Showing posts with label Φθινόπωρο. Show all posts
Showing posts with label Φθινόπωρο. Show all posts

Saturday, 26 October 2024

Χρυσάνθεμα, τα Αγιοδημητριάτικα

Τα χρυσάνθεμα (Chrysanthemum), γνωστά και ως αγιοδημητριάτικα ή οκτωβρούδες (Κύπρος), είναι γένος ανθοφόρων φυτών που ανήκει στην οικογένεια των αστεροειδών (ή συνθέτων).
Τα χρυσάνθεμα είναι ιθαγενή της Ασίας και της βορειανατολικής Ευρώπης. Τα περισσότερα ήδη βρίσκονται στην ανατολική Ασία και θεωρείται ότι το γένος προέρχεται από τη Κίνα.
Τα είδη χρυσανθέμων και τα αναρίθμητα υβρίδια και ποικιλίες τους χρησιμοποιούνται για διακοσμήση κήπων.
Τα χρυσάνθεμα καλλιεργούνται στην Κίνα από τον 15ο αιώνα π.Χ. ως βότανα με τα βλαστάρια του να χρησιμοποιούνται στις σαλάτες ενώ τα φύλλα και τα άνθη στο τσάι. 
Σε ζωγραφισμένα κεραμικά τα χρυσάνθεμα αυτά μοιάζουν με τα σημερινά. Μέχρι το 1630 είχαν καταγραφεί περίπου 500 ποικιλίες. 
Η καλλιέργεια του στην Ιαπωνία άρχισε τον 8ο αιώνα μ.Χ.. Τα χρυσάνθεμα άρεσαν τόσο πόλυ στους Ιάπωνες ώστε μια ποικιλία με 16 πέταλα που ονόμαζεται «ιτσιμοντζιγκίνου» αποτελεί το έμβλημα της αυτοκρατορικής οικογένειας της Ιαπωνίας.
Το 1910 το χρυσάνθεμο ανακηρύχθηκε το εθνικό άνθος της Ιαπωνίας.
Στην Ευρώπη τα χρυσάνθεμα έφτασαν στα μέσα του 17ου αιώνα. Το 1753 ο Κάρολος Λινναίος τους έδωσε το όνομα χρυσάνθεμα από τις ελληνικές λέξεις χρυσός και άνθος και σημαίνει χρυσό λουλούδι. 
Η πρώτη επιτυχημένη καλλιέργεια χρυσανθέμων έλαβε χώρα το 1789 όταν ένας έμπορος από τη Μασσαλία έφερε από τη Κίνα τρεις ποικιλίες από τις οποίες μόνο μία επέζησε και ονομάστηκε «Παλιά Μοβ». 
Το 1826 παράχθηκε η πρώτη νέα ποικιλία στην Ευρώπη. Μέχρι τότε όλες οι νέες ποικιλίες προέρχονταν από την Άπω Ανατολή. 
Στις Ηνωμένες Πολιτείες τα χρυσάνθεμα εισάχθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα. Η πρώτη αμερικανική ποικιλία παρουσιάστηκε το 1841 και ονομάστηκε Ουίλιαμ Πεν.
....
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 1 October 2024

Ο μήνας Οκτώβριος - Καλό μήνα χαμομηλάκια!

Ο δεύτερος μήνας του φθινοπώρου. 

Έχει 31 ημέρες κι είναι ο πιο κατάλληλος για την καλλιέργεια και τη σπορά των χωραφιών. 
Ο ελληνικός λαός δίνει και τα ονόματα: Αϊ-Δημήτρης ή Αϊ-Δημητριάτης, Βροχάρης, Σποριάτης ή Σποριάς ή Σπαρτός, Μπρουμάρης (=ομιχλώδης, σκοτεινός) και Παχνιστής (από την πάχνη που πέφτει στους αγρούς). 
Τον θεωρεί έναν από τους μήνες κατά τους οποίους πρέπει κανείς να πίνει το κρασί ανέρωτο, γιατί τον συμπεριλαμβάνει στην παροιμία: «Όποιος μήνας έχει ΡΟ, δε θέλει στο κρασί νερό». 
Κατά το ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο 8ος μήνας, γι` αυτό κι ονομάστηκε Οκτόμπερ. 
Ήταν αφιερωμένος στον Άρη και τον παρίσταναν με μορφή κυνηγού, που έχει λαγό στα πόδια του, πουλιά πάνω απ` το κεφάλι του και ένα είδος κάδου κοντά του. 
Ο μήνας «των χειμαδιών» και ο γυρισμός των παραδοσιακών μαστόρων στις οικογενειακές εστίες.
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
  • Όργωμα και σπορά σιτηρών, κριθαριού και βρώμης.
  • Σπορά τριφυλλιού.
  • Ολοκλήρωση τρύγου και παραγωγή κρασιού.
  • Μάζεμα φθινοπωρινών φρούτων & πατάτας.
  • Κάψιμο φυτών, που έδωσαν καρπούς, για να καταστρέψουν τα αυγά των εντόμων.
  • Κατεβαίνουν οι βοσκοί από τα βουνά στους χαμηλούς κάμπους (τα χειμαδιά). 
ΓΙΟΡΤΕΣ:
  • 12 ΟΚΤΩΒΡΗ (1944). Η απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς.
  • ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (26/10). Η γιορτή αυτή θεωρείται ορόσημο του χειμώνα και συνδυάζεται με του Αγ. Γεωργίου στις 23 Απριλίου. 
  • Στο γεωργικό καλαντάρι οι 2 αυτές γιορτές αποτελούν τις χρονικές τομές που χωρίζουν το έτος σε 2 ίσα μέρη, στο χειμερινό και το θερινό εξάμηνο αντίστοιχα.
  • 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ (1940). Η επέτειος του «ΟΧΙ» στο φασισμό.
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
  • «Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οκτώ σακιά δε γέμισες».
  • «Οκτώβρη και δεν έσπειρες, τρία καλά δεν έκαμες».
  • «Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη, έχει οκτώ σειρές στ’ αλώνι».
  • «Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια».
  • «Αϊ Δημητράκη μου, Μικρό καλοκαιράκι μου».
  • «Αν βρέξει ο Οκτώβρης και χορτάσει η γη, πούλησ' το σιτάρι σου και αγόρασε βόδια».
  • «Αν δε βρέξει, ας ψιχαλίσει, πάντα κάτι θα δροσίσει».
  • «Αν δε βρέξει, πως θα ξαστερώσει;»
  • «Αν δε χορτάσει ο Οκτώβριος τη γη, πούλησε τα βόδια σου και αγόρασε σιτάρι».
  • «Άσπορος μη μείνεις, άθερος δε μένεις».
  • «Βαθιά τ' αυλάκια να φουντώσουνε τα στάχυα».
  • «Δεύτερο αλέτρι, δεύτερο δεμάτι».
  • «Μακριά βροντή, κοντά βροχή».
  • «Ο καλός ο νοικοκύρης, ο λαγός και το περδίκι, όταν βρέχει χαίρονται».
  • «Οκτώβρη και δεν έσπειρες καρπό πολύ δεν παίρνεις».
  • «Οκτώβρης και δεν έσπειρες, σιτάρι λίγο θα 'χεις».
  • «Οκτώβρη και δεν έσπειρες λίγο ψωμί θα πάρεις».
  • «Οκτώβρης βροχερός, Οκτώβρης καρπερός».
  • «Οκτώβρης-Οκτωβροχάκης το μικρό καλοκαιράκι».
  • «Τ' άη - Δημητριού, τι είσαι ‘σύ και τι ΄μαι εγώ λέει το νιο κρασί στο παλιό».
  • «Τ’ Αϊ Λουκά σπείρε τα κουκιά».
  • «Τα σταφύλια τρυγημένα και τα σκόρδα φυτεμένα». 
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
«Η ΤΖΑΜΑΛΑ» ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ. Λέξη αραβική που σημαίνει καμήλα, μια προσωποποίηση θηλυκής οντότητας με αόριστη γονιμοποιητική σημασία. Το έθιμο αυτό, γονιμοποιητικό δρώμενο της άροσης και σποράς των αγρών, συνηθιζόταν παλαιότερα στην Θράκη, να γίνεται του Αγ. Δημητρίου στις 26/10 ή σε μια άλλη μέρα, ανάλογα με τον χρόνο σποράς, που εξαρτιόταν από τις κλιματολογικές συνθήκες.
Για την καλή χρονιά σποράς, την παραμονή του Αϊ-Δημητρίου έκαναν την Τζαμάλα. Με ξύλα έκαμναν ένα μεγάλο σκελετό καμήλας, τον τύλιγαν...  με πανιά και προβιές, έβαζαν ουρά, ένα μακρύ κοντάρι για λαιμό, με κεφάλια αλόγου ή βοδιού με δόντια, το σκέπαζαν με προβιά και το στόλιζαν με χάντρες. Πάνω στην καμήλα έριχναν μακρύ χαλί, κάτω απ’ αυτό... 
έμπαιναν 4 άντρες, περπατούσαν και φαινόταν σα να περπατούσε η τζαμάλα. Πάνω της κάθιζαν ένα ψεύτικο παιδί, που το βαστούσε ο τζαμάλης, με καμπούρα και κουδούνια στη μέση του. Ύστερα από το ηλιοβασίλεμα το γύριζαν στα σπίτια με τραγούδια και γέλια… Όσοι πήγαιναν με τη τζαμάλα φορούσαν παράξενα ρούχα, με στεφάνια κληματαριών στο κεφάλι και με λαγήνια ή με κουβάδες στα χέρια για κρασί ή ούζο. Έξω από κάθε σπίτι φώναζαν: «Ε! κερά! Καλή χρονιά, καλό μπερικέτι (=σοδειά) και πολύχρονη…». Για το έθιμο αυτό, πότε γεννήθηκε, είναι απροσδιόριστο. Μεταφέρονταν από γενεά σε γενεά. Ήταν κάτι παραπάνω από πολιτιστική εκδήλωση. Τηρούνταν με θρησκευτική ευλάβεια.

Σε καμιά περίπτωση δεν έβλεπες τους πρωταγωνιστές και στο κενό να σαχλαμαρίζουν. Παιζόταν όπως η αρχαία τραγωδία, Θέση και κίνηση παρόμοια με τους πρωταγωνιστές κρατούσε όλο το χωριό, που συνοδεύει την Τζαμάλα. Παιζόταν με τέτοιο τρόπο, που όλη η φιλοσοφία της Τζαμάλας αντικαθρεφτίζει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Το σενάριο δεν είχε στοιχεία φαντασίας. Ας εξετάσουμε το σενάριο και το ξεκίνημα της Τζαμάλας. Αρχές Οκτωβρίου, μέχρι το τέλος Οκτωβρίου όλο και ψιθυριζόταν: "Πότι θα βρέξει;" Με την πρώτη βροχή να σπείρουν. Και οι σπόροι για την εποχή ήταν, σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, σίκαλη. Όλοι οι σπόροι αυτοί προσφέρονταν να κρατηθούν αποκλειστικά άνθρωποι και ζώα στη ζωή. Και τα ζώα δίνανε στον άνθρωπο για την εποχή όλα τα αγαθά, όπως γάλα, τυρί, το μαλλί τους για ρουχισμό, το δέρμα τους για τσαρούχια, αφού για παπούτσια λόγος δεν γίνεται, και τη δύναμη τους, φυσικά, να οργώνουν τη γης, αφού η μηχανή ήταν ανύπαρκτη.

Να, λοιπόν, πόσο ανάγκη είχαν τη βροχή! Την ημέρα κοίταζαν στον ουρανό. Αυτό το διάστημα, το βράδυ βλέπανε όνειρα για βροχή. Ο σχολιασμός συνεχής: "Πότι θα βρέξει;" Όταν άρχιζε να βρέχει, η χαρά ήταν απερίγραπτη. Μικροί και μεγάλοι χόρευαν μες τη βροχή. Σε καμιά περίπτωση δεν μπαίνανε στις στέγες, φοβούμενοι μήπως παρεξηγηθεί ο θεός και σταματήσει η βροχή. Με το μπάσιμο στις στέγες, ερμηνευόταν και αλλιώς: "Φτάνει τόση βροχή: ΣΤΟΠ".
Την επόμενη ημέρα από τη βροχή δε γινόταν σπορά, αφού το χώμα είναι βαρύ. Φτιάχνανε μικρά αλέτρια στα παιδιά τους, παιχνίδια, όπως τα μεγάλα, με ζυγό και βουκένια. Στη θέση για βόδια ζευόταν δύο παιδιά και το τρίτο παιδί κρατούσε το αλέτρι. Χάραζε πρώτα τετράγωνα το χωράφι, έριχνε σπόρο, κάνοντας το σταυρό του, λέγοντας: "Έλα, χριστέ και Παναγιά". Και άρχιζε να οργώνει, σκεπάζοντας το σπόρο. Ονοματίζει και τα βόδια του, δίνοντας τα ονόματα των βοδιών τους. Όλα αυτά γινόταν στην αυλή του σπιτιού με τα χαμόγελα των γονιών τους.

Όταν τα χωράφια φέρνανε τάβι και άρχιζε ο κόσμος να σπέρνει, η οικογένεια, κάθε πρωί που ξημέρωνε, βλέπανε πρώτα τα χωράφια των παιδιών τους. Πράγματι, μέσα στις οκτώ ημέρες φύτρωνε το ευλογημένο. Εδώ η χαρά δεν περιγράφεται. Το άροτρο έως το 1920 παραμένει το πρωτόγονο σίδηρο. Έχει μόνο στη μύτη το υνί, το λεγόμενο, να σκίζει τη γης.

Οι πάντες σπέρνουν.
Υπάρχουν φτωχοί και το περισσότερο χωριό δεν έχουν ζευγάρια. Η αιτία, ο πόλεμος, τα σεφέρ (μπεηλίκι). Οι πάντες, αυτοί που γλίτωσαν από τον πόλεμο, αισθάνονται την υποχρέωση να διακόψουν τη δική τους σπορά, να βοηθήσουν και τα θύματα. Το φιλότιμο και η ανθρωπιά είναι αναλλοίωτα. Ο μοναδικός τους στόχος είναι το πως θα κρατηθεί η κοινωνία τους στη ζωή. Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, μαζί με τη σπορά, παρακολουθώντας να βγάζουν όλοι σπόρο στο χωράφι.
Έτσι ερμήνευαν τη σπορά.
Αμέσως στο ίδιο καθήκον επαγόταν η ΤΖΑΜΑΛΑ.
Τη θεωρούσαν προσευχή. Αμέσως σχηματιζόταν επιτροπή. Με σοβαρότητα συνεδρίαζε, εξέταζε ένα-ένα τα σπίτια του χωριού. Εάν έβγαζε σπόρο, αυτό ερμηνευόταν. Έστω και ένα στρέμμα να έσπερνε το κάθε σπίτι, η Τζαμάλα έπρεπε να παίξει. Τότε η επιτροπή, το δεύτερο μέτρο, προσδιορίζει την ημέρα που θα παίξει. Τρίτο, ποιοι θα αποτελούν το θίασο. Εδώ πρόσεχαν πολύ, κάνοντας συζήτηση με όλους. Αυτοί που θα προταθούν, να έχουν την έγκριση από όλο το χωριό. Τα πρόσωπα που θα απαρτίζουν το θίασο, οι πρωταγωνιστές, να είναι δοκιμασμένα άτομα. Αυτό είχε μεγάλη σημασία για την επιτυχία της Τζαμάλας. Παιζόταν ένα σοβαρό δράμα..
Αφού γινόταν η επιλογή των ατόμων και η ημερομηνία, ο τόπος της συγκέντρωσης οριζόταν πάντα στην άκρη του χωριού και έξω από το χωριό. Διαφορετικά δε γινόταν, αφού εσώκλειστος χώρος δεν υπήρχε για την εποχή. Και εάν τον είχε, ήταν δύσκολο να χωρέσει ένα χωριό μικρούς και μεγάλους, συν αυτά στη μέση. Χρειαζόταν μεγάλη αλάνα για να γίνει η πρόβα. Και γι' αυτό, επέλεγαν υπαίθριος χώρος.
Η συγκέντρωση του κόσμου γινόταν την ώρα που σκοτείνιαζε. Οι απαιτούμενες ενδυμασίες, κουδούνια μεγάλα, όπλο κλπ, όπως ανέφερα παραπάνω, χρειαζόταν την έγκριση 100% των κατοίκων. Τυχόν παρεξήγηση δεν επιτρεπόταν σε καμιά περίπτωση. Εάν γίνει και παιχτεί δεύτερος θίασος Τζαμάλα, αυτό είχε επιχειρηθεί στο παρελθόν, πολύ παλιά και είχε γίνει φόνος, μεγάλο κακό. Θεωρούνταν γελοιοποίηση της λειτουργίας.
Το έθιμο της Τζαμάλας πρέπει να έρχεται σίγουρα από τα βάθη των αιώνων. Αυτό φαίνεται από όλες τις θέσεις και αντιδράσεις, όταν ανακάλυψαν το σίδηρο και βάλανε το δόρυ στο τόξο, όπως και το υνί, τη μύτη στο άροτρο, δίνοντας τη δυνατότητα να σκίζει το χώμα, σκεπάζοντας πολύ σπόρο. Και βλέποντας οι άνθρωποι την παραγωγή, με τη χαρά τους άρχιζαν να πανηγυρίζουν.
Ακόμα και τα ενδύματα που φοράνε, δέρματα, προβιές και γούνες από ζώα.
Ο θίασος αποτελούνταν και παιζόταν από τρία άτομα, ήταν οι πρωταγωνιστές.
Πρώτος, ένα νέος υψηλός, λεβέντης. Αυτός φορούσε τη γούνα στο κεφάλι, καπέλο με δέρμα, στα πόδια τσαρούχια, στη μέση κουδούνια κρεμασμένα, ο λεγόμενος Τζαμαλάρης.
Δεύτερο πρόσωπο, πάλι νέος, κοντότερος άνδρας. Ντύνεται, προσποιείται τη γυναίκα.
Ο εγωισμός του και η ζήλια δεν τον αφήνουν. Το επαναλαμβάνει με πιο άγριες διαθέσεις. Στις δύο - τρεις το ίδιο επαναλήψεις, αφού η Γκαντίνα του γυρίζει την πλάτη, τότε επεμβαίνει ο Τζαμαλάρης. Τον απωθεί, σπρώχνοντάς τον με δύναμη. Παρά λίγο να πέσει. Ο κόσμος φωνάζει "ο. ο ..Γκια Τζαμάλα, Γκια".
Τώρα ο γέρος γίνεται κάτι άλλο, ρεζίλι. Χάνει τον έλεγχό του, κατεβάζει το όπλο του από την πλάτη. Το ανοίγει, όμως δεν έχει σφαίρες να σκοτώσει τον Τζαμαλάρη. Οι νέοι χορεύουν αδιάκοπα. Ο γέρος καμπουριαστά πλησιάζει προς τους νοικοκυραίους, λέγοντάς τους με άγρια και δυνατή φωνή, προτάσσοντας τους το όπλο: "Βάλτε μέσα στο όπλο μου σφαίρα, βάλτε". Αυτοί απαντούν: "Δεν έχομι". Αυτός φωνάζει: "Βάλτε σφαίρα".
Στην επιμονή του γέρου βγάζει ο νοικοκύρης από την τσέπη του επιδειχτικά μια σφαίρα, τη βάζει μέσα στο όπλο. Όπως το κρατά ο γέρος και με αργά βήματα, κορδωμένος, σαν να έλεγε: "Τώρα εγώ θα σας δείξω", παίρνει θέση γονατιστός και σκοπεύει.
Η Γκαντίνα μπαίνει μπροστά στον Τζαμαλάρη, κάνει προστατευτικό τείχος να τον προφυλάξει από τη σφαίρα. Ο γέρος με διάφορες κινήσεις και ελιγμούς προσπαθεί να ξεγελάσει την Γκαντίνα. Και το πετυχαίνει, κερδίζοντας παιδιού βολές. Πατά τη σκανδάλη. Το όπλο δεν παίρνει φωτιά.
Ο γέρος εξοργίζεται. Κατάλαβε ότι ο νοικοκύρης του έβαλε άδεια σφαίρα μέσα στο όπλο του. Και στην επιμονή του, για δεύτερη φορά εντονότερα, του βάζει πάλι σφαίρα. Επαναλαμβάνονται ίδιες οι κινήσεις, όπως και στην πρώτη φορά.
Τώρα, με αυτόν τον πυροβολισμό ο νέος πέφτει κάτω νεκρός.
Η γκάιντα σταματά να παίζει. Φωνή δεν ακούγεται. Νεκρική σιγή. Η Γκαντίνα σπαράζει από κλάματα επάνω στο πτώμα του συντρόφου της. Ο Γέρος παίρνει βαθιά ανάσα και με αργά βήματα, κορδωμένος, προχωρεί. Αρπάζει την Γκαντίνα με ορμή, με δύναμη από το μπράτσο. Την έσυρε έως έξω από την αλάνα, σπρώχνοντας την με δύναμη στο περιθώριο.
Γυρίζει πίσω, φέρνει βόλτα, τριγυρίζει γύρω από το πτώμα του Τζαμαλάρη, βλέποντάς τον με επιφύλαξη εάν είναι ζωντανός ή πεθαμένος. Τον σκουντά με το πόδι, μήπως κουνηθεί. Και αφού πείθεται ότι είναι νεκρός, τότες τον αρπάζει από το πόδι και με το ένα χέρι τραβά το μαχαίρι το από το ζωνάρι.
Γυρίζει το κεφάλι του προς τους νοικοκυραίους και με ζωηρή φωνή ρωτά: "Θα του γδάρω το τομάρι του. Πώς το θέλετε, προβιά να γίνει ή τουλούμι να βάλετε τυρί;" Ο νοικοκύρης με τη γυναίκα του ανταλλάσσανε γνώμη πώς το θέλουν. Επικράτησε η γνώμη της γυναίκας και αποκρίνονται φωναχτά: "Προβιά το θέλουμε, να καθόμαστε". Και τον γδέρνει. Πάλι ο γέρος τους ξαναρωτά εάν έχουν σκυλιά ή όχι. Απάντηση ήταν: "Έχουμε". Και οπότε ο γέρος φωνάζει τα σκυλιά, λέγοντας: "ω. ω. ω καραμάν".
Δεν πρόλαβε, όμως, να τον σβαρνίσει από το πόδι. Πετιέται ο νέος, ανασταίνεται, αρπάζει το γέρο σαν σκουπίδι, τον απωθεί, κλωτσώντας τον έξω από την αλάνα. Άρχισαν ζητωκραυγές, η γκάϊντα να παίζει.
Παρουσιάζεται η Γκαντίνα, δίπλα στον Τζαμαλάρη και χορεύοντας, ξεκινούν για το επόμενο σπίτι. Τότε και ο νοικοκύρης, όπως σταματά χαρούμενος με τη γυναίκα του, περνούν από μπροστά οι παραλήπτες, που παίρvουv το δικαίωμα σέρνοντας το γαϊδούρι που κουβαλά το σιτάρι, λέγοντας: "Και το χρόνο με υγεία".
Είναι αλήθεια πόσο σωστή είναι η φιλοσοφία της Τζαμάλας. Εξετάζοντας τα πλάνα του θιάσου, πως είναι δυνατόν ο γέρος να σκοτώνει το νέο και αυτός να ανασταίνεται; Δείχνει καθαρά ότι το νέο, η πρόοδος, η εξέλιξη δεν πεθαίνει. Συνεχίζοντας η Τζαμάλα το γύρο στο χωριό, τύχαινε σε σπίτι που ο νοικοκύρης δεν έβγαζε σπόρο για διάφορους λόγους, η Τζαμάλα σε καμιά περίπτωση δεν έπαιζε. Υπήρχε σεβασμός, με την έννοια ότι δε θα 'ταν καλό στην παραγωγή. Παρόλα αυτά, η Τζαμάλα έφερνε ένα γύρο μες την αυλή. Με την είδηση: "δεν έσπειρε", οι πάντες αποχωρούσαν με σεβασμό.
Στην αντίθετη περίπτωση, όταν ο νοικοκύρης έβγαζε σπόρο και δε δεχόταν να παίξει η Τζαμάλα προσωπικά, σε καμία περίπτωση δεν τολμούσε να πει ότι: "Εγώ, φερειπείν, δε θέλω να παίξει η Τζαμάλα στο σπίτι μου".
Αντιδρούσε διαφορετικά. Δήθεν ότι δεν είναι κανείς στο σπίτι. Σώνει και καλά ότι απουσίαζαν. Ήταν δύσκολα να αρνηθεί κανείς, γιατί είχε να αντιμετωπίσει την οργή όλου του κόσμου.
Και δεύτερο, είχε να εισπράξει ταπεινωτικές ενέργειες, όπως πρώτον: ανατροπή του κάρου του επάνω στη σορό, στην κοπριά ή στη σορό τα πουρνάρια, που χρησίμευαν για καψόξυλα στο φούρνο. Και αυτό ήταν δύσκολο να το κατεβάσει, γιατί ήταν αναποδογυρισμένο οι τέσσερις ρόδες προς τα πάνω, σατιρίζοντας δήθεν, έχουν κάνει αερόμυλο.
Αυτή η πράξη της ανατροπής του κάρου γινόταν μεγάλη πλάκα, γέλια. Όπως το κάρο είναι αναποδογυρισμένο στη σορό επάνω, άλλοι γύριζαν τις ρόδες φωνάζοντας: "Άντε χωριανοί, ο μύλος βγάζει ψιλό αλεύρι, ελάτι να αλέσιτι". Γέλια πολλά και την επόμενη ημέρα ακόμα γελούν σχολιάζοντας.
Με το τέλος της Τζαμάλας το σιτάρι το πουλάν. Τα λεφτά που παίρνουν την πρώτη Κυριακή ορίζουν γλέντι στην πλατεία του χωριού. Χορός, τραγούδια, ευχές, καλή χρονιά, καλή σοδιά και το χρόνο με υγεία.
Την Τζαμάλα οι παλιοί την πήγαιναν και την έπαιζαν στην πατρίδα και σε διπλανά χωριά, ακόμα και στα τούρκικα. Ντύνονταν Τζαμάλα μέχρι και ηλικιωμένοι πενηντάρηδες. Άλλοι μάζευαν "το δίκιο", στάρι που τους έδιναν οι νοικοκυραίοι για το παίξιμο παν στο γαϊδούρι.
Κατά την τελετουργική περιφορά της, μάλιστα, τραγουδούσαν το ακόλουθο ελληνοτουρκικό τραγούδι, που διεκτραγωδεί την ασθένειά της και την άσχημη κατάσταση στην οποία βρίσκεται:

Βερίριμ σαμανί, γεμές (της δίνω άχυρο, δεν τρώγει)
Μπεν τσεκέριμ, ο γκελμές (την τραβώ, δεν έρχεται)
Τζαμάλα, τζαμάλα, χούντισι (εμπρός)
Ντι -ντίλι, μάντιλι, ντι -ντίλι,
τση τζαμάλας το παιδί
έβγαλε κακό στο φτι (ή έκαμε κακό στο φτι)
και γυρεύ' να παντρευτεί!
Μπεν τσεκέριμ γετελέ (εγώ τραβάω στο κρεβάτι)
μπου γκιντίορ χεντεγιά (αυτή πηγαίνει στο χαντάκι)
Τζμάλα, τζαμάλα, χούντσισί (εμπρός)
Αφού έκαμναν το γύρο του χωριού έπαιρναν τα όργανα και διασκέδαζαν στο καφενείο ως το πρωί.
Σήμερα το έθιμο συνηθίζεται σε πολλά μέρη της πατρίδας μας, κυρίως τις Απόκριες.


vaxtsavanis

Tuesday, 24 September 2024

Φθινόπωρο, η αγαπημένη εποχή των ποιητών - Στίχοι και μελωδίες για το φθινόπωρο...

«O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν' ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του καλού και την τάση προς αυτό...».
Γκαίτε

Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι. 
Σύμφωνα με τον υπέροχο και πασίγνωστο αυτό στίχο του Οδυσσέα Ελύτη (πρόκειται για την αρχή του ποιήματος «Ελένη», από την ενότητα «Σποράδες» της Συλλογής «Προσανατολισμοί»), όλοι έχουμε την αίσθηση πως το φθινόπωρο αποτελεί πια πραγματικότητα, καθώς βιώνουμε τα πρώτα ανεπαίσθητα βήματα του ερχομού του: τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη, το μεγάλωμα της νύχτας, το δροσερό αεράκι τα πρωινά και τα βράδια, την επάνοδο των περισσότερων παραθεριστών…

Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός το ότι το φθινόπωρο, αυτή η εποχή της γλυκιάς μελαγχολίας τόσο στη φύση όσο και στην ανθρώπινη ψυχή, υπήρξε ανέκαθεν και θα είναι, για πάντα, μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης και για τους ποιητές και για τους μουσικοσυνθέτες, Έλληνες και ξένους… Πόσα, στ’ αλήθεια, ποιήματα και πόσες μελωδίες έχουν γραφεί γι’ αυτή την εποχή, που ο καθένας μας –άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο– αγαπάει και περιμένει!
Πιστεύω πως ένα από τα πιο γνωστά κι αγαπημένα φθινοπωρινά… τραγούδια είναι το περίφημο «Les feuilles mortes» («Τα νεκρά φύλλα»), με μουσική του Joseph Kosma, στίχους του σπουδαίου Γάλλου ποιητή Jacques Prévert, και ερμηνευτή τον αλησμόνητο Yves Montand.

Oh, je voudrais tant que tu te souviennes
Des jours heureux où nous étions amis.
En ce temps - là la vie était plus belle
Et le soleil plus brûlant qu’ aujourd’ hui.


Les feuilles mortes se ramassent à la pelle,
Tu vois, je n’ ai pas oublié,
Les feuilles mortes se ramassent à la pelle,
Les souvenirs et les regrets aussi.

Et le vent du nord les emporte
Dans la nuit froide de l’ oubli.
Tu vois, je n’ ai pas oublié
La chanson que tu me chantais.


C’ est une chanson qui nous ressemble,
Toi, tu m’ aimais et je t’ aimais,
Et nous vivions tous les deux ensemble,
Toi qui m’ aimais, moi qui t’ aimais.


Mais la vie sépare ceux qui s’ aiment
Tout doucement, sans faire de bruit
Et la mer efface sur le sable


les pas des amants désunis…

Ω, θα ’θελα τόσο πολύ να θυμάσαι
τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι.
Εκείνο τον καιρό η ζωή ήταν πιο όμορφη
κι ο ήλιος πιο καυτός από σήμερα.

Τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
βλέπεις, δεν ξέχασα,
τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
κι οι αναμνήσεις κι οι λύπες επίσης.

Κι ο Βοριάς τα παρασύρει
μέσα στην παγωμένη νύχτα της λήθης.
Βλέπεις, δεν ξέχασα
το τραγούδι που μου τραγουδούσες.

Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει,
εσύ μ’ αγαπούσες κι εγώ σ’ αγαπούσα,
και ζούσαμε μαζί οι δυο μας,
εσύ που μ’ αγαπούσες, εγώ που σ’ αγαπούσα.

Αλλά η ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούνται,
τόσο γλυκά, δίχως να κάνει θόρυβο,
και η θάλασσα σβήνει πάνω στην άμμο
τα βήματα των εραστών που χώρισαν…

«Φθινοπώριασε» είναι ο τίτλος ενός πραγματικά θαυμάσιου ποιήματος του μεγάλου Γάλλου ποιητή Arthur Rimbaud. Η απαγγελία της σύνθεσης από τον Γιώργο Κιμούλη είναι κυριολεκτικά συγκλονιστική…

Ο περίφημος λυρικός ποιητής μας Λάμπρος Πορφύρας (1879-1932), εμπνευσμένος από την εποχή του φθινοπώρου στη θάλασσα, έγραψε το υπέροχο ποίημα «Θαλασσινό φθινόπωρο», το οποίο μελοποίησε ο Μιχάλης Τερζής, και ερμήνευσε θαυμάσια ο Κώστας Καράλης.

Θαλασσινό φθινόπωρο
στον πάτο έχει σκεπάσει
τις αστραπές των κογχυλιών
και των φυκιών τα δάση.

Και μια θολούρα αδιάκοπη
ποιος ξέρει που ’χει πάρει
τις αστραπές των κογχυλιών
και των φυκιών το σμάρι.

Σαν κάστρα που ρημάξανε
τα βράχια στο Λιμάνι
μόνο της μπόρας έμειναν
οι γλάροι καπετάνιοι.

Κι η χειμωνιάτικη νυχτιά
μονάχα αυτή το ρίχτει
στην κυματούσα θάλασσα
το σκοτεινό της δίχτυ.
Στην Ενότητα Β της Συλλογής «Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου» του Τάσου Λειβαδίτη ανήκει ένα θαυμάσιο ποίημα, με τίτλο «Φθινόπωρο».
Ονειρεύομαι ένα άγαλμα να κλαίει μες στην ομίχλη,
έναν φυλακισμένο να τραγουδά,
μια γυναίκα να μην κλέβει τα χρόνια της,
ένα παιδί που να μη ρωτά.
Το φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου
να γείρει η χαμένη ζωή μου.

Στην Ενότητα Γ της ίδιας Συλλογής Τάσου Λειβαδίτη ανήκει και το πανέμορφο ποίημα «Φθινοπωρινό σούρουπο».

Βράδιαζε και στο βάθος του φθινοπωρινού δρόμου λιγόστευε
όλο και πιο πολύ το φως
σα να τέλειωνε για πάντα ο κόσμος.

Και ο Νίκος Γκάτσος, εμπνευσμένος κι αυτός από τη μελαγχολία του φθινοπώρου, έγραψε το ποίημα «Δάκρυα του φθινοπώρου», το οποίο μελοποίησε ο Σταύρος Ξαρχάκος, και ερμήνευσε υπέροχα η Δήμητρα Γαλάνη.

Αργά χθες τη νύχτα, μετά τα μεσάνυχτα, βγήκα στη βεράντα. Ύψωσα το βλέμμα μου στον ουρανό κι αντίκρυσα το φεγγάρι. Ήταν γερμένο, μισόγιομο, κι απέπνεε θλίψη και παράπονο. Το φως του θαμπό, λιγοστό, μελαγχολικό. «Το φθινοπωρινό φεγγάρι» σκέφθηκα… «Το φεγγάρι του Σεπτέμβρη… Πόσο αλλιώτικο από την αυγουστιάτικη πανσέληνο…».
Η δροσιά της υποβλητικής, φθινοπωρινής νύχτας, που είχε τυλίξει το κορμί μου, μεταμορφώθηκε σε μιαν ανεξήγητη μελαγχολία, που κατέκλυσε την ψυχή μου… Μπήκα μέσα κι έκλεισα τη μπαλκονόπορτα. Κι αμέσως, θυμήθηκα εκείνο το γνωστό κι αγαπημένο ποίημα του Νίκου Γκάτσου, το «Απόψε φθινοπώριασε», μελοποιημένο από τον Μάνο Χατζιδάκι, και ερμηνευμένο από τον Μανώλη Μητσιά… Το σιγοτραγούδησα κι αποκοιμήθηκα, επαναλαμβάνοντας –ξανά και ξανά– τους στίχους:
Απόψε φθινοπώριασε
και τ’ όνειρο ξεθώριασε.
Καρδιά μου, κάνε υπομονή,
κι ο ήλιος θα ξαναφανεί…

Εύχομαι από καρδιάς σε όλους ένα πανέμορφο Φθινόπωρο…
Γιόλα Αργυροπούλου - Παπαδοπούλου

Η κυρία Γιόλα Αργυροπούλου – Παπαδοπούλου είναι επ. καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και ποιήτρια
palmografos

ΟΤΑΝ ΗΡΘΕΣ
Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι
στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες
γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι.
Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα
την έκανα γλυκύτατο τραγούδι
κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.
Κώστας Καρυωτάκης
Δημοσιεύτηκε στον «Νουμά» (650), 21 Σεπτεμβρίου 1919

Πόθος
Βαθὺ χινόπωρο γοερό, πόσο καιρὸ σὲ καρτερῶ,
μὲ τὶς πλατιές, βαριές σου στάλες
τῶν φύλλων ἄραχλοι χαμοί, τῶν δειλινῶν ἀργοὶ καημοί,
ποῦ μὲ μεθούσατε τὶς ἄλλες...

Τὰ καλοκαίρια μ᾿ ἕψησαν καὶ τὰ λιοπύρια τὰ βαριά,
κι οἱ ξάστεροι οὐρανοὶ οἱ γαλάζοι:
ἀπόψε μου ποθεῖ ἡ καρδιὰ πότε νὰ ῾ρθεῖ μέσ᾿ τὰ κλαριά,
ὁ θεῖος βοριὰς καὶ τὸ χαλάζι!

Τότε, γερτὸς κι ἐγὼ ξανά, μέσ᾿ τὰ μουγγὰ τὰ δειλινά,
θ᾿ ἀναπολῶ γλυκά, -ποιὸς ξέρει-,
καὶ θὰ μὲ σφάζει πιὸ πολύ, σὰν ἕνα μακρινὸ βιολί,
τὸ περασμένο καλοκαίρι...
Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ:
«ΟΙ ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΕΣ ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ»
Ἄρχισε ψύχρα.
Τὸ γύρισε ὁ καιρὸς σὲ ἀναχώρηση.
Ἡ πρώτη μέρα τοῦ Σεπτέμβρη
ξοδεύτηκε σὲ κάποια ὑδρορροή.
Ὡς χθὲς ἀκόμα ὅλα ἔρχονταν.
Ζέστες, ἡ διάθεση γιὰ φῶς,
λόγια, πουλιά,
πλαστογραφία ζωῆς.
Γονιμοποιοῦνταν κάθε βράδυ τὰ φεγγάρια,
πολλοὶ διάττοντες ἔρωτες
ᾖρθαν στὸν κόσμο τὸν περασμένο μήνα.
Τώρα ἡ γνωστὴ ψύχρα
κι ὅλα νὰ φεύγουν.
Ζέστες, πουλιά, ἡ διάθεση γιὰ φῶς.
Φεύγουν τὰ πουλιά, ἀκολουθοῦν τὰ λόγια
ἡ μία ἐρήμωση τραβάει πίσω τῆς τὴν ἄλλη
μὲ λύπη αὐτοδίδακτη.
Ἤδη ἀποσυνδέθηκε τὸ φῶς ἀπὸ τὴν ἐπανάπαυση
κι ἀπὸ τὶς καλημέρες σου.
Τὰ παράθυρα ἐνδίδουν.
Τὸ χέρι τοῦ μεταβλητοῦ κλείνει τὰ τζάμια,
ἄλλοι λὲν ὡς τὴν ἄνοιξη,
ἄλλοι φοβοῦνται διὰ βίου.
Κι ἐσὺ τί κάθεσαι;
Καιρὸς νὰ μπεῖς κι ἐσὺ στὰ ἀλλαγμένα.
Νὰ γίνεις ὅτι ἀναρωτιόμουν πέρυσι:
«ποιὸς ξέρει τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο;».
Καιρὸς νὰ γίνεις «τ᾿ ἄλλο μου φθινόπωρο».
Ἄρχισε ψύχρα.
Ρῖξε στὴν πλάτη σου ἕνα ροῦχο ἀποδημίας.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ:
«Φθινόπωρο»
Τί γυρεύει το κορίτσι στο σκοτάδι της καρέκλας;
Γρήγορα καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο
γδύνεται με σύννεφα μπροστά στα μάτια
με τη βροχή μες στο κεφάλι με τη βελόνα στην καρδιά
βγάζει τις κάλτσες βγάζει τα λουλούδια πετάει το φωτοστέφανο
έξω τα φύλλα του καιρού βάφονται μες στο αίμα

Jacques Prévert:
«Τα νεκρά φύλλα»
Ω, θα ’θελα τόσο πολύ να θυμάσαι
τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι.
Εκείνο τον καιρό η ζωή ήταν πιο όμορφη
κι ο ήλιος πιο καυτός από σήμερα.

Τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
βλέπεις, δεν ξέχασα,
τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
κι οι αναμνήσεις κι οι λύπες επίσης.

Κι ο Βοριάς τα παρασύρει
μέσα στην παγωμένη νύχτα της λήθης.
Βλέπεις, δεν ξέχασα
το τραγούδι που μου τραγουδούσες.

Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει,
εσύ μ’ αγαπούσες κι εγώ σ’ αγαπούσα,
και ζούσαμε μαζί οι δυο μας,
εσύ που μ’ αγαπούσες, εγώ που σ’ αγαπούσα.

Αλλά η ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούνται,
τόσο γλυκά, δίχως να κάνει θόρυβο,
και η θάλασσα σβήνει πάνω στην άμμο
τα βήματα των εραστών που χώρισαν…

ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΑ ΧΑΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
από την ανθολογία: Χάικου, μτφ. Χρήστος Καφτεράνης-Ηλίας Γκούμας, εκδ. μάτι 2002

Φθινοπωρινό σούρουπο
στο γυμνό κλαδί
ένα κοράκι

Ατέλειωτη νύχτα
ο θόρυβος του νερού
διηγείται αυτά που σκέφτομαι

Ποτάμια ομίχλη
σπρώχνοντας το άλογο στο νερό
ο υδάτινος ήχος

Πεζοπόρος στη φθινοπωρινή πεδιάδα
πίσω μου
έρχεται κάποιος

Το βουνό σκοτεινιάζει
με την εκθαμβωτική πορφύρα
των φθινοπωρινών φύλλων

ΠΗΓΗ
ΠΗΓΗ

Φθινόπωρο... μια δεύτερη Άνοιξη / Autumn... a second spring

«Το φθινόπωρο είναι μια δεύτερη άνοιξη, όπου κάθε φύλλο είναι ένα λουλούδι»
                                           Albert Camus
Lonely Bench In The Park
“Autumn is a second spring where every leaf is a flower.”

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 21 September 2024

Χειμερινή Ισημερία! Καλό Φθινόπωρο!! - Antonio Vivaldi: Autumn

Καλό Φθινόπωρο, χαμομηλάκια!!
    Tο Φθινόπωρο είναι μία από τις τέσσερις εποχές της εύκρατης ζώνης, η ενδιάμεση ανάμεσα στο καλοκαίρι και τον χειμώνα. Ξεκινά στο Βόρειο ημισφαίριο κατά την φθινοπωρινή ισημερία, στις 21 Σεπτεμβρίου και στις 21 Μαρτίου στο Νότιο ημισφαίριο. Αντίστοιχα στο Βόρειο τελειώνει στο χειμερινό ηλιοστάσιο στις 21 Δεκεμβρίου21 Ιουνίου στο Νότιο. 
    Ωστόσο, για τη μετεωρολογία οι μήνες Σεπτέμβριος, Οκτώβριος και Νοέμβριος στο βόρειο ημισφαίριο και Μάρτιος, Απρίλιος, Μάιος στο νότιο ημισφαίριο απαρτίζουν συμβατικά την εποχή του Φθινοπώρου. 
    Εξαίρεση σε αυτού του είδους τη διαίρεση αποτελεί το Κελτικό ημερολόγιο που ακολουθεί τον Κελτικό ημερολογιακό κύκλο και θεωρεί ως μήνες του Φθινοπώρου τον Αύγουστο, τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο. 
    Στην εύκρατη ζώνη το φθινόπωρο είναι η εποχή της συγκομιδής. Τα φυλλοβόλα δένδρα χάνουν το φύλλωμά τους, τα χρώματα στη φύση είναι διαφορετικά και ξεκινούν οι πρώτες βροχές, που προετοιμάζουν το έδαφος μεταφέροντας βαθύτερα τα άλατα, μεταλλικά στοιχεία και τις θρεπτικές ουσίες για την επερχόμενη σπορά. 
    Τα φύλλα των φυλλοβόλων δέντρων, ενεργοποιώντας ένα δικό τους αμυντικό μηχανισμό, όταν ωριμάζουν μπορούν και διασπούν τις χρωστικές ουσίες που έχουν παράγει -ανάμεσά τους και την χλωροφύλλη - και τις απορροφούν πίσω στο κοτσάνι για άλλες χρήσεις.
Όταν το πράσινο χρώμα της χλωροφύλλης εξαφανίζεται, τότε αποκαλύπτονται τα υπόλοιπα χρώματα, αυτά που συνήθως αποκαλούνται "φθινοπωρινά".

Sunday, 1 September 2024

Το Φθινόπωρο ανθισμένο στο μπαλκόνι μας!

Χρυσάνθεμα
Πρόκειται για ένα πολύ αγαπημένο λουλούδι στη χώρα μας. Τα χρυσάνθεμα χωρίζονται σε αρκετές ποικιλίες, καθεμία από τις οποίες ανθίζει σε διαφορετική εποχή. Ωστόσο, όλα ανθίζουν ανάμεσα στον Αύγουστο και το Νοέμβριο. ....
..........
Ως φθινοπωρινά λουλούδια, τα χρυσάνθεμα μπορούν να αναπτυχθούν σε γλάστρες στο μπαλκόνι σου, ή παρτέρια στον κήπο, για να δέχονται το φως του ήλιου. 

Αν πρέπει να αναφερθεί άλλη μια σημαντική απαίτηση των λουλουδιών αυτών, είναι πως πρέπει να προστατεύονται από τον αέρα και τα έντονα καιρικά φαινόμενα, καθώς δεν είναι πολύ ανθεκτικά. 
Γενικά, θεωρείται ότι είναι καλή ιδέα το να αγοράζεις έτοιμες ανθοδέσμες για το σπίτι σου. Είναι οικονομικές και μπορείς να τις αντικαθιστάς, όταν μαραίνονται, χωρίς να ανησυχείς για τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν.
Πανσέδες
Ο πανσές είναι ένα πανέμορφο καλλωπιστικό φυτό, κατάλληλο για εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους. Το μέγεθος τους (αναπτύσσουν ύψος μεταξύ 15- 30 εκατοστών) επιτρέπει τη φύτευση σε γλάστρες και παρτέρια, αλλά και την τοποθέτηση τους σε βάζα μέσα στο σπίτι. 
Τα χαρακτηριστικά χρώματα των πανσέδων είναι το μπλε, το μοβ, το κίτρινο και το λευκό. Πέρα από τη διακοσμητική τους φύση για το σπίτι, χρησιμοποιούνται και στη βοτανοθεραπεία.
Πώς θα τους συντηρήσεις; 
Οι πανσέδες δεν είναι πολύ απαιτητικά φθινοπωρινά λουλούδια. Ωστόσο, έχουν ανάγκη από σχετικά συχνό πότισμα, δηλαδή 2- 4 φορές την εβδομάδα. 
Πρόσεξε να μην ποτίζεις με μεγάλες ποσότητες νερού, για να μπορεί να στραγγίζει σχετικά γρήγορα το χώμα τους. Στο σημείο αυτό, πρέπει να αναφέρουμε πως δεν είναι αποκλειστικά φθινοπωρινά λουλούδια, αλλά ανθίζουν και το χειμώνα και την άνοιξη

για περισσότερα λουλούδια στο πρασινούλι

Sunday, 1 October 2023

Ο μήνας Οκτώβριος ή Οκτώβρης - Καλό Μήνα!!

 Καλό μήνα χαμομηλάκια!!
Ο λαός κατά τα συνηθισμένα τού έδωσε και τα δικά του ονόματα: τον λέει Αγιοδημήτρη ή Αι-δημητριάτη, αφού η πιο μεγάλη γιορτή είναι του Αγίου Δημητρίου, και Σπαρτό, είναι ο μήνας που θ' αρχίσει η σπορά. 
Λέμε θ' αρχίσει, γιατί η σπορά δεν γίνεται μόνο τον Οκτώβρη, αλλά προετοιμάζεται απ' το Σεπτέμβρη και συνεχίζεται μέχρι τα Χριστούγεννα.
Αγροτικές εργασίες: Σπορά δημητριακών (κριθάρι, βρόμη, στάρι) και συγκομιδή εσπεριδοειδών.

Ονομασία του μήνα Οκτώβρη: Από τη λατινική λέξη octo, που σημαίνει οχτώ, πήρε ο Οκτώβρης τ' όνομά του, γιατί πραγματικά στο παλιό-ρωμαϊκό ημερολόγιο, που άρχιζε από το μήνα Μάρτη, κρατούσε την όγδοη θέση. Όταν το 46 π.χ. τα πρωτεία του χρόνου τα πήρε ο Γενάρης, τότε ο Οκτώβρης έγινε ο δέκατος μήνας.

Αττικός μήνας: ΠΥΑΝΕΨΙΩΝ 14 Οκτωβρίου - 12 Νοεμβρίου. Ήταν ο τέταρτος μήνας του αττικού έτους. Ονομάστηκε Πυανεψιών από τα ιερά Πυανέψια ή Πυανόψια, γιορτή προς τιμήν του Απόλλωνα.
Ετυμολογία: Ο Πυανεψιών παράγεται από τις πυάνους (κυάμους: κουκιά) + έψειν (έψω=ψήνω, βράζω).

 
Ιερά Πυανέψια: Κάθε χρόνο στις 7 Πυανεψιώνα (Οκτωβρίου), γιορτή του Απόλλωνα, οι Αθηναίοι έβραζαν κουκιά μαζί με άλλα όσπρια προσφέροντάς τα σε κοινή συνεστίαση ευχόμενοι καλή σπορά. Περιέφεραν ακόμα την Ειρεσειώνη δηλαδή ένα κλαδί ελιάς στολισμένο με μαλλί γεμάτο από καρπούς, τραγουδώντας:
«Η Ειρεσειώνη σύκα φέρνει και παχιά ψωμιά και στα βάζα μέλι και λάδι και κρασί δυνατό...» (Πλούταρχος).

Έθιμα Αγίου Δημητρίου το μήνα Οκτώβριο

Δημήτρηδες υπάρχουν σχεδόν όσοι και Γιώργηδες, γιατί και οι δύο Άγιοι έχουν τιμηθεί εξαιρετικά απ' τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους, που αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού.
Καβάλα στ' άλογά τους -άσπρο, κάτασπρο του Αι-Γιώργη, κοκκινωπό του Αι-Δημήτρη- δείχνουν με τα όπλα που κρατούν πως είναι αποφασισμένοι να προστατέψουν τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους από κάθε κακό.
Τους ίδιους και τις φαμίλιες τους, τα ζώα και τα χωράφια, ολόκληρο το βιος τους.
Στο Τζαντό της Θράκης μεταμφιεσμένοι κρατώντας Ειρεσειώνες συνόδευαν την ξύλινη τζαμάλα (καμήλα) σε όλα τα σπίτια, ευχόμενοι «καλή σπορά».

από paidika

Sunday, 17 September 2023

Μαμά, γιατί άλλα δέντρα το Φθινόπωρο χάνουν τα φύλλα τους και άλλα όχι;

Το φθινόπωρο είναι μία μεταβατική περίοδος, όπου τα φύλλα κιτρινίζουν. Αυτό συμβαίνει γιατί η χλωροφύλλη που παράγεται στα φύλλα και είναι υπεύθυνη για το πράσινο χρώμα τους μειώνεται λόγω της μείωσης της φωτοσύνθεσης αφού σιγά σιγά θα απουσιάζει και το φως, μας εξηγεί η Κωνσταντινοπούλου Ελένη, Τεχνολόγος Γεωπόνος-Δασοπόνος.
Το δέντρο είναι ξυλώδες φυτό, πολυετές.
Η έννοια του δέντρου ως βλαστική μορφή από το έδαφος είναι σχεδόν κατανοητή δεν υπάρχει ακριβής ορισμός. Διότι τα δέντρα εμφανίζουν μεγάλη ποικιλία στα είδη τους τα οποία εξαρτώνται από τις περιβαλλοντικές συνθήκες π.χ. θερμοκρασία, υψόμετρο.
Τα φυτά ως προς την διάρκεια ζωής χωρίζονται σε μονοετή και πολυετή.
Μονοετές φυτό:
Oλοκληρώνει τον κύκλο της ζωής του σε μια αυξητική περίοδο. Αναπτύσσεται με γρήγορους ρυθμούς, ανθίζει και πεθαίνει αφού πρώτα δημιουργήσει σπόρους. (Π.χ. Φασολιά)
Πολυετές φυτό:
Ζει αρκετά χρόνια και μπορεί να ανθίζει κάθε χρόνο ή μόνο μια φορά. Οι βλαστοί των πολυετών ποωδών φυτών ανανεώνονται κάθε χρόνο, ενώ τα ξυλώδη πολυετή φυτά έχουν βλαστούς που διατηρούνται και αυξάνονται σε κάθε εποχή. (Π.χ. Πλάτανος).
Autumn-HD-Wallpaper-7

Τα πολυετή φυτά-δέντρα χωρίζονται σε αειθαλή και φυλλοβόλα
Αειθαλή η αείφυλλα ονομάζονται τα φυτά-δέντρα που κρατούν τα φύλλα τους όλο το χρόνο. Τα αειθαλή φυτά ρίχνουν και αυτά τα φύλλα τους γιατί πρέπει να αλλάζουν φύλλωμα, όμως αυτό δεν μπορούμε εύκολα να το καταλάβουμε γιατί τα φύλλα τους δεν πέφτουν όλα μαζί επειδή στη θέση αυτών που έπεσαν, φυτρώνουν πολύ γρήγορα καινούργια φύλλα. Αειθαλή δέντρα είναι το Κυπαρίσσι, Ακακία Κωνσταντινουπόλεως, Ευκάλυπτος, Μανόλια, Πεύκο.
Φυλλοβόλα είναι αυτά που ρίχνουν τα φύλλα τους και τα ξανά βγάζουν αρχές άνοιξης. Φυλλοβόλα είναι Ιπποκαστανιά, Ιτιές, Φράξος, Λεύκες, Αμυγδαλιά.
Το χειμώνα, αν ένα δέντρο κρατήσει τα φύλλα του λόγω της απουσίας του φωτός και των παγωμένων ανέμων, τα φύλλα αυτά θα «οδηγήσουν το δέντρο στο θάνατο». Αυτό συμβαίνει εξαιτίας της έλλειψης υγρασίας. Ρίχνοντας όμως τα φύλλα, μικραίνει η συνολική επιφάνεια του δέντρου που μένει εκτεθειμένη στον αέρα και το δέντρο μπορεί να κρατήσει την υγρασία του μέσα στα κλαδιά και στον κορμό. 
Η υγρασία που διατηρείται βοηθά στην εξοικονόμηση ενέργειας και προστατεύεται το δέντρο από τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Έτσι το δέντρο «συντηρείται ζωντανό» χάνοντας ελάχιστη υγρασία το χειμώνα.
Την άνοιξη και το καλοκαίρι, τα φύλλα φωτοσυνθέτουν και σε συνδυασμό με τα συστατικά που παίρνουν από το έδαφος, τα δέντρα αναπτύσσονται.
Το φθινόπωρο είναι μία μεταβατική περίοδος, όπου τα φύλλα κιτρινίζουν. Αυτό συμβαίνει γιατί η χλωροφύλλη που παράγεται στα φύλλα και είναι υπεύθυνη για το πράσινο χρώμα τους μειώνεται λόγω της μείωσης της φωτοσύνθεσης αφού σιγά σιγά θα απουσιάζει και το φως. Επομένως τα φύλλα χάνουν το χρώμα τους σταδιακά και έπειτα παίρνουν κίτρινο-καφέ χρώμα και «αποχωρίζονται» το δέντρο.
Συμπερασματικά τα δέντρα το χειμώνα απλά μένουν ζωντανά ενώ το καλοκαίρι αναπτύσσονται.

infokids

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki