Showing posts with label Λογοτεχνία. Show all posts
Showing posts with label Λογοτεχνία. Show all posts

Tuesday, 24 September 2024

Φθινόπωρο, η αγαπημένη εποχή των ποιητών - Στίχοι και μελωδίες για το φθινόπωρο...

«O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν' ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...».
Γκαίτε

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι. 
Σύμφωνα με τον υπέροχο και πασίγνωστο αυτό στίχο του Οδυσσέα Ελύτη (πρόκειται για την αρχή του ποιήματος «Ελένη», από την ενότητα «Σποράδες» της Συλλογής «Προσανατολισμοί»), όλοι έχουμε την αίσθηση πως το φθινόπωρο αποτελεί πια πραγματικότητα, καθώς βιώνουμε τα πρώτα ανεπαίσθητα βήματα του ερχομού του: τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη, το μεγάλωμα της νύχτας, το δροσερό αεράκι τα πρωινά και τα βράδια, την επάνοδο των περισσότερων παραθεριστών…

Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός το ότι το φθινόπωρο, αυτή η εποχή της γλυκιάς μελαγχολίας τόσο στη φύση όσο και στην ανθρώπινη ψυχή, υπήρξε ανέκαθεν και θα είναι, για πάντα, μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης και για τους ποιητές και για τους μουσικοσυνθέτες, Έλληνες και ξένους… Πόσα, στ’ αλήθεια, ποιήματα και πόσες μελωδίες έχουν γραφεί γι’ αυτή την εποχή, που ο καθένας μας –άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο– αγαπάει και περιμένει!
Πιστεύω πως ένα από τα πιο γνωστά κι αγαπημένα φθινοπωρινά… τραγούδια είναι το περίφημο «Les feuilles mortes» («Τα νεκρά φύλλα»), με μουσική του Joseph Kosma, στίχους του σπουδαίου Γάλλου ποιητή Jacques Prévert, και ερμηνευτή τον αλησμόνητο Yves Montand.

Oh, je voudrais tant que tu te souviennes
Des jours heureux où nous étions amis.
En ce temps - là la vie était plus belle
Et le soleil plus brûlant qu’ aujourd’ hui.


Les feuilles mortes se ramassent à la pelle,
Tu vois, je n’ ai pas oublié,
Les feuilles mortes se ramassent à la pelle,
Les souvenirs et les regrets aussi.

Et le vent du nord les emporte
Dans la nuit froide de l’ oubli.
Tu vois, je n’ ai pas oublié
La chanson que tu me chantais.


C’ est une chanson qui nous ressemble,
Toi, tu m’ aimais et je t’ aimais,
Et nous vivions tous les deux ensemble,
Toi qui m’ aimais, moi qui t’ aimais.


Mais la vie sépare ceux qui s’ aiment
Tout doucement, sans faire de bruit
Et la mer efface sur le sable


les pas des amants désunis…

Ω, θα ’θελα τόσο πολύ να θυμάσαι
τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι.
Εκείνο τον καιρό η ζωή ήταν πιο όμορφη
κι ο ήλιος πιο καυτός από σήμερα.

Τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
βλέπεις, δεν ξέχασα,
τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
κι οι αναμνήσεις κι οι λύπες επίσης.

Κι ο Βοριάς τα παρασύρει
μέσα στην παγωμένη νύχτα της λήθης.
Βλέπεις, δεν ξέχασα
το τραγούδι που μου τραγουδούσες.

Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει,
εσύ μ’ αγαπούσες κι εγώ σ’ αγαπούσα,
και ζούσαμε μαζί οι δυο μας,
εσύ που μ’ αγαπούσες, εγώ που σ’ αγαπούσα.

Αλλά η ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούνται,
τόσο γλυκά, δίχως να κάνει θόρυβο,
και η θάλασσα σβήνει πάνω στην άμμο
τα βήματα των εραστών που χώρισαν…

«Φθινοπώριασε» είναι ο τίτλος ενός πραγματικά θαυμάσιου ποιήματος του μεγάλου Γάλλου ποιητή Arthur Rimbaud. Η απαγγελία της σύνθεσης από τον Γιώργο Κιμούλη είναι κυριολεκτικά συγκλονιστική…

Ο περίφημος λυρικός ποιητής μας Λάμπρος Πορφύρας (1879-1932), εμπνευσμένος από την εποχή του φθινοπώρου στη θάλασσα, έγραψε το υπέροχο ποίημα «Θαλασσινό φθινόπωρο», το οποίο μελοποίησε ο Μιχάλης Τερζής, και ερμήνευσε θαυμάσια ο Κώστας Καράλης.

Θαλασσινό φθινόπωρο
στον πάτο έχει σκεπάσει
τις αστραπές των κογχυλιών
και των φυκιών τα δάση.

Και μια θολούρα αδιάκοπη
ποιος ξέρει που ’χει πάρει
τις αστραπές των κογχυλιών
και των φυκιών το σμάρι.

Σαν κάστρα που ρημάξανε
τα βράχια στο Λιμάνι
μόνο της μπόρας έμειναν
οι γλάροι καπετάνιοι.

Κι η χειμωνιάτικη νυχτιά
μονάχα αυτή το ρίχτει
στην κυματούσα θάλασσα
το σκοτεινό της δίχτυ.
Στην Ενότητα Β της Συλλογής «Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου» του Τάσου Λειβαδίτη ανήκει ένα θαυμάσιο ποίημα, με τίτλο «Φθινόπωρο».
Ονειρεύομαι ένα άγαλμα να κλαίει μες στην ομίχλη,
έναν φυλακισμένο να τραγουδά,
μια γυναίκα να μην κλέβει τα χρόνια της,
ένα παιδί που να μη ρωτά.
Το φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου
να γείρει η χαμένη ζωή μου.

Στην Ενότητα Γ της ίδιας Συλλογής Τάσου Λειβαδίτη ανήκει και το πανέμορφο ποίημα «Φθινοπωρινό σούρουπο».

Βράδιαζε και στο βάθος του φθινοπωρινού δρόμου λιγόστευε
όλο και πιο πολύ το φως
σα να τέλειωνε για πάντα ο κόσμος.

Και ο Νίκος Γκάτσος, εμπνευσμένος κι αυτός από τη μελαγχολία του φθινοπώρου, έγραψε το ποίημα «Δάκρυα του φθινοπώρου», το οποίο μελοποίησε ο Σταύρος Ξαρχάκος, και ερμήνευσε υπέροχα η Δήμητρα Γαλάνη.

Αργά χθες τη νύχτα, μετά τα μεσάνυχτα, βγήκα στη βεράντα. Ύψωσα το βλέμμα μου στον ουρανό κι αντίκρυσα το φεγγάρι. Ήταν γερμένο, μισόγιομο, κι απέπνεε θλίψη και παράπονο. Το φως του θαμπό, λιγοστό, μελαγχολικό. «Το φθινοπωρινό φεγγάρι» σκέφθηκα… «Το φεγγάρι του Σεπτέμβρη… Πόσο αλλιώτικο από την αυγουστιάτικη πανσέληνο…».
Η δροσιά της υποβλητικής, φθινοπωρινής νύχτας, που είχε τυλίξει το κορμί μου, μεταμορφώθηκε σε μιαν ανεξήγητη μελαγχολία, που κατέκλυσε την ψυχή μου… Μπήκα μέσα κι έκλεισα τη μπαλκονόπορτα. Κι αμέσως, θυμήθηκα εκείνο το γνωστό κι αγαπημένο ποίημα του Νίκου Γκάτσου, το «Απόψε φθινοπώριασε», μελοποιημένο από τον Μάνο Χατζιδάκι, και ερμηνευμένο από τον Μανώλη Μητσιά… Το σιγοτραγούδησα κι αποκοιμήθηκα, επαναλαμβάνοντας –ξανά και ξανά– τους στίχους:
Απόψε φθινοπώριασε
και τ’ όνειρο ξεθώριασε.
Καρδιά μου, κάνε υπομονή,
κι ο ήλιος θα ξαναφανεί…

Εύχομαι από καρδιάς σε όλους ένα πανέμορφο Φθινόπωρο…
Γιόλα Αργυροπούλου - Παπαδοπούλου

Η κυρία Γιόλα Αργυροπούλου – Παπαδοπούλου είναι επ. καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και ποιήτρια
palmografos

ΟΤΑΝ ΗΡΘΕΣ
Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι
στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες
γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι.
Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα
την έκανα γλυκύτατο τραγούδι
κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.
Κώστας Καρυωτάκης
Δημοσιεύτηκε στον «Νουμά» (650), 21 Σεπτεμβρίου 1919

Πόθος
Βαθὺ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρὸ σὲ καρτερῶ,
μὲ τὶς πλατιές, βαριές σου στάλες
τῶν φύλλων ἄραχλοι χαμοί, τῶν δειλινῶν ἀργοὶ καημοί,
ποῦ μὲ μεθούσατε τὶς ἄλλες...

Τὰ καλοκαίρια μ᾿ ἕψησαν καὶ τὰ λιοπύρια τὰ βαριά,
κι οἱ ξάστεροι οὐρανοὶ οἱ γαλάζοι:
ἀπόψε μου ποθεῖ ἡ καρδιὰ πότε νὰ ῾ρθεῖ μέσ᾿ τὰ κλαριά,
ὁ θεῖος βοριὰς καὶ τὸ χαλάζι!

Τότε, γερτὸς κι ἐγὼ ξανά, μέσ᾿ τὰ μουγγὰ τὰ δειλινά,
θ᾿ ἀναπολῶ γλυκά, -ποιὸς ξέρει-,
καὶ θὰ μὲ σφάζει πιὸ πολύ, σὰν ἕνα μακρινὸ βιολί,
τὸ περασμένο καλοκαίρι...
Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ:
«ΟΙ ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΕΣ ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ»
Ἄρχισε ψύχρα.
Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.
Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή.
Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν.
Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωῆς.
Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια,
πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες
ᾖρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.
Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρα
κι ὅλα νὰ φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.
Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια
ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη
μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.
Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση
κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου.
Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν.
Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,
ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη,
ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.
Κι ἐσὺ τί κάθεσαι;
Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.
Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».
Ἄρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ:
«Φθινόπωρο»
Τί γυρεύει το κορίτσι στο σκοτάδι της καρέκλας;
Γρήγορα καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο
γδύνεται με σύννεφα μπροστά στα μάτια
με τη βροχή μες στο κεφάλι με τη βελόνα στην καρδιά
βγάζει τις κάλτσες βγάζει τα λουλούδια πετάει το φωτοστέφανο
έξω τα φύλλα του καιρού βάφονται μες στο αίμα

Jacques Prévert:
«Τα νεκρά φύλλα»
Ω, θα ’θελα τόσο πολύ να θυμάσαι
τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι.
Εκείνο τον καιρό η ζωή ήταν πιο όμορφη
κι ο ήλιος πιο καυτός από σήμερα.

Τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
βλέπεις, δεν ξέχασα,
τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
κι οι αναμνήσεις κι οι λύπες επίσης.

Κι ο Βοριάς τα παρασύρει
μέσα στην παγωμένη νύχτα της λήθης.
Βλέπεις, δεν ξέχασα
το τραγούδι που μου τραγουδούσες.

Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει,
εσύ μ’ αγαπούσες κι εγώ σ’ αγαπούσα,
και ζούσαμε μαζί οι δυο μας,
εσύ που μ’ αγαπούσες, εγώ που σ’ αγαπούσα.

Αλλά η ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούνται,
τόσο γλυκά, δίχως να κάνει θόρυβο,
και η θάλασσα σβήνει πάνω στην άμμο
τα βήματα των εραστών που χώρισαν…

ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΑ ΧΑΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
από την ανθολογία: Χάικου, μτφ. Χρήστος Καφτεράνης-Ηλίας Γκούμας, εκδ. μάτι 2002

Φθινοπωρινό σούρουπο
στο γυμνό κλαδί
ένα κοράκι

Ατέλειωτη νύχτα
ο θόρυβος του νερού
διηγείται αυτά που σκέφτομαι

Ποτάμια ομίχλη
σπρώχνοντας το άλογο στο νερό
ο υδάτινος ήχος

Πεζοπόρος στη φθινοπωρινή πεδιάδα
πίσω μου
έρχεται κάποιος

Το βουνό σκοτεινιάζει
με την εκθαμβωτική πορφύρα
των φθινοπωρινών φύλλων

ΠΗΓΗ
ΠΗΓΗ

Sunday, 22 May 2022

Τρία κλασικά λογοτεχνικά έργα - Τρία σπουδαία μαθήματα!

3 υπέροχα εμπνευσμένα μαθήματα
που πήραμε από την κλασική λογοτεχνία

Μελετήστε τους κλασσικούς, λένε, αλλά φτιάξτε τους δικούς σας κανόνες. Παρομοίως, ο Edgar Degas έχει δηλώσει ότι «Η τέχνη δεν είναι αυτό που βλέπεις εσύ, αλλά τι κάνεις τους άλλους να δουν». Αν ο αναγνώστης είναι όντως εκείνος που συμπληρώνει τα κενά της ιστορίας με τη δική του φαντασία, ταλέντο και συναίσθημα, τότε κανένα λογοτεχνικό μυθιστόρημα δεν είναι ποτέ ολοκληρωμένο και πλήρως γραμμένο από τον συγγραφέα του.

Τα βιβλία, επομένως, έχουν τη δύναμη να ανοίγονται μπροστά στον κόσμο, προσφέροντάς του μια ακαταμάχητη δυναμική. Τα κλασικά βιβλία δεν έχουν κλειστή δομή με ένα και μοναδικό καθολικό νόημα· το μόνο καθολικό χαρακτηριστικό τους είναι η έμφυτη, βαθιά ανθρώπινη αλήθεια που αποκαλύπτουν και αναφέρεται σε κάθε ηλικία και πολιτισμό, και προπαντός στη ζωή του καθενός από εμάς.

Πολλά από αυτά τα κλασικά έργα τα μελετήσαμε στα σχολικά ή εφηβικά μας χρόνια, τότε που η κοσμοθεωρία και η αντίληψή μας ήταν ακόμα υπό κατασκευή. Τώρα που η επίγνωση, η αντίληψη και η κατανόηση του κόσμου σας έχει πλήρως αναπτυχθεί, σκεφτείτε να ξανακάνετε μια επίσκεψη στους κόσμους των κλασικών βιβλίων. Θα μείνετε σίγουρα έκπληκτοι με το πόσα πράγματα δεν είχατε κατανοήσει κατά την πρώτη σας ανάγνωση.

Ποιο είναι το μάθημα που σας χαρίζει το κάθε μοναδικό βιβλίο;

1. Ιλιάδα: Τι είναι πραγματικά η ζωή

Τώρα, μπορείτε να ξεκινήσετε το ταξίδι σας από την αρχή, από την εντυπωσιακή και αξεπέραστη φιγούρα του Γκιλγκαμές, αλλά το φυτό της αθανασίας πάντα θα μας και θα του ξεφεύγει. Ως παρηγοριά όμως, θα μάθετε κάποια πράγματα για την πλεονεξία, τη δύναμη της δυαδικότητας και το αναπόφευκτο του θανάτου· αν και γεννημένοι καθ’ ομοίωση του θεού, όλοι πεθαίνουμε ως απλά ανθρώπινα όντα. Παρόμοια, αν όχι ακριβώς ίδια, είναι και η μοίρα μιας άλλης παλιάς μας συντροφιάς, του Αχιλλέα.

Αν προσέχατε στο μάθημα τους σχολείου, είναι πιθανό να θυμάστε ότι ένα από τα κυρίαρχα ζητήματα που αναδύονται στην Ιλιάδα του Ομήρου είναι η αναζήτηση της αιώνιας δόξας. Μια δίψα για κλέος κατακλύζει τον ήρωα μας όπως και τον αντίπαλό του, τον Έκτορα, αν και οι λόγοι τους διαφέρουν ριζικά. Ενώ ο τελευταίος πράττει στο όνομα της οικογένειας, της αγάπης και της τιμής, ο Αχιλλέας κυνηγά την αθανασία. Και για χάρη αυτής, προκαλεί αιματοχυσίες.

Την επόμενη φορά που τον συναντάμε, ο δοξασμένος πολεμιστής ομολογεί: «Θα προτιμούσα πάνω στη γη να ζούσα, κι ας ξενοδούλευα σε κάποιον, άκληρο πια που να μην έχει και μεγάλο βιος, παρά να είμαι ο άρχοντας στον κάτω κόσμο των νεκρών». Χωρίς να εμβαθύνουμε στην ανάλυση της Οδύσσειας, όπου αυτός ο στίχος αναφέρεται, είναι χρήσιμο να θυμάστε αυτό- ο ακούραστος Οδυσσέας βρίσκεται στον Κάτω Κόσμο, βαθύτατα απογοητευμένος από τις επιλογές που έκανε στη ζωή του.

Το ηθικό δίδαγμα είναι αρκετά απλό, όμως οικουμενικό και απόλυτα παρόν: Όταν λαχταράς να πετύχεις, επιβράδυνε και πρόσεχε τα βήματά σου. Η απόλυτη νίκη- είτε είναι μια αιώνια «δόξα» είτε όχι- αποκτά νόημα μόνο όταν μοιράζεται με τους αγαπημένους σου (Βρισηίδα), τους φίλους σου (Πάτροκλος) και την οικογένειά σου (Πηλέας), οπότε βεβαιωθείτε ότι δεν θα τους χάσετε στην πορεία.

2. Άμλετ: Αυτό που μετράει είναι η σκέψη

Ποια είναι η αξία της ζωής μπροστά στο άγριο πρόσωπο του θανάτου και μπορούν τελικά οι άνθρωποι να επιτύχουν την αθανασία; Αυτά είναι ερωτήματα τόσο παλιά όσο και ο ίδιος ο χρόνος. Η αμφισβήτηση του εαυτού μας και αυτών που μας περιβάλλουν, ωστόσο, δεν είναι μόνο προνόμιο ή δικαίωμά μας, αλλά η ίδια μας η φύση· ακόμα και όταν μένουν αναπάντητα, αυτά τα ερωτήματα μας εξαναγκάζουν να μεγαλώσουμε και να εξελιχθούμε εσωτερικά και εξωτερικά. Γι’ αυτό και η αιώνια αναζήτησή μας για απαντήσεις σε υπαρξιακά ζητήματα αντιπροσωπεύεται πλήρως στο πρόσωπο του μελαγχολικού πρίγκιπα, του Άμλετ.

Η παρανοϊκή φύση του Σαιξπηριανού ήρωα σε κάνει να αναρωτιέσαι. Οι λόγοι που αποτύχαμε τόσο παταγωδώς να κατανοήσουμε τη σημασία του πιο σύγχρονου δράματος του κόσμου είναι οι ίδιοι οι λόγοι με τους οποίους παλεύει ο Άμλετ- η αβεβαιότητα της γνώσης και η πολυπλοκότητα της μετατροπής της σε πράξη. Υπάρχει κάποιος τρόπος να γνωρίζουμε την αλήθεια με απόλυτη σιγουριά; Είναι οι σκέψεις μας τόσο φευγαλέες και απροσδιόριστες όσο και το ίδιο το νόημα; Κάτι ωστόσο είναι σάπιο στο σύστημα της Δανίας και το κακό κυριαρχεί.

Η αναποφασιστικότητα του Άμλετ δεν γίνεται τόσο συχνά κατανοητή, παρεξηγείται εύκολα. Πέρα από μια έλλειψη δράσης, μαρτυρά το εσωτερικό σχίσμα που μας βασανίζει όλους- είμαστε όντα με δυνατότητες ή προκαθορισμένα ηττημένοι, έμφυτα καλοί ή έχουμε τάση προς το κακό; Όποιο και αν είναι το περιεχόμενο της αβεβαιότητας, ο συμβιβασμός των αντικρουόμενων όλων, όπως πάντα, ενυπάρχει μέσα στη σκέψη. Ο σπουδαιότερος στοχαστής όλων, ο Άμλετ επιλέγει να μην πράξει μέχρι να μπορέσει να συλλάβει τη γυμνή αλήθεια, αν όντως υπάρχει.

Κανένας υπαρξιακός στοχαστής δεν μπορεί να είναι πιο μεγαλειώδης από τον Σαίξπηρ, ούτε ίσως θα υπάρξει και τα μαθήματα που θα ξεπηδούν μέσα από τον Άμλετ θα συνεχίζουν να συσσωρεύονται με τον χρόνο. Για τώρα, ωστόσο, αναλογιστείτε το κυριότερο: Ο κόσμος είναι αδιάκοπα πολύπλοκος, κυβερνάται όχι μόνο από τη λογική, αλλά από τα συναισθήματα, τον ψυχισμό και την ηθική. Ο μόνος τρόπος να πάρουμε μια γεύση από αλήθεια είναι να συλλογιζόμαστε και να αξιολογούμε. Μόνο τότε, οι πράξεις σας θα βρουν αιτιολόγηση και εξήγηση.

3. Άννα Καρένινα: Αναζητώντας την εκπλήρωση και την ολοκλήρωση

Μιλώντας για αβεβαιότητες, έχει ίσως υπάρξει άλλη μεγαλύτερη από εκείνη στο μυθιστόρημα της Άννα Καρένινα; Οι αντιπαραθέσεις σχετικά με το χαρακτήρα της δεν θα τελειώσουν ποτέ. Πέρα από την πιο διάσημη φράση («όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια όμως είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο»), δύο άλλες φράσεις από το έπος του Τολστόι προκαλούν περαιτέρω συζητήσεις.

Μέσα από όλες τις ερμηνείες, η Άννα Καρένινα παραμένει το απόλυτο μυθιστόρημα για το γάμο ως η επιτομή της αγάπης και της (α)δυνατότητας της αρμονίας: «Οι άνθρωποι είναι αναγκασμένοι να υποφέρουν από σεισμούς, επιδημίες, τρομακτικές αρρώστιες και όλα τα ψυχικά βάσανα, αλλά η χειρότερη τραγωδία στη ζωή ήταν σε όλες τις εποχές, είναι και τώρα και θα εξακολουθεί να είναι, η τραγωδία της κρεβατοκάμαρας». Να αναζητάς την ισορροπία μέσα στη σχέση, να ξεφεύγεις από τα συμβατικά ή να αναζητάς τον γάμο στην αγάπη και την αγάπη στη φύση; Αυτά είναι ερωτήματα.

Αν και οι επιλογές είναι διαφορετικές για όλους τους χαρακτήρες, η αναζήτηση του άλλου μισού είναι ίδια και αέναη. Η ανθρώπινη ζωή δεν είναι τίποτε άλλο από μια ατέλειωτη λαχτάρα για συντροφικότητα και ολοκλήρωση, ασχέτως του πού, πώς και πότε. Και η Άννα αλλά και ο Λέβιν μένουν κολλημένοι σε μια συνεχή δυσφορία, αλλά ενώ εκείνη χάνεται στην αναζήτησή της, εκείνος στο τέλος βρίσκει το δρόμο του με το δικό του τρόπο. Αυτό που τους κάνει ίδιους είναι το απόλυτο και πιο σημαντικά, το αγαθό της αγάπης.

Επομένως, πρέπει να κρίνουμε την Άννα ή όχι; «Η εκδίκηση είναι δική μου, στα χέρια μου, είπε ο Κύριος», αναφέρει ο Τολστόι. Τα κίνητρα της Καρένινα μπορεί να είναι αγνά, αλλά οι πράξεις της είναι βουτηγμένες σε μια τυφλή, εγωιστική αποφασιστικότητα. Η αγάπη είναι μια ανάγκη αρμονίας, όχι καταστροφής, και αυτό είναι ένα από τα πιο κύρια διδάγματα των μυθιστορημάτων του Τολστόι.

Κάπως έτσι, το πραγματικό νόημα της ζωής, η τεράστια σημασία της σκέψης και η αληθινή φύση της αγάπης είναι τα τρία πιο ζωτικής σημασίας μαθήματα στο σύμπαν. Και αν και φαίνεται απλό, μας κάνουν να κινούμαστε προς τα εμπρός, μας προκαλούν να ψάξουμε για τον λόγο πίσω από όλα όσα συμβαίνουν. Κάτι περισσότερο από μαθήματα, αυτές οι κλασσικές σκέψεις στέκονται ως βάση για την οικοδόμηση της ανθρωπότητας.

Tuesday, 2 November 2021

Ιβάν Τουργκένιεφ, ο περίφημος λογοτέχνης.... Η γιαγιά του χειρότερη από τη μάνα του

Η μάνα και η γιαγιά του βασάνιζαν τους υπηρέτες και τα εγγόνια με αδιανόητες μεθόδους...
Η μητέρα του Ιβάν, η Βαρβάρα Πετρόβνα, ήτανε τόσο βάναυση και σκληρή, που στη κακία δεν τη ξεπερνούσε παρά μόνο η δική της μητέρα, η γιαγιά του για την οποία ο ίδιος διηγούνταν το ακόλουθο επεισόδιο: 
Η γιαγιά του υπέφερε από παράλυση στα γεράματά της και περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου της καθηλωμένη στη πολυθρόνα. 
Μια μέρα θύμωσε τρομερά με τον νεαρό υπηρέτη που τη φρόντιζε κι άρπαξε ένα κούτσουρο και τον χτύπησε στο κεφάλι με τόση δύναμη, που ο μικρός έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. 
Το θέαμα ήταν ιδιαίτερα δυσάρεστο, οπότε η ηλικιωμένη κυρία τράβηξε το παιδί κοντά της, ακούμπησε το ματωμένο κεφάλι του στη πολυθρόνα της, το σκέπασε μ' ένα μαξιλάρι του καναπέ και κάθισε πάνω του, ώσπου του έκοψε την ανάσα, πιθανότατα για να πάψει να την αναστατώνει ο ανάρμοστος πίδακας του αίματος που ανάβλυζε απ’ το κεφάλι του. 

Η μητέρα του δεν ήταν καλλίτερη από τη γιαγιά του. 
Όταν αναφερόταν στους υπηρέτες, τους αποκαλούσε υποτακτικούς και τους φερότανε σαν σκουπίδια ή και χειρότερα. 
Στους υποτακτικούς απαγόρευε να κάνουνε παιδιά για να μη παραμελούνε τις υποχρεώσεις τους και τα λίγα βλαστάρια που παρ' όλ' αυτά έρχονταν στον κόσμο κατά λάθος, τον εγκατέλειπαν αμέσως, αφού νεογέννητα ακόμη τα πετούσε σ' ένα λάκκο με λασπόνερα. 
Ούτε στους γιους της φερότανε καλλίτερα. Δεν σταμάτησε να τους ξυλοφορτώνει μέχρι που γίνονταν ολόκληροι άντρες, αλλά και στα εγγόνια της φερόταν άσχημα. Αγαπημένο θύμα της ήταν η εξώγαμη κόρη που είχε αποκτήσει ο Ιβάν με μια μοδίστρα που δούλευε στο σπίτι τους. 
Η "φιλόστοργη" γιαγιά βασάνιζε την εγγονή, επωφελούμενη από τα συνεχή ταξίδια του και συχνά διασκέδαζε ντύνοντάς τη σαν νεαρή δεσποινίδα, με σκοπό να την επιδεικνύει στους καλεσμένους της. 
Όταν όμως τους ρωτούσε με ποιον έμοιαζε η μικρή κι αυτοί ομόφωνα απαντούσαν με τον Ιβάν Σεργκέγιεβιτς, τον γιο της, αμέσως διέταζε να της βγάλουνε τα όμορφα ρούχα και να τη στείλουνε πίσω στη κουζίνα.
...................
περισσότερα εδώ
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 8 June 2021

Πώς θέλεις το παιδί σου να διαβάσει λογοτεχνία, αν εσύ δεν ανοίγεις βιβλίο;

Πολλοί γονείς συχνά ρωτούν:

«Πώς να το κάνω να τρώει από όλα;»
«Πώς να το κάνω να κοιμάται νωρίς;»
«Πώς να το ξεκολλήσω από την τηλεόραση;»
Και μιλάνε για τα παιδιά τους σαν να είναι οι ίδιοι ο Κρόνος και τα παιδιά τους δορυφόροι του Πλούτωνα.

Δεν υπάρχει ισχυρότερη διδασκαλία από το δικό μας παράδειγμα. Το οποίο τα παιδιά μας θα το ακολουθήσουν eventually, αρκεί να μείνουμε πιστοί σε αυτό.
Δεν γίνεται να θες το παιδί σου να διαβάσει λογοτεχνία, εαν εσύ δεν έχεις βιβλιοθήκη στο σπίτι σου και δεν σε βλέπει να διαβάζεις. 
Πώς;
Να πάρεις το παιδί αύριο κιόλας και να το πας σε ένα βιβλιοπωλείο. Από αυτά τα παραδοσιακά.

Όχι αυτά που έχουν μέσα παιχνίδια, ηλεκτρονικά, και iPhone σε προθήκες. 
Γιατί το παιδί είναι παιδί. Και εκεί θα “κολλήσει”. 
Περπατήστε στο μαγαζί, συζητήστε, ξεφυλλίστε, διαλέξτε. 
Πάρε ένα και για σένα. Και παραβγείτε ποιος θα το τελειώσει πρώτος.
Άφησε εκείνο να “κερδίσει”. Και κάνε του δώρο το επόμενο μαζί με έναν σελιδοδείκτη με τον αγαπημένο του ήρωα. 
Γιατί σε κέρδισε. 
Συζητείστε για τα βιβλία σας. 
Ας διαβάζει εκείνο Άλκη Ζέη και εσύ Μίλαν Κούντερα. Έχεις τρόπο να το “στρογγυλέψεις”.

Την επόμενη φορά, λοιπόν, που θα έχεις “παράπονα” για το παιδί σου μην σκεφτείς τι έκανες.
Σκέψου τι ΔΕΝ έκανες.
Και δεν είναι ποτέ αργά να το κάνεις.

Σκέψου, 
* πόσες ώρες το παιδί στο σπίτι σε βλέπει σκυμμένο επάνω από το κινητό.
* Πόσα φρούτα και λαχανικά τρως καθημερινά και πόσα “σουβλάκια απ’έξω”.
* Πόσο αθλείσαι και πόσο “σαπίζεις” στο καναπέ με το survivor να παίζει.

Ο αναμάρτητος να ρίξει την πέτρα, ξέρω…
Κι εγώ γονιός είμαι.
Στα παιδιά μας, όμως, αξίζουν καλύτερα.
Ή πιο σωστά, μια “καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας”.

Υπάρχει μέσα μας και περιμένει να της ανοίξουμε. 
Ντριν – ντριν.

themamagers
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 5 June 2020

Κάρολος Ντίκενς: Ιστορία δύο πόλεων

Στις σελίδες του αριστουργήματος “Ιστορία δύο πόλεων”, στην ουσία, δεν ανακαλύπτεις την ιστορία δύο πόλεων, αλλά το δράμα μιας αγάπης και την αυτοθυσία ενός έντιμου ανθρώπου, στο όνομα της αγάπης.
Εξώφυλλο έκδοσης του 1859
Στην εποχή των μεγάλων αλλαγών, όταν η ζωή του ανθρώπου δεν έχει καμιά αξία, αναδεικνύονται και ανθρώπινες αρετές όπως αυτή της αγάπης και της αυτοθυσίας, καθώς πυροδοτούνται γεγονότα μεγάλης κοινωνικής αναταραχής.
Το μυθιστόρημα του Τσαρλς Ντίκενς, διαδραματίζεται, αφ’ ενός μεν στο Λονδίνο, στην εξαθλιωμένη του κοινωνία χωρίς τάξη ή ασφάλεια, γεμάτη ληστές, διαρρήκτες και με υποτυπώδη δικαιοσύνη και αφ’ ετέρου στο Παρίσι, την ιστορική στιγμή της Γαλλικής Επανάστασης.

Η πένα του Ντίκενς περιγράφει τόσο τη ληστρική εκμετάλλευση, την τέλεια περιφρόνηση του νόμου και της ανθρώπινης ύπαρξης, την καταπίεση του εξαθλιωμένου και πεινασμένου γαλλικού λαού από τους ευγενείς, όσο και την οργή, τη θηριωδία και τον πεινασμένο κανιβαλισμό του όχλου, που χαιρόταν με τους αποκεφαλισμούς και το αίμα, στην Επανάσταση του λαού της Γαλλίας.

Σε ένα προάστιο του Παρισιού, ο γιατρός Μανέτ, καλείται από δύο αριστοκράτες, στον πύργο του μαρκήσιου Εβρεμόν, να εξετάσει δύο πρόσωπα. Το ένα είναι μια νεαρή κοπέλα που έχει χάσει τα λογικά της και το άλλο, ένα νεαρό αγόρι που πεθαίνει πληγωμένο από ένα σπαθί. Η κοπέλα είναι μια χωριατοπούλα που άρεσε στον μαρκήσιο και την άρπαξε από τον άντρα της, ο δε νεαρός είναι ο αδελφός της που πεθαίνει προσπαθώντας να υπερασπιστεί την αδελφή του, από τις πληγές του ξίφους των αδελφών Σαιντ Εβρεμόν. Σύντομα, τον ακολουθεί στο θάνατο και η αδελφή του.
Ο γιατρός, αν και έχει υποσχεθεί να κρατήσει μυστικό το περιστατικό, αποφασίζει να γράψει μια επιστολή στον υπουργό, περιγράφοντας τα όσα είχε ζήσει. Σε λίγες μέρες εμφανίζεται στην πόρτα του ένας άντρας, που τον καλεί για ένα επείγον περιστατικό. Στην άμαξα, τού κλείνουν το στόμα, τού δένουν τα χέρια και τον οδηγούν στον υπουργό. Εκεί βρίσκει τα δύο αδέλφια, τους δύο ευγενείς Εβρεμόν. Αυτοί καίνε το γράμμα του γιατρού μπροστά στα μάτια του υπουργού και την επόμενη στιγμή ο γιατρός βρίσκεται φυλακισμένος στη Βαστίλη. Στο μεταξύ, η Αγγλίδα σύζυγός του και η κόρη του φεύγουν για να βρουν καταφύγιο στο Λονδίνο.

Δεκαοχτώ χρόνια μετά, το 1775, η Βαστίλη πέφτει και αποφυλακίζεται ο γιατρός Αλέξανδρος Μανέτ. Η κόρη του Λούσι και ο κύριος Τζάρβις Λόρι της τράπεζας Τέλσον, οικογενειακός τους φίλος και κηδεμόνας της, έρχονται να τον πάρουν και να τον οδηγήσουν στο Λονδίνο.

Στο καΐκι που τους μεταφέρει από το Καλαί στο Ντόβερ, βρίσκεται μαζί τους και ο Τσαρλς Ντάρνι ή Σαρλ Εβρεμόν, Γάλλος αριστοκράτης που έχει αποποιηθεί την αριστοκρατική καταγωγή του και χρησιμοποιεί το όνομα της μητέρας του.
Πέντε χρόνια μετά, το 1780, στο Λονδίνο, ο Τσαρλς Ντάρνι, κατηγορείται για προδοσία και συνεργασία με το βασιλέα της Γαλλίας.
Την υπεράσπισή του έχει αναλάβει ο κύριος Στρίβερ με βοηθό του, τον Σίντι Κάρτον, που έχει μυστηριώδη ομοιότητα με τον κατηγορούμενο Τσαρλς Ντάρνι.
Οι δύο αυτοί άντρες, ο Ντάρνι και ο Κάρτον, τρέφουν τα ίδια τρυφερά συναισθήματα για τη Λούσι Μανέτ. Με την κατάθεση της Λούσι και του πατέρα της, ο Τσαρλς Ντάρνι αθωώνεται.
Ο Ντάρνι τελικά, κερδίζει την καρδιά της Λούσι κα την παντρεύεται. Κάνουν μια κόρη, που ονομάζεται Λούσι και αυτή. Στο μεταξύ, ο μαρκήσιος Εβρεμόν, δολοφονείται πίσω στη Γαλλία, αλλά κανείς δεν τον διαδέχεται αφού ο νόμιμος κληρονόμος του, Σαρλ Εβρεμόν ή Τσαρλς Ντάρνι, έχει αποποιηθεί την κληρονομιά και το βάρος της ευγενείας. Αντ’ αυτού, προτιμάει να διδάσκει γαλλικά και αγγλικά στο Λονδίνο.
Όταν το έτος 1792 συλλαμβάνεται ο φοροεισπράκτορας των Εβρεμόν, Γκαμπέλ, οδηγείται στο κάτεργο και κινδυνεύει η ζωή του από τους επαναστάτες, γράφει μια επιστολή στον κληρονόμο των Εβρεμόν, Τσαρλς Ντάρνι και του ζητάει να έρθει και να καταθέσει υπέρ του, ότι απλά εκτελούσε τα καθήκοντά του, στην υπηρεσία του μαρκήσιου.
Ο συνεπής και έντιμος Τσάρλς Ντάρνι, αφήνει την κόρη του και τη σύζυγό του στην προστασία του πατέρα της στο Λονδίνο και, σπρωγμένος από το αίσθημα του καθήκοντος, αναχωρεί ένα βράδυ κρυφά για να περάσει στη Γαλλία, να βοηθήσει τον Γκαμπέλ και να κριθεί ο ίδιος ως ικανός και άξιος πολίτης στο Παρίσι.
Όμως, δεν ξέρει ότι πηγαίνει να συναντήσει τη μοίρα του. Οι επαναστάτες τον χαρακτηρίζουν εμιγκρέ, προδότη και τον κλείνουν στη φυλακή για δεκαοχτώ μήνες. Στο μεταξύ, όλοι οι φυλακισμένοι και “εχθροί” της Δημοκρατίας καταλήγουν στην γκιλοτίνα.

Και εδώ αρχίζουν μια σειρά από δραματικές συμπτώσεις, που φέρνουν τη ζωή του Τσαρλς Ντάρνι πιο κοντά στο θάνατο από ποτέ.

Το ιστορικό μυθιστόρημα του Ντίκενς έχει όλα τα στοιχεία της περιπέτειας, της βαθιάς ερωτικής αγάπης, της ψυχολογίας των χαρακτήρων και του όχλου και την οξυδερκή παρατηρητικότητα ενός ευφυούς συγγραφέα, που παρουσιάζει την κοινωνία, με τα πάθη που την χαρακτηρίζουν, στο ιστορικό υπόβαθρό που εκτυλίσσεται η ιστορία.

tsemperlidou.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 8 February 2016

Η αγχολυτική και θεραπευτική επίδραση της ανάγνωσης λογοτεχνικών βιβλίων

Η μέχρι πρόσφατα καθαρά εμπειρική εικασία ότι η ανάγνωση βιβλίων βελτιώνει σημαντικά τις εγγενείς εγκεφαλικές μας ικανότητες, θεωρείται σήμερα επαρκώς επιβεβαιωμένη. 
Υπάρχει όμως και μια άλλη, εξαιρετικά επωφελής, λειτουργία της αναγνωστικής πρακτικής, την οποία τείνουμε να την παραλείπουμε ή να την υποβαθμίζουμε: ό,τι διαβάζουμε, επηρεάζει βαθύτατα τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα και τους άλλους.
Αρκετές νευροψυχολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι οι εγκεφαλικές περιοχές που ενεργοποιούνται κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης ενός διηγήματος δεν είναι οι ίδιες με τις εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με την κατανόηση των λέξεων και των σημασιολογικών δομών του κειμένου που διαβάζουμε.
Υπό αυτή την έννοια ο χρόνος που «σπαταλάμε» στην ανάγνωση ενός λογοτεχνικού διηγήματος μας αποδίδει στο τέλος, εκτός από τις όποιες αισθητικές απολαύσεις, και μια βαθύτερη γνώση του εαυτού μας και των συνανθρώπων μας. Επιπλέον, η διαπιστωμένη χαλαρωτική δράση του λογοτεχνικού, κυρίως, λόγου πάνω στον αναγνώστη, σχετίζεται στενά με το γεγονός ότι η ίδια η πράξη της ανάγνωσης απαιτεί τη συγκέντρωση της προσοχής του αναγνώστη στο κείμενο και άρα την απόσπασή του από την πραγματικότητα και την οικειοθελή παράδοσή του στη «μαγεία» της διήγησης.
Όλο και μεγαλύτερος αριθμός ψυχοθεραπευτών υιοθετούν ως θεραπευτική στρατηγική τη διήγηση ή την ανάγνωση κλασικών διηγημάτων και παραμυθιών, με σκοπό να βοηθήσουν τους ασθενείς να ξεπεράσουν τις ψυχικές και σωματικές διαταραχές τους.
Για να καταλάβει κανείς πώς η ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων δρα πάνω στο νου των ενηλίκων θα πρέπει να αναλογιστεί τη στάση των παιδιών απέναντι στα παραμύθια. Τα παιδιά λατρεύουν να ακούνε ξανά και ξανά την ίδια ιστορία, χωρίς παραλλαγές. Αυτό συμβαίνει επειδή επαναλαμβάνοντας νοητικά τα συμβάντα και τα γεγονότα της ιστορίας που τους δημιουργούν μεγάλο άγχος ή αμηχανία, βρίσκουν το χρόνο για να ελέγξουν και ενδεχομένως να συνειδητοποιήσουν ό,τι τα φοβίζει.

Η αγχολυτική και θεραπευτική επίδραση της λογοτεχνίας βασίζεται ίσως σε έναν ανάλογο ψυχολογικό μηχανισμό, το ακριβές νευροεγκεφαλικό υπόστρωμα του οποίου απομένει ακόμη να αποκαλύψουμε.

Ελευθεροτυπία 2/7/11
antikleidi

Saturday, 11 July 2015

Η συμβολή της λογοτεχνίας στη γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού

της Φλωρά Αφροδίτης*
 
Ο Σεφέρης στις Δοκιμές υποστήριζε ότι τη γλώσσα τη χρησιμοποιούμε με δύο τρόπους: έναν που αφορά το λογικό μας και τον άλλο που αφορά τις συγκινήσεις μας.
    Η λογοτεχνία χρησιμοποιεί το δεύτερο τρόπο, μεταχειρίζεται δηλαδή τη συγκινησιακή χρήση της γλώσσας, όπου ο λόγος είναι φορτισμένος με τη μεγαλύτερη συναισθηματική ένταση και ανοίγει νέους ορίζοντες στη θέαση του κόσμου, αφού μεταστοιχειώνει την πραγματικότητα σ΄ ένα παιγνίδι υποβολής και επιβολής. Τις συγκινήσεις τις οποίες προσφέρει ένα λογοτεχνικό κείμενο απολαμβάνουν όχι μόνο οι ενήλικες, αλλά και τα παιδιά καθ΄ όλη τη διάρκεια της αναπτυξιακής τους πορείας.
    Μακροχρόνιες έρευνες απέδειξαν ότι η μύηση του παιδιού από την πολύ μικρή του ηλικία στον έντεχνο λόγο συμβάλλει στην αισθητική καλλιέργεια, στην ανάπτυξη της φαντασίας, στην ψυχική ωρίμανση και φυσικά στην γλωσσική του ανάπτυξη.
Η παραπάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται από το νέο πλαίσιο προγράμματος σπουδών, που αφορά τη γλώσσα στην προσχολική, αλλά και στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, το οποίο αναφέρεται σε δραστηριότητες που αναπτύσσουν τόσο την προφορική έκφραση, τη γραφή, όσο και την ανάγνωση.
Για την καλλιέργεια των σχετικών ικανοτήτων από τα παιδιά ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη λογοτεχνία. Βέβαια, επειδή δεν είναι όλα τα λογοτεχνικά κείμενα κατάλληλα για μικρότερους αναγνώστες, αρκετοί συγγραφείς προχώρησαν στη συγγραφή βιβλίων για παιδιά, τα οποία ν΄ ανταποκρίνονται τόσο στο νοητικό τους επίπεδο, όσο και στα ευρύτερα κοινωνικά τους ενδιαφέροντα.
    Πριν προχωρήσουμε στην παράθεση θεωρητικών και ερευνητικών δεδομένων για το πώς η λογοτεχνία συμβάλλει στη γλωσσική ανάπτυξη των παιδιών, είναι απαραίτητο να δούμε τι ακριβώς εννοούμε όταν αναφερόμαστε στη γλωσσική ανάπτυξη.
Γενικότερα η οργάνωση του γλωσσικού συστήματος θεωρείται ότι επιτελείται σε τρία τουλάχιστον διαφορετικά επίπεδα: φωνολογικό, σημασιολογικό και συντακτικό. Οι τρεις αυτοί τομείς συγκροτούν το δομικό στοιχείο της γλώσσας. Όταν το παιδί κατέχει και τους τρεις αυτούς τομείς υποθέτουμε ότι κατέχει τη γλώσσα.
 
    Αρχικά πρέπει να τονίσουμε το ρόλο τον οποίο διαδραματίζει η λογοτεχνία στην κατάκτηση της εγγραμματοσύνης.
Ειδικότερα η κατάκτηση των βασικών στρατηγικών επεξεργασίας ενός λογοτεχνικού κειμένου, επιτελείται ήδη στην προσχολική ηλικία, στα πλαίσια των γεγονότων εγγραμματοσύνης, κατά τη μελέτη ενός γραπτού κειμένου. Συνεπώς τα παιδιά μαθαίνουν τη γλώσσα μέσα από ενδιαφέροντα ακούσματα λογοτεχνικών κειμένων, που ανταποκρίνονται σε σχήματα ή σε σενάρια γλώσσας που έχουν διαμορφώσει πριν πάνε στο σχολείο. Με όχημα την ιστορία τα παιδιά έχουν την ευκαιρία να μάθουν τη γραμματική, το συντακτικό και το λεξιλόγιο της γλώσσας.
    Ειδικότερα οι Robinson & Spodek παρατηρούν ότι η λογοτεχνία αποτελεί μια προφανή πηγή ποικιλίας στη χρήση λέξεων και λεξιλογίου. Η παιδική λογοτεχνία και συγκεκριμένα οι μικρές εικονογραφημένες ιστορίες, μπορούν να βοηθήσουν στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου των παιδιών της προσχολικής ηλικίας. Την παραπάνω διαπίστωση έρχεται να επιβεβαιώσει μία πρόσφατη έρευνα η οποία πραγματοποιήθηκε σε ελληνικά νηπιαγωγεία, αποδεικνύοντας ότι η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού βιβλίου προσαρμοσμένου στην προσληπτική ικανότητα του παιδιού, βγάζει το παιδί από τον καθημερινό λόγο και το οδηγεί σε νέες –φανταστικές μεν- αλλά ευχάριστες καταστάσεις, οι οποίες είναι δυνατόν να προκαλέσουν επικοινωνία, η οποία θα επενδυθεί με κατάλληλο λεξιλόγιο, γεγονός που θα βοηθήσει στον εμπλουτισμό του.  Η έρευνα επιβεβαίωσε την ...

Wednesday, 24 December 2014

Ντοστογιέφσκι: «Ένα αγόρι τα Χριστούγεννα»

[…] Όμως εγώ είμαι μυθιστοριογράφος, και μου φαίνεται ότι μια «ιστορία» από αυτές την επινόησα μόνος μου. Αλλά γιατί γράφω «μου φαίνεται», αφού ξέρω ότι την επινόησα. Γιατί έχω την εντύπωση ότι κάπου, κάποτε, ακριβώς παραμονές Χριστουγέννων, συνέβη σε μια τεράστια πόλη και με τρομερή παγωνιά.
sc202260_fpx&obj=iip,1_0&wid=568&cell=568,427&cvt=jpeg
Έχω την εντύπωση, λοιπόν, ότι υπήρχε στο υπόγειο ένα αγόρι, όμως πολύ μικρό ακόμα, έξι χρονών ή μπορεί και μικρότερο. Αυτό το αγόρι ξύπνησε το πρωί μέσα σε ένα υγρό, κρύο υπόγειο. Φορούσε κάτι σαν ρομπάκι και τουρτούριζε. Η ανάσα του έβγαινε από το στόμα του σαν άσπρος αχνός, κι εκείνο, καθισμένο πάνω σε ένα σεντούκι στη γωνίτσα, διασκέδαζε παρατηρώντας τη να πετάει και να χάνεται. Όμως, ήθελε τόσο πολύ να φάει κάτι. Είχε πλησιάσει κάμποσες φορές από το πρωί το σανιδένιο κρεβάτι, όπου πάνω σε ένα λεπτό σαν φύλλο στρώμα και με έναν μπόγο για μαξιλάρι κειτόταν η άρρωστη μητέρα του. Πώς βρέθηκε άραγε εδώ; Θα πρέπει να ήρθε με το αγοράκι της από κάποια άλλη πόλη και αρρώστησε ξαφνικά. Την ιδιοκτήτρια των κρεβατιών την είχαν συλλάβει δυο μέρες πριν. Οι ένοικοι σκόρπισαν στα πόστα τους, λόγω γιορτών, κι ένας ακαμάτης που έμεινε κειτόταν ήδη μεθυσμένος του θανατά ολόκληρα εικοσιτετράωρα, χωρίς να περιμένει καν τη γιορτή. Στην άλλη άκρη του δωματίου βογκούσε μια ογδοντάχρονη γριούλα, που έζησε κάποτε, κάπου, σαν γκουβερνάντα, και τώρα πέθαινε μόνη, βογκώντας, μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας στο αγόρι, που άρχισε να φοβάται πια να πλησιάσει προς τη γωνιά της. Κάπου σε μια πεζούλα ανακάλυψε κάτι για να πιει, αλλά δε βρήκε ούτε μια κόρα ψωμί για να φάει, και πήγαινε τώρα για δέκατη φορά να ξυπνήσει τη μητέρα του. Τελικά, μέσα στο σκοτάδι ένιωσε να φοβάται: είχε βραδιάσει εδώ και ώρα, αλλά κανείς δεν άναψε φως. Ψηλαφώντας το πρόσωπο της μαμάς του, παραξενεύτηκε που εκείνη δεν κουνήθηκε καθόλου και ήταν τόσο παγωμένη όσο κι ο τοίχος.«Πολύ κρύο κάνει εδώ μέσα», σκέφτηκε. Στάθηκε λίγο ακόμα, ξεχνώντας ασυναίσθητα το χέρι του στον ώμο της μακαρίτισσας, μετά χουχούλιασε τα δαχτυλάκια του, για να τα ζεστάνει, και ξαφνικά, ξετρυπώνοντας από το κρεβάτι το κασκετάκι του, σιγά σιγά, ψηλαφητά, βγήκε από το υπόγειο. Θα είχε φύγει νωρίτερα, αλλά φοβόταν εκεί πάνω στη σκάλα το μεγάλο σκυλί που στεκόταν ολημερίς έξω από την πόρτα των γειτόνων. Όμως, τώρα πια το σκυλί δεν ήταν εκεί, κι αυτός βγήκε γρήγορα στο δρόμο.
Θεέ μου, τι πόλη ήταν αυτή! Ποτέ άλλοτε δεν είχε δει κάτι παρόμοιο. Εκεί απ’ όπου ερχόταν, τις νύχτες πέφτει μαύρο σκοτάδι, ένας φανοστάτης φωτίζει όλο το δρόμο. Τα ξύλινα, χαμηλούτσικα σπιτάκια κλειδαμπαρώνονται με παντζούρια. Έξω, με το που θα πάρει να σουρουπώνει, δε θα δεις κανέναν— κλείνονται όλοι στα σπίτια τους, και το μόνο που ακούς είναι το ουρλιαχτό από ολόκληρα κοπάδια σκυλιών, εκατοντάδες και χιλιάδες από αυτά αλυκτούν και γαβγίζουν όλη τη νύχτα. Ωστόσο, εκεί κάτω ήταν τόσο ζεστά και του έδιναν να φάει, ενώ εδώ, ω Θεέ μου, ας έτρωγε μια στάλα! Και τι θόρυβος και φασαρία είναι αυτή, πόσο φως και πόσοι άνθρωποι, άλογα και άμαξες, και παγωνιά, παγωνιά! Παγωμένος αχνός βγαίνει από τα καταπονημένα άλογα, από τις καυτές ανάσες τους. Κάτω από το λιωμένο χιόνι βροντοκοπούν πάνω στην πέτρα τα πέταλά τους, κι όλοι σπρώχνονται τόσο και, ω Θεέ μου, πόσο θέλει να φάει, ένα κομματάκι οτιδήποτε έστω, και τα δάχτυλα άρχισαν ξαφνικά να πονάνε τόσο. Δίπλα του πέρασε το όργανο της τάξης που έστρεψε αλλού το πρόσωπό του, για να μη δει το μικρό.
Να κι άλλος δρόμος, τόσο πλατύς! Εδώ σίγουρα μπορούν να σε ποδοπατήσουν. Πώς φωνάζουν όλοι, πώς τρέχουν και τι φώτα, τι φώτα! Ω, αυτό τι είναι; Α, ένα μεγάλο τζάμι, και πίσω από το τζάμι ένα δωμάτιο, και στο δωμάτιο ένα δέντρο ίσαμε το ταβάνι. Είναι ένα έλατο, και πάνω στο έλατο τόσα φωτάκια, τόσα χρυσαφένια χαρτάκια και μήλα και κουκλάκια και μικρά αλογάκια. Πέρα δώθε στο δωμάτιο τρέχουν παιδιά, στολισμένα και καθαρά, γελούν και παίζουν και κάτι τρώνε και πίνουν. Να, το κοριτσάκι εκείνο άρχισε να χορεύει με το αγοράκι, τι όμορφη κοπελίτσα! Ορίστε κι η μουσική που ακούγεται πίσω από το τζάμι. Κοιτάζει ο μικρός και θαυμάζει, γελάει μάλιστα, τώρα του πονάνε ήδη και τα δαχτυλάκια των ποδιών, ενώ των χεριών έγιναν πια κατακόκκινα, δεν κλείνουν και πονάνε όταν τα κουνάει. Ξάφνου το αγόρι θυμήθηκε ότι του πονάνε τόσο πολύ τα δάχτυλα, έβαλε τα κλάματα και συνέχισε το δρόμο του, αλλά να που πάλι βλέπει, μέσα από ένα άλλο τζάμι, ένα άλλο δωμάτιο κι ένα δέντρο, και στα τραπέζια πάνω γλυκίσματα κάθε είδους— αμυγδαλωτά, κόκκινα, κίτρινα, και κάθονται εκεί τέσσερις πλούσιες κυρίες, που δίνουν σε όσους μπαίνουν γλυκά, κι ανοίγει για μια στιγμή η πόρτα και μπαίνουν απ’ έξω κάμποσοι κύριοι. Πλησίασε στα κλεφτά ο μικρός, άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Οχ, τι φωνές ήταν αυτές και τι χειρονομίες! Μια κυρία έτρεξε γρήγορα, του έβαλε στο χέρι ένα καπίκι και του άνοιξε την πόρτα για να βγει. Πόσο φοβήθηκε ο μικρός! Το καπίκι τού έπεσε την ίδια στιγμή και κύλησε πάνω στα σκαλοπάτια, γιατί δεν μπορούσε, βλέπετε, να κλείσει τα κόκκινα δάχτυλά του και να το σφίξει. Το έβαλε στα πόδια ο μικρός κι έτρεξε, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χωρίς να ξέρει προς τα πού. Πάλι θέλει να κλάψει, αλλά φοβάται, και τρέχει, τρέχει χουχουλιάζοντας τα χεράκια του. Τότε τον πιάνει μια θλίψη, γιατί ξαφνικά ένιωσε τόσο μόνος και τόσο απαίσια. Όμως, ξάφνου, Θεέ και κύριε! Τι είναι αυτό πάλι; Ένα πλήθος ανθρώπων στέκεται και κάτι κοιτάζει: σε ένα παράθυρο, πίσω από το τζάμι, τρεις κούκλες, μικρές, με κόκκινα και πράσινα ρουχαλάκια, και εντελώς σαν ζωντανές! Ένα γεροντάκι κάθεται και σαν να παίζει ένα μεγάλο βιολί, δυο άλλοι στέκονται όρθιοι και παίζουν μικρότερα βιολιά, και κουνάνε τα κεφάλια τους με ρυθμό, κι έπειτα κοιτάνε ο ένας τον άλλο και τα χείλη τους κουνιούνται, μιλάνε, πραγματικά μιλάνε, μόνο που λόγω του τζαμιού δεν ακούγονται. Στην αρχή ο μικρός σκέφτηκε ότι είναι ζωντανοί, αλλά, μόλις κατάλαβε ότι είναι κούκλες, έβαλε τα γέλια. Δεν είχε δει ποτέ τέτοιες κούκλες και δεν ήξερε καν ότι υπάρχουν τέτοιες! Του έρχεται να κλάψει, αλλά είναι τόσο αστείες αυτές οι κούκλες. Ξάφνου του φάνηκε ότι κάποιος πίσω του τον άρπαξε από το ρομπάκι του: ένα ψηλό κακιωμένο αγόρι στάθηκε δίπλα του, του έδωσε μια καρπαζιά, του πέταξε το κασκέτο και του έχωσε μια κλοτσιά. Κυλίστηκε ο μικρός στο έδαφος, κάποιοι έβαλαν τις φωνές, τα έχασε τότε, πετάχτηκε πάνω και όπου φύγει φύγει, μέχρι που έφτασε κάπου, άγνωστο πού, σε μια αυλή, μια άγνωστη αυλή. Στάθηκε να πάρει ανάσα πίσω από ένα σωρό ξύλων.«Εδώ δε θα με βρουν, είναι κατασκότεινα».
Κάθισε μαζεμένος, χωρίς να μπορεί να συνέλθει από το φόβο, και τότε απρόσμενα, εντελώς απρόσμενα, ένιωσε τόσο ευχάριστα: τα χεράκια και τα ποδαράκια του σταμάτησαν να πονάνε κι αισθάνθηκε μια τέτοια ζεστασιά, τέτοια ζεστασιά, σαν να βρισκόταν δίπλα στη σόμπα. Νάτος, τρεμουλιάζει ολόκληρος! Αχ, μα ναι, μοιάζει να αποκοιμιέται! Τι ωραία να κοιμόταν εδώ. Θα κάτσω λίγο και θα πάω να δω πάλι τις κούκλες», σκέφτηκε ο μικρός και χαμογέλασε, φέρνοντάς τες στο μυαλό του, εντελώς σαν αληθινές!… Αλλά τότε άκουσε τη μητέρα του να του τραγουδάει ένα νανούρισμα.«Μαμάκα, κοιμάμαι, αχ, τι ωραία κοιμάμαι εδώ πέρα!»
«Πάμε σπίτι μου, στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, αγοράκι», ψιθύρισε από πάνω του μια σιγανή φωνή.
Σκέφτηκε ότι θα ήταν η μητέρα του, αλλά όχι, δεν ήταν. Ποιος είναι αυτός που τον καλεί, δεν τον βλέπει, όμως ναι, κάποιος έσκυψε πάνω του και τον αγκάλιασε μέσα στο σκοτάδι, και ο μικρός του έτεινε το χέρι και… και τότε, ω, τι φως! Ω, τι έλατο είναι αυτό! Μα δεν είναι καν έλατο, τέτοια δέντρα δεν είχε ξαναδεί ποτέ! Πού βρίσκεται τώρα; Όλα λάμπουν, όλα ακτινοβολούν και γύρω τόσες κούκλες, αγοράκια και κοριτσάκια, τόσο λαμπερά, όλο στριφογυρνάνε γύρω του, πετάνε, τον φιλάνε, τον πιάνουν από το χέρι, τον παίρνουν μαζί τους, ναι, τώρα πετάει κι ο ίδιος, και βλέπει τη μητέρα του να τον κοιτάζει και να του χαμογελάει τόσο χαρούμενη.
«Μαμά! Μαμά! Αχ, τι ωραία που είναι εδώ, μαμά!» της φωνάζει ο μικρός και ξαναφιλιέται με τα παιδάκια και θέλει να τους μιλήσει αμέσως για τις κούκλες εκείνες πίσω από το τζάμι.«Ποια είστε εσείς, αγοράκια; Ποιες είστε εσείς, κοριτσάκια;» ρωτάει γελώντας και αγκαλιάζοντάς τα.
«Αυτό είναι το Δέντρο του Χριστού», του απαντάνε. «Στο σπίτι του Χριστού πάντα τη μέρα αυτή υπάρχει ένα δέντρο για τα μικρά παιδάκια που δεν έχουν δικά τους δέντρα…»
Έμαθε τότε ότι τα αγοράκια και τα κοριτσάκια ήταν παιδάκια σαν κι αυτόν, που κάποια ξεπάγιασαν μέσα στα καλαθάκια τους, όταν τα εγκατέλειψαν στα σκαλιά των σπιτιών των αξιωματούχων της Πετρούπολης, άλλα πέθαναν στο βρεφοκομείο, κάποια τρίτα ξεψύχισαν πάνω στο στεγνό στήθος της μητέρας τους (την εποχή του λοιμού της Σαμάρας), και κάποια άλλα έσκασαν στα βαγόνια της τρίτης θέσης από τις αναθυμιάσεις, κι όλα είναι τώρα εδώ, όλα είναι τώρα άγγελοι, κοντά στον Χριστό, κι Εκείνος, ανάμεσά τους, τους απλώνει το χέρι και τα ευλογεί, όπως και τις αμαρτωλές μητέρες τους… Ναι, οι μητέρες των παιδιών στέκονται εδώ δίπλα στην ακρούλα και κλαίνε. Όλες αναγνωρίζουν το αγοράκι τους ή το κοριτσάκι τους, το πλησιάζουν και το φιλάνε, του σκουπίζουν τα δάκρυα με τα χέρια τους και του ζητάνε να μην κλαίει, γιατί εδώ είναι καλά τώρα…
Κάτω, το πρωί, οι οδοκαθαριστές βρήκαν το μικρό πτωματάκι του ξεπαγιασμένου αγοριού πίσω από τα ξύλα. Αναζήτησαν και τη μητέρα του… Εκείνη είχε πεθάνει νωρίτερα. Συναντήθηκαν κοντά στον Κύριο και Θεό, στους ουρανούς.
Γιατί έγραψα μια τέτοια ιστορία, που δεν ταιριάζει καθόλου σε ένα συνηθισμένο ημερολόγιο, και μάλιστα ημερολόγιο συγγραφέα; Είχα υποσχεθεί στους εκδότες μερικά διηγήματα, για αληθινά γεγονότα κατά προτίμηση! Όμως, ακριβώς αυτό είναι το ζήτημα: μου φαίνεται πως όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν συμβεί στ’ αλήθεια— δηλαδή αυτό που έγινε στο υπόγειο και πίσω από τα ξύλα και εκεί, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δεν ξέρω πια πώς να το πω, μπορεί να έχουν συμβεί μπορεί και όχι… Αλλά γι’ αυτό είμαι μυθιστοριογράφος: για να επινοώ πράγματα…

 

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki