Monday, 6 November 2017

Το «σύνδρομο της παραίτησης»: Δεκάδες παιδιά προσφύγων άρχισαν να παραλύουν

Το «σύνδρομο της παραίτησης»: Η μυστηριώδης ασθένεια της Σουηδίας
Εδώ και δύο δεκαετίες η Σουηδία μάχεται με μία μυστηριώδη ασθένεια. Δεκάδες παιδιά προσφύγων, προερχόμενα κυρίως από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, άρχισαν να παραλύουν. Σταματούσαν να περπατούν, να μιλούν, να τρώνε, ενώ έκλειναν τα μάτια τους και βυθίζονταν σε βαθύ λήθαργο. Ήταν σαν να έπεφταν σε κώμα, όμως κανένας γιατρός δεν μπορούσε να εντοπίσει κάποια βλάβη στο νευρικό τους σύστημα. Τα παιδιά είχαν παραιτηθεί από την ίδια την ζωή.
Η περίεργη ασθένεια ονομάζεται «σύνδρομο παραίτησης» και πλήττει αποκλειστικά παιδιά και έφηβους προσφύγων, που τα αιτήματα ασύλου των οικογενειών τους είχαν απορριφτεί. 
Οι ασθενείς βρίσκονται για μήνες ή και χρόνια σε λήθαργο, ενώ υπάρχουν περιπτώσεις παιδιών που δεν έχουν ξυπνήσει ακόμα. Τρέφονται με σωληνάρια και παρακολουθούνται καθημερινά από τους γιατρούς. Εάν δεν φροντίσει κανείς να τα καθαρίσει και να ταΐσει, τα παιδιά αυτά θα πεθάνουν. Τελικά με την κατάλληλη ιατρική φροντίδα αναρρώνουν. 
Αλλά γιατί αυτό φαίνεται να συμβαίνει μόνο στη Σουηδία;
Ειδικότερα, το «σύνδρομο παραίτησης» θεωρείται ότι υπάρχει μόνο στη Σουηδία και εμφανίζεται μόνο μεταξύ των προσφύγων. Οι ασθενείς δεν παρουσιάζουν υποκείμενες σωματικές ή νευρολογικές ανωμαλίες. Οι Σουηδοί αποκαλούν αυτούς που νοσούν ως «οι απαθείς» (de apatiska).

Η περίπτωση της Σοφί
Το σύνδρομο παραίτησης χτύπησε και την 9χρονη Σοφί, που φαίνεται κλινικά νεκρή και τον τελευταίο καιρό την μεταφέρουν οι γονείς της με αναπηρικό καροτσάκι. 
Ωστόσο, τα μαλλιά της είναι λαμπερά και πυκνά όπως κάθε άλλου υγιούς παιδιού της ηλικίας της, αλλά τα μάτια της παραμένουν κλειστά, ενώ τους τελευταίους 20 μήνες τρέφεται με σωληνάκι.

Η Σόφι και η οικογένειά της είναι πρόσφυγες από την πρώην Σοβιετική Ένωση και ζητούν άσυλο στη Σουηδία. Έφθασαν εκεί μετά από ένα μακρύ ταξίδι τον Δεκέμβριο του 2015 και ζουν σε ειδικά διαμορφωμένα καταλύματα που προορίζονται για πρόσφυγες σε μια μικρή πόλη στην κεντρική Σουηδία.

«Η αρτηριακή της πίεση είναι φυσιολογική, αλλά έχει υψηλό ποσοστό παλμών, οπότε ίσως αντιδρά στους πολλούς ανθρώπους που ήρθαν να την επισκεφτούν σήμερα», λέει η Δρ. Elisabeth Hultcrantz, εθελοντής των Γιατρών του Κόσμου.

Η Hultcrantz ελέγχει καθημερινά τα αντανακλαστικά της Σοφί. 
Όλα φαίνεται να λειτουργούν κανονικά, αλλά το παιδί δεν ανταποκρίνεται. Η γιατρός ανησυχεί γιατί η Σοφί δεν ανοίγει ποτέ το στόμα της. Αυτό θα μπορούσε να είναι επικίνδυνο, γιατί αν υπάρξει πρόβλημα με το σωλήνα τροφοδοσίας της, η μικρή θα μπορούσε να πνιγεί.
Αλλά πως θα μπορούσε ένα παιδί που αγαπούσε το χορό και τη ζωή να γίνει ξαφνικά τόσο αδρανές; 
«Οι γονείς έχουν πολλά ερωτήματα σχετικά με το τι συμβαίνει με τη Σοφί. Τους εξηγώ ότι ο κόσμος είναι τόσο σκληρός που η Σοφί αποφάσισε να αποσυνδέσει το συνειδητό κομμάτι του εγκεφάλου της. Θέλει να απέχει από όλα αυτά που συμβαίνουν», λέει η Hultcrantz.
Οι γιατροί που αντιμετωπίζουν αυτά τα παιδιά συμφωνούν ότι τα βιωματικά τραύματα ευθύνονται για την συγκεκριμένη ασθένεια. 
Τα παιδιά που είναι πιο ευάλωτα, είναι εκείνα που έχουν βιώσει ακραίες βιαιότητες – συχνά κατά των γονέων τους – ή ζουν σε ένα περιβάλλον συνεχούς αβεβαιότητας.

Αυτός είναι και το κύριο αίτιο της κατάστασης της Σοφί, αφού οι γονείς της έπεσαν θύματα μιας τρομακτικής ιστορίας εκβιασμού και δίωξης από την τοπική μαφία. Ειδικότερα, το Σεπτέμβριο του 2015 σταμάτησαν το αυτοκίνητο τους άνδρες με στολές της αστυνομίας. «Μας έσυραν έξω στο δρόμο και μας χτύπησαν άσχημα. Η Σοφί ήταν μέσα στο αμάξι και έβλεπε όλα όσα συνέβαιναν», ανέφερε ο πατέρας της.

Οι άνδρες άφησαν τη μητέρα της Σοφί, η οποία άρπαξε τη μικρή και έτρεξε μακριά, αλλά ο πατέρας της έμεινε πίσω και δε θυμάται τίποτα από αυτά που εξελίχθηκαν στη συνέχεια. Η μητέρα της Σοφί την πήγε στο σπίτι ενός φίλου, αλλά το κορίτσι ήταν πολύ αναστατωμένο, φώναζε πως ήθελε τον μπαμπά της και χτύπησε τον τοίχο με τα πόδια της.

Παρόλο που ξαναβρέθηκαν λίγες μέρες μετά, η οικογένεια αναγκάστηκε να κρύβεται σε σπίτια φίλων για περίπου τρεις μήνες, μέχρι να φύγουν για τη Σουηδία. Κατά την άφιξή τους κρατήθηκαν για ώρες από τη σουηδική αστυνομία. Από κει και μετά η κατάσταση της Σοφί ξεκίνησε να επιδεινώνεται πολύ γρήγορα.

«Μετά από μερικές ημέρες παρατήρησα ότι δεν έπαιζε τόσο πολύ όπως συνήθιζε με την αδερφή της», λέει η μητέρα της. 
Σύντομα, η οικογένεια πληροφορήθηκε ότι δεν θα μπορούσε να μείνει στη Σουηδία. Η Σοφί άκουσε τα πάντα σε αυτή τη συνάντηση με το Συμβούλιο Μετανάστευσης και στο σημείο αυτό σταμάτησε να μιλάει και να τρώει.

Πότε και πως ξεκίνησε το «σύνδρομο παραίτησης»;
Το σύνδρομο παραίτησης αναφέρθηκε για πρώτη φορά στη Σουηδία στα τέλη της δεκαετίας του 1990, ενώ περισσότερες από 400 περιπτώσεις αναφέρθηκαν στο διάστημα 2003-2005.

Καθώς όλο και περισσότεροι Σουηδοί άρχισαν να ανησυχούν για τις συνέπειες της μετανάστευσης, αυτά τα «απαθή παιδιά», όπως... 

Ελληνοαλβανική συμμορία διακινούσε με τη μέθοδο delivery ναρκωτικά σε σχολεία

Δέκα μέλη της συμμορίας, που διακινούσε ναρκωτικά με τη μέθοδο delivery, έπεσαν στα χέρια της αστυνομίας. 
Η σπείρα είχε διεισδύσει και σε σχολεία, εντάσσοντας στο πελατολόγιο τους μαθητές Λυκείου.

Αποκλειστικό ρεπορτάζ του Γιώργου Γεραφέντη

Νεαρός Έλληνας, ήταν το βαποράκι των εμπόρων ο οποίος στα διαλείμματα, χέρι – χέρι μοίραζε το «εμπόρευμα». 
Ο «ντελιβεράς» των ναρκωτικών σύμφωνα με την Ασφάλεια Αθηνών, έβγαζε μεροκάματο από 20 μέχρι 30 ευρώ την ημέρα.

Τα μέλη της ελληνοαλβανικής συμμορίας χρησιμοποιούσαν κωδικούς στις συνομιλίες τους, ωστόσο η αστυνομία είχε βρεθεί στα ίχνη τους το τελευταίο εξάμηνο.
Οι διακινητές προμήθευαν με χασίς και μεγαλύτερους σε ηλικία χρήστες σε Βύρωνα, Καισαριανή, Παγκράτι και Ζωγράφου. 

Η Ασφάλεια Αθηνών συνέλαβε 10 μέλη της σπείρας.

πηγή ΕΡΤ1

Μη στέλνετε τα Παιδάκια σας Άρρωστα στο Σχολείο


ΓΙΑΤΙ ΣΤΕΛΝΕΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΣΑΣ ΑΡΡΩΣΤΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ; 
ΤΙ ΣΑΣ ΦΤΑΙΝΕ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ;

«Δεν έχει τίποτα ο μικρός, μόνο λίγο βήχα», είπε ξέπνοα η μαμά ενός πιτσιρικά που υπό κανονικές συνθήκες θα είχε ήδη κρεμαστεί από πάνω μου για το καθιερωμένο πρωινό μας φιλάκι και μετά θα είχε ξεχυθεί στην μεγάλη αίθουσα για να παίξει τους μαστόρους με τα φιλαράκια του.

Κοίταξα τον μικρό με δυσπιστία­. Χλωμός, με μάτια θολά, άκεφος, αποσύρθηκε αμέσως στην γωνιά χαλάρωσης κρατώντας ένα βρώμικο χαρτομάντιλο στο ένα χέρι κι ένα πακέτο καθαρά στο άλλο.

Δεύτερη μέρα που το παιδί κυριολεκτικά σέρνεται. 
-Νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να τον αφήσετε σπίτι να ξεκουραστεί σήμερα. Χθες δεν συμμετείχε πουθενά, σε καμιά δραστηριότητα, ούτε στο διάλειμμα δεν βγήκε κι όλη μέρα δεν έφαγε σχεδόν τίποτα. Μάλλον τον περιτριγυρίζει κάποια ίωση. ­
-Μια χαρά είναι, θα έχω το κινητό μαζί αν χρειαστεί τίποτα, άλλωστε σε τέσσερις ώρες τι να γίνει;
Μάταια προσπάθησα να την μεταπείσω τα λίγα λεπτά που είχαν μείνει πριν τακτοποιήσει την τσάντα του παιδιού και με χαιρετήσει τρέχοντας, με τα κλειδιά του αυτοκινήτου στο χέρι. Πάλι θα αργούσε, το νέο ωράριο του νηπιαγωγείου δεν συμβάδιζε καθόλου με την εργασία της. Σίγουρα όμως ήθελε και να με αποφύγει. Είναι γνωστό πόσο πιεστική μπορώ να γίνω όταν υποψιάζομαι πως κάποιο παιδάκι είναι άρρωστο.

Με λένε υπερβολική καμιά φορά που τονίζω στους γονείς να μην φέρνουν τα μικρά άρρωστα στο σχολείο, εφ’ όσον έχουν επίγνωση της ασθένειας και που, χωρίς δισταγμό, παίρνω τηλέφωνο να έρθουν να τα πάρουν με την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων. 
Δεν ήμουν πάντα έτσι. Μέχρι και πριν λίγα χρόνια, ήμουν η πρώτη που θα πήγαινε στην δουλειά με 38 πυρετό, συνάχι κ.λ.π επειδή «αντέχω εγώ» και δεν ήθελα να επιβαρύνω τις συναδέλφους μου ή τους γονείς με το πού θα αφήσουν τα παιδιά. 
Κι επιπρόσθετα, ήμουν πιο ελαστική στο σχολείο με τα άρρωστα παιδάκια,  όταν οι γονείς δεν είχαν σε ποιον να τα αφήσουν και δεν εμφάνιζαν και κάτι τραγικό. 

Ελάτε τώρα, όλοι οι εκπαιδευτικοί το κάνουμε­ πάμε σχολείο άρρωστοι και μερικές φορές κάνουμε τα στραβά μάτια ή υποκύπτουμε στις αναφορές των γονέων πως «δεν έχει τίποτα καλέ, λίγο βηχαλάκι μόνο». 
Κακώς.

Mόνο έτσι θα επικοινωνήσετε με το παιδί σας…

Θυμάμαι ότι υπηρετούσα σε ένα νηπιαγωγείο ενός σερραϊκού χωριού, όταν έφεραν για δεύτερη μέρα άρρωστο παιδάκι με τάση για εμετό (την προηγούμενη το πήραν πίσω στην μέση της ημέρας). 
Με διαβεβαίωναν πως ήταν πλέον καλά, κι ας το έβλεπα πως σχεδόν έτρεμε από τον πυρετό. 
Και οι δυο γονείς εργάζονταν και δεν είχαν πού να το αφήσουν και με διαβεβαίωσαν πως αν χρειαστεί θα έρθουν να το πάρουν αμέσως. 
Στο πρώτο σαραντάλεπτο το παιδί έκανε και εμετό και διάρροια. Προφανώς η γαστρεντερίτιδα μας είχε χτυπήσει την πόρτα. 

Στις επανειλημμένες κλήσεις μου δεν απαντούσε κανείς. 

Λερώθηκε και η δεύτερη αλλαξιά που είχε μαζί του το παιδί, το ίδιο και τα δικά μου ρούχα. 
Περιττό να περιγράψω πόσο ανήσυχη ήμουν μήπως συμβεί τίποτα χειρότερο στον μικρό του οποίου είχα την ευθύνη και ταυτόχρονα πόσο θυμωμένη, όταν απάντησαν μετά από 1 ώρα, καθώς το παιδί φαινόταν πως είναι φανερά εξαντλημένο και πιθανώς τόσο αφυδατωμένο που θα χρειαζόταν ορό. 
Ωστόσο, προτίμησα απλά να τους περιγράψω την κατάσταση, να τους δώσω το παιδί όταν ήρθαν μετά από λίγο και να τους μιλήσω κάποια άλλη στιγμή. Σκεφτόμουν πως έθεταν σε κίνδυνο ολόκληρη την τάξη και δεν ήταν η πρώτη φορά που ένα παιδάκι θα κολλούσε τα υπόλοιπα.
Αυτό που δεν σκέφτηκα ήταν πως με την στάση τους έθεταν σε κίνδυνο κι εμάς τους εκπαιδευτικούς του σχολείου. Δυστυχώς, το ίδιο βράδυ παρουσίασα τα ίδια συμπτώματα και καθώς έμενα μόνη μου στο χωριό, ειδοποίησα τον αδερφό μου, ο οποίος μετά από 90 χιλιόμετρα δρόμο ήταν στο σπίτι μου να με μαζέψει και τελικά αφυδατωμένη βρέθηκα στο κέντρο υγείας του χωριού. 
Με λίγα λόγια, εκτός από εμένα, που δεν πήγα στη δουλειά μου για 3 μέρες, αποδεκατίστηκε και ολόκληρη η τάξη, καθώς το παιδάκι είχε κολλήσει τους υπόλοιπους, βάζοντας σε μια απίστευτη ταλαιπωρία τα παιδιά αλλά και τους γονείς τους, που δεν έφταιγαν σε τίποτα, που κι εκείνοι δούλευαν και που κι εκείνοι προφανώς δεν είχαν έτοιμες λύσεις στο που να αφήσουν το παιδί τους.

Αυτό το περιστατικό – που ήταν και το πιο σοβαρό απ’ όσα μου έχουν συμβεί, μου υπενθυμίζει πως η ασθένεια δεν πρέπει να πηγαίνει σχολείο, είτε την κουβαλάω εγώ είτε κάποιο παιδί.



Από τότε, όποτε μου πει κάποιος γονέας πως το παιδί του έχει μόνο λίγο συναχάκι, δεν το διαπραγματεύομαι πια. Είναι καλό οι γονείς να ξέρουν πως, όταν κλείνουμε την πόρτα στο άρρωστο παιδί σας, δεν την κλείνουμε στο ίδιο το παιδί, αλλά στην ασθένεια

Sunday, 5 November 2017

Υπέρ Βωμών και Εστιών

Και φτιάχτηκε ο Ιερός Ναός, στολίδι της περιοχής,
είκοσι μέτρα ψηλός.
Όπου και να πας σ’ αυτό τον τόπο, συγκίνηση κι υπερηφάνεια θα νιώσεις.
Κυριακή σήμερα, 5 Νοεμβρίου, πήγαμε εκδρομούλα στα Βίλια Αττικής, την αρχαία Ειδυλλία.

Άμα φτάσεις στο χωριό, στη κωμόπολη των Βιλίων, δεν μπορείς να μη δεις τον Ναό.

Παντού, μα παντού στην πατρίδα μας, στο πιο όμορφο μέρος, στο πιο κεντρικό, στο πιο απλόχωρο φτιάχνουν τις εκκλησιές τους οι Έλληνες.

Άμα διώξαμε τους τούρκους και γινήκαμε κράτος, εκεί στα Βίλια είχανε τρεις μικρές ενορίες.
Αποφάσισαν λοιπόν να ενωθούν και κάνουν μια μεγάλη ενορία κι έναν ναό, μεγαλύτερο από τους τρεις μικρούς που είχανε για να χωράνε οι πιστοί. Διάλεξαν λοιπόν, το ωραιότερο μέρος, το πιο ψηλό, το πιο κεντρικό και είπαν: Εδώ θα κάνουμε την εκκλησιά μας την Αγιά Σωτήρα.
Και άμα συσκεφθήκανε, αποφάσισαν τα καλύτερα για τον Χριστό μας.
Το Ναό της Μεταμορφώσεως της Σωτήρος, θέλανε να τον φτιάξει ο καλύτερος: ο Ερνέστος Τσίλερ.
Χρειάζονταν λεφτά όμως, πολλά λεφτά και ήταν δύσκολοι οι καιροί, φτώχεια καταραμένη. Αλλά πότε κώλωσαν οι πιστοί. Τρεις άνθρωποι ανέλαβαν το έργο. Υποθήκευσαν τις περιουσίες τους, σπίτια, ελιές, αμπέλια, χωράφια και ότι άλλο διέθεταν για να δανειστούν για τον Ναό.
Ποιος να μείνει ασυγκίνητος σε τέτοια πράξη! Μάζεψαν λεφτά από όπου μπορούσαν. Δώσαν οι Βιλιώτες, οι Μεγαριώτες, οι Πειραιώτες, οι Αθηναίοι και ομογενείς από την Αμερική. Μαζεύτηκαν τα λεφτά, και στρωθήκαν στη δουλειά όλοι. Λαξεύανε την πέτρα και χτίζανε. Όλοι δουλέψανε, όλοι με τα χέρια τους και οι γυναίκες και τα παιδιά. Νερό δεν είχαν και κουβαλούσαν οι γυναίκες από μακριά με τους κουβάδες.
Και φτιάχτηκε ο Ιερός Ναός, στολίδι της περιοχής είκοσι μέτρα ψηλός.
Ανάψαμε το κεράκι μας και περπατήσαμε στο πεζόδρομο που είναι τα καφενεδάκια κι οι ταβέρνες. Στη μέση της διαδρομής ήταν μαζεμένος κόσμος και ξεχώριζε η φιλαρμονική, 6 κορίτσια με τις κόκκινες στολές τους και τις τρομπέτες τους.
Πλησιάσαμε.
Όλοι ήταν μαζεμένοι μπροστά σε μια προτομή, έναν νεαρό από λευκό μάρμαρο.
Έγραφε από κάτω:
ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΡ. ΣΕΚΕΛΛΑΡΙΟΥ
ΥΠΟΣΜΗΝΑΓΟΣ
ΕΤΩΝ 25

ΕΠΕΣΕ ΗΡΩΙΚΑ ΣΤΗΝ
ΠΕΡΙΟΧΗ ΖΙΤΣΑΣ ΗΠΕΙΡΟΥ
ΣΤΙΣ 2 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1940
ΜΑΧΟΜΕΝΟΣ ΚΑΤΑ ΠΟΛΥ
ΥΠΕΡΤΕΡΩΝ ΙΤΑΛΙΚΩΝ
ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Έγινε η Δοξολογία και μετά μίλησαν προς τιμή του υποσμηναγού οι διάφοροι αντιπρόσωποι και μάθαμε κι εμείς την ιστορία του νεαρού Γιάννη.
Ο Γιάννης Σακελλαρίου γεννήθηκε το 1915 στα Βίλια, το 1932 κατατάχτηκε στη νεοσύστατη Ελληνική Αεροπορία. 28 Οκτωβρίου 1940 κηρύσσεται ο πόλεμος και 4 ημέρες μετά, στις 2 Νοεμβρίου, καλείται να υπερασπιστεί τα Γιάννενα από την Ιταλική πολεμική αεροπορία.
25 χρονών παλληκαράκι, επικεφαλής του «τεράστιου» σμήνους των τριών (3) καταδιωκτικών, εναντίον 15 ιταλικών καταδιωκτικών και βομβαρδιστικών.
Εμπλέκονται στην άνιση μάχη.
«Ο υποσμηναγός Ιωάννης Σακελλαρίου κυνηγάει με πάθος ένα ακόμη ιταλικό αεροπλάνο και το ρίχνει συντρίμμια στην γη. Τότε μανιασμένο το σμήνος των Ιταλών κυκλώνει τον Έλληνα αετό. Δεν έχει όμως άλλα πυρομαχικά ο δικός μας. Μισή ώρα δίνει μάχη στους αιθέρες. Διώξατε μέχρι θανάτου, αντιλαλεί η διαταγή του προς το σμήνος που διοικούσε. Σε κλάσματα δευτερολέπτου αγκαλιάζεται με τον θάνατο. Δεν έχει πυρομαχικά. Έχει όμως το αεροπλάνο του. Ορμάει και πέφτει ακάθεκτος στο εχθρικό αεροπλάνο. Τ' άλλα τρέπονται σε φυγή μπροστά στο πήδημα του θανάτου. Ο Έλληνας υποσμηναγός, αγκαλιασμένος στην συντριβή με τον εχθρό, περνά στην αθανασία...»

Έπεσε το παλληκαράκι, και τον μάζεψαν οι κάτοικοι του χωριού και του έστησαν άγαλμα στο κέντρο του χωριού τους και άλλαξαν το όνομα του χωριού τους και το είπαν Σακελλαρικό.
«Το χρεωστούσαμε στην Ελλάδα» είπε ο πατέρας του, όταν το έμαθε σε δύο μέρες. «Δέχομαι συγχαρητήρια σαν Έλληνας και συλλυπητήρια σαν πατέρας».

Το πρώτο αφήγημα ήταν υπέρ Βωμών και το δεύτερο ήταν υπέρ Εστιών, αλλά και αλλιώς να τα πεις, το ίδιο είναι, επειδή «Υπέρ βωμών και Εστιών» πάει να πει: «Για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία», που είναι ένα.
Αμήν.

Ευτυχώς που ξέχασα να μεγαλώσω ...
Μπάλα στην αλάνα

... κι αν με γυρέψετε είμαι ακόμα στην αλάνα
Ας το παραδεχτούμε: Όσα 5Χ5 γηπεδάκια και να φτιαχτούν το ποδόσφαιρο της πλατείας ή της αλάνας θα έχει πάντα μια θέση μέσα στην καρδιά μας. Γιατί πώς να το κάνουμε; Σαν τις καραβολίδες, δεν έχει…

Μεσημέρι Τετάρτης.
Λίγο μετά το σχολείο και λίγο πριν το φροντιστήριο των Αγγλικών. Ο τόπος του ραντεβού το παρκάκι λίγο πιο χαμηλά από τον προφήτη Ηλία ή στο άδειο προαύλιο του σχολείου. Καμιά 10αριά άτομα ετοιμάζονται να… απλώσουν το ταλέντο τους στο ποδόσφαιρο πάνω στο τσιμέντο.

Υπάρχουν και μερικές ελεύθερες αλάνες ακόμα πάνω στις οποίες δεν έχει ορθωθεί κάποιο μεγάλο κτίριο αλλά… τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Δεν προλαβαίνουμε να πάμε εκεί. Γήπεδο βαπτίζεται οτιδήποτε έχει τον απαιτούμενο χώρο για να στήσουμε στο «μπαμ» ένα διπλάκι.

Το ποδόσφαιρο εκείνης της εποχής είναι πλέον σκονισμένο από τα χρόνια που πέρασαν από πάνω του. Όλη η αθωότητα, τα σκισμένα σορτσάκια, τα ματωμένα γόνατά χάθηκαν κι αυτά, όπως τόσα και τόσα άλλα πράγματα από εκείνη την εποχή.

Πλέον ποδόσφαιρο σημαίνει τηλεόραση με πίτσες και μπύρες ή (στην καλύτερη και όταν το επιτρέπουν οι υποχρεώσεις) γήπεδο με το κασκόλ στο λαιμό. Δεν ήταν πάντα έτσι, όμως… Κάποτε υπήρχαν τα δοκάρια που φτιαχνόντουσαν από τις σχολικές τσάντες. Το οριζόντιο που έφτανε μέχρι εκεί που έφταναν τα χέρια του τερματοφύλακα.
Τότε που τα τρία κόρνερ σήμαιναν πέναλτι και οι σπόντες δεν μετρούσαν. Τότε που ο γείτονας έβριζε και καταριόταν επειδή του κόψαμε τον μεσημεριανό ύπνο και εμείς του πετάγαμε νεράτζια στα παράθυρα για εκδίκηση που μας έκοψε το ματς πάνω στο κρίσιμο σημείο.

Το γήπεδο και η μπάλα
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά για όσους άτυχους δεν έζησαν εκείνη την εποχή. 
Το θέμα ήταν να παίξεις μπάλα. Δεν έχει σημασία πού. Δεν έχει σημασία το πώς. Σημασία έχει να οριστεί το ραντεβού και να μαζευτούμε δέκα άτομα (το λιγότερο) για να ξεκινήσει το ματσάκι.

Αν έρχονταν κι άλλα άτομα δεν ήταν πρόβλημα. Όλοι οι καλοί χωρούσαν. Αυτός που δεν έβγαινε ήταν αυτός που έφερνε την μπάλα. Δεν 'πα να ήταν ο πιο… μυρωδιάς. Αυτός είχε την μπάλα, αυτός έκανε κουμάντο. Από αυτόν ξεκινούσε η ομάδα και σε αυτόν τελείωνε. Τυχεροί όλοι οι άλλοι αν δεν τον φώναζε η μάνα του και έπρεπε να φύγει νωρίτερα.

Αν έφευγε τότε ξυπνούσε μέσα μας ο πολυμήχανος Οδυσσέας. Επιστρατεύονταν οι «αερόμπαλες» που είχαν τα μικρότερα αδέρφια. Οι πλαστικές που βάραγες το σουτ με κατεύθυνση στη δεξιά πλευρά του τέρματος και βρισκόταν ανατολικά στο μπαλκόνι της γειτόνισσας, επειδή προς τα εκεί φυσούσε ο αέρας. Αν δεν υπήρχε ούτε αυτή, τότε πηγαίναμε σε κάτι πιο μικρό. Χρήσιμο εκείνες τις ώρες μπορούσε να φανεί ακόμα και ένα μπαλάκι του τένις.

Αν δεν υπήρχε ούτε αυτό, σίγουρα θα υπήρχε ένα τενεκεδένιο κουτάκι από αναψυκτικό. 
Η… μετατροπή του σε μπάλα απαιτούσε μαεστρία. Το έβαζες όρθιο στο δρόμο και το πατούσες με δύναμη και τέτοιο τρόπο ώστε να μαζευτεί χωρίς να στραβώσει. Το τελικό αποτέλεσμα θύμιζε το… πακ που χρησιμοποιούν οι παίκτες του χόκεϊ στο πιο μεγάλο του και πιο κοφτερό αλλά τι να κάνεις;
Όταν έλειπε η ασπρόμαυρη μπάλα, με τις χοντρές ραφές (που όταν καταστρέφονταν, η σαμπρέλα περίσσευε και δημιουργούσε ένα καρούμπαλο) και εκείνη την ανεξίτηλη μυρωδιά που παραμένει ακόμα καρφωμένη στο μυαλό μας, κάτι έπρεπε να βρεις.
Όπως ειπώθηκε νωρίτερα γήπεδο «βαπτιζόταν» οτιδήποτε είχε… χώρο. Η αλάνα, το στενό που δεν περνούσαν συνέχεια αυτοκίνητα, η πλατεία, το παρκάκι ή το προαύλιο του σχολείου.

Το τέρμα και η μοιρασιά των παικτών
Σε όλα τα παραπάνω μέρη δεν έλειπε απλά το χορτάρι (ακουγόταν σαν σενάριο επιστημονικής φαντασίας τότε) αλλά κάτι πολύ πιο βασικό. Τα δοκάρια! Ούτε αυτό βέβαια αποτελούσε ιδιαίτερο πρόβλημα μπροστά στην ανάγκη να παίξεις μπάλα.

Δοκάρια ήταν οι... σχολικές τσάντες. Η απόσταση μεταξύ τους οριζόταν από πριν και καθοριζόταν από τα «βηματάκια». Για τους μη μυημένους τα «βηματάκια» ήταν περίπου δέκα (ανάλογα με τον διαθέσιμο χώρο, μπορεί να ήταν περισσότερα ή λιγότερα) και τα μετρούσε ο ίδιος παίκτης και για τις δύο εστίες προκειμένου να μην υπάρχει διαφορά.

Αυτός που μετρούσε κολλούσε τη φτέρνα του ποδιού του στην τσάντα και ξεκινούσε να μετράει τοποθετώντας κάθε φορά τη φτέρνα, στη μύτη του παπουτσιού. Έτσι περπατούσε και μετρούσε έως το δέκα. Εκεί έβαζε την δεύτερη τσάντα και… βουαλά! Έτοιμο το τέρμα.

Η ίδια διαδικασία και για το δεύτερο τέρμα και το γήπεδο ήταν έτοιμο. Μοναδικό πρόβλημα ο ορισμός για το που θα υπήρχε το οριζόντιο δοκάρι. Εκεί λύσεις δεν υπήρχαν οπότε οριζόντιο ήταν το νοητό σημείο που έφταναν τα χέρια του τερματοφύλακα όταν εκείνος έκανε ένα επιτόπιο άλμα! 
Όταν κάποιος έκανε ένα ψηλό σουτ και η μπάλα περνούσε πάνω από τον τερματοφύλακα τότε γινόταν και ο πρώτος τσακωμός. Μπορούσε να την φτάσει, όχι δεν μπορούσε. Πέρασε από δίπλα του, όχι πέρασε μισό μέτρο από πάνω του. Άκρη δεν έβγαινε (ούτε ριπλέι υπήρχε, ούτε… Βαρούχας) οπότε μπορεί να έπεφτε και καμιά ψιλή. Αλλά όλα μέσα στο παιχνίδι ήταν…

Πριν φτάσουμε εκεί, ωστόσο, υπήρχε και το στάδιο της κατάρτισης του ρόστερ της κάθε ομάδας. Αν οι ομάδες δεν ήταν έτοιμες από πριν, επιστρατεύονταν και πάλι τα «βηματάκια» με τη μόνη διαφορά πως δυο παίκτες κατευθύνονταν ο ένας πάνω στον άλλο. Όποιος πάταγε πρώτος τη μύτη από το παπούτσι του άλλου, ξεκίναγε διαλέγοντας πρώτος παίχτη, μετά σειρά είχε ο χαμένος της διαδικασίας και ούτω καθεξής.


Οι κανόνες και το περίεργο λεξικό
Το ότι παίζαμε στην αλάνα δεν σημαίνει πως δεν υπήρχαν κανόνες. Δεν ήταν… «μπάτε σκύλοι αλέστε» η φάση. 
Εντάξει, δεν υπήρχε το offside (δεν θα μπορούσε άλλωστε από τη στιγμή που υπήρχε ο παίκτης που όλοι φώναζαν «καφενείο» ή «τσαντιράκι», με δεδομένο πως στρατοπέδευε στην αντίπαλη άμυνα και περίμενε την πάρε- βάλε πάσα) αλλά υπήρχαν άλλοι.

Ένας από αυτούς ήταν πως τα τρία (κερδισμένα) κόρνερ ήταν πέναλτι. Κάπως έτσι πρέπει να προέκυψε και το στις τρεις πίτσες η μία δώρο! Οι σπόντες δεν μετρούσαν. Δεν μπορούσες δηλαδή να την πετάξεις στον τοίχο, να μπει γκολ και να πανηγυρίζεις σαν τον Ρονάλντο. 
Στην παραπάνω κατηγορία δεν περιλαμβανόταν το «φυσικό εμπόδιο». Η ρόδα ενός αυτοκινήτου, δηλαδή, ή ο κορμός του δέντρου που έβγαινε λίγο πιο έξω από την (επίσης) νοητή γραμμή του άουτ ή κάποιο μέρος του σώματος ενός άτυχου περαστικού (σιγά μη σταματούσε το ματς επειδή περνούσε άνθρωπος).

Επίσης, αν ο αγώνας ήταν… αορίστου χρόνου και όχι 90λεπτο ο βασικός κανόνας είναι πως όταν έφτανε η κρίσιμη ώρα κάποιος φώναζε «η φάση» και όλοι συμφωνούσαν πως στο τέλος, είτε έμπαινε γκολ, είτε όχι, όλα τελείωναν εκεί.

Επιμέρους κανόνες θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν και η απαγόρευση των καραβολίδων (των εξαιρετικά δυνατών σουτ, επιπέδου Ρομπερτο Κάρλος που έσπαγαν παρακείμενα παράθυρα) και το παγκότερμα όπου ο τερματοφύλακας την έβλεπε μια μίξη Σαργκάνη- Σαραβάκου και μπορούσε να πραγματοποιήσει μια επέλαση από το τέρμα του μέχρι την αντίπαλη περιοχή και να βάλει γκολ.

Τέλος, υπήρχε ο κανόνας των κανόνων. Αυτός που ήταν πάνω απ' όλα. Για να ισχύουν όλα τα παραπάνω θα έπρεπε ρητά και κατηγορηματικά να έχουν συμφωνηθεί από πριν. Αν δεν είχε γίνει αυτό τότε υπήρχε το «ε, αυτό δεν το είχαμε πει από την αρχή». 
Σε απλά ελληνικά σήμαινε πως ναι μεν ίσχυε για τη συνέχεια αλλά χωρίς να έχει… αναδρομική αξία. 
Αυτή ήταν και η αιτία για να ξεσπάσουν οι μεγαλύτερες συρράξεις εντός αγωνιστικού χώρου.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, όπως έλεγαν και οι Ζιγκ-Ζαγκ «ευτυχώς που ξέχασα να μεγαλώσω κι αν με γυρέψετε είμαι ακόμα στην αλάνα. Ευτυχώς που ξέχασα να μεγαλώσω, μη με μαζεύεις απ’ το δρόμο ακόμα μάνα»!

newsbeast
madata.gr

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki