Showing posts with label Παλαμάς Κωστής. Show all posts
Showing posts with label Παλαμάς Κωστής. Show all posts

Thursday, 1 February 2024

Κωστής Παλαμάς: «Φεβρουάριος» «Κι η μάννα είν' έμορφη, σα μυγδαλιάς λουλούδι»

Απ' το παράθυρο στα βάθη μακριά,
Ο κάμπος ξεχωρίζει,
Και φαίνεται η αποκριά
Μέσα στο δρόμ' όλη βοή που τριγυρίζει
Είν' ο καιρός όπου τρελή γιορτάζ' η χώρα,
Και σιέται η μυγδαλιά με κάλλη ανθοφόρα.

Φτωχός ο κάμπος μας, μα όχι και γυμνός,
Αφού είν' ασπροντυμένος.
Μοιάζει με νιο που αχαμνός
Κι απ' την αρρώστια κάτασπρος ειν' ο καημένος.
Στο δρόμο άμαξες, μεθύσι, προσωπίδες,
Και ρίχνει ο ουρανός βροχής ρανίδες.

Τι τάχα να είσαι θλιβερή, ψιλή βροχή, 
Που αργά κι αγάλι 'γαλι
Μας έρχεσαι την εποχή
Που τα νυφιάτικα η μυγδαλιά έχει βάλει; 
Η φύσις κλαίει τη χειμωνιά που την παγώνει,
Ή κλαίει από χαρά στο Μάρτη που σιμώνει;

Σ' εκείνο το παράθυρο μπροστά κρατεί
Η μάννα το παιδί της,
Πότε του δείχνει τη γιορτή,
Πότε την εξοχή με τη λευκή στολή της.
Αποκριάς χαρά φωτίζει τ' αγγελούδι, 
Κι η μάννα είν' έμορφη, σα μυγδαλιάς λουλούδι.

Ρίχνει τα μάτια της και βλέπει τα βουνά
Μ' ολόχιονο φουστάνι, 
Και με το νου της αρχινά
Και χίλιους μύριους στοχασμούς άθελα κάνει,
Λιγάκι θλιβερούς σα νέφη του Φλεβάρη,
Μα πάντα καθαρούς, σαν του χιονιού τη χάρη.

Γιατ' είναι μάνα με μυαλό και με καρδιά,
Και είναι η ζωή της
Λουλούδι με τριπλή ευωδιά
Που της σκορπά ο Θεός, ο κόσμος, το παιδί της.
Την ενθυμίζ' η χειμωνιά κι η αγριάδα
Ότι κοντεύει του Μαρτιού να ρθει η λιακάδα.

Και νιώθει σαν γλυκιά μαρτιάτικη αυγή
Στα βάθη της ψυχής της,
Κι ακολουθά η συλλογή:
- Παρόμοια κι ο δυστυχής όπου η πίστις
Και τ' ουρανού η ελπίς φωλιάζει στην καρδιά του, 
Νιώθει μια δύναμη γλυκιά στη συμφορά του. 

Ενώ μας δέρνουνε του κόσμου τα δεινά,
Βάλσαμο η πίστη χύνει.
Κι ενώ είναι χιόνι στα βουνά,
Για ιδές η μυγδαλιά τον κάμπο πώς τον ντύνει!
Μ' απ' το παιδί μου μακριά πίκρες και πόνοι,
Και το Θεό η χαρά να του θυμίζει μόνη.

Σε τέτοιους στοχασμούς ο νους της καταντά,
Και άλλα συλλογιέται.
Μα το παιδάκι της κοντά
Στην τρέλα της αποκριάς βουτιέται.
Ξεχνά τα τόσα του παιχνίδια, και το κρύο,
Κι έχει παράπονο, και πόθους χίλιους δύο.

Μεσ' την καρδούλα του, αγάπες του χρυσές, 
Σωριάζονται ωραίες
Και πλουμισμένες φορεσιές
Και μάσκες και σπαθιά και περικεφαλαίες.
Κυρίες το κοιτούν, τις ρίχνει ζαχαράτα,
Κανείς την έμορφη δεν ξέρει μασκαράτα...

Ακόμα στο παράθυρο μπροστά κρατεί
η μάννα το παιδί της.
Ξεχνιέτ' εκείνο στη γιορτή,
Κι αυτή στην εξοχή με τη λευκή στολή της.
Αποκριάς χαρά φωτίζει τ' αγγελούδι,
Κι η μάνα είν' έμορφη σα μυγδαλιάς λουλούδι.

Friday, 8 September 2023

Κωστής Παλαμάς: Ὁ Γκρεμιστὴς - Επίκαιρο όσο ποτέ!!

Ο Γκρεμιστής είναι ένα ποίημα φλογερό, γενναίο, τολμηρό... ένας ύμνος στην κάθαρση, μια ωδή για αναγέννηση.
Ο ποιητής πιθανώς ξαφνιάζει με την ίσως γεμάτη πάθος προσταγή: «Γκρεμίστε! » αλλά αυτή η προσταγή δεν είναι παρά η ανάγκη του ποιητή για δημιουργία.


Ήδη από τον πρώτο στίχο ο ποιητής τονίζει ότι η ιδιότητα του «γκρεμιστή» είναι συνυφασμένη με αυτήν του «κτίστη», το γκρέμισμα είναι η προϋπόθεση της δημιουργίας, αλλά και η πρόθεση για δημιουργία είναι η προϋπόθεση για τον γκρεμιστή.



Ὁ Γκρεμιστὴς
Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης,
ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης.
Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι.
Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι.
Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας,
πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας.
ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης·
τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης*
καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι*
τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι.
Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι,
καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα,
παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα.
Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ αγρίμια
ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια.
Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει
τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι
δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει
τὸ λόγο ποὺ δὲν ἔρχεται, καὶ μία ντροπὴ τὸ δένει
Μὰ τὸ τσεκοῦρι μοναχὰ στὸ χέρι σὰν κρατήσω,
καὶ τὸ τσεκοῦρι μου ψυχὴ μ᾿ ἕνα θυμὸ περίσσο.
Τάχα ποιὸς μάγος, ποιὸ στοιχειὸ τοῦ δούλεψε τ᾿ ἀτσάλι
καὶ νιώθω φλόγα τὴν καρδιὰ καὶ βράχο τὸ κεφάλι,
καὶ θέλω νὰ τραβήξω ἐμπρὸς καὶ πλατωσιὲς* ν᾿ ἀνοίξω,
καὶ μ᾿ ἕνα Ναὶ νὰ τιναχτῶ, μ᾿ ἕνα Ὄχι νὰ βροντήξω;
Καβάλα στὸ νοητάκι* μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε
γκρικάω,* βγαίνει ἀπὸ μέσα του μιὰ προσταγή: Γκρεμίστε!

Δειλοί και κρυφοί στίχοι, 1928

απελάτης= βυζαντινός φρουρός των συνόρων - ζωοκλέφτης.
απελατίκι= σιδερένιο ρόπαλο
πλατωσιές= πλατώματα, πλατύ άνοιγμα, ξέφωτο
νοητάκι= μαγικό άλογο με υπερφυσικές ικανότητες
γρικάω= ακούω


Για τον ποιητή, το γκρέμισμα δεν είναι μία άλογη απόρροια ενός βίαιου μηδενισμού  (όπως με μια απρόσεχτη ανάγνωση μπορεί να νομίσει κανείς ), αλλά είναι μία ενέργεια που απαιτεί πίστη, «νου και καρδιά και χέρι».
Δηλαδή ο ποιητής με την προσταγή: «Γκρεμίστε!», δεν προτρέπει στην άκριτη (και υλική) καταστροφή αλλά στην κατεδάφιση της ασχήμιας και του ψευδους που κυριαρχεί πλέον σχεδόν σε κάθε τι ανθρώπινο, «σε πύργους και σε ναούς». Για τον ποιητή/ κτίστη, θεμέλιο πρέπει να είναι η ίδια η αλήθεια της φύσης, «των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τα αγρίμια», και έτσι δεν προτρέπει σε έναν οπισθοδρομισμό αλλά σε μια ηθική και κοινωνική αναγέννηση, η οποία μπορεί να έρθει μόνο με την κατεδάφιση των πλέον αλλοτριωμένων σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων («τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά») και το εκ νέου κτίσιμό τους, αντλώντας από τις πρωταρχικές ανάγκες που ώθησαν τον άνθρωπο σε κοινωνία.

Ο ποιητής νοιώθει αποστροφή και θυμό αλλά αν και βρίσκεται στα μεσάνυχτα του μίσους πάντα κοιτάζει προς το φως το απόμακρο της μέρας...με αυτόν τον τρόπο ότι γκρεμίζει, το γκρεμίζει με ελπίδα και μόνο έτσι καταφέρνει να γίνεται και ο κτίστης. Με λίγα λόγια μόνο με ελπίδα, ελευθερία από κάθε κηδεμονία («Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε...») και στόχους για κάτι καλύτερο και πιο αληθινό μπορεί να γκρεμιστεί η ασχήμια και το ψεύδος, αλλιώς - αν και δεν το λέει ο Παλαμάς -  το «γκρέμισμα» γίνεται μάλλον αυτοκαταστροφικό....
Στην σημερινή εποχή της παρακμής και της κρίσης, τα λόγια της ποίησης του Παλαμά ακούγονται μάλλον επίκαιρα και αναδεικνύουν τόσο τον άλογο μηδενισμό της όποιας βίας όσο και την ίσως ανόητη και στο τέλος οδυνηρή επιμονή μας να χτίσουμε πάνω στα θεμέλια της ασχήμιας και του ψεύδους(κρύβοντας τα έτσι κάτω από το χαλί...).
Η κρίση είναι βαθιά, συνάμα πολιτική και κοινωνική. Οι σχέσεις της κοινωνίας και της πολιτείας, όσο και οι θεσμοί της (πολιτικοί και μη) πάσχουν. Τα συστήματα που τους εκφράζουν είναι δυστυχώς φθαρμένα (δεν έχει σημασία αν είναι πλήρως ή μερικώς), αλλά η κάθαρση θα έρθει μονάχα μέσω της αναγέννησης.
Η αλήθεια των θεσμών της Δημοκρατίας και της κοινωνίας δεν μπορεί να γκρεμιστεί (όσο και αν το διατείνονται κάποιοι...) αλλά η φανέρωση και η πραγμάτωσή της προϋποθέτει το γκρέμισμα του ψεύδους και όλων των φορέων του.
Αλλά για να είσαι ο κτίστης, πρέπει να είσαι και ο γκρεμιστής και αυτό βέβαια θέλει τόλμη.

α.α.

Σημείωση: Την ιδέα για το ποίημα την πήρα από εδώ
Πηγές:
Βιογραφικά στοιχεία
Ο Αληθινός Παλαμάς του Ν. Ζαχαριάδη

Thursday, 14 September 2017

Κωστής Παλαμάς — «Το Τραγούδι του Σταυρού»

Κ' ἒγυρ' Ἐκεῖνος τὸ ἄχραντο κεφάλι καὶ ξεψύχησε 
στὸ μαῦρο τὸ κορμί μου ἀπάνου·
ἄστρα γινήκαν τὰ καρφιὰ τοῦ μαρτυρίου του, ἄστραψα
κι ἀπὸ τὰ χιόνια πιὸ λευκὸς τὰ αἰώνια τοῦ Λιβάνου.
The Raising of the Cross, Peter Paul Rubens
Οἱ καταφρονεμένοι μ' ἀγκαλιάσανε
καὶ σὰ βουνὰ καὶ σὰ Θαβὼρ ὑψώθηκαν ἐμπρός μου·
οἱ δυνατοί τοῦ κόσμου μὲ κατάτρεξαν
γονάτισα στὸν ἤσκιο μου τοὺς δυνατούς το
 κόσμου.

Τὸν κόσμο ἂν ἐμαρμάρωσα, τὸν κόσμο τὸν ἀνάστησα,
στὰ πόδια μου ἄγγελοι οἱ Καιροί, γύρω μου σκλάβες οἱ Ὧρες.
Δείχνω μιὰ μυστικὴ Χαναὰν στὰ γαλανὰ ὑπερκόσμια·
μὰ ἐδῶ πατρίδες πάναγνες εἲσαστ' ἐσεῖς, τρεῖς Χῶρες!

Ὢ πρώτη ἐσύ, Ἱερουσαλήμ! τοῦ βασιλιᾶ προφήτη σου
μικρὴ εἶν' ἡ ἅρπα γιὰ νὰ εἰπῆ τὴ νέα μεγαλωσύνη.
Τοῦ Σολομώντα σου ὁ ναὸς μ' ἀντίκρυσε, καὶ ράγισε·
καινούργια δόξα ντύθηκαν τῆς Ἰουδαίας οἱ κρίνοι.

Κ' ὕστερα ὑψώθηκα σ' ἐσένα, ὢ Πόλη, ἑφτάλοφο ὅραμα,
κ' ἔγινα φῶς τῶν οὐρανῶν, τὸ θάμα τοῦ Ἰορδάνη,
τοὺς Κωνσταντίνους φώτισα καὶ τοὺς Ἡράκλειους δόξασα,
καὶ τρικυμίες δὲν ἔσβησαν ἐμέ, μηδὲ Σουλτάνοι.

Καὶ ὕστερα, ταξιδευτής, ἦρθα σ' ἐσένα, ἀσύγκριτη,
Ἀθήνα, τῶν ὡραίων πηγή, τῶν ἐθνικῶν κορώνα,
τὸν ἄγνωστο ἔφερα Θεό, καί, ἀπόκοτος, ἀψήφησα
τὴν πολεμόχαρη Παλλάδα μεσ' τὸν Παρθενώνα.

Καὶ γνώρισα τοὺς ἱλαροὺς θεοὺς καὶ στεφανώθηκα
τὴν ἀγριλιὰ τῆς Ἀττικῆς, τὴ δάφνη ἀπ' τὴν Ἑλλάδα,
καὶ ὢ λόγος πρωταγροίκητος! τοῦ Γολγοθὰ τὸ σύγνεφο
πῆρε τὴν ἄσπρη ὁμηρική του Ὀλύμπου λαμπεράδα.

Τὰ εἴδωλα τ' ἀφρόντιστα καὶ τὰ πασίχαρα ἔφυγαν,
ἀλλ' οὔτε πιὰ μεθάει τὴ γῆ τὸ ἀσκητικὸ μεθύσι,
ἂς λάμπη ἡ μυστικὴ χαρὰ στὰ γαλανὰ ὑπερκόσμια·
εἰν' ἐδῶ κάπου μία ζωή, καὶ εἲν' ἄξια γιὰ νὰ ζήσει.

Μὲ τὰ κλαδιὰ τῆς φοινικιᾶς νέα ὡσαννὰ λαχτάρισα
σ' ἐσένα, ὢ Γῆ Πανάγια καὶ ὢ πρώτη μου πατρίδα.
Σ' ἐσὲ γυρνῶ, Ἱερουσαλήμ, κ' ἕνα τραγούδι φέρνω σου·

Εἶναι πλασμένο ἀπὸ ψυχῆ καὶ ἀπὸ φωνὴ Ἑλληνίδα! 
Ασάλευτη ζωή [1913]

Sunday, 21 December 2014

«Τα Χριστούγεννα των ποιητών»

Τα Χριστούγεννα «έρχονται» για ακόμη μια φορά. Για κάποιους εορταστική επέτειος, ίσως, μιας «Γέννησης» και ενός «Θανάτου» για άλλους, ίσως, απλά ένα σημάδι στον απρόσωπο χρόνο και μια ευκαιρία συνάμα να ξαποστάσουν.
Πάντως όποια και να είναι η προσωπική, εσώτερη, πρόσληψη αυτής της εορτής, και όσο ασήμαντες ειναι οι συμβατικές ημερομηνίες και οι χρονολογίες, είναι πάντα ευκαιρία να διαγνώσει κανείς μια σύγκρουση που πιθανώς οξύνεται, αυτή μεταξύ εννοιών όπως του ατόμου και του προσώπου, της εσωστρεφούς κατανάλωσης και του διαλόγου και μιας και αυτή η ανάρτηση αφορά «τα Χριστούγεννα των ποιητών», ας αφουγκραστούμε μονάχα τον σιωπηλό διάλογό τους με τα απτά και μη νοήματα των ημερών, καθώς αυτοί, όπως και αναφέρει ο Δ. Κοσμόπουλος στο άρθρο που ακολουθεί, «καθαρίζουν την όραση από τις τρέχουσες επιχωματώσεις και μας κάνουν αισθητό το αίτημα για πραγματικότητα βίου εορταστική και πένθιμη συνάμα».
Εύχομαι ολόψυχα, με αυτό τον τρόπο, Καλά Χριστούγεννα
α.α.
Αναδημοσίευση από
ΤΟ ΒΗΜΑ, 24/12/2005, Σελ.: B46
Κωδικός άρθρου: B14649B461
του Δημήτρη Κοσμόπουλου
(Το βρήκα πρώτη φορά εδώ)

«Ἐὰν τὸ Πάσχα εἶναι ἡ λαμπροτάτη τοῦ Χριστιανισμοῦ ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα βεβαίως εἶναι ἡ συγκινητικωτάτη» γράφει στὴν Ἐφημερίδα τῆς 25ης Δεκεμβρίου τοῦ 1887 ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Γιὰ τὸν πεζογράφο Παπαδιαμάντη διόλου τυχαῖα ὁ Μαλακάσης δήλωνε ὅτι εἶναι ὁ καλύτερος ποιητὴς ποὺ γνώρισε. Ἀλλὰ ὁ Παπαδιαμάντης ἔγραφε καὶ ποιήματα. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ ἀναφέρεται στὸν ναὸ τῆς Γεννήσεως, τόσο ἀπαράμιλλα εἰκονιζόμενο στὸ διήγημα «Στὸ Χριστὸ στὸ Κάστρο» (1892):
 
Μὲ χρόνους μὲ καιροὺς καὶ ἥμισυ καιροῦ,
κάποιος ἀμαθής, ἁμαρτωλὸς χυδαῖος,
καμμία γυναίκα τοῦ λαοῦ πτωχὴ
σ᾿ ἐνθυμεῖται κι ἔρχεται νὰ σοῦ φέρ᾿
ὄχι χρυσόν, ἀλλὰ ὀλίγο λιβάνι,
ἕνα κερί, κι ὀλίγο λάδι στὴν μποτίλια
σ᾿ ἐσὲ ποὺ εἶσαι ὅλων ὁ δοτήρ.
 
Ἂν ὁ Παπαδιαμάντης (ἀλλὰ καὶ ὁ Μωραϊτίδης) πηγάζουν ἀπὸ τὴν ὑμνογραφία τῆς ἐκκλησιαστικῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς βαθύρριζης ἀπήχησής της στὸ συλλογικὸ σῶμα, ὅμως καὶ οἱ δυὸ διαπιστώνουν ὅτι ἡ νεοελληνικὴ συνθήκη διαμορφώνεται μέσα στὰ ὅρια τοῦ νεωτερικοῦ κόσμου, ἀπομακρυνόμενη ἀπὸ τὸν πυρήνα τῆς Γιορτῆς, ὡς ἀναφορᾶς νοήματος. Πάντως στὴν πεζογραφία μας, καὶ μάλιστα στὴ διηγηματογραφία, οἱ χριστουγεννιάτικες ἱστορίες ἔχουν διαμορφώσει ὁλόκληρο ξεχωριστὸ εἶδος, μὲ ἐξαιρετικὰ ἐπιτεύγματα. Δειγματοληπτικὰ ὑπενθυμίζουμε ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνα τῶν δυὸ παραπάνω συγγραφέων τὸ «Θεῖον ὅραμα» τοῦ Ἀνδρέα Καρκαβίτσα (Λόγια τῆς πλώρης, 1899), τὰ «Μεσολογγίτικα Χριστούγεννα» τῆς Πηνελόπης Δέλτα (Παραμύθια καὶ ἄλλα, 1915), «Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Ἀμερικάνου» τοῦ Ἀντώνη Τραυλαντώνη (1922), τὸν «Ξένο τῶν Χριστουγέννων» τοῦ Στέφανου Δάφνη (1927).

Η ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ
Στὴν ποιητικὴ ἐπικράτεια οἱ χριστουγεννιάτικες ἀναφορὲς εἶναι ἐξίσου πλούσιες, ἀλλὰ ἴσως καὶ περισσότερο πολυσήμαντες. Στὸν καθρέφτη τοῦ ποιητικοῦ ἀποτελέσματος, δηλαδὴ στὰ ἑκάστοτε μέσα στὴν ποιητική μας παράδοση μορφικὰ ἐπιτεύγματα, τὰ πράγματα δὲν μένουν μόνο στὴν ἀναπόληση ἢ στὴ νοσταλγία τῆς παιδικῆς καθαρότητας κατὰ τὴν πρόσληψη τῆς γιορταστικῆς ἀτμόσφαιρας. Ἀλλά, μέσῳ τῆς μεταμορφωτικῆς διαδικασίας, ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἀληθινὴ ποίηση, ἀναιρεῖται ἡ χρονικὴ ἀπόσταση, καὶ ὁ χρόνος λειτουργεῖ ὡς ἑνότητα βιώματος. Ἐπιπλέον χαρτογραφεῖται ἡ δίψα γιὰ διάρκεια, κι ἂς γίνεται τοῦτο πολλὲς φορὲς διὰ τῆς ἀντιστροφῆς: μὲ ἄλλα λόγια, μέσα ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀ-λογίας του ἱστορικοῦ χρόνου καὶ τῶν - συχνὰ - αἱματηρῶν ἢ ἀπάνθρωπων δεδομένων.
Κωστὴς Παλαμᾶς στὸ αὐτοβιογραφικὸ «Τὰ χρόνια μου καὶ τὰ χαρτιά μου» ἐντάσσει δυὸ κείμενα μὲ ἀντίστοιχα χριστουγεννιάτικα περιστατικά. Εἶναι ὁ περίφημος «Ταβᾶς» (1924) καὶ τὸ «Ὁ Λαμαρτίνος» (1922). Ὡστόσο στὴν ποίησή του ἀλλοῦ λάμπει τὸ νόημα τῆς γιορτῆς:
 
Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι οὐρανοί,
καὶ τὸ κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι ἀλλάζει, γίνεται ναός.
Ὤ! μέσα μου γεννιέται ἕνας Θεός.
Καὶ ἀλλοῦ τὸ νόημα ἀναδεικνύεται διὰ τῶν ὑλικῶν τῆς ἀπόλυτης ἀπελπισίας ἢ τῶν ἀνθρώπινων αντιφάσεων
 
Εἴδωλα, δαίμονες, ξωθιές, φαντάσματα, στοιχειά,
τῆς νύχτας μέσα μου ὁ λαὸς κυλιέται καὶ κουνιέται,
καὶ μέσα στὴ χιλιόδιπλη καρδιά μου μιὰ σπηλιά,
κι ἕνας Χριστὸς γεννιέται.
(«Χριστούγεννα», 1928)
Στὰ ἑορταστικὰ σχολικὰ ἀναγνώσματα - καὶ ἐκ τούτου διόλου περιφρονητέα - παραπέμπουν οἱ στίχοι τοῦ ἐπιπόλαια ὑποτιμημένου Γεωργίου Δροσίνη («Νύχτα χριστουγεννιάτικη», 1935):

Τὴν ἅγια νύχτα τὴ χριστουγεννιάτικη, / ποιὸς δὲν τὸ ξέρει;
Τῶν μάγων κάθε χρόνο τὰ μεσάνυχτα / λάμπει τ᾿ ἀστέρι.
Κι ὅποιος τὸ βρεῖ μέσ᾿ στ᾿ ἄλλα ἀστέρια ἀνάμεσα / καὶ δὲν τὸ χάσει
σὲ μία ἄλλη Βηθλεὲμ ἀκολουθώντας το / μπορεῖ νὰ φτάσει.

Παρόμοια καὶ ὁ Μιλτιάδης Μαλακάσης μὲ τὰ ποιήματα «Χριστός»(1894) καὶ «Χριστουγεννιάτικος» (1934) μιλάει γιὰ τὴν παραμυθητικὴ σημασία τῶν Χριστουγέννων:

Κι ὅσο κι ἂν ματώνεις, ὦ ψυχή, στὸ γύρισμα ἅγιων ἡμερῶν
μόνο αὐτὸ σοῦ μένει
στὶς θύελλες μέσα τῆς ζωῆς καὶ στὰ παιχνίδια τῶν καιρῶν
σκληρὰ παραδομένη.

Η ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΦΛΕΒΑ 
Ξανακερδίζουμε στὶς μέρες μας τὸν λόγο αὐτῶν τῶν ποιητῶν καὶ νοοῦμε τὶς φωνές τους σὰν κλαδιὰ ἑνὸς πλούσιου δέντρου - τοῦ σώματος τῆς ἔμμετρης ποιητικῆς μας ἰδιοπροσωπίας. Διαβάζοντας καὶ μελετώντας τὶς κατακτήσεις τους, βρίσκουμε ρυθμοὺς ποὺ μποροῦν νὰ συγκραθοῦν μὲ τοὺς ἤχους τοῦ παρόντος γιὰ τὴ δημιουργία νέων διόδων, στὸν ἀγώνα γιὰ μίαν ἔκφραση σύγχρονη ἀλλὰ μὲ βάθος.
Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη, θαλερή, φλέβα στὴν ποίησή μας ὅσον ἀφορᾶ τὶς μεγάλες ἐκκλησιαστικὲς ἑορτές. Πρόκειται γιὰ τοὺς ποιητὲς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἄσχετα ἀπὸ τὸ ἂν ἀνήκουν στὸ ρεῦμα τοῦ μοντερνισμοῦ ἢ στὴν «παραδοσιακή» τεχνοτροπία - ἐκφράζουν μία μυστικὴ βιωματικὴ σχέση μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, γενόμενοι ἀντηχεῖα μιᾶς ὁλόκληρης συλλογικῆς ἰδιοσυγκρασίας, καθὼς διατυπώνουν ἕνα πλατὺ (καὶ παραθεωρημένο στὴ σύγχρονη μαζικὴ πραγματικότητα) ἀνθρωπολογικὸ αἴτημα. Ἐξέχουσα θέση μεταξύ τους κατέχει ὁ Ἄγγελος Σικελιανὸς μὲ τὸ ποίημα «Ἡ Γέννηση» (1919;) ἀπὸ τὸ Πάσχα τῶν Ἑλλήνων. Μέσα σε μία καυτὴ σὰν χιόνι λυρικὴ αὔρα οἱ στίχοι του περιγράφουν τὴν πορεία τῆς Θεοτόκου πρὸς τὸ Σπήλαιο:
 
Ἀπ᾿ ὅλα Ἐκείνη λόγιαζε τὰ πλάσματα πῶς σ᾿ Ἕνα
ποτάμια οἱ πόνοι ἐτρέχανε κι ἀστέρευτοι κρουνοί,
κι ἂν ἤτανε τὰ σπλάγχνα της ν᾿ ἀνοίξουν ματωμένα
πὼς ματωμένοι θ᾿ ἄνοιγαν μαζί τους κι οἱ οὐρανοί.

 
ΝΕΩΤΕΡΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ
Ὁ ἑλληνικὸς μοντερνισμὸς καὶ οἱ ὑψηλὲς - ἀξεπέραστες ὡς σήμερα, ἐν πολλοῖς - κατακτήσεις του συχνὰ διαβάζονται μονότροπα ἢ παραναγιγνώσκονται. Ἔτσι, οἱ κατευθύνσεις του ταυτίζονται ἄστοχα μὲ τὸ χαμηλόφωνο καὶ τὴν ἀποτύπωση τῆς κενότητας τοῦ μοντέρνου καθημερινοῦ βίου. Βεβαίως «οἱ κρίκοι στὴν ἁλυσίδα τοῦ ἱεροῦ» φαίνονται στὴ νεωτερικότητα νὰ ἔχουν σπάσει. Ὡστόσο εἶναι μέσα σὲ αὐτὲς τὶς συνθῆκες ὅπου ἡ ἔκφραση τῆς δίψας γιὰ ἁγνότητα καὶ γιὰ πλήρωμα νοήματος, ρητὴ ἢ διατυπούμενη ὡς αἴτημα, ἀποτελεῖ μία κορυφαία μοντερνιστικὴ ἀναζήτηση.
Στὰ καθ᾿ ἡμᾶς, στεκόμαστε στὸν T. K. Παπατσώνη, πρωτοπόρο νεωτερικό, καὶ θρησκευτικό, ποιητή, ποὺ μὲ τὰ τρία του ποιήματα γιὰ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ («Χριστουγεννιάτικη ἀγρυπνία», 1914, «Κατὰ τὴν Γέννησιν τοῦ Κυρίου», 1915, «Τὰ Χριστούγεννα τῶν δακρύων», 1962) μᾶς ἔδωσε βαθιὰ κατανυκτικοὺς στίχους:
 
Δὲν περιμένω τὴν ὀσμὴ καμιᾶς σπανίας βοτάνης,
ἀλλὰ τὸ Ὑπερουράνιο, ποὺ Θεέ μου, θὰ μὲ ῥάνεις,
καὶ θὰ φανῶ Ποιμενικὸν θαῦμα, θὰ φανῶ φάσμα,
ποὺ φέρνει τὸ Ἀρχαγγελικὸ τῆς νύχτας τούτης ἄσμα.

Συγκεκριμένη πνευματικὴ στάση καὶ ὀπτικὴ συγκεφαλαιωτικὴ τῆς ἐκκλησιαστικότητας στὴν ὑπαρκτικὴ περιπέτεια τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου καταθέτει ἡ οὐσιώδης Ζωὴ Καρέλλη μὲ τὸ ποίημα «Παραμονὴ τῆς Γέννησης» (Πορεία, 1940):

Ἐκεῖνος ποὺ δὲν γεννᾶ, δὲν γεννᾶται,
δὲν ἀναγεννᾶται ποτέ, Κύριε,
τῆς Γέννησης, «σκήνωσον ἐν ἐμοί»,

 
ἐνῶ ἐφιαλτικὸς σκηνοποιὸς ὁ Μίλτος Σαχτούρης στοὺς ὄχι λίγους «χριστουγεννιάτικους» στίχους του («Χριστούγεννα», 1948, «Ὁ νεκρὸς στὶς γιορτές», 1986, «Τὰ λυπημένα Χριστούγεννα», 1990), ἐνστικτώδης καὶ διὰ τῆς ὁμοιοπαθητικῆς μεθόδου, μεταμορφωτὴς ἑνὸς μηδενιστικοῦ παρόντος, συνδέει ἀγχωτικὰ τὴ Γέννηση μὲ τὰ γεγονότα τοῦ Ἐμφυλίου:

Σημαία / ἀκόμη / τὰ δόκανα στημένα στοὺς δρόμους /
τὰ μαγικὰ σύρματα / τὰ σταυρωτὰ / καὶ τὰ σπίρτα καμένα /
καὶ πέφτει ἡ ὀβίδα στὴ φάτνη / τοῦ μικροῦ Χριστοῦ /
τὸ αἷμα τὸ αἷμα τὸ αἷμα.
(«Χριστούγεννα 1948»)

Ὡστόσο τὸ πλέον «χριστολογικό» ποίημα γιὰ τὰ Χριστούγεννά μας τὸ ἔχει, κατὰ τὴ γνώμη μου, χαρίσει ὁ Τάσος Λειβαδίτης στὴν ἑνότητα ποιημάτων του «Ὁ ἀδελφὸς Ἰησοῦς».
Ἔχει τίτλο «Ἡ Γέννηση» (1983):
 
Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα. Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα.
 Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κομοδίνο ἕνα μικρὸ ξύλινο σταυρό.
 «Εἶδες - μου λέει - γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία». Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.
Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες καὶ δὲ θά ῾χαμε νὰ ποῦμε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό.
Οἱ ποιητές μας διασώζουν τὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου μας. Στὴν ἐποχὴ τῆς εἰκονικῆς πραγματικότητάς μας καθαρίζουν τὴν ὅραση ἀπὸ τὶς τρέχουσες ἐπιχωματώσεις καὶ μᾶς κάνουν αἰσθητὸ τὸ αἴτημα γιὰ πραγματικότητα βίου ἑορταστικὴ καὶ πένθιμη συνάμα. Ἀφοῦ, κατὰ τὸ λόγιον ἐκεῖνο, «βίος ἀνεόρταστος, μακρὰ ὁδὸς ἀπανδόκευτος». Ἢ γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Ἐλύτη:
 
Πολλὰ δὲ θέλει ὁ ἄνθρωπος
νά ῾ν᾿ ἥμερος νά ῾ναι ἄκακος
λίγο φαΐ, λίγο κρασί
Χριστούγεννα κι Ἀνάσταση.

Ο κ. Δημήτρης Κοσμόπουλος είναι ποιητής και δοκιμιογράφος.

Ἀναγράφω...

Saturday, 25 October 2014

«Ὁ Διγενῆς ψυχομαχεῖ κι ἡ γῆ τόνε τρομάσσει.» - «Δὲ χάνομαι στὰ Τάρταρα, μονάχα ξαποσταίνω, στὴ ζωὴ ξαναφαίνομαι καὶ λαοὺς ἀνασταίνω!»

Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας είναι ο γνωστότερος από τους ήρωες των ακριτικών τραγουδιών και πρωταγωνιστής ενός έμμετρου αφηγηματικού έργου του 11ου-12ου αι., το οποίο είναι γνωστό ως Διγενής Ακρίτης ή Έπος του Διγενή Ακρίτη.
Σύμφωνα με τον μύθο ήταν ένας από τους Ακρίτες, τους φρουρούς των Βυζαντινών συνόρων και απέκτησε το προσωνύμιο Διγενής εξαιτίας της εθνικής καταγωγής του: η μητέρα του ήταν κόρη βυζαντινού στρατηγού και ο πατέρας του εμίρης από την Συρία.
Σε μία από τις διασκευές του έπους αναφέρεται ότι ήταν σύγχρονός του Αυτοκράτορα Βασιλείου, αλλά δεν είναι δυνατό να διαπιστωθεί με βεβαιότητα εάν πρόκειται για τον Βασίλειο Α΄ ή τον Βασίλειο Β΄, γνωστό ως Βασίλειο Βουλγαροκτόνο.


Ὁ θάνατος τοῦ Διγενῆ
Α´
Ὁ Διγενῆς ψυχομαχεῖ κι ἡ γῆ τόνε τρομάσσει.
Βροντᾶ κι ἀστράφτει ὁ οὐρανὸς καὶ σείετ᾿ ὁ ἀπάνω κόσμος,
κι ὁ κάτω κόσμος ἄνοιξε καὶ τρίζουν τὰ θεμέλια,
κι ἡ πλάκα τὸν ἀνατριχιᾶ, πῶς θὰ τόνε σκεπάσει,
πῶς θὰ σκεπάσει τὸν ἀϊτό, τσῆ γῆς τὸν ἀντρειωμένο.
Σπίτι δὲν τὸν ἐσκέπαζε, σπήλιο δὲν τὸν ἐχώρει,
τὰ ὄρη ἐδιασκέλιζε, βουνοῦ κορφὲς ἐπήδα,
χαράκι᾿ ἀμαδολόγανε καὶ ριζιμιὰ ξεκούνειε.
Στὸ βίτσιμα ῾πιανε πουλιά, στὸ πέταμα γεράκια,
στὸ γλάκιο καὶ στὸ πήδημα τὰ ῾λάφια καὶ τ᾿ ἀγρίμια.
Ζηλεύει ὁ Χάρος, μὲ χωσιὰ μακρὰ τόνε βιγλίζει,
κι ἐλάβωσέ του τὴν καρδιὰ καὶ τὴν ψυχή του πῆρε.

Β´
Τρίτη ἐγενήθη ὁ Διγενὴς καὶ Τρίτη θὰ πεθάνει.
Πιάνει καλεῖ τοὺς φίλους του κι ὅλους τοὺς ἀντρειωμένους,
νἄρθει ὁ Μηνᾶς κι ὁ Μαυραϊλής, νἄρθει κι ὁ γιὸς τοῦ Δράκου,
νἄρθει κι ὁ Τρεμαντάχειλος, ποὺ τρέμει ἡ γῆ κι ὁ κόσμος.
Κι ἐπῆγαν καὶ τὸν ηὕρανε στὸν κάμπο ξαπλωμένο.
Βογγάει, τρέμουν τὰ βουνά, βογγάει, τρέμουν οἱ κάμποι.
- Σὰν τί νὰ σ᾿ ηὖρε, Διγενῆ, καὶ θέλεις νὰ πεθάνεις;
- Φίλοι, καλῶς ὁρίσατε, φίλοι κι ἀγαπημένοι,
συχάσατε, καθήσατε κι ἐγὼ σᾶς ἀφηγιέμαι.
Τῆς Ἀραβίας τὰ βουνά, τῆς Σύρας τὰ λαγκάδια,
ποῦ κεῖ συνδυὸ δὲν περπατοῦν, συντρεῖς δὲν κουβεντιάζουν,
παρὰ πενήντα κι ἑκατό, καὶ πάλε φόβον ἔχουν,
κι ἐγὼ μονάχος πέρασα πεζὸς κι ἀρματωμένος,
μὲ τετραπίθαμο σπαθί, μὲ τρεῖς ὀργιὲς κοντάρι.
Βουνὰ καὶ κάμπους ἔδειρα, βουνὰ καὶ καταράχια,
νυχτιὲς χωρὶς ἀστροφεγγιά, νυχτιὲς χωρὶς φεγγάρι.
Καὶ τόσα χρόνια ποὔζησα δῶ στὸν ἀπάνου κόσμο,
κανένα δὲ φοβήθηκα ἀπὸ τοὺς ἀντρειωμένους.
Τώρα εἶδα ἕναν ξυπόλυτο καὶ λαμπροφορεμένο,
πὄχει τοῦ ῥίσου τὰ πλουμιά, τῆς ἀστραπῆς τὰ μάτια,
μὲ κράζει νὰ παλέψουμε σὲ μαρμαρένια ἁλώνια,
κι ὅποιος νικήσει ἀπὸ τοὺς δυὸ νὰ παίρνει τὴν ψυχή του.
Κι ἐπῆγαν κι ἐπαλέψανε στὰ μαρμαρένια ἁλώνια,
κι ὅθε χτυπάει ὁ Διγενής, τὸ αἷμα αὐλάκι κάνει,
κι ὅθε χτυπάει ὁ Χάροντας, τὸ αἷμα τράφο κάνει.




Ὁ Διγενὴς κι ὁ Χάροντας
Καβάλλα πάει ὁ Χάροντας
τὸν Διγενῆ στὸν Ἅδη,
κι ἄλλους μαζί... Κλαίει, δέρνεται
τ᾿ ἀνθρώπινο κοπάδι.

Καὶ τοὺς κρατεῖ στοῦ ἀλόγου του
δεμένους στὰ καπούλια,
τῆς λεβεντιᾶς τὸν ἄνεμο,
τῆς ὀμορφιᾶς τὴν πούλια.

Καὶ σὰ νὰ μὴν τὸν πάτησε
τοῦ Χάρου τὸ ποδάρι
ὁ Ἀκρίτας μόνο ἀτάραχα
κοιτάει τὸν καβαλλάρη.

«Ὁ Ἀκρίτας εἶμαι, Χάροντα
δὲν περνῶ μὲ τὰ χρόνια.
Μ᾿ ἄγγιξες καὶ δὲ μ᾿ ἔνοιωσες
στὰ μαρμαρένια ἁλώνια;

Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀκατάλυτη
ψυχὴ τῶν Σαλαμίνων,
στὴν Ἑφτάλοφην ἔφερα
τὸ σπαθὶ τῶν Ἑλλήνων.

Δὲ χάνομαι στὰ Τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω,
στὴ ζωὴ ξαναφαίνομαι
καὶ λαοὺς ἀνασταίνω!»
Κωστής Παλαμάς

Friday, 19 September 2014

Κωστή Παλαμά - «Ἡ ἐληά»


Εἶμαι τοῦ ἥλιου ἡ θυγατέρα
ἡ πιὸ ἀπ᾿ ὅλες χαϊδευτή,
κι ἡ τόση ἀγάπη τοῦ πατέρα
σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο μὲ κρατεῖ.
Ὅσο νὰ γύρω νεκρωμένη
αὐτὸν τὸ μάτι μου ζητεῖ.
Εἶμαι ἡ ἐληὰ ἡ τιμημένη.
Ὅπου κι ἂν λάχω κατοικία
δὲ μοῦ ἀπολείπουν οἱ καρποὶ
ὡς τὰ βαθιά μου γηρατεῖα
δὲν βρίσκω στὴ δουλειὰ ντροπή.
Μ᾿ ἔχει ὁ Θεὸς εὐλογημένη
κι εἶμαι γεμάτη προκοπή.
Εἶμαι ἡ ἐληά ἡ τιμημένη.
Φρίκη κι ἐρμιά, νερὰ καὶ σκότη
τὴν γὴν ἐθάψαν μιὰ φορά...
Πράσινη αὐγὴ μὲ φέρνει πρώτη
στὸ Νῶε ἡ περιστερά.
Ὅλης τῆς γῆς εἶχα γραμμένη
τὴν ἐμορφάδα καὶ χαρά.
Εἶμαι ἡ ἐληὰ ἡ τιμημένη.
Ἐδῶ στὸν ἥσκιο μ᾿ ἀποκάτου
ἦρθ᾿ ὁ Χριστὸς ν᾿ ἀναπαυθεῖ,
κι ἀκούστηκε ἡ γλυκειὰ λαλιά του
λίγο προτοῦ νὰ σταυρωθεῖ.
Τὸ δάκρυ του, δροσιὰ ἁγιασμένη,
ἔχει στὴ ρίζα μου χυθεῖ.
Εἶμαι ἡ ἐληά ἡ τιμημένη.
Καὶ φῶς πραότατο χαρίζω
ἐγὼ στὴν ἄγρια νυχτιά,
τὸν πλοῦτο πιὰ δὲν τὸν φωτίζω,
σὺ μ᾿ εὐλογεῖς φτωχολογιά.
Κι ἂν ἀπ᾿ τὸν ἄνθρωπο διωγμένη,
μὰ φέγγω ἐμπρὸς στὴν Παναγιά.
Εἶμαι ἡ ἐληὰ ἡ τιμημένη.

Tuesday, 16 September 2014

«Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι» - Κωστή Παλαμά

Θέλω νὰ χτίσω ἕνα σπιτάκι
στὴ μοναξιὰ καὶ στὴ σιωπή.
Ξέρω μιὰ πράσινη ραχούλα...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.
 

Ξέρω στὴ χώρα τὴ μεγάλη
τὸν πλούσιο δρόμο τὸν πλατύ,
μὲ τὰ παλάτια καὶ τοὺς κήπους...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.

  
Ξέρω τὸ πρόσχαρο ἀκρογιάλι,
ὅλο τὸ κῦμα τὸ φιλεῖ,
κρινόσπαρτη εἶναι ἡ ἀμμουδιά του...
Δὲ θὰ τὸ χτίσω ἐκεῖ.

  
Ἀτέλειωτη τραβάει μιὰ στράτα,
σκίζει μιὰ χέρσα ἁπλοχωριά,
σκληρὰ τὴ δέρνει τὸ ἀγριοκαίρι
κι ὁ λίβας τὴ χτυπᾶ.

  
Μιὰ στράτα χιλιοπατημένη,
τὸν καβαλλάρη νηστικό,
τὸν πεζοδρόμο διψασμένο
θάφτει στὸν κουρνιαχτό.

  
Ἐκεῖ τὸ σπίτι μου θὰ χτίσω
μὲ μιὰ βρυσούλα στὴν αὐλή,
πάντα ἡ γωνιά του θὰ καπνίζει
κι ἡ θύρα του θἆναι ἀνοιχτή.

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki