτη ευκαιρία να τον περιμαζέψει για ταφή. Με τα κιάλια του χτένιζε το πεδίο της νυχτερινής μάχης. Δεν άργησε να τον εντοπίσει, καθώς βρισκόταν σε σημείο υπερυψωμένο, καθαρό από βλάστηση, αλλά και εμφανές εκατέρωθεν των αντιμαχομένων. Ο πεσμένος στρατιώτης προστατευόταν προσωρινά από τα εχθρικά βλέμματα από μικρό πέτρινο κοίλωμα, αλλά κάθε πρόσβαση σ’ αυτό ήταν απόλυτα εκτεθειμένη, χωρίς την παραμικρή κάλυψη. Ο ταγματάρχης εκτίμησε την κατάσταση στα γρήγορα. Ήταν φανερό πως δεν μπορούσε να ρισκάρει τίποτε στο φως της μέρας, καθώς η περιοχή βρισκόταν μέσα στο δραστικό βεληνεκές των εχθρικών όπλων. Δίσταζε να διακινδυνεύσει άλλες ζωές. Θα περίμενε τη νύχτα.

Και ενώ ετοιμαζόταν να κατεβάσει τα κιάλια του, ο πεσμένος κουνήθηκε. Ο ταγματάρχης αναπήδησε.

-  Μα είναι ζωντανός! ανέκραξε κατάπληκτος.

Τα δεδομένα τώρα άλλαζαν άρδην. Δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τραυματία στο έλεος του εχθρού. Ούτε μπορούσε να ξέρει σε ποια κατάσταση βρισκόταν ο πληγωμένος. Ίσως να είχε χάσει πολύ αίμα. Θα άντεχε μες στην παγωνιά ως τη νύχτα; Μια ομάδα διάσωσης οργανώθηκε στο λεπτό. Ο εμπειρότατος νεαρός στρατιώτης Μανουήλ επιλέχθηκε από τους πρώτους.

Με μεγάλη προσοχή και σχεδόν έρποντας, έφτασαν μέχρι το τελευταίο σημείο που τους παρείχε κάλυψη. Και τώρα; Μπροστά τους απλωνόταν το γυμνό ξέφωτο. Αδύνατο να προχωρήσουν αθέατοι. Θα πλήρωναν ακριβά την τόλμη τους. Τα πολυβόλα θα τους θέριζαν στο λεπτό. Βρέθηκαν σε μεγάλη αμηχανία.

Ο νεαρός στρατιώτης, εξασκημένος στον ανορθόδοξο πόλεμο, ανέλαβε πρωτοβουλία. Με παράτολμο θάρρος αναρριχήθηκε απ’ την αθέατη κρημνώδη πλευρά και έφτασε στο χείλος του βράχου που προστάτευε τον τραυματία. Μα πόση ήταν η έκπληξή του και η ψυχρολουσία που δέχτηκε, όταν είδε μπροστά του, ποιον άλλον; Τον «ακατονόμαστο»! Δεν είχε μάθει από πριν το όνομα του τραυματία, ή μπορεί και σκόπιμα να του το κρύψανε. Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι.

-  Ώστε για σένα, βρε σκυλί, ξεσκίστηκα να φτάσω ως εδώ στα βράχια και τους γκρεμούς; Όχι, βρε αναίσχυντε, χίλιες φορές όχι! Δεν θα σου την κάνω τη χάρη! Εδώ θα μείνεις, να πεθάνεις! Να σε ρημάξουν ζωντανό, να σε φάνε τ’ αγρίμια!

Ήταν τόση η φούρκα του, που κάθισε κάτω τρέμοντας. Ένιωσε το κορόιδο της υπόθεσης, όπως ξανά και ξανά στο παρελθόν. Μα να, που τώρα είναι στο χέρι του να βγάλει μια και καλή το άχτι του. Η αγανάκτηση ορθώθηκε πελώριο κύμα μέσα του. Καιρός να πληρωθούν εδώ και τώρα όλοι οι παλιοί λογαριασμοί. Έχει ο καιρός γυρίσματα, δεν λένε;

Σκυφτός ο τραυματίας, ξεματωμένος, παγωμένος, χλωμός, ίσα που ανάσαινε. Δεν σάλεψε καθόλου. Δεν άνοιξε το στόμα μου να πει ούτε λέξη. Δεν σήκωσε μάτια να τον κοιτάξει.

-  Δεν μιλάς τώρα, παλιόπραμα, δεν σε παίρνει, ε;

-  Δεν έχω τίποτα να πω, μουρμούρισε τελικά ξεψυχισμένος ο άλλος. Δεν είμαι παρά ένας θεομπαίχτης. Αν θέλεις, συχώρεσέ με!

-  Τί να συχωρέσω, βρέ, αθεόφοβε; ούρλιαξε ο νεαρός στρατιώτης ξέφρενος. Από πού ν’ αρχίσω και πού να τελειώσω; Καταραμένος να ’σαι, που θέλεις και συγχώρεση!

-  Εγώ πεθαίνω, μου αξίζει, μα έχω μικρά παιδιά! ψιθύρισε με κόπο ο τραυματίας. Μην πάρουν την κατάρα μου πάνω τους. Κάν’ το για κείνα! Κάν’ το για κείνη!

Και έγειρε στο υγρό χώμα αποκαμωμένος.

Ο νεαρός στρατιώτης χτυπιόταν απ’ τον θυμό του. Μα βλέποντάς τον πεσμένο κάτω, σχεδόν νεκρό, άρχισε να καταλαγιάζει το πρώτο του φούντωμα. Δεν ήταν κακός, αντίθετα! Μα ξέσπαγε τώρα η πίκρα μιας ολάκερης ζωής. Στη σκέψη του ήρθε όντως εκείνη (μα μήπως είχε φύγει και ποτέ;) και τα παιδιά της. Ποιος ήταν στ’ αλήθεια αυτός που θ’ αποφάσιζε για την τύχη τους; Έγινε μήπως «ο και νεκρών και ζώντων την εξουσίαν έχων»; Αυτός θα κανόνιζε τώρα ποιος είναι να ζήσει και ποιος να πεθάνει; Και ποιον σταυρό θα κουβαλήσει ο καθένας; Θα βύθιζε στη δυστυχία της ορφάνιας αθώα μικρά παιδιά και στη χηρεία την αγαπημένη του ψυχή;

Κατάλαβε πως η εκδίκησή του θα ’σπερνε πίσω της καταστροφή. Όχι! Ποτέ του δεν ήθελε το κακό των ανθρώπων. Δεν θα το ’κανε λοιπόν ούτε τώρα. Αλλά καιρός τότε να βιαστεί. Δεν είχε τη μέρα ολόκληρη δική του. Άδραξε παρευθύς τον πληγωμένο στα στιβαρά του μπράτσα, όμως τα πράγματα δεν ήταν καθόλου απλά. Δεν μπορούσε να ξαναπεράσει φορτωμένος τους απότομους γκρεμούς από όπου σκαρφάλωσε νωρίτερα. Η μόνη διέξοδος ήταν το γυμνό ξέφωτο. Θανάσιμο ρίσκο, μα δεν είχε επιλογή.

Έκανε σινιάλο στην ομάδα του για κάλυψη και με τον τραυματία στους ώμους έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ένας πυκνός φραγμός πυρός με συνεχείς βολές κατά ριπάς υψώθηκε πάραυτα για να τον προστατέψει. Μα κι ο εχθρός δεν αδρανούσε. Τα πολυβόλα του απάντησαν αμέσως. Στην κόλαση της φωτιάς, μ’ ένα τρελό ζικ-ζακ ο νεαρός στρατιώτης κόντεψε ν’ αγγίξει το θαύμα, μα η σφαίρα που τον έψαχνε επίμονα δεν είχε την ίδια γνώμη. Ένιωσε το φλογισμένο χάδι της στα σωθικά του, μα έσφιξε τα δόντια του για ένα τελευταίο σάλτο, που τον έφερε σχεδόν στην αγκαλιά της ομάδας του.

Με το που εντόπισε τις θέσεις του εχθρού από το πρόχειρο παρατηρητήριο ο διοικητής, πρόσταξε αμέσως βολές όλμου πάνω στα πολυβολεία του. Έτσι η ομάδα διάσωσης με τους δυο βαριά πληγωμένους κατάφερε να φτάσει ασφαλής στη βάση της.

Στο αντίσκηνο-χειρουργείο με ανύπαρκτα μέσα δόθηκε η κρίσιμη μάχη για τη ζωή τους. Εξαντλημένος απ’ την αιμορραγία και την παγωνιά ο «ακατονόμαστος», πήρε με τη φροντίδα λίγο-λίγο να συνέρχεται. Τα τραύματα στα πόδια του ήταν θεραπεύσιμα. Μα ο νεαρός στρατιώτης την είχε άσχημα. Η σφαίρα που τον τρύπησε απ’ το πλευρό, θέρισε ζωτικά του όργανα. Δυο μέρες χαροπάλευε. Ξημέρωναν Χριστούγεννα, χωρίς να πάρει ακόμα το καλύτερο.

Δεν είχε καλοφέξει καν, όταν απ’ το κοντινό αντίσκηνο ακούστηκαν μουρμουρητά, κουβέντες, σούσουρο, ώσπου τελικά ξεκαθάρισαν στ’ αυτιά του ψαλμωδίες. Ξαφνιάστηκε. Πώς έφτασε ως εκεί παπάς; Ο συνταγματάρχης είχε στείλει τον στρατιωτικό ιερέα του συντάγματος για να λειτουργηθούν τα παιδιά, να μεταλάβουν, μέρα που ξημέρωνε. Κανα-δυό φαντάροι πάλευαν να ψαλμωδήσουν τις χριστουγεννιάτικες υμνωδίες. «Δεύτε ίδωμεν, πιστοί…», «Η Παρθένος σήμερον…» και άλλα. Του φάνηκε τόσο παράξενο μέσα στη φρίκη του πολέμου, στην άγρια ερημιά και στους φρικτούς του πόνους να ακούει λόγια ιερά, γιορτινά, που έτρεξαν δάκρυα από τα μάτια του. Βαθειά συγκίνηση και γαλήνη απλώθηκαν στην ψυχή του. Ο τραχύς στρατιώτης αναλύθηκε σε κλάμα. Μα το ίδιο συνέβαινε και με τον άλλο τραυματία δίπλα του.

-  Δεν ξέρω αν θα ξανάχω την ευκαιρία, μα θα ’θελα να σου πω το μεγάλο μου ευχαριστώ, που θυσιάστηκες για μένα, τον εχθρό σου! είπε με τρεμάμενη φωνή εκείνος. Μακάρι να μπορέσω κάποτε να στο ανταποδώσω.

-  Δεν βλέπω εχθρό μου πουθενά! Ούτε σε σένα, Χρήστο! (για πρώτη φορά εδώ και χρόνια πρόφερε ξανά το όνομα του φίλου του). Άλλωστε φεύγω πια! Το ’πε η μάνα μου η μεγάλη, η Παναγιά, στη μάνα μου απόψε, στο όνειρό μου. Την είδα στο φτωχικό μας απαρηγόρητη να κλαίει, να χτυπιέται. Μα ήρθε αντίκρυ της και εστάθη η Παναγιά, μαυροφορούσα και σεμνή, με μάτια φωτεινά και πρόσωπο γλυκό, καλοσυνάτο.

-  Φτάνουν τα δάκρυα και οι καημοί σου, κόρη μου! της είπε. Το παιδί σου θα το πάρω εγώ κοντά μου πια. Μην κλαις και μην ανησυχείς άλλο γι’ αυτό. Τέλειωσαν οι πίκρες και τα βάσανά του. Τώρα θα είναι και δικός μου γιος. Σήμερα κιόλας θα ’ναι μαζί μου στον Παράδεισο.

Κι ακούμπησε την άχραντη παλάμη της η Παναγιά στ’ αυλακωμένο πρόσωπο της μάνας μου. Πήρε τα δάκρυά της, το γαλήνεψε. Κι έστειλε ένα γλυκό χαμόγελο ν’ ανθίσει στα πικραμένα χείλη της.

Κι ενώ απόσωνε ο στρατιώτης την κουβέντα του, πρόβαλε στην πόρτα της σκηνής χρυσοντυμένος ο παπάς με τ’ άγιο Δισκοπότηρο. Σαν να ’ταν μιλημένος, προχώρησε και στάθηκε στο μαξιλάρι του. Άπλωσε το ιερό μάκτρο πάνω του και πρόφερε σιγανά και ιερόπρεπα:

-  «Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Μανουήλ Σώμα και Αίμα Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον»!

Ο στρατιώτης ένιωσε πως είχε κιόλας αναλάβει τη φροντίδα του η μάνα του η Παναγιά. Κοινώνησε ευλαβικά. Έκανε τον σταυρό του και είπε ψιθυριστά:

-  «Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία σου»!

Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος του, έγειρε ελαφρά το κεφάλι στο πλάι και παρέδωσε ειρηνικά και γαλήνια το πνεύμα του.

Απλά και αθόρυβα, μέσα απ’ τις βροντές του πολέμου, ο νεαρός στρατιώτης Μανουήλ αναχώρησε. Την ώρα που το θείο Βρέφος, ο Εμμανουήλ, κατέβαινε από τον ουρανό για το σπήλαιο της Βηθλεέμ, ένα άλλο βρέφος λευκοφορεμένο -η ψυχή του νεαρού στρατιώτη Μανουήλ- ανέβαινε από τη γη στα ουράνια, για το βασίλειο της Εδέμ. Δορυφορούμενα από αγγέλους τα δυο βρέφη, συναπαντήθηκαν στον αέρα και, κατά τρόπο ανερμήνευτο για μας, παρέμειναν έκτοτε για πάντοτε μαζί.

Δυο γράμματα έφτασαν στο μικρό χωριό.

Το ένα για την οικογένεια του στρατιώτη από τον διοικητή του, που με το γνωστό στερεότυπο ύφος γνωστοποιούσε ότι ο γιός τους, «διά υποδειγματικήν εκτέλεσιν του καθήκοντος και επιδειχθείσαν αυτοθυσίαν» κ.λ.π. κ.λ.π., «κατετάγη εις το πάνθεον των ηρώων» κ.λ.π.

 
Το άλλο για την Ανδριανή από τον άντρα της, που την πληροφορούσε για τα καθέκαστα. Διαβάζοντάς το εκείνη, έτρεξε βιαστικά στην κάμαρά της, καθώς δυο δάκρυα καυτά κυλούσαν στα μάγουλά της. Ύψωσε μάτια και χέρια προς τα εικονίσματα και άφησε ελεύθερη την καρδιά της, για πρώτη και τελευταία φορά, να απευθυνθεί μυστικά στον νεαρό στρατιώτη:

-  Σ’ ευχαριστώ, αγαπημένη μου ψυχή, σ’ ευχαριστώ! Πορεύου εν ειρήνη, ζήσε εκεί παντοτινά τη χαρά που δεν γεύτηκες ποτέ στη ζωή σου εδώ!

Χριστούγεννα 2020

π. Δημητρίου Μπόκου

Αντιύλη

Ι. Ν. Αγ. Βασιλείου, 481 00  Πρέβεζα

Τηλ. 26820 23075/25861/6980 898 504

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Δεν κουραστήκατε να γιορτάζετε τα Χριστούγεννα;

Κουραστήκαμε να γιορτάζουμε τα ίδια Χριστούγεννα γιατί δεν σκεφτήκαμε ότι υπάρχουν κι αλλιώτικα. 
Στην αγωνία της πανδημίας, στην οποία ακόμη και οι πιο ψύχραιμοι νιώθουμε ανασφάλεια, έρχεται και πάλι η Μητρόπολη των εορτών, η Γέννηση του Χριστού, να μας χτυπήσει την πόρτα. Αυτονόητα τα όχι σε ρεβεγιόν, αγορές, τραγούδια, φαγητό, διασκέδαση. 
Έχει κουράσει μία μόνιμη υπενθύμιση της Εκκλησίας για Χριστούγεννα χωρίς Χριστό. 
Ο δυτικός κόσμος τα έχει μετατρέψει είτε σε χριστουγεννιάτικες ιστορίες αγάπης και αλληλεγγύης προς τους φτωχούς, είτε σε ρομαντικές ταινίες και σειρές από τα συνδρομητικά και διαδικτυακά κανάλια, έτσι για να μπούμε στο πνεύμα των Χριστουγέννων. 
Φέτος καταργήθηκαν και οι σχολικές γιορτές της τελευταίας ημέρας διδασκαλίας και ησυχάσαμε. 
Άντε να χτυπήσει η καμπάνα για τους λίγους τυχερούς και να ακούσουμε το μονότονο ευχολόγιο πολιτικών, εκκλησιαστικών, στρατιωτικών και άλλων αρχών, με την γλώσσα που ξέρει να επαναλαμβάνεται, για να μην την θυμάται κανείς.
Δεν κουραστήκατε να γιορτάζετε Χριστούγεννα;

Ας ρωτήσουμε τις καρδιές μας αυτό το διάστημα αν η απάντηση μπορεί να είναι όχι. Παιδιά του δυτικού κόσμου όλοι μας, ας πάψουμε να προσποιούμαστε ότι μας λείπει το νόημα των Χριστουγέννων. 
Δεν το αναζητούμε άλλωστε, γιατί το έχουμε ως παράδοση και συνήθεια, αντιμετωπίζουμε χωρίς ενοχές την γιορτή ως μία στάση στο πανδοχείο του χρόνου για να θυμηθούμε την παιδική μας ηλικία, να ξεκουραστούμε, να εκκλησιαστούμε ίσως αφού νηστέψουμε, γιατί όχι, να κοινωνήσουμε, αλλά δεν θα μείνουμε στην γιορτή καθαυτή.

Αν θέλουμε να το παλέψουμε πραγματικά, θα διαπιστώσουμε ότι ο Χριστός δεν είναι το κέντρο μας. 
Ούτε ο ίδιος πιθανόν να το ήθελε, γιατί θα φρόντιζε η γέννα Του να κάνει εντύπωση. Αντίθετα, γεννήθηκε ταπεινά και σιωπηλά, εκτός του συστήματος της ανθρώπινης καθημερινότητας, δίπλα από κλειστά σπίτια και καρδιές στον κόσμο τους. Και επιμένει να γεννιέται χωρίς θόρυβο, παρότι τον καλούμε ως τυπικό πρωταγωνιστή της γιορτής. 
Πόσοι από μας ρίχνουμε την ματιά της καρδιάς μας στην φάτνη που στολίζει το χριστουγεννιάτικο δέντρο; 
Ψηλό, χαρούμενο, με τις γιρλάντες, τα λαμπιόνια και τις μπάλες, με το αστέρι στην κορυφή να ομορφαίνει τον χώρο. Και στα ΄πόδια του το αποτύπωμα της γέννας, που όταν τελειώσουν οι γιορτές θα το ξαναβάλουμε στην αποθήκη.

Κουραστήκαμε να γιορτάζουμε τα ίδια Χριστούγεννα γιατί δεν σκεφτήκαμε ότι υπάρχουν κι αλλιώτικα. 
Υπάρχουν τα Χριστούγεννα ενός κόσμου που αναζητά απάντηση στο “γιατί;” του θανάτου. 
Τα Χριστούγεννα του “γιατί;” της κοινωνικής αδικίας. 
Του “γιατί;” ο άνθρωπος να είναι μόνο ό,τι τρώει. 
Του “γιατί;” να μην μπορώ να αγαπήσω και να αγαπηθώ. 
Του “γιατί;’ της ανάγκης για έναν Θεό όμοιο με μας. 
Του “γιατί;” να μην μπορώ να συγχωρήσω και να συγχωρεθώ. 
Τα Χριστούγεννα του να νιώσω ότι ο Θεός με αγαπά, ώστε να γίνει άνθρωπος για να μου δώσει όλες αυτές τις απαντήσεις κι ας μην τον πιστέψω.
Τα Χριστούγεννα της πανδημίας μου δίνουν την αφορμή να αφήσω πίσω τα όσα Χριστούγεννα με κούρασαν με τον τρόπο που τα έζησα. Δεν με νοιάζει αν οι άλλοι δεν τα έχουν ή δείχνουν ότι δεν τα έχουν βαρεθεί. Καιρός μου να κατεβώ από τα ψηλά του δέντρου εκεί στην φάτνη. Να συλλογιστώ ότι φτάνει η κακία, φτάνει η αναζήτηση λύσεων, φτάνει η περηφάνεια για όσα έχω. Κατεβαίνω, κοιτάζω, εμπιστεύομαι, βάζω αρχή μετανοίας και αγάπης και ελπίζω ότι θα μου χαμογελάσει όντας μαζί μου σε μιαν άλλη γιορτή!

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”
Στο φύλλο της Τετάρτης 23 Δεκεμβρίου 2020

π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki