Showing posts with label Ιδεοψυχαναγκασμός. Show all posts
Showing posts with label Ιδεοψυχαναγκασμός. Show all posts

Saturday, 9 November 2024

Τριχοτιλλομανία - Όταν το παιδί μαδάει τα μαλλάκια του / Small Children With Trichotillomania

Τριχοτιλλομανία είναι μια ψυχιατρική διαταραχή, που περιλαμβάνει το επαναλαμβανόμενο τράβηγμα της τρίχας, είτε από το κεφάλι, τις βλεφαρίδες, ή από τα χέρια. Προσφάτως καθορίστηκε ως μια διαταραχή ελέγχου παρόρμησης, αλλά υπάρχουν ακόμη ερωτήματα σχετικά με το πώς πρέπει να κατηγοριοποιηθεί. 
Κάποιες φορές μοιάζει με ψυχαναγκαστική συμπεριφορά, με εθισμό ή με ένα τικ. Τα τελευταία χρόνια άρχισε να θεωρείται ως μέλος των σωματοκεντρικών επαναλαμβανόμενων συνηθειών, όπως είναι το δάγκωμα των νυχιών.
Η έναρξη της τριχοτιλλομανίας εμφανίζεται συνήθως μεταξύ 9 και 13 ετών, αν και μπορεί να ξεκινήσει σε οποιαδήποτε ηλικία. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα κορίτσια τραβάνε πολύ πιο συχνά τα μαλλιά τους, σε σχέση με τα αγόρια και αυτό συνεχίζεται και στην ενήλικη ζωή. Η πορεία της διαταραχής θεωρείται χρόνια, με συμπτώματα που τείνουν να φθίνουν με την πάροδο του χρόνου. 
Ο αντίκτυπος όσο αφορά την υγεία, στα παιδιά που παρουσιάζουν τριχοτιλλομανία, είναι σημαντικός, γιατί μπορεί να παρατηρηθούν κνησμός, βλάβη των ιστών, μολύνσεις και τραυματισμοί λόγω των επαναλαμβανόμενων κινήσεων. Επιπλέον, όσα παιδιά τραβάνε τα μαλλιά τους και τρώνε ένα τμήμα τους, μπορεί να εμφανίσουν γαστρεντερική δυσφορία ή να αναπτύξουν μια μπάλα από τρίχες στο έντερο ή το στομάχι, 
η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε γαστρεντερική απόφραξη και να χρειαστεί χειρουργική αφαίρεση. Αν και αυτό το φαινόμενο είναι σπάνιο, δεν παύει όμως να αποτελεί κίνδυνο για τα παιδιά που τραβάνε τα μαλλιά τους.
Τα παιδιά που παρουσιάζουν αυτή τη συμπεριφορά, εκτός ότι αισθάνονται μια συντριπτική επιθυμία να τραβάνε τα μαλλιά τους, μπορεί επίσης, να έχουν και άλλες ψυχαναγκαστικές συνήθειες, όπως το δάγκωμα των νυχιών ή το δέρμα. Ορισμένα έχουν και άλλα προβλήματα, όπως κατάθλιψη, άγχος, ή ψυχαναγκαστική-καταναγκαστική διαταραχή (OCD). Επίσης, είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι, οι συναισθηματικές επιπτώσεις της τριχοτιλλομανίας μπορεί να είναι σημαντικές. 
Γιατί αυτά τα παιδιά ενδέχεται να εμφανίσουν ντροπή, αμηχανία, και να αποφεύγουν ορισμένες δραστηριότητες. Επιπλέον, να σημειωθεί ότι, αυτές οι καταναγκαστικές συμπεριφορές, όπως η τριχοτιλλομανία, αφορούν συνήθως τη χημεία του εγκεφάλου και μπορεί να είναι γενετικές.

Συνήθως αυτά τα παιδιά χρειάζονται βοήθεια από ειδικούς, οι οποίοι θα τους δείξουν ειδικές τεχνικές συμπεριφοράς, που θα τα βοηθήσουν να αναγνωρίσουν τον λόγο που τραβάνε τα μαλλιά τους και πώς να το αποφύγουν. Αν ανησυχείτε ότι το παιδί σας παρουσιάζει αυτή τη συμπεριφορά, μιλήστε με έναν σχολικό σύμβουλο και με έναν γιατρό, ώστε να πάρετε τις κατάλληλες συμβουλές.

Τριχοτιλλομανία και στους μεγάλους
Η τριχοτιλλομανία είναι μια διαταραχή που πλέον εντάσσεται στις ιδεοψυχαναγκαστικές διαταραχές, ενώ μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν διαταραχή παρόρμησης. Ποια είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της και πως εκδηλώνεται;
Χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενο τράβηγμα των μαλλιών ή τριχών από διάφορα μέρη του σώματος με αποτέλεσμα την απώλεια αυτών, που μπορεί να είναι σε ορατά ή μη σημεία του σώματος. Το άτομο κάνει διαρκώς προσπάθειες να μειώσει ή να σταματήσει τη συμπεριφορά αυτή, χωρίς όμως να τα καταφέρνει. Η συμπεριφορά του τραβήγματος προκαλεί συναισθήματα δυσφορίας και έκπτωση ως προς τη λειτουργικότητά του στον κοινωνικό, επαγγελματικό ή κάποιο άλλο τομέα. 
Το τράβηγμα και η απώλεια των μαλλιών δεν οφείλεται σε ιατρική κατάσταση ή σε κάποια άλλη ψυχιατρική διαταραχή (DSM-5). Οι περιοχές από τις οποίες το άτομο μπορεί να τραβάει τις τρίχες του πιο συχνά είναι τα μαλλιά του κεφαλιού, τα φρύδια, οι βλεφαρίδες, το πρόσωπο, τα χέρια, τα πόδια, οι μασχάλες ή το εφηβαίο. Επίσης, μπορεί να τραβά τις τρίχες από άλλους ανθρώπους, ή από κούκλες, κατοικίδια ζώα και υλικά με τρίχες, όπως είναι τα χαλιά (Franklin et al., 2008. Flessner et al., 2008).
Η ηλικία έναρξης της διαταραχής τοποθετείται στην παιδική ή εφηβική ηλικία, στις περισσότερες περιπτώσεις, ενώ μπορεί να διαρκέσει χρόνια παρουσιάζοντας εξάρσεις και υφέσεις. Κατά την παιδική ηλικία θεωρείται ότι γίνεται πιο έντονη στην ηλικία των 5-8 ετών και κατά την εφηβεία στην ηλικία των 13-14 ετών. Το κάθε επεισόδιο μπορεί να διαρκέσει από λίγα λεπτά έως λίγες ώρες της ημέρας (Christenson & Mansueto, 1999).
Η συμπεριφορά αυτή του ατόμου μπορεί να γίνεται με αυτόματο τρόπο, χωρίς να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής του ατόμου. Το άτομο δηλαδή εκείνη τη στιγμή έχει μειωμένη αίσθηση του υποκειμενικού ελέγχου. Ακόμη, μπορεί να εμφανίζεται σε καταστάσεις που το άτομο βιώνει έντονο άγχος και ψάχνει τρόπους εκτόνωσης. Όμως, μπορεί να πρόκειται για μια στοχευμένη πράξη, στην οποία το άτομο προχωρά για να μειώσει τα δυσάρεστα συναισθήματα έντασης ή διέγερσης που νιώθει ή να αντλήσει ικανοποίηση, ανακούφιση ή και ευχαρίστηση μέσα από αυτή την πράξη. Ενδέχεται να είναι κι ένας τρόπος να βγει το άτομο από την ανία που νιώθει κάποιες φορές, ένας τρόπος χαλάρωσης ή και ένας τρόπος να προκαλέσει ένα είδος διέγερσης στον εαυτό του (Flessner et al., 2008).
Το άτομο εκτός από το τράβηγμα των μαλλιών/ τριχών εμφανίζει ένα σύνολο από τελετουργικές συμπεριφορές που συνδέονται με την ενασχόλησή του με τις τρίχες, όπως χάιδεμα της τρίχας με τα χείλια, γλείψιμο ή μάσημα των τριχών ή κατάποση αυτών, τοποθέτηση των τριχών με συγκεκριμένο τρόπο ή στη σειρά, αναζήτηση συγκεκριμένων τριχών που δεν τις θεωρεί υγιείς και πρέπει να τις καταστρέψει, έντονο άγγιγμα, χτένισμα, στριφογύρισμα ή πιάσιμο των μαλλιών (Duke et al., 2010).
Οι επιπτώσεις της τριχοτιλλομανίας είναι εμφανείς σε σωματικό επίπεδο. Εκτός από την απώλεια των τριχών, καταστρέφεται ο θύλακας της τρίχας, επηρεάζοντας και τις καινούργιες τρίχες που θα βγουν, ενώ μπορεί να εμφανιστούν μολύνσεις ή ερεθισμοί στο δέρμα. Συνήθως, το άτομο προσπαθεί να κρύψει τη συμπεριφορά του από το περιβάλλον, καθώς νιώθει αμηχανία ή ντροπή για αυτή. 

Η τριχοτιλλομανία συνδέεται με αυξημένα επίπεδα κινητικότητας του ατόμου (Franklin et al., 2008), ενώ τα άτομα που πάσχουν από τριχοτιλλομανία θεωρείται ότι βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για εμφάνιση διαταραχών διάθεσης ή διαπροσωπικών προβλημάτων. Ακόμη, παρουσιάζουν δυσκολίες ή αποφυγή εμπλοκής σε δημόσιες ή κοινωνικές δραστηριότητες, ενώ νιώθουν μη ελκυστικά, νιώθουν ντροπή και θλίψη, έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση ή τάσεις μυστικοπάθειας (Townsley Stemberger et al., 2000).
Στο πλαίσιο της θεραπείας, με τη χρήση γνωσιακής- συμπεριφορικής παρέμβασης, είναι σημαντικό το άτομο να αναγνωρίσει τα ερεθίσματα που συνδέονται με την επιθυμία ή με το τράβηγμα των τριχών, καταγράφοντας τα επεισόδια του τραβήγματος. Επίσης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν υποκατάστατα για τη συνήθεια της κινητικής συμπεριφοράς του ατόμου, όπως μπαλάκι αντι-στρες και σφίξιμο της γροθιάς. Είναι σημαντικό να μειωθούν και τα επίπεδα άγχους του ατόμου, αλλά και να βρεθούν δραστηριότητες και πράγματα από τα οποία αντλεί ικανοποίηση και ευχαρίστηση το άτομο. Η γνωσιακή- συμπεριφορική θεραπευτική παρέμβαση έχει βρεθεί ότι είναι αποτελεσματική για την αντιμετώπιση της τριχοτιλλομανίας (Bloch et al., 2007).

Βιβλιογραφία

  • Bloch, M.H., Landeros- Weisenberger, A., Dombrowski, P., Kelmendi, B., Wegner, R., Nudel, J., Pittenger, C.,Leckman, J.F., & Coric, V. (2007). Systematic review: Pharmacological and behavioral treatment for trichotillomania. Biological Psychiatry, 62 (8), 839- 846.
  • Christenson, G.A., & Mansueto, C.S. (1999). Trichotillomania: Descriptive characteristics and phenomenology. In D.J., Stein, G.A. Christenson & E. Hollander (Eds.), Trichotillomania. American Psychiatric Press.
  • Duke, D.C., Keeley, M.L., Geffken, G.R., & Strorch, E.A. (2010). Trichotillomania: A current review. Clinical Psychology Review, 30 (2), 181- 193.
  • Flessner, C.A., Conelea, C.A., Woods, D.W., Franklin, M.E., Keuthen, N.J., & Cashin, S.E. (2008). Styles of pulling in trichotillomania: Exploring differences in symptom severity, phenomenology, and functional impact. Behaviour Research and Therapy, 46 (2), 345- 357.
  • Franklin, Μ.Ε., Flessener, C.A., Woods, D.W., Meuthen, N.J., Piacentini, J.C., Moore, P., Stein, D., Cohen, S.B., & Wilson, M.A. (2008). The child and adolescent trichotillomania impact project: Descriptive psychopathology, comorbidity, functional impairment, and treatment utilization. Journal of Developmental & Behavioral Pediatrics, 29 (6), 493- 500.
  • Townsley Stemberger, R.M., Thomas, A.M., Mansueto, C.S., & Gaardner Carter, J. (2000). Personal toll of trichotillomania: Behavioral and interpersonal sequelae. Journal of Anxiety Disorders, 14 (1), 97- 104.

Sunday, 17 September 2017

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή σε Παιδιά

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή
Εκτιμάται ότι πάνω από 7.500 παιδιά στην Ελλάδα ηλικίας έως 14 ετών εκδηλώνουν Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, η οποία περιλαμβάνει ιδεοληψίες και καταναγκασμούς και χαρακτηρίζεται από ένα έντονο και βασανιστικό αίσθημα αμφιβολίας και ενοχής. 
Οι ιδεοληψίες είναι ακούσιες ανεπιθύμητες σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις, οι οποίες συμβαίνουν παρά τη θέληση του παιδιού προκαλώντας του έντονο αίσθημα δυσφορίας και φόβου και από τις οποίες δεν μπορεί να απεγκλωβισθεί. 
Όσο μάλιστα περισσότερο προσπαθεί να απαλλαγεί από τις ιδεοληψίες, τόσο αυτές πολλαπλασιάζονται και επιμένουν βασανίζοντάς το. 
Ένα παιδί με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή προκειμένου να απαλλαγεί από το δυσάρεστο αίσθημα αμφιβολίας και επικείμενης απειλής που οι ιδεοληψίες του προκαλούν, προβαίνει σε μια σειρά εκούσιων καταναγκασμών που στόχο έχουν να προλάβουν ή να διώξουν το αίσθημα της απειλής και να μειώσουν τη δυσφορία. 
Ο έλεγχος της ίδιας πράξης ξανά και ξανά ή οι επαναλήψεις της ίδιας πράξης είναι καταναγκασμοί. 
Το παιδί ή ο έφηβος συχνά γνωρίζει ότι οι φόβοι του και οι καταναγκασμοί του είναι παράλογοι ή υπερβολικοί, ωστόσο όμως νιώθει αναγκασμένο να τους εκτελεί ανελλιπώς και απαρέγκλιτα.
Η μέση ηλικία έναρξης της διαταραχής είναι τα 10 έτη, ενώ υπολογίζεται ότι το 50% των ενηλίκων με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή εκδήλωσαν τη διαταραχή στη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας! 
Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο ποσοστό των ατόμων με τη διαταραχή την εκδηλώνει νωρίς στην ζωή του! Σύμφωνα με τις διεθνείς μελέτες, ωστόσο, κατά μέσο όρο μεσολαβούν 12 με 17 έτη από τη στιγμή που το άτομο θα εκδηλώσει τη διαταραχή μέχρι τη στιγμή που θα ζητήσει βοήθεια από έναν ειδικό ψυχικής υγείας. 
Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο διάστημα, αν μάλιστα αναλογιστούμε ότι πρόκειται για μία ιδιαίτερα βασανιστική διαταραχή, η οποία προκαλεί μεγάλη επιβάρυνση στο ίδιο το παιδί αλλά και στο οικείο του περιβάλλον. 
Ενδεικτικό της σοβαρότητας της διαταραχής είναι το γεγονός ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας την κατατάσσει στις 10 πιο βασανιστικές διαταραχές, ψυχικές και μη! 
Μάλιστα όσο πιο νωρίς ένα παιδί εκδηλώσει τη διαταραχή, τόσο μεγαλύτερες είναι οι επιπτώσεις της και η επιβάρυνσή της. 
Ο ρόλος της πρόληψης αλλά και της έγκαιρης διάγνωσης και θεραπείας της διαταραχής σε μία τόσο σημαντική περίοδο της ζωής του παιδιού κρίνονται αναμφισβήτητα κρίσιμες.
Ένας από τους λόγους που η διάγνωση καθυστερεί σε ό,τι αφορά τα παιδιά-και αυτό αποτελεί διεθνές και όχι μόνο ελληνικό φαινόμενο-είναι το γεγονός ότι τα συμπτώματά της δεν είναι ευρέως γνωστά, ώστε να αναγνωρίζονται έγκαιρα και να λαμβάνεται δράση. 
Σε αυτό έρχεται να προστεθεί το γεγονός ότι πολλά παιδιά με τη διαταραχή συνήθως την κρατούν κρυφή από το περιβάλλον τους, διότι νιώθουν ενοχές και ντροπή για όσα σκέφτονται και πράττουν εξαιτίας της.

Αν επομένως το παιδί σας σάς μιλήσει για τις ανησυχίες του ή αν εσείς παρατηρήσετε κάποιες ασυνήθιστες συμπεριφορές, υπάρχουν ορισμένα πράγματα που χρειάζεται να έχετε υπόψη σας καθώς θα του μιλάτε, ώστε να μπορέσετε να κρίνετε αν οι ανησυχίες του και οι συμπεριφορές του θα μπορούσαν ή όχι να αποτελούν συμπτώματα της διαταραχής.
Πρώτα-πρώτα χρειάζεται να έχετε υπόψη σας ότι τα περισσότερα παιδιά, ιδιαίτερα τα πολύ μικρά, περνούν μία φάση στην ανάπτυξη τους, η οποία είναι κυριολεκτικά βουτηγμένη στις ρουτίνες. 
Οι ρουτίνες αυτές τους προσφέρουν μία αίσθηση ασφάλειας και σιγουριάς, τα κάνουν να αισθάνονται καλά και θεωρούνται φυσιολογικές. 
Τέτοιες ρουτίνες μπορεί να γίνονται την ώρα που ένα παιδί πηγαίνει για ύπνο, για παράδειγμα. Άλλα παιδιά αρέσκονται να οργανώνουν τα πράγματά τους και τον χώρο τους με συγκεκριμένο τρόπο.

Πότε λοιπόν χρειάζεται να ανησυχήσετε; 
Χρειάζεται να ανησυχήσετε αν κάποιες συνήθειες ή ρουτίνες παίρνουν πολύ χρόνο στο παιδί σας, του προκαλούν δυσφορία και αίσθημα εξαναγκασμού και δυσχεραίνουν την καθημερινότητά του εμποδίζοντάς το σε ό,τι αφορά τις κοινωνικές του συναναστροφές και τις σχολικές του υποχρεώσεις. 
Για παράδειγμα, αν το παιδί σας σάς ζητάει συχνά να παραμείνει σπίτι για να ‘ολοκληρώσει’ μία ‘ελλιπή’ εργασία για το σχολείο ή αν αρχίζει να αποσύρεται από τις συνηθισμένες του εξωσχολικές δραστηριότητες, όπως τα μαθήματα χορού, το ποδόσφαιρο ή ακόμη το παιχνίδι με φίλους. 
Επιπλέον, αν το να διακόπτεται μία ρουτίνα οδηγεί σε δυσανάλογο και αδικαιολόγητο άγχος, θυμό ή επιθετικότητα, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι είναι πιθανόν να υπάρχει Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή. 
Μία άλλη ένδειξη που συνήθως συνοδεύει την έναρξη της διαταραχής είναι μία αισθητή μείωση στην αίσθηση σιγουριάς και αυτοπεποίθησης που νιώθει το παιδί στο σχολείο ή/και στις συναναστροφές του.

Μιλώντας με το παιδί σας είναι σημαντικό να δημιουργήσετε ένα κλίμα εμπιστοσύνης και αποδοχής ώστε να νιώσει ότι μπορεί να σας μιλήσει ανοιχτά για ό,τι το απασχολεί. 
Αν χρειαστεί, θα πρέπει με τις ερωτήσεις σας να το διευκολύνεται να εκφράσει αυτό που νιώθει
Τέτοιες ερωτήσεις μπορεί να είναι: 
«Φαίνεται ότι κάτι σε απασχολεί όλη την ώρα, θέλεις να μου μιλήσεις για αυτό; Όλοι οι άνθρωποι έχουμε ανησυχίες, θέλεις να μου πεις τι απασχολεί εσένα; Έχω προσέξει ότι επαναλαμβάνεις τις ίδιες πράξεις, εσύ το έχεις προσέξει; Μπορείς να το σταματήσεις; Αν το σταματήσεις, τι θα γίνει μετά; Πώς θα αισθάνεσαι;’ Ανησυχείς ότι κάτι κακό μπορεί να συμβεί»; 
 Αρκετές φορές, ιδιαίτερα με τα μικρότερα παιδιά, ίσως χρειαστεί να είστε περισσότερο κατευθυντικοί στις ερωτήσεις σας. 
Για παράδειγμα, μπορείτε να ρωτήσετε: 
«Αν σταματήσεις αυτό που κάνεις, φοβάσαι ότι κάτι κακό θα συμβεί σε εσένα ή σε εμάς»;
Συχνά ένα παιδί μπορεί ευκολότερα να κατανοήσει τα συναισθήματά του μέσω της ταύτισής του με ένα άλλο πρόσωπο, όπως με έναν χαρακτήρα σε μία ιστορία. 
Υπάρχουν αρκετά βιβλία...

Thursday, 14 April 2016

Το βάσανο για τρυφερές ψυχές
Όταν το άγχος γίνεται τελικά πρόβλημα

Το άγχος είναι ένα συνηθισμένο και φυσιολογικό συναίσθημα τόσο στους ενήλικες, όσο και στα παιδιά. Στις περισσότερες περιπτώσεις το άγχος είναι προσωρινό και μπορεί να προκαλείται από ένα συγκεκριμένο στρεσογόνο ερέθισμα ή μία κατάσταση. 
Βάσανο για τρυφερές ψυχές
Στην περίπτωση των παιδιών για παράδειγμα, μπορεί να βιώσουν άγχος μετά από μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή τους όπως μία μετακόμιση ή όταν χρειαστεί να αποχωριστούν τη μαμά στο ξεκίνημα του σχολείου. 
Σε άλλες περιπτώσεις όμως το άγχος μπορεί να υπάρξει σε μια πιο γενικευμένη μορφή, να είναι επίμονο και έντονο, και να παρεμποδίζει την καθημερινή λειτουργία και τις δραστηριότητες του παιδιού όπως το σχολείο, τη δημιουργία φίλων, ή τον ύπνο. 
Σε αυτήν την περίπτωση το άγχος χάνει το φυσιολογικό του στοιχείο και αποτελεί ένδειξη κάποιας αγχώδους διαταραχής. Δυστυχώς, η συχνότητα εμφάνισης των διαταραχών άγχους γίνεται όλο και πιο υψηλή στα παιδιά και δεν έχει δοθεί μέχρι σήμερα ιδιαίτερη βαρύτητα τόσο στη διάγνωση όσο και στην αντιμετώπισή τους. 
Αυτό οφείλεται κυρίως στο ότι τα συμπτώματα των διαταραχών αυτών δεν γίνονται εύκολα αντιληπτά διότι δεν προκαλούν ενόχληση στο περιβάλλον του παιδιού και δεν είναι επιβλαβή για τους άλλους παρά μόνο για το ίδιο το παιδί. Ακόμα όμως και αν γίνονται αντιληπτά από τους γονείς, δυσκολεύονται να διακρίνουν αν πρόκειται για φυσιολογικές ή παθολογικές εκδηλώσεις άγχους και φόβου. 
Ποιες είναι οι διαταραχές άγχους στα παιδιά; 

Διαταραχή άγχους αποχωρισμού. 
Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας είναι φυσιολογικό να βιώνουν κάποιο βαθμό άγχους σε περιπτώσεις απομάκρυνσης από τους γονείς ή από τα άτομα με τα οποία είναι προσκολλημένα. 
Όταν όμως το άγχος που βιώνει το παιδί έχει υπερβολική ένταση και εκδηλώνεται σε μεγαλύτερες ηλικίες, τότε ενδέχεται να αποτελεί ένδειξη της διαταραχής άγχους του αποχωρισμού. 
Παιδιά σχολικής ηλικίας μπορεί να μην θέλουν να πάνε σχολείο ή να κοιμηθούν μόνα τους ή μπορεί να διακατέχονται από φοβίες ότι κάτι κακό θα συμβεί στα αγαπημένα τους πρόσωπα ή ότι τα ίδια χαθούν και δεν θα μπορέσουν να ξαναβρεθούν με τους γονείς τους. 

Κοινωνική αγχώδης διαταραχή. 
Βασικό χαρακτηριστικό της κοινωνικής φοβίας είναι ο έντονος και επίμονος φόβος που βιώνει το παιδί σε μία ή περισσότερες κοινωνικές καταστάσεις. Η κοινωνική κατάσταση μπορεί να προκαλεί τόσο έντονο άγχος, που ενδέχεται να οδηγήσει σε κρίση πανικού. 
Τα παιδιά και οι έφηβοι με κοινωνική φοβία έχουν συνήθως πολύ λίγους φίλους, δεν θέλουν να συμμετέχουν σε ομαδικές δραστηριότητες, στο σχολείο μπορεί να δείχνουν ιδιαίτερα φοβισμένα σε πολλές καταστάσεις (να διαβάσουν φωναχτά, να σηκώσουν χέρι, να πάρουν το λόγο) και μπορεί να αποφεύγουν σχολικές εκδρομές και ομαδικές εκδηλώσεις. 
Στο σπίτι μπορεί να μην απαντούν στο τηλέφωνο και να απομονώνονται όταν έρχονται επισκέπτες. Γενικά τα παιδιά αυτά έχουν αρνητική εικόνα για τον εαυτό τους και συχνά βιώνουν την απόρριψη από το περιβάλλον τους. 

Γενικευμένη αγχώδης διαταραχή. 
Βασικό χαρακτηριστικό της διαταραχής αυτής είναι το υπερβολικό και ανεξέλεγκτο άγχος το οποίο προκαλείται από μια σειρά γεγονότων και δραστηριοτήτων τις περισσότερες μέρες της εβδομάδας για διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών. 
Το παιδί μπορεί να βιώνει άγχος και έντονη φοβία για τους βαθμούς, για οικογενειακά θέματα, για τις γενικότερες επιδόσεις του κ.α. Τα παιδιά αυτά είναι πιο πιθανό να είναι τελειομανή και συχνά αδυνατούν να χαλαρώσουν λόγω της πολύ μεγάλης τους ανησυχίας. 
Τα συμπτώματα της διαταραχής μπορεί να εκδηλώνονται με νευρικότητα ή έντονο αίσθημα αγωνίας, με τεντωμένα νεύρα, με εύκολη κόπωση, με δυσκολία συγκέντρωσης ή με ένα αίσθημα ότι το μυαλό είναι άδειο, με ευερεθιστότητα και διαταραχή ύπνου. 

Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. 
Τα βασικά χαρακτηριστικά της διαταραχής αυτής είναι οι έμμονες σκέψεις και οι ψυχαναγκασμοί με τους οποίους το άτομο ασχολείται τουλάχιστον για μια ώρα την ημέρα και οι οποίο το καταπονούν και του δημιουργούν πρόβλημα στη λειτουργικότητά του. 
Οι εμμονές επαναλαμβάνονται ακόμα και χωρίς τη θέληση του παιδιού και τις βιώνει ως ιδιαίτερα στρεσογόνες. Η συμπεριφορά του παιδιού μπορεί να χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες πράξεις τις οποίες αισθάνεται ως υποχρέωσή του να τις εκτελέσει για να μειώσει το άγχος που βιώνει. Για παράδειγμα, το παιδί μπορεί ασχολείται σε υπερβολικό βαθμό με την καθαριότητα (85% των περιπτώσεων), τον έλεγχο και την τακτοποίηση πραγμάτων. 
Ωστόσο είναι πολύ σημαντικό να γίνεται διάκριση των παθολογικών ψυχαναγκασμών από τις τελετουργίες που κάνουν τα παιδιά στο πλαίσιο της φυτολογικής τους ανάπτυξης. Για παράδειγμα, είναι σύνηθες για κάποια παιδιά να τακτοποιούν τα παιχνίδια τους με έναν ορισμένο τρόπο και συγκεκριμένες στιγμές. Όταν το παιδί καταπονείται και υποφέρει, τότε οι συμπεριφορές αυτές ξεφεύγουν από τα όρια της φυσιολογικής συμπεριφοράς και αποτελούν ενδείξεις ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής. 

Ειδική φοβία. 
Βασικά χαρακτηριστικά της ειδικής φοβίας είναι ο έκδηλος και επίμονος φόβος ο οποίος είναι υπερβολικός και παράλογος και ενεργοποιείται από την παρουσία ή την πρόβλεψη παρουσίας ενός αντικειμένου ή κατάστασης (ασανσέρ, αεροπλάνο, ζώο, ύψος, αίμα, νερό). 
Η έκθεση στο ερέθισμα του φόβου προκαλεί σχεδόν πάντα μια άμεση αντίδραση άγχους ή πανικού. Στα παιδιά το άγχος αυτό εκδηλώνεται συχνά με κλάμα και νευρικότητα. Τα παιδιά είναι πιθανό να μην αντιλαμβάνονται πότε οι φόβοι τους είναι υπερβολικοί ή αδικαιολόγητοι. 
Μπορεί να διακατέχονται από το άγχος που τους δημιουργεί η σκέψη για το τι μπορεί να συμβεί αν εκτεθούν στο φοβικό αντικείμενο ή την κατάσταση που προκαλεί το φόβο. 

Διαταραχή μετά από τραυματικό στρες. 
Τα χαρακτηριστικά της διαταραχής αυτής είναι το επίμονο άγχος ως επακόλουθο ενός τραυματικού γεγονότος. Τέτοιου είδους γεγονότα μπορεί να είναι φυσικές καταστροφές ή καταστάσεις όπου το παιδί γίνεται αυτόπτης μάρτυρας κάποιου εγκλήματος, ληστείας, βιασμού, βασανισμού ή άλλης βίαιης ενέργειας. 
Το παιδί μπορεί να νιώθει έντονο και επίμονο φόβο, αβοήθητο ή τρόμο. Το τραυματικό γεγονός μπορεί να αναβιώνεται από το παιδί ξανά και ξανά. Μπορεί να βλέπει εφιάλτες ή να χάσει τελείως τον ύπνο του, να έχει εκρήξεις θυμού, μπορεί να αποσυρθεί και να αποφεύγει τους ανθρώπους μήνες μετά το τραυματικό γεγονός. Το άγχος αποτελεί ένα γνώριμο και οικείο συναίσθημα για όλους τους ανθρώπους και σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να θεωρηθεί λειτουργικό γιατί συχνά διευκολύνει να αντιμετωπίσουμε δύσκολες καταστάσεις θέτοντας τον οργανισμό μας σε κατάσταση ετοιμότητας. 
Αν όμως οι γονείς παρατηρήσουν ότι το άγχος του παιδιού είναι υπερβολικό σε ένταση, επίμονο στο χρόνο και δεν εξαλείφεται με τη σιγουριά και την ασφάλεια που του παρέχουν, τότε ίσως υπάρχει ένδειξη κάποιας αγχώδους διαταραχής. Σε αυτήν την περίπτωση η γνώμη ειδικού κρίνεται απαραίτητη. Η πρώιμη διάγνωση και αντιμετώπιση είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την υγιή ανάπτυξη και εξέλιξη του παιδιού. 

Parentshelp

Βιβλιογραφία: 
Κάκουρος, Ε. & Μανιαδάκη, Κ. (2006). Ψυχοπαθολογία παιδιών και εφήβων. Αναπτυξιακή προσέγγιση. Τυπωθήτω, Αθήνα. 
Borlow, D. H. (1988). Anxiety and its disorders: The nature and treatment of anxiety and panic. 
New York: Guilford Press. Kashani, J. H. & Orvaschell, H. (1990). A community study of anxiety in children and adolescents.
 American Journal of Psychiatry, 31, 595-559.

Friday, 30 October 2015

Σημάδια ότι το παιδί έχει Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή
OCD in Children and Adolescents

Γεια σας, η κόρη μου 13 ετών άρχισε να εμφανίζει 
κάποιες περίεργες συμπεριφορές. 
OCD in Children and Adolescents
Symptoms and Treatment
Ανέκαθεν ήταν πολύ τακτική όμως τον τελευταίο καιρό η κατάσταση έχει αλλάξει, έχει γίνει πολύ σχολαστική, τα βράδια αργεί να κοιμηθεί το πρωί ετοιμάζει τα πράγματά της και επιστρέφει συνέχεια στο χώρο της για να δει μήπως έχει ξεχάσει κάτι, συνέχεια ανησυχεί και με ρωτάει όταν την πηγαίνω στο σχολείο αν ξεχάσαμε την πόρτα στο σπίτι ανοιχτή ή μήπως ο θερμοσίφωνας έμεινε ανοιχτός από το πρωινό μπάνιο. 

Διάβαζα κάποια πράγματα στο διαδίκτυο και ανησύχησα θα μπορούσα να επικοινωνήσω με κάποιον ψυχολόγο; Πολλές φορές τσακωνόμαστε γι΄αυτά τα ασήμαντα φαινομενικά πράγματα.

Απαντάει η Τιτίκα Μητσοπούλου Ψυχολόγος, Msc Κοινωνικής Ψυχιατρικής – Παιδοψυχιατρικής, Υποψήφια Δρ. Ιατρικής Σχολής Παν/μιο Ιωαννίνων

Με τις λίγες πληροφορίες που μου δίνετε ενδεχομένως η κόρη σας να πάσχει από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, μια αρκετά συχνή διαταραχή στα παιδιά και τους εφήβους. 
Η Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή χαρακτηρίζεται από αρνητικές ιδέες και σκέψεις που προκαλούν άγχος, φόβο ή δυσφορία, που προκειμένου να μειωθούν μπορεί να οδηγούν τους πάσχοντες στο να ελέγχουν διάφορα πράγματα ξανά και ξανά, όπως το αν έχουν κάνει σωστά την εργασία για το σχολείο ή αν έκλεισαν τις ηλεκτρικές συσκευές. 
Επιπροσθέτως, οι έφηβοι μπορεί να αισθάνονται ντροπή και φόβο για τα συμπτώματά τους, με αποτέλεσμα να τα αποκρύπτουν και ως εκ τούτου να μην λαμβάνουν βοήθεια.
Προσπαθήστε λοιπόν να μιλήσετε ήρεμα στην κόρη σας, εκθέτοντας με απλά λόγια τις αλλαγές που παρατηρείτε στην συμπεριφορά της. 
Εκφράστε την αποδοχή και την αγάπη σας και ζητείστε της να σας πει αν κάτι πράγματι την προβληματίζει. 
Προτείνετέ της να επισκεφτείτε κάποιον επαγγελματία ψυχικής υγείας ψυχολόγο ή ψυχίατρο για να γίνει η αξιολόγηση και η διάγνωση του προβλήματος. 
Επιλέξτε ψυχολόγο ή ψυχίατρο που να εξειδικεύεται στην παροχή συμπεριφορικής θεραπείας, που είναι η πρώτη θεραπεία επιλογής για την εν λόγω διαταραχή στα παιδιά και τους εφήβους.

Wednesday, 5 March 2014

«Mr. Hublot» - Το φετινό Όσκαρ στην κατηγορία
«ταινίες κινουμένων σχεδίων μικρού μήκους»
Best Animated Short Film (Oscar 2014)


Αυτή η αριστουργηματική ταινία του Laurent Witz, με τους χαρακτήρες του Stephane Halleux, διάρκειας μόλις 11 λεπτών,   η οποία σημειωτέον δεν έχει καθόλου ομιλούντες χαρακτήρες,  κέρδισε το oscar του 2014.
 
Η Γαλλική αυτή παραγωγή χρειάστηκε περίπου 3 χρόνια για να ολοκληρωθεί.
Ο κ. Hublot ένας παράξενος, μοναχικός άνθρωπος που πάσχει από ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (OCD), φοβάται την αλλαγή και τον έξω κόσμο.  Η άφιξη ενός μηχανικού κουταβιού ανατρέπει τη ζωή του.
 
 

Saturday, 28 April 2007

Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή σε παιδιά και εφήβους — Ο ρόλος της οικογένειας και του σχολείου

Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή είναι αρκετά σοβαρή και συχνή, οικογενής και με χρόνια πορεία. Η εμφάνισή της στα παιδιά και τους εφήβους είναι αρκετά συχνή, σε ποσοστό 1% έως 3,6%, όμως συχνά υποδιαγιγνώσκεται. Η κατανόηση της αιτιολογίας της γίνεται μόνο μέσω του βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου.
Στα παιδιά οι βιολογικοί και γενετικοί αιτιολογικοί παράγοντες είναι σημαντικοί. Η κλινική εικόνα σ’ αυτές τις ηλικίες δεν διαφέρει από τη συμπτωματολογία των ενηλίκων, με συνηθέστερες τις ιδεοληψίες μόλυνσης και τους καταναγκασμούς καθαρισμού και ελέγχου.
Ο ρόλος του παιδαγωγού είναι σημαντικός, τόσο για την έγκαιρη επισήμανσή της, όσο και για την συμβολή του στην αντιμετώπισή της. Η οικογένεια, τόσο οι γονείς, όσο και τα αδέλφια του πάσχοντος, επηρεάζουν και επηρεάζονται σημαντικά από την διαταραχή. Γι αυτό η θεραπευτική παρέμβαση σε ολόκληρη την οικογένεια κι όχι μόνο η εξατομικευμένη αντιμετώπιση του πάσχοντος, κρίνεται αναγκαία.
Θα είχε κατά συνέπεια πολύ ενδιαφέρον να ερευνηθούν, ποιοι είναι οι παράγοντες εκείνοι, που δρουν προστατευτικά στο οικογενειακό σύστημα και ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου, που όταν υπάρχουν προκαλούν σημαντική δυσλειτουργία σ’ αυτό και αναγκαστική υπερεμπλοκή των μελών του με τα συμπτώματα της OCD.
Συμπτώματα Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής
ΙΔΕΟΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ  ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΦΗΒΟΥΣ. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ.
Η OCD είναι μια αρκετά σοβαρή και συχνή νευροψυχoλογική διαταραχή, οικογενής και με χρόνια πορεία. Προσβάλλει όλα τα κοινωνικοοικονομικά στρώματα κι όλες τις φυλές ανεξαιρέτως και με την ίδια συχνότητα τους άντρες και τις γυναίκες. Είναι η τέταρτη πιο συχνή από τις ψυχιατρικές διαταραχές. Είναι πολύ βασανιστική τόσο για το άτομο όσο και για την οικογένειά του και μπορεί κανείς να κατανοήσει την αιτιολογία της μόνο μέσω του βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου.
Στην ομιλία μου θα αναφερθώ στα χαρακτηριστικά της διαταραχής όταν αυτή εμφανίζεται σε παιδιά και εφήβους και στις επιπτώσεις αυτής τόσο στους πάσχοντες όσο και στο περιβάλλον τους και το αντίθετο.

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΙΔΕΟΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ (OCD)
Το διαγνωστικό σύστημα DSMVI την ορίζει, ως τη διαταραχή εκείνη που χαρακτηρίζεται από:
«Επαναλαμβανόμενες ιδεοληψίες ή/και καταναγκασμούς που έχουν τέτοια σοβαρότητα ώστε να προκαλούν κατανάλωση χρόνου, περισσότερο από μια ώρα την ημέρα, μεγάλη δυσφορία στο άτομο και μεγάλη παρεμβολή στις καθημερινές του συνήθειες, το σχολείο, τις κοινωνικές δραστηριότητες ή τις σημαντικές σχέσεις με τους άλλους».
Ιδεοληψίες ονομάζουμε σκέψεις ή εικόνες που έρχονται διαρκώς στο μυαλό και είναι ανεπιθύμητες ή ενοχλητικές. Αυτές οι σκέψεις εμφανίζονται παρά τη προσπάθεια που κάνει κανείς να τις αγνοήσει.
Μπορεί να φαίνονται παράλογες ή αποκρουστικές και συνοδεύονται από άσχημα συναισθήματα όπως φόβο, αηδία, αμφιβολία, προκαλώντας δυσφορία στο άτομο.
Το άτομο έχει την επίγνωση ότι αυτές οι σκέψεις προέρχονται από το ίδιο του το μυαλό και δεν είναι απλά έντονοι φόβοι σχετικά με πραγματικά προβλήματα, αν και τα μικρά παιδιά μπορεί να μην είναι σε θέση να το περιγράψουν και θέλει μεγάλη προσοχή στην εκτίμηση.

Παραδείγματα ιδεοληψιών είναι: Η επίμονη ιδέα ότι τα χέρια του ατόμου είναι μολυσμένα ή βρώμικα, ανεξάρτητα από το πόσο πολύ τα πλένει. Η ιδέα ότι μπορεί να βλάψει κανείς τον εαυτό του, ακόμη και αν δεν έχει καμιά πρόθεση να το κάνει.

Καταναγκασμούς ονομάζουμε την έντονη ανάγκη που έχει κανείς να κάνει κάτι ξανά και ξανά σαν κάτι να τον εξαναγκάζει ή να κάνει κάτι με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο. Εμφανίζονται σαν απάντηση σε μια ιδεοληψία, στην προσπάθεια του ατόμου να εξουδετερώσει, να καταπνίξει ή να αγνοήσει τόσο την έμμονη σκέψη όσο και τα άσχημα συναισθήματα που συνδέονται με αυτήν.

Για παράδειγμα, το πλύσιμο των χεριών ξανά και ξανά ακόμη κι αν είναι καθαρά. Ο επαναλαμβανόμενος έλεγχος ότι κλείδωσε την πόρτα ή ότι έσβησε το ηλεκτρικό μάτι. Η ανάγκη να αγγίξει κάτι συγκεκριμένες φορές. Να ξαναδιαβάζει κάτι πολλές φορές επειδή συνεχώς αμφιβάλλει ότι το έκανε σωστά, ή να τακτοποιεί τα αντικείμενα με συγκεκριμένο τρόπο.
Αν και τα περισσότερα παιδιά και οι έφηβοι αναγνωρίζουν ότι οι πράξεις αυτές στερούνται νοήματος, μπορεί, συχνότερα από ότι στους ενήλικους να λείπει αυτή η επίγνωση (poor insight type).

ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ Η OCD;
Σύμφωνα με την Ψυχαναλυτική προσέγγιση, τα ψυχαναγκαστικά συμπτώματα προέρχονται από την προσπάθεια ενός αυστηρού υπερεγώ να διαχειριστεί τις ισχυρές επιθετικές ή σεξουαλικές ενορμήσεις και τα έντονα συναισθήματα ενοχής που τις συνοδεύουν.
Κινητοποιούνται αμυντικοί μηχανισμοί όπως η αντίδραση με το αντίθετο (reaction formation), η παλινδρόμηση σε μια πρωτόγονη παντοδυναμία της σκέψης, η μόνωση των συναισθημάτων (isolation) και διανοητικοποίηση κάθε θέματος, η μετάθεση και η ματαίωση(undoing) με μαγικούς τρόπους, που έχουν σαν αποτέλεσμα την κλινική εικόνα της διαταραχής.
Η συμπεριφοριστική προσέγγιση υποστηρίζει ότι οι ψυχαναγκαστικές εκδηλώσεις θεωρούνται ως μαθησιακά καθορισμένες αντιδράσεις αποφυγής. Κατά την παιδική ηλικία, η σύνδεση ορισμένων σκέψεων με τυχαία αγχογόνα γεγονότα, τις μετατρέπει σε ψυχαναγκαστικές και καθώς ορισμένες μαγικές ενέργειες ανακουφίζουν το άτομο, ενισχύονται και μονιμοποιούνται.
Αν και οι ενδοψυχικοί μηχανισμοί είναι σημαντικοί για την ανάπτυξη ψυχαναγκαστικών χαρακτηριστικών προσωπικότητας, φαίνεται να υπάρχει ξεχωριστή βιολογική επιβάρυνση σε αυτά τα άτομα που θα αναπτύξουν O.C.D.
Ιδίως όταν η έναρξη της διαταραχής συμβαίνει στην παιδική ή εφηβική ηλικία οι σύγχρονες έρευνες συμφωνούν ότι οι βιολογικοί και γενετικοί αιτιολογικοί παράγοντες είναι σημαντικοί.

Σ’ αυτό συντελούν τα παρακάτω δεδομένα:
  1. Η θεραπευτική δράση των αναστολέων επαναπρόσληψης της σεροτονίνης έχει οδηγήσει στην διατύπωση της «σεροτονεργικής υπόθεσης» σύμφωνα με την οποία η διαταραχή οφείλεται σε μια βιοχημική ανισσοροπία που σχετίζεται με την σεροτονίνη, ένα νευροδιαβιβαστή που επηρεάζει τον ύπνο, την όρεξη, το άγχος και τις επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές.
  2. Παρατηρήσεις συμπεριφορών των ζώων που αναφέρονται με τον όρο grooming, όπως το γλείψιμο, το πλύσιμο, το τσίμπημα προς χάριν περιποίησης και συσχέτισης αυτών με την OCD και την τριχοτιλλομανία οδηγούν στη θεωρία ότι η OCD αποτελεί μια αρχέγονη συμπεριφορά grooming που εμφανίζεται εσφαλμένα.
  3. Γενετικές οικογενειακές μελέτες δείχνουν ότι σε μερικές περιπτώσεις η OCD αποτελεί έκφραση του ίδιου γονιδίου που είναι υπεύθυνο για την εμφάνιση των τικ.
  4. Νευροαπεικονιστικές μελέτες που μελετούν την λειτουργία του εγκεφάλου όπως η PET (Τομογραφία με την μέθοδο εκπομπής ποζιτρονίων), φανερώνουν ανωμαλίες στα κυκλώματα που ενώνουν τα βασικά γάγγλια με τον προμετωπιαίο φλοιό. Αυτές οι ανωμαλίες διορθώνονται όταν τα συμπτώματα της OCD υποχωρούν τόσο μετά από φαρμακευτική αντιμετώπιση όσο και μετά από CBT.
  5. Έχει παρατηρηθεί έναρξη OCD αιφνίδια σε παιδιά μετά από λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού σαν μια αυτοάνοση αντίδραση προς τον β-αιμολυτικό στρεπτόκοκκο.(ότι ανήκει στο φάσμα του συνδρόμου που αναφέρεται με τον όρο PANDAS pediatric autoimmune neuropsychiatric disorders associated with streptococcal infections και περιλαμβάνει ιδεοληψίες, καταναγκασμούς, τικ και χορεία)
  6. Μπορεί να εμφανιστεί σαν αποτέλεσμα διαφόρων νευρολογικών διαταραχών όπως μετά από δηλητηρίαση με μονοξείδιο του άνθρακα, όγκους, αλλεργικές αντιδράσεις στο τσίμπημα σφήκας, εγκεφαλίτιδα, εγκεφαλικό τραύμα, χορεία του Sydenham, και άλλες παθολογικές καταστάσεις που αφορούν τα βασικά γάγγλια.
Το γονεϊκό περιβάλλον παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάδυση της διαταραχής, τονίζοντας κατά την διαπαιδαγώγηση την αυτοπειθαρχία και τον αυτοέλεγχο. Ιδίως στην εφηβεία οι ερευνητές υποθέτουν ότι τα συμπτώματα δρουν σαν φράγμα που προστατεύει τον έφηβο από την υπερβολική κοντινότητα με τον ένα γονέα, που την αντιλαμβάνεται σαν απειλητική. Κατά την αρχική αξιολόγηση πάντα πρέπει να συνεκτιμούμε οικογενειακούς παράγοντες όπως: η αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση των γονέων, η εμπλοκή τους στις τελετουργίες, η αλλαγή του τρόπου ζωής που τους επιβάλλεται λόγω των συμπτωμάτων και την επικέντρωση του οικογενειακού περιβάλλοντος μόνο στις παθολογικές συμπεριφορές.

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ και ΗΛΙΚΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ
Το ένα τρίτο με ένα δεύτερο των ενηλίκων πασχόντων από OCD, αναφέρουν έναρξη της νόσου κατά την εφηβική ή τη παιδική ηλικία.
Σήμερα θεωρείται μια αρκετά συχνή πάθηση της παιδικής και εφηβικής ηλικίας, με επιπολασμό από 1% ως 3.6% ανάλογα με τους ερευνητές. Αυτό την φέρνει να ξεπερνάει σε συχνότητα παθήσεις όπως ο νεανικός διαβήτης και το άσθμα.
Αν και συνηθέστερα η έναρξή της συμβαίνει στην εφηβεία, έχουν αναφερθεί περιστατικά σε πολύ μικρότερες ηλικίες, μέχρι και σε νήπια τριών ετών. Η μέση ηλικία έναρξης της OCD των παιδιών κι εφήβων είναι τα 10 χρόνια, αν και τα συμπτώματα αρχίζουν 2-3 χρόνια πριν.
Η πρώιμη έναρξή της συσχετίζεται με οικογενή χαρακτήρα (περισσότερα μέλη της οικογένειας πάσχουν από την διαταραχή) και με την συννοσηρότητα της διαταραχής στα αγόρια με τικ και μάλιστα με σύνδρομο Tourette. Συχνότερα η έναρξη προ της εφηβείας
συμβαίνει στα αγόρια με μια συχνότητα 3 προς 2. Στην κλινική πράξη συχνότερα συμβαίνει να βλέπουμε αγόρια με έναρξη της OCD προ της εφηβείας που έχουν συχνά στην οικογένειά τους κι άλλα άτομα που παρουσιάζουν OCD ή τικ, ενώ τα κορίτσια συνήθως εμφανίζονται με έναρξη των συμπτωμάτων κατά την εφηβεία.
Ακόμα μεγαλύτερη είναι η συχνότητα της υποκλινικής OCD στην εφηβεία, που ανάλογα με τα διαγνωστικά κριτήρια φτάνει από 4%-19%. Οι ιδεοληψίες του μη κλινικού πληθυσμού διαφέρουν ως προς τη συχνότητα, (είναι πιο σπάνιες) την ένταση, (είναι μικρής διάρκειας, λιγότερο ξένες προς το εγώ και σπάνια συνοδεύονται από καταναγκασμούς) και ως προς τις συνέπειες (δεν προκαλούν δυσφορία στο άτομο και δεν προκαλούν παρεμβολές στην καθημερινή του ζωή ή κάποια δυσλειτουργία στην κοινωνική ή σχολική του ζωή).
Είναι ανάγκη να διαχωρίζονται οι ιδεοληψίες από τις ήπιες τελετουργίες κι εμμονές όπως οι συνήθειες του ύπνου, που φυσιολογικά εμφανίζονται ιδίως κατά τη νηπιακή ηλικία, λόγω των αναπτυξιακών αναγκών της ηλικίας αυτής, όπως αυτές της κυριαρχίας και του ελέγχου, που δίνουν το αίσθημα της ασφάλειας.
Σήμερα έχουμε την πεποίθηση ότι είναι μια διαταραχή που εμφανίζεται στα παιδιά και τους εφήβους πολύ συχνότερα απ’ ότι παλιότερα πίστευαν. Το ότι η διαταραχή αυτή συχνά υποδιαγιγνώσκεται, μπορεί να αποδοθεί αφ’ ενός στην μυστικότητα που κρατούν γύρω από τα συμπτώματά τους οι πάσχοντες, που τα φανερώνουν μόνο όταν πια γίνουν τόσο σοβαρά, ώστε δεν είναι δυνατόν πια να συνεχίσουν να τα κρύβουν και αφ’ ετέρου στην άγνοια τόσο του περιβάλλοντος, όσο και των ειδικών γύρω από τη συμπτωματολογία της διαταραχής. Γι αυτό συχνά αναφέρεται ως “η κρυμμένη επιδημία”. Συχνά οι γονείς οδηγούνται στους
ειδικούς , όχι για την ίδια διαταραχή, αλλά για δευτερογενή προβλήματα που δημιουργούνται λόγω της διαταραχής, με συχνότερο την πτώση της σχολικής επίδοσης.
Από τα παραπάνω φαίνεται πόσο σημαντική είναι η συμβολή του παιδαγωγού στην πρώιμη επισήμανση της ανάγκης για διερεύνηση και έτσι στην έγκαιρη διάγνωση και θεραπευτική αντιμετώπιση. Αυτό είναι πολύ σημαντικό ιδίως τώρα που διαθέτουμε αρκετά αποτελεσματικές μεθόδους αντιμετώπισης, όπως την συμπεριφοριστική-γνωσιακή θεραπεία και, για τις βαρύτερες περιπτώσεις, την φαρμακοθεραπεία με τους αναστολείς
επαναπρόσληψης της σεροτονίνης, που μπορεί να βελτιώσουν σημαντικά την ζωή τόσο του πάσχοντος όσο και της οικογένειάς του.
Γι αυτό είναι σημαντικό ο παιδαγωγός να γνωρίζει την εικόνα με την οποία εμφανίζεται η διαταραχή.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ (ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ)
Οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η συμπτωματολογία της διαταραχής δεν διαφέρει σημαντικά στα παιδιά σε σχέση με τους ενήλικες. Τα συμπτώματα αλλάζουν με τον χρόνο και συχνά συμβαίνει κάποιος να εμφανίσει τελικά σε κάποιο βαθμό, σχεδόν όλα τα συμπτώματα που
περιγράφονται.
Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα της OCD στην παιδική ηλικία είναι ιδεοληψίες μόλυνσης, που συχνά συνοδεύονται από καταναγκαστικό πλύσιμο και αποφυγή του μολυσμένου αντικειμένου, που οδηγεί σε ολοένα αυξανόμενο περιορισμό δραστηριοτήτων.
Έμμονοι φόβοι για την ασφάλεια των ίδιων ή των γονέων, είναι συχνοί.
Άλλο συνηθισμένο σύμπτωμα είναι ο καταναγκαστικός επαναλαμβανόμενος έλεγχος, όπως αν οι πόρτες είναι κλειδωμένες ή τα μέλη της οικογένειας είναι ασφαλή. Ο έλεγχος μπορεί να είναι εκδήλωση ψυχαναγκαστικής αμφιβολίας, που οδηγεί το παιδί να ελέγχει επαναλαμβανόμενα χωρίς να μπορεί να σιγουρευτεί ότι είναι εντάξει.
Άλλοι συχνοί καταναγκασμοί είναι αυτοί που περιλαμβάνουν επαναληπτικό μέτρημα, τοποθέτηση στη σειρά ή άγγιγμα.
Αν και οι περισσότεροι καταναγκασμοί είναι συνδεδεμένοι με κάποια ειδική ανησυχία, πολλοί αποτελούν πράξεις που επαναλαμβάνονται έως ότου γίνουν “σωστά”, δηλαδή με απόλυτη ακρίβεια σύμφωνα με ορισμένο τρόπο. Καταναγκαστικό επαναλαμβανόμενο ξαναδιάβασμα και ξαναγράψιμο των σχολικών εργασιών μπορεί να επηρεάζει αρνητικά τη σχολική επίδοση.
Μπορεί να συμβαίνουν και νοητικές τελετουργίες, όπως σιωπηλή προσευχή, μέτρημα, επανάληψη.
Μια μειοψηφία υποφέρει μόνο από ιδεοληψίες, που μπορεί να είναι εικόνες που εισβάλλουν ξαφνικά σεξουαλικού ή επιθετικού περιεχομένου ή αυτοτραυματισμού.
Ψυχαναγκαστική επιβράδυνση, κατά την οποία ένας έφηβος κινείται πάρα πολύ αργά, εμφανίζεται λιγότερο συχνά, προκαλώντας μεγάλη δυσλειτουργία. Προσεκτική εξέταση αποδεικνύει ενασχόληση με πολλαπλούς νοητικούς καταναγκασμούς που εμποδίζουν τις
κανονικές δραστηριότητες.
Μετά από τις πρόσφατες έρευνες πολλοί ειδικοί υποστηρίζουν το διαχωρισμό δύο τύπων OCD, την «συνδεόμενη με τικ» και την «μη συνδεόμενη με τικ», που διαφέρουν μεταξύ τους κι ως προς το είδος των συμπτωμάτων.

Στον πρώτο τύπο, που συμβαίνει συνήθως σε αγόρια με πρώιμη έναρξη των συμπτωμάτων, υπάρχουν συχνότερα τα εξής συμπτώματα:
  1. Η επιτακτική ανάγκη για άγγιγμα ή τρίψιμο, τελετουργίες ανοιγοκλεισίματος ή καρφώματος των ματιών.
  2. Ανησυχία για την ύπαρξη συμμετρίας ή ακρίβειας.
  3. Αίσθημα ότι κάτι λείπει και εισβολή σκέψεων και εικόνων επιθετικού ή σεξουαλικού περιεχομένου.
  4. Οι καταναγκασμοί προέρχονται κυρίως από την επιτακτική ανάγκη να γίνει κάτι ακριβώς όπως πρέπει.
Στον δεύτερο τύπο υπάγονται κυρίως κορίτσια με έναρξη των συμπτωμάτων στην εφηβεία, που παρουσιάζουν συχνότερα:
Ιδεοληψίες μόλυνσης τις οποίες ακολουθούν καταναγκασμοί καθαρισμού.
Είναι σημαντικό να αξιολογηθεί επίσης, ο χρόνος που το άτομο καταναλώνει με τις ιδεοληψίες και τους καταναγκασμούς, η παρεμβολή τους στην καθημερινή του ζωή, πόσο μεγάλη δυσφορία του προκαλούν, πόσο αντιστέκεται σ’ αυτά τα συμπτώματα και σε
ποιο βαθμό καταφέρνει να τα ελέγξει.
Συχνά η κλινική εικόνα και η θεραπευτική αντιμετώπιση περιπλέκεται από την ύπαρξη συννοσηρότητας. Άλλες διαταραχές άγχους, όπως υπεραγχώδης διαταραχή ή άγχος αποχωρισμού, έχουν το ένα τρίτο με ένα δεύτερο των περιστατικών. Η κατάθλιψη είναι εξ’ ίσου κοινή συνυπάρχουσα διαταραχή, με επιπολασμό από 20% - 73% ανάλογα με τις έρευνες. Ύπαρξη τικ σε κάποια στιγμή της ζωής των πασχόντων από OCD φτάνει το 60%. Πολλά παιδιά είναι ευερέθιστα και παρορμητικά και τα μισά πληρούν τα κριτήρια της διάγνωσης της διαταραχής της υπερκινητικότητας με διάσπαση προσοχής ή της
εναντιωματικής διαταραχής. Έτσι είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο τελειομανία και ταυτόχρονα μεγάλη ακαταστασία.

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ Ο ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ OCD
  1. Να συμβάλλει στην έγκαιρη επισήμανση του προβλήματος.
  2. Γνωρίζοντας την συμπτωματολογία της διαταραχής να αντιληφθεί τους καταναγκασμούς ή τη συμπεριφορά αποφυγής.
  3. Να αντιληφθεί τις αρνητικές συνέπειες στη λειτουργικότητα όπως αυτές εκδηλώνονται με τη πτώση στη σχολική επίδοση, την αφηρημάδα, την απομόνωση από τις παρέες ή τις συχνές απουσίες.
  4. Να ενισχύσει την οικογένεια ώστε να αναζητήσει βοήθεια από ειδικούς.
  5. Πρέπει να επισημάνει το πρόβλημα με τέτοιο τρόπο που να μην ενοχοποιείται ούτε το παιδί ούτε η οικογένεια. Σ’ αυτό θα τον βοηθήσει η κατανόηση της φύσης της διαταραχής. Η OCD είναι μια διαταραχή που βασανίζει το άτομο κι όχι ένα λάθος ή μια κακιά συνήθεια που θα μπορούσε το παιδί να σταματήσει εάν απλά προσπαθούσε περισσότερο. Η οικογένεια επηρεάζει και επηρεάζεται από την διαταραχή , όμως τα οικογενειακά προβλήματα δεν προκαλούν O.C.D.
  6. Να βοηθήσει σημαντικά στην αρχική αξιολόγηση του παιδιού από τους ειδικούς, δίνοντάς τους πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την συμπτωματολογία και τη λειτουργικότητά του, σε ένα περιβάλλον έξω από την οικογένειά του.
  7. Να συμμαχήσει με το παιδί τους γονείς και τους ειδικούς στη μάχη κατά της OCD.
  8. Οφείλει να αντιμετωπίζει τα συμπτώματα της διαταραχής με υπομονή και κατανόηση, χωρίς να μπλέκεται σε ατέρμονες συζητήσεις προκειμένου να εξηγήσει στο παιδί την παραδοξότητα των φόβων και των συμπεριφορών του.
  9. Να ενθαρρύνει το παιδί στον αγώνα του να απαλλαγεί από την OCD, χωρίς ανυπομονησία που θα το φόρτωνε με επιπλέον άγχος.
  10. Πρέπει να διαχωρίσει το παιδί από τη συμπτωματολογία της OCD και να στρέφει την προσοχή του σε κείνους τους τομείς, όπου το παιδί τα καταφέρνει.
Ο παιδαγωγός οφείλει να αναγνωρίσει ότι η OCD είναι μια νόσος ξεχωριστή από το παιδί ως άτομο και δεν επηρεάζει την ικανότητα του υπόλοιπου εγκεφάλου και του παιδιού να λειτουργεί φυσιολογικά.
Αυτός ο διαχωρισμός από τον παιδαγωγό θα βοηθήσει ώστε και οι συμμαθητές του παιδιού να κάνουν το ίδιο και να μην το απομονώνουν.
Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η τιμωρία δεν βοηθάει το ίδιο και η απόρριψη. Αντίθετα το χιούμορ όταν χρησιμοποιείται για την γελοιοποίηση της OCD κι όχι του παιδιού μπορεί να δράση καταλυτικά.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ
Η δυσλειτουργία της οικογένειας δεν είναι ούτε απαραίτητη ούτε αρκετή ώστε να οδηγήσει στην έναρξη της διαταραχής.
Πράγματι τα οικογενειακά προβλήματα δεν προκαλούν OCD, όμως ο τρόπος που η οικογένεια αντιμετωπίζει τα συμπτώματα μπορεί να επηρεάσει την πορεία της διαταραχής και ταυτόχρονα τα συμπτώματα της OCD μπορεί να προκαλέσουν μεγάλη δυσλειτουργία στην οικογένεια.
Σε μια έρευνα (Hibbes 1991) αποδεικνύεται ότι η ύπαρξή αυξημένου expressed emotion ( θυμός, αρνητικά σχόλια, κριτική και υπερεμπλοκή) μπορεί να προκαλέσει έξαρση των συμπτωμάτων της OCD, ενώ μια ήρεμη υποστηρικτική οικογένεια μπορεί να βελτιώσει τα συμπτώματα.
Η OCD εμπλέκει από τη φύση της, όλα τα μέλη της οικογένειας και δημιουργεί σε αυτά έντονα αρνητικά συναισθήματα όπως θυμό και ματαίωση, καθώς και σύγχυση γιατί συνυπάρχουν στον πάσχοντα υγιή και παθολογικά στοιχεία συγχρόνως. Οι γονείς και τα αδέλφια εμπλέκονται συχνά στα συμπτώματα του παιδιού, με αποτέλεσμα σοβαρή βλάβη της οικογενειακής ζωής και διαιώνιση των συμπτωμάτων. Το αποτέλεσμα είναι ότι η OCD δεν βασανίζει μόνο τον πάσχοντα αλλά και ολόκληρη την οικογένειά του. Πιθανώς ο οικογενής χαρακτήρας της διαταραχής να έχει επηρεάσει τη σχέση των γονιών με τα δικά τους πάσχοντα ή μη αδέλφια ή γονείς (March 1996) και αυτό να επηρεάζει τόσο τη σχέση τους με τα δικά τους παιδιά όσο και την αδελφική σχέση των παιδιών μεταξύ τους και ιδίως με τον πάσχοντα αδελφo (AΑCAP 1998 θετικό ιστορικό για Ι Ψ διαταραχή μπορεί να επηρεάσει τη στάση των γονέων προς τα συμπτώματα του παιδιού).

Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν λίγες έρευνες που μελετούν την επίδραση της ΙΔΨ διαταραχής στην οικογενειακή και συζυγική ζωή. Σ' αυτές όμως φαίνεται καθαρά ότι αυτή η επίδραση, κάθε άλλο παρά ασήμαντη, είναι.
Στην Epidemiologic Catchement Area Survey αποδεικνύεται ότι άτομα με ΙΔΨ διαταραχή είναι πιο συχνά διαζευγμένα ή χωρισμένα, απ' ότι άτομα χωρίς ΙΔΨ διαταραχή (Κarna et al.1988).
Σε μια πρόσφατη μελέτη σε 419 μέλη της Obsessive Compulsive Foundation, το 73% των συμμετεχόντων ανέφερε ότι η διαταραχή παρεμβαίνει στις οικογενειακές σχέσεις.(Hollander et.al 1996).
Σε μια άλλη μελέτη από την Obsessive Compulsive Foundation, στην οποία συμμετείχαν 450 μη πάσχοντα μέλη της, βρέθηκε ότι το 85% των μελών της οικογένειας ενοχλούνται από τις τελετουργίες των συγγενών τους, το 75% διαταράσσονται από την υπερβολική ενασχόληση με τον εαυτό τους ( shelf involvement ) που παρουσιάζουν οι συγγενείς τους και το 63% ανέφερε ότι σύρεται στην τελετουργική συμπεριφορά από τους συγγενείς τους.(Cooper et al.1994).
Σε μια συστηματική μελέτη στο Brown University, 114 οικογένειες που είχαν κάποιο μέλος με Ι Ψ διαταραχή, συμπλήρωσαν το Family Assesment Device. Απ' αυτές οι μισές βαθμολογήθηκαν σαν δυσλειτουργικές στις κατηγορίες της επικοινωνίας, της συναισθηματικής απαντητικότητας (affective responsiveness ), του ελέγχου της συμπεριφοράς (behavior control )και της γενικής λειτουργικότητας. (Van Noppe et. al.1993).
Η μελέτη των Calvoresi, Lewis et al. 1995, επικεντρώνεται στη συμμόρφωση (accomodation) της οικογένειας στην Ι.Δ.Ψ. διαταραχή των συζύγων ή των ενηλίκων παιδιών. Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν, ότι η οικογενειακή εμπλοκή εμφανίζεται στα πλαίσια γενικής οικογενειακής δυσλειτουργίας και άγχους . Επίσης υποστηρίζεται, ότι η οικογένεια προσπαθεί να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του πάσχοντος, για να μειώσει το άγχος του ή το θυμό του προς τους συγγενείς.
Υπάρχει μια πολύ πρόσφατη μελέτη των Black et al. η οποία δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, που αφορά την επίδραση της ΙΔΨ διαταραχής στην οικογένεια παιδιών και εφήβων, που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο ν' αναπτύξουν αυτή την διαταραχή και των οποίων ο ένας γονέας πάσχει από αυτήν. Εδώ αναφέρονται τα προκαταρκτικά ευρήματα της μελέτης , που δημοσιεύτηκαν τον Ιούλιο του 1998. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 19 πυρηνικές οικογένειες με παιδιά 7-18 ετών, των οποίων ο ένας γονέας είχε ΙΔΨ διαταραχή.
Χρησιμοποιήθηκε για την αξιολόγηση των οικογενειών το Family Assesment Device. Επίσης χρησιμοποιήθηκε ένα ερωτηματολόγιο, που ετοιμάστηκε από τους ερευνητές.
Τα προκαταρκτικά αποτελέσματα δείχνουν, ότι οι οικογένειες αυτές έχουν ιδιαίτερη δυσκολία στην επικοινωνία και υπερβολική εμπλοκή ο ένας στις δραστηριότητες του άλλου. Οι δύο στους τρεις συζύγους αναφέρουν συζυγικές και σεξουαλικές δυσκολίες. Το 60% αυτών αναφέρει ότι είναι γι αυτούς μεγάλο βάρος η φροντίδα του πάσχοντος.
Γενικά τα αποτελέσματα από τις παραπάνω έρευνες, αλλά και από την καθημερινή πρακτική φανερώνουν, ότι οι οικογένειες στις οποίες ένα ή περισσότερα μέλη έχουν OCD, είναι σε πολλούς τομείς διαταραγμένες ή δυσλειτουργικές και ότι η συζυγική δυσαρμονία είναι συχνή σε τέτοιες οικογένειες. Γι αυτό η θεραπευτική παρέμβαση σε ολόκληρη την οικογένεια κι όχι μόνο η εξατομικευμένη αντιμετώπιση του πάσχοντος κρίνεται αναγκαία.
Όμως σε καμιά απ 'αυτές τις έρευνες δεν έχει επικεντρωθεί η μελέτη, στην επίδραση της OCD παιδιών και εφήβων στην λειτουργικότητα της οικογένειάς τους. Ούτε έχει μελετηθεί η επίδραση στην ψυχοκοινωνική προσαρμογή των μη πασχόντων αδελφών τους.
Γι αυτό θα είχε πολύ ενδιαφέρον να ερευνηθούν, ποιοι είναι οι παράγοντες εκείνοι, που δρουν προστατευτικά στο οικογενειακό σύστημα, ώστε να μπορέσει να εμπεριέξει την διαταραχή διατηρώντας τη λειτουργικότητά του και προάγοντας έτσι την εξέλιξη όλων των μελών του και ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου, που όταν υπάρχουν προκαλούν σημαντική δυσλειτουργία στο οικογενειακό σύστημα και αναγκαστική υπερεμπλοκή των μελών του με τα συμπτώματα της OCD.
Μια τέτοια μελέτη θα συνέβαλλε σημαντικά στην αποτελεσματικότητα των θεραπευτικών μας παρεμβάσεων.

Ομιλία της Μάρθας Μπουρνιά σε διημερίδα του Πανεπιστημίου ΘεσσαλίαςΥπ. Διδάκτωρ του Παντείου Πανεπιστήμιου, Παιδοψυχίατρος.

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki