Showing posts with label Διαταραχές. Show all posts
Showing posts with label Διαταραχές. Show all posts

Sunday, 16 June 2019

Πέντε κοινοί μύθοι για την Ψυχολογία

Την τελευταία δεκαετία οι ψυχολογικοί όροι και οι ψυχολογικές θεωρίες έχουν γίνει πολύ δημοφιλείς και χρησιμοποιούνται καθημερινά από το ευρύ κοινό. 
Οι ψυχολογικές ανακαλύψεις διευκολύνουν τους ανθρώπους ολοένα περισσότερο να εντρυφούν και να εμβαθύνουν στην κατανόηση του ανθρώπινου πόνου και της ανθρώπινης κατάστασης γενικότερα.
Παρόλα αυτά πολλοί μύθοι για την ψυχολογία επιμένουν, σύμφωνα με άρθρο του αναπληρωτή καθηγητή ψυχολογίας Στέφεν Ιλάρντι του Πανεπιστημίου του Κάνσας στην «Ουάσιγκτον Ποστ», που αναδεικνύει πέντε από αυτούς.

Μύθος 1ος: 
Χρησιμοποιούμε μόνο το 10% του εγκεφάλου μας
Η ιδέα ότι ένα μεγάλο μέρος του εγκεφάλου μας παραμένει αδρανές, είναι μία από τις πιο διαδεδομένες στρεβλώσεις.
Πώς δημιουργήθηκε;
Ο μύθος αυτός έχει πιθανώς τις ρίζες του στην άποψη του Αμερικανού ψυχολόγου Ουίλιαμ Τζέιμς (1907) ότι «χρησιμοποιούμε μόνο ένα μικρό κομμάτι των πιθανών πνευματικών και φυσικών μας πόρων». Το ποιο είναι αυτό το ποσοστό, πιθανότατα προήλθε από τον συγγραφέα Λόουελ Τόμας, ο οποίος, παραφράζοντας τον Τζέιμς, έγραψε πως «ο μέσος άνθρωπος αναπτύσσει μόνο το 10% της λανθάνουσας πνευματικής του ικανότητας» (1936). Αργότερα πολλές ήσαν οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας που υποστήριξαν πως αν κάποιος καταφέρει να χρησιμοποιήσει περισσότερο απο το 10% του εγκεφάλου του, θα γίνει κοινωνός ιδιαίτερων γνωστικών ικανοτήτων.

Ποιά είναι η αλήθεια;
Η νευροεπιστήμη δεν επιβεβαιώνει αυτές τις αντιλήψεις. Αντίθετα, παρά το ότι ο εγκέφαλος αποτελεί μόνο το 2% της ανθρώπινης σωματικής μάζας, αντιπροσωπεύει το 20% των θερμιδικών δαπανών. Αυτό συμβαίνει διότι στον εγκέφαλο υπάρχουν πάνω από 86 δισεκατομμύρια νευρώνες, οι οποίοι είναι προγραμματισμένοι να αυτοκαταστρέφονται, αν δεν μπορούν να είναι λειτουργικοί και να συμμετέχουν σε κάποιο χρήσιμο κύκλωμα δραστηριοτήτων. Αν, λοιπόν, καταστρέφονταν όλοι οι νευρώνες εκτός του 10% που υποτίθεται ότι χρησιμοποιούνται, τότε θα επρόκειτο για έναν εξαιρετικά συρρικνωμένο εγκέφαλο και για ένα άτομο με μη φυσιολογικές νευρογνωστικές λειτουργίες.

Μύθος 2ος: 
Μας βοηθάει να μιλάμε για τα προβλήματα μας

Πώς δημιουργήθηκε;

Πριν από περίπου έναν αιώνα ο Σίγκμουντ Φρόυντ μίλησε για τη «θεραπεία μέσω του λόγου», γνωστή ως ψυχοθεραπεία. Σύμφωνα με τον ίδιο, όλοι έχουμε την κακή συνήθεια να καταπιέζουμε τις σκέψεις και τα συναισθήματα που μας προκαλούν αναστάτωση. Η πεποίθηση αυτή συνεχίζεται μέχρι σήμερα. 
Υποτίθεται ότι είναι πάντα βοηθητικό να μιλήσει ένας άνθρωπος που περνάει δυσκολίες. Όπως έγραψε ένας ψυχοθεραπευτής στο περιοδικό ψυχολογίας «Psychology Today», είναι τόσο απελευθερωτικό να μοιράζεσαι αυτά που σε προβληματίζουν.
Ποιά είναι η αλήθεια;
Τα ερευνητικά δεδομένα όχι μόνο δεν επιβεβαιώνουν αυτή την πεποίθηση, αλλά υπάρχουν ενδείξεις ότι η θεραπεία δια του λόγου μπορεί να έχει και αρνητικά αποτελέσματα. Αυτό υποστηρίζει π.χ. ο Σκοτ Λίλλιενφελντ, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Έμορι στην Ατλάντα, στην έρευνα του «Ψυχολογικές θεραπείες που προκαλούν βλάβες». Περίπου το 10% των ατόμων που κάνουν ψυχοθεραπεία, χειροτερεύουν εξαιτίας της και μόνο οι μισοί εμφανίζουν βελτίωση. Ο λόγος κατά τον ίδιο είναι ότι πολλοί ψυχοθεραπευτές δεν χρησιμοποιούν τεχνικές επιστημονικά τεκμηριωμένες και επιβεβαιωμένες από κλινικές μελέτες.

Μύθος 3ος: 
Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή εκδηλώνεται με υπερ-οργανωτικότητα
Αυτοί που έχουν εμμονή με την τάξη και την καθαριότητα, χαρακτηρίζονται από το ευρύ κοινό ως ιδεοψυχαναγκαστικοί.
Πώς δημιουργήθηκε;
Πλήθος τηλεοπτικών σειρών και ταινιών έχουν φτιάξει μια αναπαράσταση αυτής της διαταραχής με τέτοιο τρόπο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Μόνικα Γκέλερ από τα «Φιλαράκια», η οποία είχε 11 διαφορετικές κατηγορίες πετσετών για ξεχωριστή χρήση την κάθε μία.
Ποιά είναι η αλήθεια;
Οι άνθρωποι που πάσχουν από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, συνήθως δεν είναι τακτικοί. Κατακλύζονται όμως από μια σειρά ανεξέλεγκτων δυσάρεστων σκέψεων και εικόνων, τις οποίες αισθάνονται υποχρεωμένοι να απομακρύνουν με χρονοβόρες τελετουργίες. 
Μία μικρή μειονότητα των πασχόντων έχει πραγματικά καταναγκαστικές τελετές για το πλύσιμο των χεριών. Αλλά ο υπερβολικός καθαρισμός είναι μόνο μία πιθανότητα σε ένα ευρύ σύμπλεγμα συμπτωμάτων της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής (OCD).

Mύθος 4ος: 
Οι μεταβολές της διάθεσης είναι το σήμα κατατεθέν της διπολικής διαταραχής

Πώς δημιουργήθηκε;

Πέρα από το γεγονός ότι πολύ γνωστές προσωπικότητες έχουν διαγνωσθεί με αυτή τη διαταραχή, παλαιότερα γνωστή ως μανιοκατάθλιψη (π.χ. Κάθριν Ζέτα Τζόουνς, Ράσελ Μπραντ, Μαράια Κάρεϊ, Κάρι Φίσερ κ.α.), ένα μεγάλο κομμάτι των διαδικτυακών μέσων στηρίζει αυτό το μύθο για τις γρήγορες εναλλαγές διάθεσης ως ένα από κλασικά συμπτώματα. 
Ακόμη και η ιστοσελίδα της γνωστής αμερικανικής κλινικής Mayo περιγράφει τη διπολική διαταραχή ως «κατάσταση ψυχικής υγείας που προκαλεί ακραίες μεταβολές της διάθεσης».
Ποιά είναι η αλήθεια;

Οι εναλλαγές της διάθεσης δεν συγκαταλέγονται στα επίσημα συμπτώματα και διαγνωστικά κριτήρια της διπολικής διαταραχής. 
Οι πάσχοντες βιώνουν βέβαια ακραίες φάσεις μανίας και κατάθλιψης, αλλά διαρκούν για εβδομάδες και μήνες και σπάνια μεταβάλλονται γρήγορα. Επίσης συνοδεύονται από άλλες -πολύ πιο ανησυχητικές από την αλλαγή διάθεσης- συμπεριφορές. 
Οι κρίσεις της κατάθλιψης συχνά προκαλούν συντριπτική αίσθηση εξάντλησης, αδιαπέραστη ομίχλη στον εγκέφαλο, μεγάλη αγωνία και άλλα. 
Η μανία μπορεί να προκαλέσει παρορμητικές, ακανόνιστες συμπεριφορές σεξουαλικού ή καταναλωτικού περιεχομένου, οδηγώντας σε απερισκεψίες, καταστροφικές δαπάνες, ακόμη και βίαιες φιλονικίες.

Μύθος 5ος: 
Η φαρμακευτική αγωγή είναι ο μόνος τρόπος για να διορθωθεί μια χημική ανισορροπία

Πώς δημιουργήθηκε;

Οι φαρμακευτικές εταιρείες διαφημίζουν ότι τα μη φυσιολογικά επίπεδα των χημικών ουσιών στο σώμα και οι ανισορροπίες τους στον εγκέφαλο είναι υπεύθυνα για τις ψυχικές ασθένειες και ότι μέσω των φαρμάκων μπορούν να αντιμετωπιστούν.
Ποιά είναι η αλήθεια;
Πρόκειται για υπεραπλούστευση. Αφενός οι ψυχικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη, σχετίζονται με μια σειρά διαταραχών του εγκεφάλου και όχι απλά με μια χημική ανισορροπία. 
Αφετέρου τα φάρμακα είναι μεν μια από τις υπάρχουσες θεραπείες, αλλά υπάρχουν πολλοί άλλοι τρόποι αλλαγής του νευροχημικού «προφίλ» μας, όπως η τακτική άσκηση, η σωστή διατροφή και η ψυχοθεραπεία.

***
washingtonpost 
ΑΠΕ – ΜΠΕ – kathimerini
Αντικλείδι
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 10 October 2018

Υπερδιάγνωση στη ΔΕΠ-Υ σε ποσοστό 90%

Ο Jerom Kagan, επιφανής Ψυχολόγος στις ΗΠΑ υποστηρίζει σε συνέντευξή του πώς η διάγνωση για ΔΕΠ-Υ (Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας) πρόκειται για μια επινόηση και ωφελεί μόνο τις φαρμακοβιομηχανίες και τους ψυχιάτρους.

Ο Jerom Kagan θεωρείται ένας από τους ψυχολόγους με την μεγαλύτερη επιρροή για τον 20ο αιώνα και κατατάχθηκε πάνω από τον Carl Jung και τον Ivan Pavlov στην κατάταξη των επιφανών ψυχολόγων, το 2002, από τον Αμερικανικό Ψυχολογικό Σύλλογο (American Psychological Association). Είναι γνωστός για την καινοτόμα δουλειά του στην αναπτυξιακή ψυχολογία στο πανεπιστήμιο του Harvard, όπου τις τελευταίες δεκαετίες μελετά την ανάπτυξη των μωρών και των νηπίων.
Οπότε, μπορεί να αποτελεί έκπληξη να μάθουμε ότι υποστηρίζει πως η διάγνωση για ΔΕΠΥ (Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας) πρόκειται για μια επινόηση και ωφελεί μόνο τις φαρμακοβιομηχανίες και τους ψυχιάτρους.

Βάζοντας λάθος ετικέτες στην ψυχική ασθένεια

«Αυτή είναι η ιστορία της ανθρωπότητας: αυτοί που έχουν εξουσία πιστεύουν ότι αυτό που κάνουν είναι σωστό και έτσι βλάπτουν αυτούς που δεν έχουν δύναμη», λέει ο Jerome Kagan.
Στη συνέντευξή του στη Spiegel, ο Κagan μίλησε για τα εκτοξευμένα ποσοστά ΔΕΠΥ στην Αμερική, τα οποία απέδωσε σε «ασαφείς διαγνωστικές πρακτικές». Στήριξε το επιχείρημα του με το παρακάτω παράδειγμα : «Ας πούμε ότι πριν 50 χρόνια είχες ένα επτάχρονο που βαριόταν στο σχολείο και επιδείκνυε διασπαστική συμπεριφορά. Τότε, θα του δινόταν η ετικέτα του τεμπέλη. Αλλά σήμερα, αυτό το ίδιο παιδί θα λέγαμε ότι υποφέρει από ΔΕΠΥ. Αυτός είναι ο λόγος που έχουμε δει τέτοια δραματική αύξηση της διαταραχής αυτής».
«Κάθε παιδί που έχει προβλήματα στο σχολείο, παραπέμπεται σε έναν παιδίατρο ή παιδοψυχίατρο, ο οποίος ισχυρίζεται ότι το παιδί έχει ΔΕΠΥ και του συνταγογραφεί Ritalin. Στην πραγματικότητα, το 90% αυτών των 5,4 εκατομμυρίων παιδιών δεν έχουν παθολογικό μεταβολισμό ντοπαμίνης. Το πρόβλημα είναι ότι, εάν το φάρμακο είναι διαθέσιμο στους γιατρούς, αυτοί θα κάνουν την αντίστοιχη διάγνωση», είπε.
«Θα μπορούσαμε να φιλοσοφήσουμε και να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας ‘τι σημαίνει ψυχική ασθένεια;’ Εάν πάρεις συνεντεύξεις από παιδιά και εφήβους ηλικίας 12 με 19 ετών, τότε το 40% αυτών μπορεί να χαρακτηριστεί ως αγχώδες ή καταθλιπτικό. Αλλά εάν κοιτάξεις πιο προσεκτικά και ρωτήσεις πόσα από αυτά τα παιδιά έχουν σοβαρή επιβάρυνση από αυτές τις διαταραχές, ο αριθμός μειώνεται στο 8%. Το να περιγράφεις κάθε παιδί που έχει κατάθλιψη ή είναι αγχωμένο, ως ψυχικά ασθενές, είναι γελοίο. Οι έφηβοι είναι αγχώδεις, αυτό είναι φυσιολογικό. Δεν ξέρουν τι επαγγελματικό κλάδο να ακολουθήσουν ή το αγόρι  ή το κορίτσι τους μόλις τους έστησε στο ραντεβού τους. Το βίωμα της στεναχώριας ή του άγχους, είναι απλώς ένα μέρος της ζωής, όπως και ο θυμός και η σεξουαλική αναστάτωση», είπε ο Kagan στη Spiegel.

Ποιες είναι οι επιπτώσεις των εκατομμυρίων παιδιών στην Αμερική, που είναι λανθασμένα διαγνωσμένα ως ψυχικά ασθενή;

Ο Kagan πιστεύει ότι υπάρχει κάτι θεμελιώδες λάθος σε αυτό. Δεν είναι ο μόνος ψυχολόγος που έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για αυτή τη μόδα, αλλά ο Kagan και οι υπόλοιποι νιώθουν ότι είναι ενάντια σε «μια πολύ δυνατή συμμαχία: τις φαρμακευτικές βιομηχανίες που βγάζουν δισεκατομμύρια και ένα επάγγελμα που είναι ιδιοτελές».
O Kagan έπασχε από μια εσωτερική υπερδραστηριότητα και τραύλιζε ως παιδί, αλλά η μητέρα του, του είπε: «Δεν υπάρχει τίποτα που πηγαίνει στραβά με σένα. Το μυαλό σου δουλεύει πιο γρήγορα από τη γλώσσα σου». Αυτός σκεφτόταν τότε: «Θεέ μου, αυτό είναι υπέροχο, απλώς τραυλίζω επειδή είμαι τόσο έξυπνος». Εάν είχε γεννηθεί στην τωρινή εποχή, το πιο πιθανόν είναι ότι θα είχε κατηγοριοποιηθεί ως ψυχικά ασθενής.
Η ΔΕΠ-Υ δεν είναι η μόνη ψυχική διαταραχή που μοιάζει με επιδημία στα παιδιά, ούτε η μόνη για την οποία ανησυχεί ο Kagan: η κατάθλιψη ανήκει επίσης σε αυτή την κατηγορία. Το 1987, περίπου 1 στους 400 έφηβους Αμερικανούς χρησιμοποιούσε αντικαταθλιπτικά. Μέχρι το 2002, ο οι αριθμοί έφτασαν στον 1 στους 40. Νιώθει ότι είναι μια ακόμη υπερχρησιμοποιημένη διάγνωση, απλώς επειδή τα χάπια είναι διαθέσιμα. Πιστεύει ότι αντί να καταφεύγουμε κατευθείαν στα φαρμακευτικά χάπια, οι γιατροί θα έπρεπε να περνούν περισσότερο χρόνο με το παιδί για να βρουν τον λόγο που αυτά δεν είναι χαρούμενα.
Τουλάχιστον, κάποια τεστ θα πρέπει να διεξάγονται, και ένα εγκεφαλογράφημα για σιγουριά, ειδικά αφού οι μελέτες δείχνουν ότι οι άνθρωποι με υψηλή δραστηριότητα στον δεξιό πρόσθιο λοβό ανταποκρίνονται ελάχιστα στα αντικαταθλιπτικά.
Ο Κagan θυμάται να πέφτει σε μια τυπική κατάθλιψη μετά από ένα τεράστιο ερευνητικό εγχείρημα που είχε αναλάβει και απέτυχε. Είχε αϋπνία και ανταποκρινόταν σε όλα τα άλλα κλινικά κριτήρια που απαιτούνται για τη διάγνωση της κατάθλιψης. Αλλά από τη στιγμή που ήξερε την αιτία, δεν αναζήτησε επαγγελματική βοήθεια. Μετά από 6 μήνες, η κατάθλιψη είχε φύγει. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα είχε διαγνωστεί ως ψυχικά ασθενής από έναν ψυχίατρο και θα του δινόταν φαρμακευτική αγωγή.
Αλλά εδώ βρίσκεται ένας σημαντικός διαχωρισμός: όταν ένα γεγονός μας συγκλονίζει, είναι σύνηθες να πέφτουμε σε κατάθλιψη για λίγο καιρό. Ωστόσο, υπάρχουν και αυτοί που έχουν γενετική προδιάθεση και βιώνουν χρόνια κατάθλιψη, αυτοί είναι οι ψυχικά ασθενείς

Είναι σημαντικό να κοιτάμε όχι μόνο τα συμπτώματα, αλλά και τις αιτίες.

Εκεί είναι που η ψυχιατρική καταρρέει, καθώς είναι το μόνο ιατρικό επάγγελμα που βασίζει την ασθένειες μόνο στα συμπτώματα. Ένα τέτοιο τυφλό σημείο, που χρειάζεται να εξετάσουμε καλύτερα και για άλλες διαταραχές, όπως η διπολική διαταραχή, την οποία ποτέ δε βλέπαμε σε παιδιά παλαιότερα. Όπως φαίνεται σήμερα, σχεδόν ένα εκατομμύριο Αμερικανοί κάτω των 19 ετών είναι διαγνωσμένοι με αυτή.
«Μία ομάδα γιατρών στο Γενικό Νοσοκομείο Μασαχουσέτης μόλις άρχισε να εξετάζει παιδιά που είχαν διπολικές εκρήξεις. Δε θα έπρεπε να το κάνουν αυτό. Αλλά οι φαρμακοβιομηχανίες το αγαπούν επειδή τα φάρμακα κατά των διπολικών διαταραχών είναι ακριβά. Κάπως έτσι ξεκίνησε αυτή η μόδα. Μοιάζει λίγο με τον 15ο αιώνα, όπου οι άνθρωποι είχαν αρχίσει να πιστεύουν ότι κάποιος μπορεί να διακατέχεται από τους δαίμονες ή να έχει καταραστεί από μια μάγισσα», λέει ο Kagan.
Όταν τον ρώτησαν αν υπάρχουν εναλλακτικές έναντι των φαρμάκων για τα συμπεριφορικά συμπτώματα, ο Kagan είπε ότι θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τα ιδιαίτερα μαθήματα, ως ένα παράδειγμα, για τα παιδιά που έχουν διαγνωστεί με ΔΕΠ-Υ. Στην τελική, τα παιδιά που διαγιγνώσκονται με ΔΕΠ-Υ, είναι πάντα τα παιδιά που μένουν πίσω και όχι τα παιδιά που τα πάνε καλά στο σχολείο.

Πηγή: Spiegel.de
Απόδοση: Ελένη Ψαθάκη, Ψυχολόγος
Επιμέλεια: Psychologynow.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 9 August 2018

Το παιδί μου δεν έχει πρόβλημα!

Είναι δεκάδες οι φορές που κάποιος γονιός μου είπε ότι το παιδί του έχει «μαθησιακές δυσκολίες» 

Μια από τις μεγάλες χαρές που έχουμε οι εκπαιδευτικοί είναι ότι κάθε χρόνο συναντάμε πολλά και διαφορετικά παιδιά. Κάθε παιδί είναι μια νέα πρόκληση και πρόσκληση για να γίνουμε καλύτεροι δάσκαλοι. Τι ωραιότερο από αυτό;

Πολύ συχνά, το παιδί έχει ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες. Όταν υπάρχει διάγνωση από τους αρμόδιους φορείς όλα καλά. Αν είμαστε στον δημόσιο τομέα, συνήθως υπάρχουν ειδικοί παιδαγωγοί που βοηθούν. Αν είμαστε του ιδιωτικού τομέα, τους παραπέμπουμε σε συναδέλφους ειδικούς παιδαγωγούς και η ιστορία τελειώνει. Αμ δε!

Είναι δεκάδες οι φορές που κάποιος γονιός μου είπε ότι το παιδί του έχει «μαθησιακές δυσκολίες», χωρίς να υπάρχει επίσημη διάγνωση. Αν δεν έχεις διάγνωση, αν δεν θέλεις διάγνωση, αν δεν σε πολυνοιάζει βρε αδερφέ να καταλάβεις, αλλά κάτι πρέπει να πεις η φράση κλειδί είναι μια:  «το παιδί έχει μαθησιακές δυσκολίες». Τι είδους; Τι βαθμού σοβαρότητας; Ποια προσέγγιση είναι η ενδεδειγμένη; Κανείς δεν ξέρει αλλά περιμένει από εσένα να ξέρεις τι πρέπει να κάνεις.

Από την άλλη, είναι μεγάλος ο αριθμός των γονιών που κάνουν «διάγνωση»  στα παιδιά από μόνοι τους και ταυτόχρονα αρνούνται την θεραπεία. Είναι ακόμα μεγαλύτερος ο αριθμός των γονιών που δεν δέχεται να ακούσει ούτε σαν υπονοούμενο ότι το παιδί του έχει εξειδικευμένες μαθησιακές ανάγκες. Μην αναφερθώ καν σε αυτούς που έχουν την διάγνωση αλλά αρνούνται να δεχτούν θεραπεία για «να μην νιώθει διαφορετικό το παιδί». Αυτή η τελευταία κατηγορία γονιών αναζητά παιδαγωγούς γενικής αγωγής για ιδιαίτερα και επιμένει να ανέβουν οι βαθμοί πάση θυσία. Θεωρούν ότι το παιδί τους είναι λίγο αργό, μπορεί και λίγο τεμπελάκι, αλλά έλα μωρέ με βοήθεια στο σπίτι θα τα καταφέρει, όπως τόσα και τόσα παιδιά. Αρνούνται να δεχτούν οτι το παιδί έχει κάποιους περιορισμούς οι οποίοι δεν θα αρθούν με μαγικό τρόπο αλλά μόνο με συγκεκριμένη βοήθεια από εξειδικευμένους ανθρώπους.

Γιατί το κάνουν αυτό; Γιατί δυστυχώς βλέπουν τα παιδιά τους ως προέκταση του εαυτού τους και θεωρούν ότι αν αποδεχθούν το πρόβλημα, είναι σαν παραδοχή προσωπικής τους αποτυχίας. Νιώθουν οτι δεν έκαναν ό,τι μπορούσαν ή ότι φταίνε αυτοί με κάποιον τρόπο και έτσι παραδομένοι στην άρνηση τους αρνούνται να ζητήσουν βοήθεια και τότε πράγματι, δεν κάνουν όσα θα μπορούσαν.

Οι μαθησιακές δυσκολίες είναι ένας γενικός όρος που αναφέρεται σε μια ανομοιογενή ομάδα διαταραχών οι οποίες εκδηλώνονται με σημαντικές δυσκολίες στην πρόσκτηση και χρήση ικανοτήτων ακρόασης, ομιλίας, ανάγνωσης, γραφής, συλλογισμού ή μαθηματικής ικανότητας.  Οι διαταραχές αυτές είναι εγγενείς στο άτομο και μπορεί να συνυπάρχουν με προβλήματα συμπεριφοράς, κοινωνικής αλληλεπίδρασης ή σοβαρότερες καταστάσεις μειονεξίας οπως αισθητηριακή βλάβη, νοητική καθυστέρηση και συναισθηματικές διαταραχές. Όπως καταλαβαίνετε, είναι πολύ δύσκολο όχι μόνο να αντιληφθείς ότι κάτι συμβαίνει, αλλά ακόμα και να βρεις τους σωστούς ειδικούς ή να κατανοήσεις επακριβώς την διάγνωση.

Οι γονείς συχνά αισθάνονται θυμό και απογοήτευση όταν ανακαλύπτουν ότι το παιδί τους έχει κάποια δυσκολία. Οι άνθρωποι αποκτούν παιδιά γεμάτοι όνειρα και προσδοκίες, οπότε δεν είναι εύκολη η συνειδητοποίηση ότι το παιδί τους δεν είναι όπως όλα τα υπόλοιπα. Οι αντιδράσεις των γονιών συχνά είναι δυσανάλογες της διάγνωσης και ο βασικός λόγος είναι η ματαίωση που βιώνουν. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλοί ζητούν διαρκώς νέες διαγνώσεις ή αναπτύσσουν ακόμα και άρνηση.

Μετά την αρχική προσαρμογή, οι γονείς προσπαθούν να κατανοήσουν την αιτία και να βρουν εξειδικευμένη βοήθεια. Στην περίπτωση της αποδοχής, οι γονείς μαθαίνουν να εστιάζουν στα θετικά, χαίρονται ειλικρινά με την πρόοδο και δεν επικεντρώνονται στην αποτυχία. Δυστυχώς, είναι πάμπολλες οι περιπτώσεις που οι γονείς προβάλλουν μη ρεαλιστικές απαιτήσεις που εμποδίζουν την μέγιστη ανάπτυξη του παιδιού. Πιέζουν για τάχιστη βελτίωση των βαθμών και αναμένουν άμεσα, θεαματικά αποτελέσματα από την αρχή των θεραπειών. Άλλοι, κατεβάζουν στο ελάχιστο τις προσδοκίες τους, επιβραβεύουν το οτιδήποτε με υπερβολικά θετικά σχόλια και έτσι το παιδί μειώνει τις προσπάθειες ή παρατούν το παιδί στην μοίρα του θεωρώντας το «καμένο χαρτί».

Μια από τις πιο τρανταχτές περιπτώσεις που μου έτυχαν ήταν για ένα έφηβο παιδί με «προβλήματα στα μαθήματα», τα οποία μάλιστα η μητέρα απέδιδε στους κακούς καθηγητές του σχολείου. Το παιδί ήταν ξεκάθαρα στο φάσμα του αυτισμού αλλά η μαμά δεν ήθελε να το δεχθεί. Για άλλο παιδί μου έχουν πει ότι  «δυσκολεύεται λίγο στη έκθεση» και όταν είδα τετράδιο, η κάθε πρόταση του ήταν γεμάτη ανεστραμμένα γράμματα και χαμένες συλλαβές. Κουβέντα για μαθησιακές δυσκολίες, απέδιδαν τα προβλήματα στο ότι βιάζεται. Μου έχει τύχει μαθητής με βαρβάτη διάγνωση, οι γονείς του οποίου για χρόνια μου έλεγαν ξανά και ξανά πόσο στεναχωριούνται που δεν τα καταφέρνει. Στις προτάσεις μου για συμβουλή ειδικών, συναντούσα τοίχο. Η λίστα δεν έχει τελειωμό.

Έχω αμέριστη κατανόηση για τους γονείς. Δεν είναι εύκολο να παραδεχθείς οτι το παιδί σου δεν είναι «τέλειο» ή ότι πρέπει να δαπανηθεί πολύς χρόνος, χρήμα και κόπος για κάτι που πολλοί θεωρούν αυτονόητο. Δεν είναι εύκολο να παραδεχθείς οτι το παιδί έχει προβλήματα συμπεριφοράς, συναισθηματική ανωριμότητα, μαθησιακές δυσκολίες, ψυχολογικά προβλήματα, ακόμα και διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές.

Παρόλη την συμπάθεια προς τους γονείς όμως, είναι υποχρέωση του εκπαιδευτικού να δώσει αντικειμενική πληροφόρηση και σταθερή υποστήριξη ώστε να κατευθύνει τους γονείς στην επιλογή των κατάλληλων υπηρεσιών και στην λήψη σωστών εκπαιδευτικών αποφάσεων. Ο νόμος εξασφαλίζει την συμμετοχή των γονέων στις εκπαιδευτικές αποφάσεις για το παιδί τους. Οι γονείς παίρνουν την τελική απόφαση για τις θεραπείες, οι γονείς υπογράφουν για να μπει σε τμήμα ένταξης ή για να έχει παράλληλη στήριξη ή να φοιτήσει σε ειδικό σχολείο.

Επίσης, οι γονείς θεωρούνται σημαντικότατο κομμάτι για την ανάπτυξη και εφαρμογή του εξατομικευμένου εκπαιδευτικού προγράμματος που ορίζουν οι ειδικοί παιδαγωγοί και θεραπευτές.   Είναι αποδεδειγμένο πως η καλή συνεργασία γονιών και εκπαιδευτικής ομάδας, αυξάνει την θετική στάση του παιδιού και οι παρεμβάσεις καθίστανται αποτελεσματικότερες. Οι γονείς όμως είναι άνθρωποι και κάνουν λάθη, οπότε εμείς οι δάσκαλοι δεν πρέπει να επαναπαυόμαστε λέγοντας «εγώ τα είπα, αφού δεν καταλαβαίνουν τι να κάνω;». Ξαναπές τα!



ampa.lifo.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 28 April 2007

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή σε παιδιά και εφήβους — Ο ρόλος της οικογένειας και του σχολείου

Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή είναι αρκετά σοβαρή και συχνή, οικογενής και με χρόνια πορεία. Η εμφάνισή της στα παιδιά και τους εφήβους είναι αρκετά συχνή, σε ποσοστό 1% έως 3,6%, όμως συχνά υποδιαγιγνώσκεται. Η κατανόηση της αιτιολογίας της γίνεται μόνο μέσω του βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου.
Στα παιδιά οι βιολογικοί και γενετικοί αιτιολογικοί παράγοντες είναι σημαντικοί. Η κλινική εικόνα σ’ αυτές τις ηλικίες δεν διαφέρει από τη συμπτωματολογία των ενηλίκων, με συνηθέστερες τις ιδεοληψίες μόλυνσης και τους καταναγκασμούς καθαρισμού και ελέγχου.
Ο ρόλος του παιδαγωγού είναι σημαντικός, τόσο για την έγκαιρη επισήμανσή της, όσο και για την συμβολή του στην αντιμετώπισή της. Η οικογένεια, τόσο οι γονείς, όσο και τα αδέλφια του πάσχοντος, επηρεάζουν και επηρεάζονται σημαντικά από την διαταραχή. Γι αυτό η θεραπευτική παρέμβαση σε ολόκληρη την οικογένεια κι όχι μόνο η εξατομικευμένη αντιμετώπιση του πάσχοντος, κρίνεται αναγκαία.
Θα είχε κατά συνέπεια πολύ ενδιαφέρον να ερευνηθούν, ποιοι είναι οι παράγοντες εκείνοι, που δρουν προστατευτικά στο οικογενειακό σύστημα και ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου, που όταν υπάρχουν προκαλούν σημαντική δυσλειτουργία σ’ αυτό και αναγκαστική υπερεμπλοκή των μελών του με τα συμπτώματα της OCD.
Συμπτώματα Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής
ΙΔΕΟΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ  ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΦΗΒΟΥΣ. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ.
Η OCD είναι μια αρκετά σοβαρή και συχνή νευροψυχoλογική διαταραχή, οικογενής και με χρόνια πορεία. Προσβάλλει όλα τα κοινωνικοοικονομικά στρώματα κι όλες τις φυλές ανεξαιρέτως και με την ίδια συχνότητα τους άντρες και τις γυναίκες. Είναι η τέταρτη πιο συχνή από τις ψυχιατρικές διαταραχές. Είναι πολύ βασανιστική τόσο για το άτομο όσο και για την οικογένειά του και μπορεί κανείς να κατανοήσει την αιτιολογία της μόνο μέσω του βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου.
Στην ομιλία μου θα αναφερθώ στα χαρακτηριστικά της διαταραχής όταν αυτή εμφανίζεται σε παιδιά και εφήβους και στις επιπτώσεις αυτής τόσο στους πάσχοντες όσο και στο περιβάλλον τους και το αντίθετο.

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΕΟΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ (OCD)
Το διαγνωστικό σύστημα DSMVI την ορίζει, ως τη διαταραχή εκείνη που χαρακτηρίζεται από:
«Επαναλαμβανόμενες ιδεοληψίες ή/και καταναγκασμούς που έχουν τέτοια σοβαρότητα ώστε να προκαλούν κατανάλωση χρόνου, περισσότερο από μια ώρα την ημέρα, μεγάλη δυσφορία στο άτομο και μεγάλη παρεμβολή στις καθημερινές του συνήθειες, το σχολείο, τις κοινωνικές δραστηριότητες ή τις σημαντικές σχέσεις με τους άλλους».
Ιδεοληψίες ονομάζουμε σκέψεις ή εικόνες που έρχονται διαρκώς στο μυαλό και είναι ανεπιθύμητες ή ενοχλητικές. Αυτές οι σκέψεις εμφανίζονται παρά τη προσπάθεια που κάνει κανείς να τις αγνοήσει.
Μπορεί να φαίνονται παράλογες ή αποκρουστικές και συνοδεύονται από άσχημα συναισθήματα όπως φόβο, αηδία, αμφιβολία, προκαλώντας δυσφορία στο άτομο.
Το άτομο έχει την επίγνωση ότι αυτές οι σκέψεις προέρχονται από το ίδιο του το μυαλό και δεν είναι απλά έντονοι φόβοι σχετικά με πραγματικά προβλήματα, αν και τα μικρά παιδιά μπορεί να μην είναι σε θέση να το περιγράψουν και θέλει μεγάλη προσοχή στην εκτίμηση.

Παραδείγματα ιδεοληψιών είναι: Η επίμονη ιδέα ότι τα χέρια του ατόμου είναι μολυσμένα ή βρώμικα, ανεξάρτητα από το πόσο πολύ τα πλένει. Η ιδέα ότι μπορεί να βλάψει κανείς τον εαυτό του, ακόμη και αν δεν έχει καμιά πρόθεση να το κάνει.

Καταναγκασμούς ονομάζουμε την έντονη ανάγκη που έχει κανείς να κάνει κάτι ξανά και ξανά σαν κάτι να τον εξαναγκάζει ή να κάνει κάτι με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο. Εμφανίζονται σαν απάντηση σε μια ιδεοληψία, στην προσπάθεια του ατόμου να εξουδετερώσει, να καταπνίξει ή να αγνοήσει τόσο την έμμονη σκέψη όσο και τα άσχημα συναισθήματα που συνδέονται με αυτήν.

Για παράδειγμα, το πλύσιμο των χεριών ξανά και ξανά ακόμη κι αν είναι καθαρά. Ο επαναλαμβανόμενος έλεγχος ότι κλείδωσε την πόρτα ή ότι έσβησε το ηλεκτρικό μάτι. Η ανάγκη να αγγίξει κάτι συγκεκριμένες φορές. Να ξαναδιαβάζει κάτι πολλές φορές επειδή συνεχώς αμφιβάλλει ότι το έκανε σωστά, ή να τακτοποιεί τα αντικείμενα με συγκεκριμένο τρόπο.
Αν και τα περισσότερα παιδιά και οι έφηβοι αναγνωρίζουν ότι οι πράξεις αυτές στερούνται νοήματος, μπορεί, συχνότερα από ότι στους ενήλικους να λείπει αυτή η επίγνωση (poor insight type).

ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ Η OCD;
Σύμφωνα με την Ψυχαναλυτική προσέγγιση, τα ψυχαναγκαστικά συμπτώματα προέρχονται από την προσπάθεια ενός αυστηρού υπερεγώ να διαχειριστεί τις ισχυρές επιθετικές ή σεξουαλικές ενορμήσεις και τα έντονα συναισθήματα ενοχής που τις συνοδεύουν.
Κινητοποιούνται αμυντικοί μηχανισμοί όπως η αντίδραση με το αντίθετο (reaction formation), η παλινδρόμηση σε μια πρωτόγονη παντοδυναμία της σκέψης, η μόνωση των συναισθημάτων (isolation) και διανοητικοποίηση κάθε θέματος, η μετάθεση και η ματαίωση(undoing) με μαγικούς τρόπους, που έχουν σαν αποτέλεσμα την κλινική εικόνα της διαταραχής.
Η συμπεριφοριστική προσέγγιση υποστηρίζει ότι οι ψυχαναγκαστικές εκδηλώσεις θεωρούνται ως μαθησιακά καθορισμένες αντιδράσεις αποφυγής. Κατά την παιδική ηλικία, η σύνδεση ορισμένων σκέψεων με τυχαία αγχογόνα γεγονότα, τις μετατρέπει σε ψυχαναγκαστικές και καθώς ορισμένες μαγικές ενέργειες ανακουφίζουν το άτομο, ενισχύονται και μονιμοποιούνται.
Αν και οι ενδοψυχικοί μηχανισμοί είναι σημαντικοί για την ανάπτυξη ψυχαναγκαστικών χαρακτηριστικών προσωπικότητας, φαίνεται να υπάρχει ξεχωριστή βιολογική επιβάρυνση σε αυτά τα άτομα που θα αναπτύξουν O.C.D.
Ιδίως όταν η έναρξη της διαταραχής συμβαίνει στην παιδική ή εφηβική ηλικία οι σύγχρονες έρευνες συμφωνούν ότι οι βιολογικοί και γενετικοί αιτιολογικοί παράγοντες είναι σημαντικοί.

Σ’ αυτό συντελούν τα παρακάτω δεδομένα:
  1. Η θεραπευτική δράση των αναστολέων επαναπρόσληψης της σεροτονίνης έχει οδηγήσει στην διατύπωση της «σεροτονεργικής υπόθεσης» σύμφωνα με την οποία η διαταραχή οφείλεται σε μια βιοχημική ανισσοροπία που σχετίζεται με την σεροτονίνη, ένα νευροδιαβιβαστή που επηρεάζει τον ύπνο, την όρεξη, το άγχος και τις επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές.
  2. Παρατηρήσεις συμπεριφορών των ζώων που αναφέρονται με τον όρο grooming, όπως το γλείψιμο, το πλύσιμο, το τσίμπημα προς χάριν περιποίησης και συσχέτισης αυτών με την OCD και την τριχοτιλλομανία οδηγούν στη θεωρία ότι η OCD αποτελεί μια αρχέγονη συμπεριφορά grooming που εμφανίζεται εσφαλμένα.
  3. Γενετικές οικογενειακές μελέτες δείχνουν ότι σε μερικές περιπτώσεις η OCD αποτελεί έκφραση του ίδιου γονιδίου που είναι υπεύθυνο για την εμφάνιση των τικ.
  4. Νευροαπεικονιστικές μελέτες που μελετούν την λειτουργία του εγκεφάλου όπως η PET (Τομογραφία με την μέθοδο εκπομπής ποζιτρονίων), φανερώνουν ανωμαλίες στα κυκλώματα που ενώνουν τα βασικά γάγγλια με τον προμετωπιαίο φλοιό. Αυτές οι ανωμαλίες διορθώνονται όταν τα συμπτώματα της OCD υποχωρούν τόσο μετά από φαρμακευτική αντιμετώπιση όσο και μετά από CBT.
  5. Έχει παρατηρηθεί έναρξη OCD αιφνίδια σε παιδιά μετά από λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού σαν μια αυτοάνοση αντίδραση προς τον β-αιμολυτικό στρεπτόκοκκο.(ότι ανήκει στο φάσμα του συνδρόμου που αναφέρεται με τον όρο PANDAS pediatric autoimmune neuropsychiatric disorders associated with streptococcal infections και περιλαμβάνει ιδεοληψίες, καταναγκασμούς, τικ και χορεία)
  6. Μπορεί να εμφανιστεί σαν αποτέλεσμα διαφόρων νευρολογικών διαταραχών όπως μετά από δηλητηρίαση με μονοξείδιο του άνθρακα, όγκους, αλλεργικές αντιδράσεις στο τσίμπημα σφήκας, εγκεφαλίτιδα, εγκεφαλικό τραύμα, χορεία του Sydenham, και άλλες παθολογικές καταστάσεις που αφορούν τα βασικά γάγγλια.
Το γονεϊκό περιβάλλον παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάδυση της διαταραχής, τονίζοντας κατά την διαπαιδαγώγηση την αυτοπειθαρχία και τον αυτοέλεγχο. Ιδίως στην εφηβεία οι ερευνητές υποθέτουν ότι τα συμπτώματα δρουν σαν φράγμα που προστατεύει τον έφηβο από την υπερβολική κοντινότητα με τον ένα γονέα, που την αντιλαμβάνεται σαν απειλητική. Κατά την αρχική αξιολόγηση πάντα πρέπει να συνεκτιμούμε οικογενειακούς παράγοντες όπως: η αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση των γονέων, η εμπλοκή τους στις τελετουργίες, η αλλαγή του τρόπου ζωής που τους επιβάλλεται λόγω των συμπτωμάτων και την επικέντρωση του οικογενειακού περιβάλλοντος μόνο στις παθολογικές συμπεριφορές.

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ και ΗΛΙΚΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ
Το ένα τρίτο με ένα δεύτερο των ενηλίκων πασχόντων από OCD, αναφέρουν έναρξη της νόσου κατά την εφηβική ή τη παιδική ηλικία.
Σήμερα θεωρείται μια αρκετά συχνή πάθηση της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, με επιπολασμό από 1% ως 3.6% ανάλογα με τους ερευνητές. Αυτό την φέρνει να ξεπερνάει σε συχνότητα παθήσεις όπως ο νεανικός διαβήτης και το άσθμα.
Αν και συνηθέστερα η έναρξή της συμβαίνει στην εφηβεία, έχουν αναφερθεί περιστατικά σε πολύ μικρότερες ηλικίες, μέχρι και σε νήπια τριών ετών. Η μέση ηλικία έναρξης της OCD των παιδιών κι εφήβων είναι τα 10 χρόνια, αν και τα συμπτώματα αρχίζουν 2-3 χρόνια πριν.
Η πρώιμη έναρξή της συσχετίζεται με οικογενή χαρακτήρα (περισσότερα μέλη της οικογένειας πάσχουν από την διαταραχή) και με την συννοσηρότητα της διαταραχής στα αγόρια με τικ και μάλιστα με σύνδρομο Tourette. Συχνότερα η έναρξη προ της εφηβείας
συμβαίνει στα αγόρια με μια συχνότητα 3 προς 2. Στην κλινική πράξη συχνότερα συμβαίνει να βλέπουμε αγόρια με έναρξη της OCD προ της εφηβείας που έχουν συχνά στην οικογένειά τους κι άλλα άτομα που παρουσιάζουν OCD ή τικ, ενώ τα κορίτσια συνήθως εμφανίζονται με έναρξη των συμπτωμάτων κατά την εφηβεία.
Ακόμα μεγαλύτερη είναι η συχνότητα της υποκλινικής OCD στην εφηβεία, που ανάλογα με τα διαγνωστικά κριτήρια φτάνει από 4%-19%. Οι ιδεοληψίες του μη κλινικού πληθυσμού διαφέρουν ως προς τη συχνότητα, (είναι πιο σπάνιες) την ένταση, (είναι μικρής διάρκειας, λιγότερο ξένες προς το εγώ και σπάνια συνοδεύονται από καταναγκασμούς) και ως προς τις συνέπειες (δεν προκαλούν δυσφορία στο άτομο και δεν προκαλούν παρεμβολές στην καθημερινή του ζωή ή κάποια δυσλειτουργία στην κοινωνική ή σχολική του ζωή).
Είναι ανάγκη να διαχωρίζονται οι ιδεοληψίες από τις ήπιες τελετουργίες κι εμμονές όπως οι συνήθειες του ύπνου, που φυσιολογικά εμφανίζονται ιδίως κατά τη νηπιακή ηλικία, λόγω των αναπτυξιακών αναγκών της ηλικίας αυτής, όπως αυτές της κυριαρχίας και του ελέγχου, που δίνουν το αίσθημα της ασφάλειας.
Σήμερα έχουμε την πεποίθηση ότι είναι μια διαταραχή που εμφανίζεται στα παιδιά και τους εφήβους πολύ συχνότερα απ’ ότι παλιότερα πίστευαν. Το ότι η διαταραχή αυτή συχνά υποδιαγιγνώσκεται, μπορεί να αποδοθεί αφ’ ενός στην μυστικότητα που κρατούν γύρω από τα συμπτώματά τους οι πάσχοντες, που τα φανερώνουν μόνο όταν πια γίνουν τόσο σοβαρά, ώστε δεν είναι δυνατόν πια να συνεχίσουν να τα κρύβουν και αφ’ ετέρου στην άγνοια τόσο του περιβάλλοντος, όσο και των ειδικών γύρω από τη συμπτωματολογία της διαταραχής. Γι αυτό συχνά αναφέρεται ως “η κρυμμένη επιδημία”. Συχνά οι γονείς οδηγούνται στους
ειδικούς , όχι για την ίδια διαταραχή, αλλά για δευτερογενή προβλήματα που δημιουργούνται λόγω της διαταραχής, με συχνότερο την πτώση της σχολικής επίδοσης.
Από τα παραπάνω φαίνεται πόσο σημαντική είναι η συμβολή του παιδαγωγού στην πρώιμη επισήμανση της ανάγκης για διερεύνηση και έτσι στην έγκαιρη διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση. Αυτό είναι πολύ σημαντικό ιδίως τώρα που διαθέτουμε αρκετά αποτελεσματικές μεθόδους αντιμετώπισης, όπως την συμπεριφοριστική-γνωσιακή θεραπεία και, για τις βαρύτερες περιπτώσεις, την φαρμακοθεραπεία με τους αναστολείς
επαναπρόσληψης της σεροτονίνης, που μπορεί να βελτιώσουν σημαντικά την ζωή τόσο του πάσχοντος όσο και της οικογένειάς του.
Γι αυτό είναι σημαντικό ο παιδαγωγός να γνωρίζει την εικόνα με την οποία εμφανίζεται η διαταραχή.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ (ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ)
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η συμπτωματολογία της διαταραχής δεν διαφέρει σημαντικά στα παιδιά σε σχέση με τους ενήλικες. Τα συμπτώματα αλλάζουν με τον χρόνο και συχνά συμβαίνει κάποιος να εμφανίσει τελικά σε κάποιο βαθμό, σχεδόν όλα τα συμπτώματα που
περιγράφονται.
Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα της OCD στην παιδική ηλικία είναι ιδεοληψίες μόλυνσης, που συχνά συνοδεύονται από καταναγκαστικό πλύσιμο και αποφυγή του μολυσμένου αντικειμένου, που οδηγεί σε ολοένα αυξανόμενο περιορισμό δραστηριοτήτων.
Έμμονοι φόβοι για την ασφάλεια των ίδιων ή των γονέων, είναι συχνοί.
Άλλο συνηθισμένο σύμπτωμα είναι ο καταναγκαστικός επαναλαμβανόμενος έλεγχος, όπως αν οι πόρτες είναι κλειδωμένες ή τα μέλη της οικογένειας είναι ασφαλή. Ο έλεγχος μπορεί να είναι εκδήλωση ψυχαναγκαστικής αμφιβολίας, που οδηγεί το παιδί να ελέγχει επαναλαμβανόμενα χωρίς να μπορεί να σιγουρευτεί ότι είναι εντάξει.
Άλλοι συχνοί καταναγκασμοί είναι αυτοί που περιλαμβάνουν επαναληπτικό μέτρημα, τοποθέτηση στη σειρά ή άγγιγμα.
Αν και οι περισσότεροι καταναγκασμοί είναι συνδεδεμένοι με κάποια ειδική ανησυχία, πολλοί αποτελούν πράξεις που επαναλαμβάνονται έως ότου γίνουν “σωστά”, δηλαδή με απόλυτη ακρίβεια σύμφωνα με ορισμένο τρόπο. Καταναγκαστικό επαναλαμβανόμενο ξαναδιάβασμα και ξαναγράψιμο των σχολικών εργασιών μπορεί να επηρεάζει αρνητικά τη σχολική επίδοση.
Μπορεί να συμβαίνουν και νοητικές τελετουργίες, όπως σιωπηλή προσευχή, μέτρημα, επανάληψη.
Μια μειοψηφία υποφέρει μόνο από ιδεοληψίες, που μπορεί να είναι εικόνες που εισβάλλουν ξαφνικά σεξουαλικού ή επιθετικού περιεχομένου ή αυτοτραυματισμού.
Ψυχαναγκαστική επιβράδυνση, κατά την οποία ένας έφηβος κινείται πάρα πολύ αργά, εμφανίζεται λιγότερο συχνά, προκαλώντας μεγάλη δυσλειτουργία. Προσεκτική εξέταση αποδεικνύει ενασχόληση με πολλαπλούς νοητικούς καταναγκασμούς που εμποδίζουν τις
κανονικές δραστηριότητες.
Μετά από τις πρόσφατες έρευνες πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν το διαχωρισμό δύο τύπων OCD, την «συνδεόμενη με τικ» και την «μη συνδεόμενη με τικ», που διαφέρουν μεταξύ τους κι ως προς το είδος των συμπτωμάτων.

Στον πρώτο τύπο, που συμβαίνει συνήθως σε αγόρια με πρώιμη έναρξη των συμπτωμάτων, υπάρχουν συχνότερα τα εξής συμπτώματα:
  1. Η επιτακτική ανάγκη για άγγιγμα ή τρίψιμο, τελετουργίες ανοιγοκλεισίματος ή καρφώματος των ματιών.
  2. Ανησυχία για την ύπαρξη συμμετρίας ή ακρίβειας.
  3. Αίσθημα ότι κάτι λείπει και εισβολή σκέψεων και εικόνων επιθετικού ή σεξουαλικού περιεχομένου.
  4. Οι καταναγκασμοί προέρχονται κυρίως από την επιτακτική ανάγκη να γίνει κάτι ακριβώς όπως πρέπει.
Στον δεύτερο τύπο υπάγονται κυρίως κορίτσια με έναρξη των συμπτωμάτων στην εφηβεία, που παρουσιάζουν συχνότερα:
Ιδεοληψίες μόλυνσης τις οποίες ακολουθούν καταναγκασμοί καθαρισμού.
Είναι σημαντικό να αξιολογηθεί επίσης, ο χρόνος που το άτομο καταναλώνει με τις ιδεοληψίες και τους καταναγκασμούς, η παρεμβολή τους στην καθημερινή του ζωή, πόσο μεγάλη δυσφορία του προκαλούν, πόσο αντιστέκεται σ’ αυτά τα συμπτώματα και σε
ποιο βαθμό καταφέρνει να τα ελέγξει.
Συχνά η κλινική εικόνα και η θεραπευτική αντιμετώπιση περιπλέκεται από την ύπαρξη συννοσηρότητας. Άλλες διαταραχές άγχους, όπως υπεραγχώδης διαταραχή ή άγχος αποχωρισμού, έχουν το ένα τρίτο με ένα δεύτερο των περιστατικών. Η κατάθλιψη είναι εξ’ ίσου κοινή συνυπάρχουσα διαταραχή, με επιπολασμό από 20% - 73% ανάλογα με τις έρευνες. Ύπαρξη τικ σε κάποια στιγμή της ζωής των πασχόντων από OCD φτάνει το 60%. Πολλά παιδιά είναι ευερέθιστα και παρορμητικά και τα μισά πληρούν τα κριτήρια της διάγνωσης της διαταραχής της υπερκινητικότητας με διάσπαση προσοχής ή της
εναντιωματικής διαταραχής. Έτσι είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο τελειομανία και ταυτόχρονα μεγάλη ακαταστασία.

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ Ο ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ OCD
  1. Να συμβάλλει στην έγκαιρη επισήμανση του προβλήματος.
  2. Γνωρίζοντας την συμπτωματολογία της διαταραχής να αντιληφθεί τους καταναγκασμούς ή τη συμπεριφορά αποφυγής.
  3. Να αντιληφθεί τις αρνητικές συνέπειες στη λειτουργικότητα όπως αυτές εκδηλώνονται με τη πτώση στη σχολική επίδοση, την αφηρημάδα, την απομόνωση από τις παρέες ή τις συχνές απουσίες.
  4. Να ενισχύσει την οικογένεια ώστε να αναζητήσει βοήθεια από ειδικούς.
  5. Πρέπει να επισημάνει το πρόβλημα με τέτοιο τρόπο που να μην ενοχοποιείται ούτε το παιδί ούτε η οικογένεια. Σ’ αυτό θα τον βοηθήσει η κατανόηση της φύσης της διαταραχής. Η OCD είναι μια διαταραχή που βασανίζει το άτομο κι όχι ένα λάθος ή μια κακιά συνήθεια που θα μπορούσε το παιδί να σταματήσει εάν απλά προσπαθούσε περισσότερο. Η οικογένεια επηρεάζει και επηρεάζεται από την διαταραχή , όμως τα οικογενειακά προβλήματα δεν προκαλούν O.C.D.
  6. Να βοηθήσει σημαντικά στην αρχική αξιολόγηση του παιδιού από τους ειδικούς, δίνοντάς τους πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την συμπτωματολογία και τη λειτουργικότητά του, σε ένα περιβάλλον έξω από την οικογένειά του.
  7. Να συμμαχήσει με το παιδί τους γονείς και τους ειδικούς στη μάχη κατά της OCD.
  8. Οφείλει να αντιμετωπίζει τα συμπτώματα της διαταραχής με υπομονή και κατανόηση, χωρίς να μπλέκεται σε ατέρμονες συζητήσεις προκειμένου να εξηγήσει στο παιδί την παραδοξότητα των φόβων και των συμπεριφορών του.
  9. Να ενθαρρύνει το παιδί στον αγώνα του να απαλλαγεί από την OCD, χωρίς ανυπομονησία που θα το φόρτωνε με επιπλέον άγχος.
  10. Πρέπει να διαχωρίσει το παιδί από τη συμπτωματολογία της OCD και να στρέφει την προσοχή του σε κείνους τους τομείς, όπου το παιδί τα καταφέρνει.
Ο παιδαγωγός οφείλει να αναγνωρίσει ότι η OCD είναι μια νόσος ξεχωριστή από το παιδί ως άτομο και δεν επηρεάζει την ικανότητα του υπόλοιπου εγκεφάλου και του παιδιού να λειτουργεί φυσιολογικά.
Αυτός ο διαχωρισμός από τον παιδαγωγό θα βοηθήσει ώστε και οι συμμαθητές του παιδιού να κάνουν το ίδιο και να μην το απομονώνουν.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η τιμωρία δεν βοηθάει το ίδιο και η απόρριψη. Αντίθετα το χιούμορ όταν χρησιμοποιείται για την γελοιοποίηση της OCD κι όχι του παιδιού μπορεί να δράση καταλυτικά.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ
Η δυσλειτουργία της οικογένειας δεν είναι ούτε απαραίτητη ούτε αρκετή ώστε να οδηγήσει στην έναρξη της διαταραχής.
Πράγματι τα οικογενειακά προβλήματα δεν προκαλούν OCD, όμως ο τρόπος που η οικογένεια αντιμετωπίζει τα συμπτώματα μπορεί να επηρεάσει την πορεία της διαταραχής και ταυτόχρονα τα συμπτώματα της OCD μπορεί να προκαλέσουν μεγάλη δυσλειτουργία στην οικογένεια.
Σε μια έρευνα (Hibbes 1991) αποδεικνύεται ότι η ύπαρξή αυξημένου expressed emotion ( θυμός, αρνητικά σχόλια, κριτική και υπερεμπλοκή) μπορεί να προκαλέσει έξαρση των συμπτωμάτων της OCD, ενώ μια ήρεμη υποστηρικτική οικογένεια μπορεί να βελτιώσει τα συμπτώματα.
Η OCD εμπλέκει από τη φύση της, όλα τα μέλη της οικογένειας και δημιουργεί σε αυτά έντονα αρνητικά συναισθήματα όπως θυμό και ματαίωση, καθώς και σύγχυση γιατί συνυπάρχουν στον πάσχοντα υγιή και παθολογικά στοιχεία συγχρόνως. Οι γονείς και τα αδέλφια εμπλέκονται συχνά στα συμπτώματα του παιδιού, με αποτέλεσμα σοβαρή βλάβη της οικογενειακής ζωής και διαιώνιση των συμπτωμάτων. Το αποτέλεσμα είναι ότι η OCD δεν βασανίζει μόνο τον πάσχοντα αλλά και ολόκληρη την οικογένειά του. Πιθανώς ο οικογενής χαρακτήρας της διαταραχής να έχει επηρεάσει τη σχέση των γονιών με τα δικά τους πάσχοντα ή μη αδέλφια ή γονείς (March 1996) και αυτό να επηρεάζει τόσο τη σχέση τους με τα δικά τους παιδιά όσο και την αδελφική σχέση των παιδιών μεταξύ τους και ιδίως με τον πάσχοντα αδελφo (AΑCAP 1998 θετικό ιστορικό για Ι Ψ διαταραχή μπορεί να επηρεάσει τη στάση των γονέων προς τα συμπτώματα του παιδιού).

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν λίγες έρευνες που μελετούν την επίδραση της ΙΔΨ διαταραχής στην οικογενειακή και συζυγική ζωή. Σ' αυτές όμως φαίνεται καθαρά ότι αυτή η επίδραση, κάθε άλλο παρά ασήμαντη, είναι.
Στην Epidemiologic Catchement Area Survey αποδεικνύεται ότι άτομα με ΙΔΨ διαταραχή είναι πιο συχνά διαζευγμένα ή χωρισμένα, απ' ότι άτομα χωρίς ΙΔΨ διαταραχή (Κarna et al.1988).
Σε μια πρόσφατη μελέτη σε 419 μέλη της Obsessive Compulsive Foundation, το 73% των συμμετεχόντων ανέφερε ότι η διαταραχή παρεμβαίνει στις οικογενειακές σχέσεις.(Hollander et.al 1996).
Σε μια άλλη μελέτη από την Obsessive Compulsive Foundation, στην οποία συμμετείχαν 450 μη πάσχοντα μέλη της, βρέθηκε ότι το 85% των μελών της οικογένειας ενοχλούνται από τις τελετουργίες των συγγενών τους, το 75% διαταράσσονται από την υπερβολική ενασχόληση με τον εαυτό τους ( shelf involvement ) που παρουσιάζουν οι συγγενείς τους και το 63% ανέφερε ότι σύρεται στην τελετουργική συμπεριφορά από τους συγγενείς τους.(Cooper et al.1994).
Σε μια συστηματική μελέτη στο Brown University, 114 οικογένειες που είχαν κάποιο μέλος με Ι Ψ διαταραχή, συμπλήρωσαν το Family Assesment Device. Απ' αυτές οι μισές βαθμολογήθηκαν σαν δυσλειτουργικές στις κατηγορίες της επικοινωνίας, της συναισθηματικής απαντητικότητας (affective responsiveness ), του ελέγχου της συμπεριφοράς (behavior control )και της γενικής λειτουργικότητας. (Van Noppe et. al.1993).
Η μελέτη των Calvoresi, Lewis et al. 1995, επικεντρώνεται στη συμμόρφωση (accomodation) της οικογένειας στην Ι.Δ.Ψ. διαταραχή των συζύγων ή των ενηλίκων παιδιών. Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν, ότι η οικογενειακή εμπλοκή εμφανίζεται στα πλαίσια γενικής οικογενειακής δυσλειτουργίας και άγχους . Επίσης υποστηρίζεται, ότι η οικογένεια προσπαθεί να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του πάσχοντος, για να μειώσει το άγχος του ή το θυμό του προς τους συγγενείς.
Υπάρχει μια πολύ πρόσφατη μελέτη των Black et al. η οποία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, που αφορά την επίδραση της ΙΔΨ διαταραχής στην οικογένεια παιδιών και εφήβων, που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο ν' αναπτύξουν αυτή την διαταραχή και των οποίων ο ένας γονέας πάσχει από αυτήν. Εδώ αναφέρονται τα προκαταρκτικά ευρήματα της μελέτης , που δημοσιεύτηκαν τον Ιούλιο του 1998. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 19 πυρηνικές οικογένειες με παιδιά 7-18 ετών, των οποίων ο ένας γονέας είχε ΙΔΨ διαταραχή.
Χρησιμοποιήθηκε για την αξιολόγηση των οικογενειών το Family Assesment Device. Επίσης χρησιμοποιήθηκε ένα ερωτηματολόγιο, που ετοιμάστηκε από τους ερευνητές.
Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα δείχνουν, ότι οι οικογένειες αυτές έχουν ιδιαίτερη δυσκολία στην επικοινωνία και υπερβολική εμπλοκή ο ένας στις δραστηριότητες του άλλου. Οι δύο στους τρεις συζύγους αναφέρουν συζυγικές και σεξουαλικές δυσκολίες. Το 60% αυτών αναφέρει ότι είναι γι αυτούς μεγάλο βάρος η φροντίδα του πάσχοντος.
Γενικά τα αποτελέσματα από τις παραπάνω έρευνες, αλλά και από την καθημερινή πρακτική φανερώνουν, ότι οι οικογένειες στις οποίες ένα ή περισσότερα μέλη έχουν OCD, είναι σε πολλούς τομείς διαταραγμένες ή δυσλειτουργικές και ότι η συζυγική δυσαρμονία είναι συχνή σε τέτοιες οικογένειες. Γι αυτό η θεραπευτική παρέμβαση σε ολόκληρη την οικογένεια κι όχι μόνο η εξατομικευμένη αντιμετώπιση του πάσχοντος κρίνεται αναγκαία.
Όμως σε καμιά απ 'αυτές τις έρευνες δεν έχει επικεντρωθεί η μελέτη, στην επίδραση της OCD παιδιών και εφήβων στην λειτουργικότητα της οικογένειάς τους. Ούτε έχει μελετηθεί η επίδραση στην ψυχοκοινωνική προσαρμογή των μη πασχόντων αδελφών τους.
Γι αυτό θα είχε πολύ ενδιαφέρον να ερευνηθούν, ποιοι είναι οι παράγοντες εκείνοι, που δρουν προστατευτικά στο οικογενειακό σύστημα, ώστε να μπορέσει να εμπεριέξει την διαταραχή διατηρώντας τη λειτουργικότητά του και προάγοντας έτσι την εξέλιξη όλων των μελών του και ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου, που όταν υπάρχουν προκαλούν σημαντική δυσλειτουργία στο οικογενειακό σύστημα και αναγκαστική υπερεμπλοκή των μελών του με τα συμπτώματα της OCD.
Μια τέτοια μελέτη θα συνέβαλλε σημαντικά στην αποτελεσματικότητα των θεραπευτικών μας παρεμβάσεων.

Ομιλία της Μάρθας Μπουρνιά σε διημερίδα του Πανεπιστημίου ΘεσσαλίαςΥπ. Διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστήμιου, Παιδοψυχίατρος.

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki