«O άνθρωπος πρέπει κάθε μέρα ν' ακούει ένα γλυκό τραγούδι, να
διαβάζει ένα ωραίο ποίημα, να βλέπει μια ωραία εικόνα και, αν είναι
δυνατόν, να διατυπώνει μερικές ιδέες. Αλλιώτικα χάνει το αίσθημα του
καλού και την τάση προς αυτό...».
Γκαίτε
Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι.
Σύμφωνα με τον υπέροχο και πασίγνωστο αυτό στίχο του Οδυσσέα Ελύτη (πρόκειται για την αρχή του ποιήματος «Ελένη», από την ενότητα «Σποράδες» της Συλλογής «Προσανατολισμοί»), όλοι έχουμε την αίσθηση πως το φθινόπωρο
αποτελεί πια πραγματικότητα, καθώς βιώνουμε τα πρώτα ανεπαίσθητα βήματα
του ερχομού του: τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη, το μεγάλωμα της
νύχτας, το δροσερό αεράκι τα πρωινά και τα βράδια, την επάνοδο των
περισσότερων παραθεριστών…
Αποτελεί
αναμφισβήτητο γεγονός το ότι το φθινόπωρο, αυτή η εποχή της γλυκιάς
μελαγχολίας τόσο στη φύση όσο και στην ανθρώπινη ψυχή, υπήρξε ανέκαθεν
και θα είναι, για πάντα, μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης και για τους
ποιητές και για τους μουσικοσυνθέτες, Έλληνες και ξένους… Πόσα, στ’
αλήθεια, ποιήματα και πόσες μελωδίες έχουν γραφεί γι’ αυτή την εποχή,
που ο καθένας μας –άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο– αγαπάει και
περιμένει!
Πιστεύω πως ένα από τα πιο γνωστά κι αγαπημένα φθινοπωρινά… τραγούδια είναι το περίφημο «Les feuilles mortes» («Τα νεκρά φύλλα»), με μουσική του JosephKosma, στίχους του σπουδαίου Γάλλου ποιητή Jacques Prévert, και ερμηνευτή τον αλησμόνητο Yves Montand.
Oh, je voudrais tant que tu te souviennes Des jours heureux où nous étions amis. En ce temps - là la vie était plus belle Et le soleil plus brûlant qu’ aujourd’ hui.
Les feuilles mortes se ramassent à la pelle, Tu vois, je n’ ai pas oublié, Les feuilles mortes se ramassent à la pelle, Les souvenirs et les regrets aussi.
Et le vent du nord les emporte Dans la nuit froide de l’ oubli. Tu vois, je n’ ai pas oublié La chanson que tu me chantais. C’ est une chanson qui nous ressemble, Toi, tu m’ aimais et je t’ aimais, Et nous vivions tous les deux ensemble, Toi qui m’ aimais, moi qui t’ aimais. Mais la vie sépare ceux qui s’ aiment Tout doucement, sans faire de bruit Et la mer efface sur le sable
les pas des amants désunis…
Ω, θα ’θελα τόσο πολύ να θυμάσαι
τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι.
Εκείνο τον καιρό η ζωή ήταν πιο όμορφη
κι ο ήλιος πιο καυτός από σήμερα.
Τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
βλέπεις, δεν ξέχασα,
τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,
κι οι αναμνήσεις κι οι λύπες επίσης.
Κι ο Βοριάς τα παρασύρει μέσα στην παγωμένη νύχτα της λήθης.
Βλέπεις, δεν ξέχασα
το τραγούδι που μου τραγουδούσες.
Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει,
εσύ μ’ αγαπούσες κι εγώ σ’ αγαπούσα,
και ζούσαμε μαζί οι δυο μας,
εσύ που μ’ αγαπούσες, εγώ που σ’ αγαπούσα.
Αλλά η ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούνται,
τόσο γλυκά, δίχως να κάνει θόρυβο,
και η θάλασσα σβήνει πάνω στην άμμο
τα βήματα των εραστών που χώρισαν…
«Φθινοπώριασε» είναι ο τίτλος ενός πραγματικά θαυμάσιου ποιήματος του μεγάλου Γάλλου ποιητή Arthur Rimbaud. Η απαγγελία της σύνθεσης από τον Γιώργο Κιμούλη είναι κυριολεκτικά συγκλονιστική…
Ο περίφημος λυρικός ποιητής μας Λάμπρος Πορφύρας (1879-1932), εμπνευσμένος από την εποχή του φθινοπώρου στη θάλασσα, έγραψε το υπέροχο ποίημα «Θαλασσινό φθινόπωρο», το οποίο μελοποίησε ο Μιχάλης Τερζής, και ερμήνευσε θαυμάσια ο Κώστας Καράλης.
Θαλασσινό φθινόπωρο
στον πάτο έχει σκεπάσει
τις αστραπές των κογχυλιών
και των φυκιών τα δάση.
Και μια θολούρα αδιάκοπη
ποιος ξέρει που ’χει πάρει
τις αστραπές των κογχυλιών
και των φυκιών το σμάρι.
Σαν κάστρα που ρημάξανε
τα βράχια στο Λιμάνι
μόνο της μπόρας έμειναν
οι γλάροι καπετάνιοι.
Κι η χειμωνιάτικη νυχτιά
μονάχα αυτή το ρίχτει
στην κυματούσα θάλασσα
το σκοτεινό της δίχτυ.
Στην Ενότητα Β της Συλλογής «Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου» του Τάσου Λειβαδίτη ανήκει ένα θαυμάσιο ποίημα, με τίτλο «Φθινόπωρο».
Ονειρεύομαι ένα άγαλμα να κλαίει μες στην ομίχλη,
έναν φυλακισμένο να τραγουδά,
μια γυναίκα να μην κλέβει τα χρόνια της,
ένα παιδί που να μη ρωτά.
Το φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου
να γείρει η χαμένη ζωή μου.
Στην Ενότητα Γ της ίδιας Συλλογής Τάσου Λειβαδίτη ανήκει και το πανέμορφο ποίημα «Φθινοπωρινό σούρουπο».
Βράδιαζε και στο βάθος του φθινοπωρινού δρόμου λιγόστευε
όλο και πιο πολύ το φως
σα να τέλειωνε για πάντα ο κόσμος.
Και ο Νίκος Γκάτσος, εμπνευσμένος κι αυτός από τη μελαγχολία του φθινοπώρου, έγραψε το ποίημα «Δάκρυα του φθινοπώρου», το οποίο μελοποίησε ο Σταύρος Ξαρχάκος, και ερμήνευσε υπέροχα η Δήμητρα Γαλάνη.
Αργά
χθες τη νύχτα, μετά τα μεσάνυχτα, βγήκα στη βεράντα. Ύψωσα το βλέμμα
μου στον ουρανό κι αντίκρυσα το φεγγάρι. Ήταν γερμένο, μισόγιομο, κι
απέπνεε θλίψη και παράπονο. Το φως του θαμπό, λιγοστό, μελαγχολικό. «Το
φθινοπωρινό φεγγάρι» σκέφθηκα… «Το φεγγάρι του Σεπτέμβρη… Πόσο
αλλιώτικο από την αυγουστιάτικη πανσέληνο…». Η δροσιά της υποβλητικής,
φθινοπωρινής νύχτας, που είχε τυλίξει το κορμί μου, μεταμορφώθηκε σε
μιαν ανεξήγητη μελαγχολία, που κατέκλυσε την ψυχή μου… Μπήκα μέσα κι
έκλεισα τη μπαλκονόπορτα. Κι αμέσως, θυμήθηκα εκείνο το γνωστό κι
αγαπημένο ποίημα του Νίκου Γκάτσου, το «Απόψε φθινοπώριασε», μελοποιημένο από τον Μάνο Χατζιδάκι, και ερμηνευμένο από τον Μανώλη Μητσιά… Το σιγοτραγούδησα κι αποκοιμήθηκα, επαναλαμβάνοντας –ξανά και ξανά– τους στίχους:
Απόψε φθινοπώριασε
και τ’ όνειρο ξεθώριασε.
Καρδιά μου, κάνε υπομονή,
κι ο ήλιος θα ξαναφανεί…
Εύχομαι από καρδιάς σε όλους ένα πανέμορφο Φθινόπωρο…
Γιόλα Αργυροπούλου - Παπαδοπούλου Η κυρία Γιόλα Αργυροπούλου – Παπαδοπούλου είναι επ. καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και ποιήτρια palmografos ΟΤΑΝ ΗΡΘΕΣ
Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι. Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα την έκανα γλυκύτατο τραγούδι κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.
Κώστας Καρυωτάκης
Δημοσιεύτηκε στον «Νουμά» (650), 21 Σεπτεμβρίου 1919
ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ: «Φθινόπωρο» Τί γυρεύει το κορίτσι στο σκοτάδι της καρέκλας; Γρήγορα καθώς νυχτώνει το φθινόπωρο γδύνεται με σύννεφα μπροστά στα μάτια με τη βροχή μες στο κεφάλι με τη βελόνα στην καρδιά βγάζει τις κάλτσες βγάζει τα λουλούδια πετάει το φωτοστέφανο έξω τα φύλλα του καιρού βάφονται μες στο αίμα
Jacques Prévert: «Τα νεκρά φύλλα» Ω, θα ’θελα τόσο πολύ να θυμάσαι τις ευτυχισμένες μέρες που ήμασταν φίλοι. Εκείνο τον καιρό η ζωή ήταν πιο όμορφη κι ο ήλιος πιο καυτός από σήμερα.
Τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι, βλέπεις, δεν ξέχασα, τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι, κι οι αναμνήσεις κι οι λύπες επίσης.
Κι ο Βοριάς τα παρασύρει μέσα στην παγωμένη νύχτα της λήθης. Βλέπεις, δεν ξέχασα το τραγούδι που μου τραγουδούσες.
Είναι ένα τραγούδι που μας μοιάζει, εσύ μ’ αγαπούσες κι εγώ σ’ αγαπούσα, και ζούσαμε μαζί οι δυο μας, εσύ που μ’ αγαπούσες, εγώ που σ’ αγαπούσα.
Αλλά η ζωή χωρίζει αυτούς που αγαπιούνται, τόσο γλυκά, δίχως να κάνει θόρυβο, και η θάλασσα σβήνει πάνω στην άμμο τα βήματα των εραστών που χώρισαν…
ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΑ ΧΑΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ από την ανθολογία: Χάικου, μτφ. Χρήστος Καφτεράνης-Ηλίας Γκούμας, εκδ. μάτι 2002
Φθινοπωρινό σούρουπο στο γυμνό κλαδί ένα κοράκι
Ατέλειωτη νύχτα ο θόρυβος του νερού διηγείται αυτά που σκέφτομαι
Ποτάμια ομίχλη σπρώχνοντας το άλογο στο νερό ο υδάτινος ήχος
Πεζοπόρος στη φθινοπωρινή πεδιάδα πίσω μου έρχεται κάποιος
Το βουνό σκοτεινιάζει με την εκθαμβωτική πορφύρα των φθινοπωρινών φύλλων ΠΗΓΗ ΠΗΓΗ
Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ' τα δέντρα κανένας δεν την άκουσε Τα σκυλιά δε γαυγίσαν στις αυλόπορτες. Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτισαν, κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε σε μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι που τ' ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους και γύρισαν απ' τ' άλλο τους πλευρό χαμογελώντας.
Μετά τη Σταύρωση μετά τον πόνο, το άδικο μαρτύριο, η Ανάσταση, η απέραντη χαρά, η Λύτρωση....
Από το Σταυρό Του η ευτυχία μας... στο χαμόγελό τους, η χαρά μας.... Τα βάσανά τους υπόθεση όλων μας.
Όλοι μας, σαν το Σίμωνα, ας ελαφρύνουμε το βάρος απ' τους ώμους τους το ασήκωτο, χωρίς φόβο, -αυτά σταυρώνονται-....
Αρκεί ν' απλώσουμε το χέρι για ένα χάδι στα μαλλάκια, και πίσω από την πλάτη ένα δωράκι-έκπληξη να κρύψουμε ένα δωράκι-χαμόγελο, για ένα παιδί -χαμομηλάκι, -γνωστό ή άγνωστο- δικό μας παιδί, καταδικό μας, παιδί της καρδιάς μας.
Ο ρόλος των Αγγέλων, δικός μας κατ' ανάθεση ευλογημένη....
Επόρευσαν οι βασιλείς και εκ του οίνου της πορνείας
εμεθύσθησαν οι κατοικούντες την γην.
Κάτω απ’ τα λάβαρα της Ρώμης
στην τέντα της Μαγδαληνής
εσύ πατέρας της συγγνώμης
κι εμείς παιδιά της ηδονής.
Ζοφώδης και ασέληνος ο έρως της αμαρτίας.
Βραχνή ακούστηκε η κραυγή
Στα καπηλιά της πολιτείας
Εσύ αμνίον για σφαγή
Κι εμείς κριοί της αμαρτίας.
Το πολύτιμον μύρον η πόρνη έμιξε μετά δακρύων και εξέχεεν
εις τους αχράντους πόδας σου.
Δε σε πτόησαν οι Πιλάτοι
ουτ’ ο καιρός που ειν’ εγγύς
εσύ στων ουρανών τα πλάτη
κι εμείς παρείσακτοι της γης.
Εγώ φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις
εμέ εν τη σκοτία μη μείνη.
Κασσιανή: Μια γυναίκα, η μοναδική υμνογράφος πλούτισε τον 9ο
αιώνα την εκκλησιαστική ποίηση με τους τόνους της θερμής γυναικείας
ευαισθησίας της. Πολλοί θρύλοι περιβάλλουν τη μορφή της, επινοήματα
μεταγενεστέρων ασφαλώς.
Το βέβαιο είναι πως η Κασσιανή (ή Κασσία ή
Εικασία) ήταν μια λόγια μοναχή, προικισμένη με ποιητικό ταλέντο.
Σώζονται αρκετά ποιήματά της, όπου ο λυρισμός συνταιριάζεται μ’ ένα
λεπτό και καλλιεργημένο πνεύμα. Το «Ιδιόμελον εις την Μεγάλην Τετάρτην»,
το γνωστό Τροπάριο της Κασσιανής, ψέλνεται στην εκκλησία τη Μεγάλη
Τρίτη
Για Σένα πήραμε, Χριστέ, σαν τα παιδιά στα χέρια μας τα νικητήρια βάγια,
σαν τότε οπού στην εμπασιά της Άγιας της Πόλης, από τ’ άδειο πια του Λάζαρου γυρνώντας το μνημούρι, του φοβερού θανάτου μας ελπιδοφόρος νικητής και δωρητής φιλεύσπλαχνος του δώρου της ανάστασης,
γύρω σου κι ολοτρόγυρα
παιδιά φωνάζαν «Ωσαννά», βλογούσαν τ’ όνομά Σου,
τιμούσαν τον Πατέρα Σου που σ’ έστειλε κοντά μας.
Αξίωσέ μας, Δέσποτα Συ και της ζωής μας Κύριε,
μαζί μ’ εκείνα τα παιδιά, παιδιά κι εμείς δικά Σου,
Ποιος είναι άραγε απ’ τους δυο μεγαλύτερος; ο κόσμος ή ο άνθρωπος;
Σε λίγο, βαδίζαμε μόνοι, κοιτάζοντας πέρα στο βάθος. Είχεν απ’ ώρα δύσει ο ήλιος. Πρίν να προφτάσει γλυκός σαν μετέωρο μάτι παιδιού, ν’ ανατείλει ο έσπερος, πήραν να γίνονται πράγματα άλλα μες στον ορίζοντα. Μέσα στο ημίφως σηκωνόνταν αυλαίες.