Showing posts with label Κικέρων. Show all posts
Showing posts with label Κικέρων. Show all posts

Thursday, 2 January 2025

Ο Κικέρωνας, το Ρεβίθι, το Στραγάλι και ο Κοντορεβιθούλης

Ρεβίθι χωρίς κουκί (Πάει; Δεν πάει!)

Για σκέτο ρεβίθι, χωρίς κουκί, δεν ξέρω να έχει γραφτεί τραγούδι, εκτός αν έχετε εσείς κάτι υπόψη σας.
Θυμάμαι πριν από κάμποσα χρόνια, τότε που είχα κι εγώ μικρά παιδιά και πρόσεχα και τα άλλα, ένα πιτσιρίκι είχε ρωτήσει τη μητέρα του γιατί στο γνωστό παιδικό τραγούδι το κουκί και το ρεβίθι εμαλώσανε στη βρύση.

«Ποιο θα πιει πρώτο νερό», απάντησε η μητέρα, μια απάντηση πρακτική και όχι εντελώς άστοχη. Όσοι γεννήθηκαν σε σπίτια με τρεχούμενο νερό, δεν έχουν μνήμες από την καθημερινή διαδρομή με τη στάμνα στη βρύση, όπου, πέρα από τη συζήτηση και την αλληλοενημέρωση, υπήρχαν και οι αναπόφευκτες προστριβές για τη σειρά, μια και το γέμισμα της στάμνας βαστούσε πολλή ώρα κι έτσι κι αλλιώς δεν είναι σωστό να σου φάει η άλλη τη σειρά (το κουβάλημα του νερού ήταν γυναικεία δουλειά· άλλωστε, οι περισσότερες ήταν).
Εμείς για τις ανάγκες του άρθρου μπορούμε να υποθέσουμε ότι το κουκί και το ρεβίθι διαπληκτίστηκαν για το ποιο από τα δυο θα αποτελέσει το αντικείμενο του σημερινού άρθρου.

Αν και σπανιότερο στη καθημερινότητά μας, το κουκί είναι ασύγκριτα πιο ενδιαφέρον από γλωσσική-λαογραφική άποψη· όμως έχουμε ήδη αναφερθεί σε παλιότερα άρθρα μας σε μερικά από τα γλωσσικά του κουκιού, οπότε τελικά ο κλήρος έπεσε στο ρεβίθι.

Το ρεβίθι προέρχεται από το αρχαίο ερέβινθος, που δήλωνε και το φυτό και τον καρπό, και το επίθημα -νθος πάντα μας κάνει να σκεφτόμαστε δάνειο από κάποια μεσογειακή γλώσσα, και από το ερεβίνθιον προέκυψε το ρεβίνθιον και ρεβίθιον και ροβίθιον στα μεσαιωνικά χρόνια.

Τον τύπο ροβίθι που ήταν πολύ διαδεδομένος παλιότερα, ο Χατζιδάκις τον είχε εξηγήσει από την παρετυμολογική επίδρ. της λέξης «ρόβι» (άλλο όσπριο αυτό), αλλά ο Θ. Μωυσιάδης (και πιο πριν ο Φιλήντας) από την επίδρ. του χειλικού.
Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει βάση η παλιότερη ορθογραφία ρεβύθι, που διατηρείται ακόμα. (Στην περίπτωση της *μπύρας, το αδικαιολόγητο ύψιλον εξηγήθηκε με την αναλογία του «ζύθος»· εδώ, δεν ξέρω πώς ξεφύτρωσε).

Στα λατινικά το ρεβίθι λέγεται cicer, ή πληρέστερα cicer arietinum, όπως είναι το βοτανικό του όνομα. Σε αυτή τη δεύτερη λέξη οι ασχολούμενοι με τα ζώδια ίσως αναγνωρίσουν το Aries, το πρώτο ζώδιο του κύκλου, τον δικό μας κριό.

Κριόμορφο είχαν αποκαλέσει το ρεβίθι οι Ρωμαίοι, διότι πράγματι αν το κοιτάξεις από κοντά έχει ένα κερατάκι σαν του κριαριού. Στην πρώτη όμως λέξη, που σήμερα οι Ιταλοί την προφέρουν τσίτσερ αλλά οι Ρωμαίοι της εποχής την πρόφερναν «κίκερ», θα αναγνωρίσουμε όλοι τον Κικέρωνα, τον μεγάλο λόγιο της εποχής της δημοκρατίας στη Ρώμη.

Ο Μάρκος Τούλιος Κικέρων (Cicero) είχε αυτό το επώνυμο επειδή, λέει ο Πλούταρχος, κάποιος πρόγονός του είχε στην άκρη της μύτης του μια χαρακιά σαν του ρεβιθιού (σε άλλες πηγές λέει ότι είχε στη μύτη ένα σπυρί σαν ρεβίθι, αλλά αυτό δεν το λέει ο Πλούταρχος). Όταν αποφάσισε ο Κικέρωνας να ασχοληθεί με την πολιτική, κάποιοι φίλοι του τον παρότρυναν να αλλάξει επώνυμο, αλλά εκείνος, που ήξερε πως ο άντρας κάνει τη γενιά, τους απάντησε πως θα κάνει το όνομα Κικέρωνας ένδοξο.

Και τα κατάφερε, αφού το όνομά του όχι μόνο εξακολουθεί και σήμερα να είναι γνωστό, αλλά επειδή έχει περάσει και στη γλώσσα σαν ουσιαστικό, τουλάχιστον στα ιταλικά, όπου cicerone είναι ο ξεναγός (και ειρωνικά ο πολύξερος)· αλλά και στη γλώσσα μας ακουγόταν παλιότερα η λέξη «τσιτσερόνε» για τους ξεναγούς, αν και δεν ξέρω αν χρησιμοποιείται και σήμερα· πάντως, γκουγκλίζεται.

Αυτό το λατινικό cicer έχει περάσει στη σημερινή ονομασία του ρεβιθιού στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, ας πούμε chick-peas στα αγγλικά ή pois chiches στα γαλλικά, παρόλο που οι Ισπανοί έχουν το ηχηρό (και μάλλον βάσκικο) garbanzo. Στα σέρβικα πάλι (και στην ακατονόμαστη γλώσσα των νοτίων γειτόνων τους) τα ρεβίθια λέγονται λεμπλεμπλιά, που μας θυμίζει τα δικά μας λεμπλεμπιά, που βέβαια έτσι λέμε εμείς τα στραγάλια, ιδίως τα μαλακά και γλυκά -η λέξη είναι τούρκικη.

Αλλά και τι είναι τα στραγάλια; Ρεβίθια καβουρδισμένα· φρυκτοί ερέβινθοι (όχι φρικτοί!) που έλεγε κάποιο παλιό λεξικό. Στα αραβικά, διαβάζω, το ρεβίθι είναι χούμους, που κι αυτό κάτι μας θυμίζει, γιατί ο χούμους είναι αλεσμένο ρεβίθι ανακατεμένο με ταχίνι.

Οι αρχαίοι τα ήξεραν λοιπόν τα ρεβίθια, που μάλιστα τα βρίσκουμε και στον Όμηρο («θρώσκουσιν κύαμοι μελανόχροες ή ερέβινθοι», Ν589) και τα είχαν σε μεγάλη εκτίμηση, τόσο ως ρεβίθια όσο και ως στραγάλια. Ο Ξενοφάνης περιγράφει μιαν ειδυλλιακή σκηνή, να ξαπλώνεις πλάι στο τζάκι, φαγωμένος, να πίνεις γλυκό κρασί, να μασουλάς ερεβίνθους και να διηγείσαι παλιές ιστορίες στους φίλους σου, «πόσω χρονώ ήσουν όταν ήρθαν οι Μήδοι;»: πὰρ πυρὶ χρὴ τοιαῦτα λέγειν χειμῶνος ἐν ὥρῃ ἐν κλίνῃ μαλακῇ κατακείμενον͵ ἔμπλεον ὄντα͵ πίνοντα γλυκὺν οἶνον͵ ὑποτρώγοντ΄ ἐρεβίνθους· τίς πόθεν εἶς ἀνδρῶν͵ πόσα τοι ἔτη ἐστί͵ φέριστε; πηλίκος ἦσθ΄ ὅθ΄ ὁ Μῆδος ἀφίκετο; [λέω: να μασουλάς ερεβίνθους, επειδή δεν είμαι βέβαιος αν εννοεί ρεβίθια, ή στραγάλια]

Στον μεσαιωνικό Πωρικολόγο πάλι βρίσκουμε τον Ροβίθιο τον κουκουβαγιομύτη· εκεί που οι Ρωμαίοι είδαν κέρατο κριαριού στη μυτούλα του ρεβιθιού (αλλά και οι αρχαίοι Έλληνες, κάποιαν ποικιλία ρεβιθιών την ονόμαζαν «κριούς») οι βυζαντινοί είδαν μύτη κουκουβάγιας, που μου φαίνεται πιο πετυχημένο.
...................
Το ρεβίθι πάντως χρησιμοποιείται συχνά για παρομοιώσεις μεγέθους. Και βέβαια, μπορεί ο Κοντορεβιθούλης , κοντός σαν ρεβίθι, να είναι πολύ μικρός, αλλά ένα σπυρί σαν ρεβίθι είναι μεγάλο, όπως και ένα πολύτιμο πετράδι· στη Φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου βρίσκει κανείς «ρεβιθέινον μαργαριτάρι» που αυτό σημαίνει, μεγάλο σαν ρεβίθι. Καμιά φορά και ειρωνικά, όπως στο δημοτικό «Άντρα ψηλό μου δώσανε, ψηλό σαν το ρεβίθι» (είναι και παχύς σαν το βελόνι, αν θυμάμαι καλά).

Στην Κατοχή, που ο καφές είχε εξαφανιστεί, τον υποκαθιστούσαν με τριμμένο ρεβίθι (μερικοί και σήμερα το πίνουν αυτό) ή ακόμα και «κριθάρι ανακατεμένο με ρεβίθι», όπως βρίσκουμε σε ένα θεατρικό του Κοτζιούλα.

Υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος, σπανιότερος αυτός, για να τρώμε τα ρεβίθια: χλωρά, πράσινα, αλατισμένα. Δεν το έχω δοκιμάσει, αλλά έχω ακούσει πως τα φρέσκα ρεβίθια τα πουλούσαν παλιότερα (ή ακόμα; ) στην Πάτρα στο δρόμο ή στις λαϊκές σε μάτσο, και τα λέγαν «τσίτσιρι» (ο Κικέρωνας ξαναχτυπάει). Τώρα που το σκέφτομαι, και στους στίχους του Ξενοφάνη που παρέθεσα πιο πάνω, μπορεί οι ερέβινθοι αυτοί να είναι χλωροί.

Φαγητό της φτωχολογιάς πάντως παρέμειναν τα ρεβίθια, όπως και τ’ άλλα όσπρια, και καλλιέργεια φτωχική και τα ίδια, αφού ευδοκιμούν και σε φτωχά εδάφη. Όταν η κυβέρνηση Δηλιγιάννη το 1895 είχε ρίξει τις τιμές των οσπρίων, ο Σουρής έγραψε στον Ρωμηό:

Τι Κορδόναρος αλήθεια!
με φασόλια και ρεβίθια
θα παχύνεις σαν γουρούνι
κι όπως λένε μερικοί
δεν θα τρώμε τη φακή
καθώς τώρα με πιρούνι.

θυμίζοντας την παλιά παροιμία «Τρώει τη φακή με το πιρούνι» που λεγόταν για τους πάμφτωχους, και που ξέχασα να την αναφέρω στο άρθρο για τη φακή που είχα δημοσιέψει εδώ πριν από μερικούς μήνες . Για τα ρεβίθια ανάλογη παροιμία δεν υπάρχει, ίσως επειδή είναι λίγο πιο εύκολο να τα τρως με το πιρούνι, αλλά και γενικότερα, εδώ που τα λέμε, για το ρεβίθι δεν έχω βρει καμιά παροιμία, αν και κατά πάσα πιθανότητα κάπου κάποια θα υπάρχει· ούτε παροιμιακή έκφραση έχω βρει, και εδώ μπορώ να πιθανολογήσω ότι μάλλον δεν υπάρχει καμία, τουλάχιστον γνωστή, γιατί τις περισσότερες τις έχουμε καταγράψει.

Μια και δεν έχω τίποτα το παροιμιακό ή φρασεολογικό με τα ρεβίθια, θα ακυρώσω τον τίτλο του άρθρου και θα κλείσω κάνοντας αναφορά, ακριβώς, στο κουκί και στο ρεβίθι. Η γνωστότερη παραλλαγή, που μαλώνανε στη βρύση και τα έβαλε φυλακή η φακή, δεν είναι καθόλου η μοναδική, Υπάρχουν πάμπολλες άλλες, και είναι πολλά τα δημοτικά που ξεκινάνε «να σας πω ένα παραμύθι / το κουκί και το ρεβίθι» για να συνεχιστούν απρόβλεπτα και ελαφρώς σουρεαλιστικά, όπως το εξής νισυριώτικο:

Το κουκί και το ρεβίθι
και του Φράγκου το κορίτσι
κάθεται στο παραθύρι
και φωνάζει γούι γούι
και κανείς δεν το ακούει
κι ώσπου νάρτει η μαμά του
και η σκύλα η αδερφή του
πέρασε ο άγγελος
και πήρε την ψυχή του.

Αλλά, παραμύθι είναι, όπως θέλουμε το συνεχίζουμε.

Με τον τίτλο «Το κουκί και το ρεβίθι» υπάρχει και ένα θεατρικό του Καμπανέλλη, που το ανέβασε ο θίασος Καρέζη - Καζάκου λίγο πριν πέσει η δικτατορία, μετά το «Μεγάλο μας τσίρκο», ενώ τα δυο τους τα βρίσκουμε και σε πολλά τραγούδια, σχεδόν πάντα σε ρίμα με το παραμύθι, όπως στο Παραμύθι του Ξυλούρη:


https://www.youtube.com/watch?v=qh3ZehztHMo

..............
περισσότερα
εδώ
Το Χαμομηλάκι

Saturday, 15 June 2019

Η δυστυχία μας δεν πρόκειται να πάρει τέλος αν δεν θεραπευθεί πρώτα η ψυχή μας

Πάντως, αυτό βάλ’ το καλά στο μυαλό σου: η δυστυχία μας δεν πρόκειται να πάρει τέλος αν δεν θεραπευθεί πρώτα η ψυχή μας, κι αυτό μόνο με τη φιλοσοφία μπορούμε να το πετύχουμε. Αφού κάναμε λοιπόν την αρχή, ας αφεθούμε στα χέρια της για να μας θεραπεύσει. Θα γίνουμε σίγουρα καλά, αρκεί να το θέλουμε.
Εγώ μάλιστα θα επεκταθώ περισσότερο: δεν θα ασχοληθώ απλώς με το θέμα της θλίψης, αν κι αυτό θα είναι το πρωτεύον ζητούμενο μας, αλλά με το σύνολο των διαταραχών, όπως τις λέω εγώ – ή «ασθενειών», όπως προτιμούν να τις ονομάζουν οι Έλληνες.
Και, πρώτα απ’ όλα, αν δεν έχεις αντίρρηση, θα συνοψίσω τα επιχειρήματά μου, κατά το σύστημα των Στωικών. Ύστερα θα αφήσω τη συζήτηση να κυλήσει ελεύθερα, όπως κάνω πάντα.
Ο γενναίος άνθρωπος είναι και θαρραλέος- δεν θα πω τολμηρός, γιατί αυτή η λέξη χρησιμοποιείται λανθασμένα με κακή έννοια, μολονότι παράγεται από την τόλμη, η οποία βέβαια είναι αξιέπαινη. Όμως, όποιος είναι θαρραλέος, είναι βέβαιο ότι δεν αφήνει τον φόβο να τον κυριεύσει, διότι το θάρρος απέχει πολύ από τη δειλία.
Ωστόσο, ο άνθρωπος που κινδυνεύει από τη θλίψη κινδυνεύει και από τον φόβο. Διότι, όταν κάτι μας θλίβει με την παρουσία του, η ιδέα ότι μας απειλεί και ότι από στιγμή σε στιγμή θα εμφανιστεί κοντά μας γεννά στην ψυχή μας τον φόβο. Άρα η θλίψη δεν συμβιβάζεται με τη γενναιότητα. Ο άνθρωπος που απειλείται από τη θλίψη απειλείται επίσης και από τον φόβο, όπως και από την αθυμία και τη μελαγχολία. Όσοι προσβάλλονται από παρόμοιες διαταραχές, νιώθουν επίσης ένα αίσθημα υποταγής και είναι έτοιμοι να ομολογήσουν, αν χρειαστεί, πως έχουν ηττηθεί. Όμως, όποιος παραδέχεται κάτι τέτοιο, ομολογεί ταυτόχρονα πως είναι άτολμος και δειλός.
Ο σοφός άνθρωπος δεν έχει καμία από αυτές τις ιδιότητες. Άρα είναι απρόσβλητος από τη θλίψη. Κανείς δεν είναι σοφός αν δεν είναι γενναίος. Άρα ο σοφός άνθρωπος δεν απειλείται από τη θλίψη.
Συν τοις άλλοις, ο σοφός οφείλει να είναι μεγαλόψυχος, και ο μεγαλόψυχος είναι αήττητος· όποιος είναι αήττητος περιφρονεί τις ανθρώπινες μικρότητες και τις αντιμετωπίζει αφ’ υψηλού. Όμως, κανείς δεν μπορεί να περιφρονήσει τα αίτια της θλίψης του. Οπότε ο γενναίος άνθρωπος δεν πάσχει ποτέ από θλίψη. Ωστόσο, όλοι οι σοφοί είναι γενναίοι. Άρα ο σοφός δεν απειλείται από τη θλίψη. Κι όπως όταν έχει κάποιο πρόβλημα το μάτι μας δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει σωστά και να εκπληρώσει την αποστολή του -το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα όργανα και για ολόκληρο το σώμα μας-, έτσι και η ψυχή μας, όταν είναι ταραγμένη, δεν μπορεί να επιτελέσει σωστά το έργο της.
Όμως, το έργο της ψυχής είναι η ορθή χρήση της λογικής, και η ψυχή του σοφού είναι πάντοτε σε θέση να χρησιμοποιήσει τη λογική με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Επομένως, δεν πάσχει ποτέ από διαταραχές. Η θλίψη είναι ψυχική διαταραχή. Άρα ο σοφός άνθρωπος θα είναι πάντοτε απαλλαγμένος από τη θλίψη.
Είναι επίσης πιθανόν ο μετρημένος άνθρωπος – οι Έλληνες τον αποκαλούν σώφρονα και την αρετή του σωφροσύνην τη λέξη αυτή εγώ άλλοτε τη μεταφράζω ως εγκράτεια», άλλοτε ως «μετριοπάθεια», άλλοτε, πάλι, ως «σεμνότητα». Αναρωτιέμαι αν θα ήταν σωστό να την αποδώσουμε και ως «χρηστότητα», διότι ο ελληνικός όρος περιορίζει τη σημασία της.
Οι Έλληνες αποκαλούν τους «χρηστούς» ανθρώπους χρησίμους., πράγμα που σημαίνει απλώς ότι έχουν κάποια χρησιμότητα. Η δική μας λέξη έχει πολύ πλατύτερη έννοια. Δηλώνει ταυτόχρονα εγκράτεια και έλλειψη κακίας· γι’ αυτό το τελευταίο οι Έλληνες δεν έχουν λέξη, εκτός ίσως από την αβλάβειαν. Η έλλειψη κακίας είναι η ιδιότητα της αθώας ψυχής που δεν μπορεί να βλάψει κανέναν άρα η «χρηστότητα» εμπεριέχει όλες τις άλλες αρετές. Αν δεν είχε τόσο πλατύ νόημα και περιοριζόταν στη στενή σημασία με την οποία συνήθως χρησιμοποιείται, η λέξη αυτή δεν θα είχε αποδοθεί ως εγκωμιαστικό επίθετο στον Λ. Πείσωνα.
Και επειδή ο χρηστός άνθρωπος συνήθως δεν εγκαταλείπει τη θέση του από φόβο, διότι αυτό είναι δείγμα δειλίας, ούτε είναι τόσο φιλάργυρος ώστε να κρατάει για τον εαυτό του κάτι που του έδωσαν ως δάνειο, διότι αυτό είναι δείγμα αδικίας, ούτε διεκπεραιώνει ασυλλόγιστα μια υπόθεσή του, διότι αυτό είναι δείγμα αφροσύνης, η «χρηστότητα» περιλαμβάνει και τις τρεις αρετές ταυτόχρονα: γενναιότητα, δικαιοσύνη, φρόνηση· αν κι αυτό συμβαίνει συχνά με τις αρετές: πάντα υπάρχει κάποιο κοινό χαρακτηριστικό που συνδέει τη μία με την άλλη.
Άρα θεωρώ και τη ‘’χρηστότητα’’ ως τέταρτη, κατά σειρά, αρετή. Αυτή έχει ως στόχο της να εξουσιάζει και να καταστέλλει τις σφοδρές επιθυμίες της ψυχής και, στήνοντας συνεχή πόλεμο με την φιληδονία, να εξασφαλίζει ηρεμία και σταθερότητα σε όλες τις περιστάσεις, Η ‘’χρηστότητα’’, αν δεν κάνω λάθος, προέρχεται από το ρήμα χρή, το οποίο σημαίνει «πρέπει, είναι ανάγκη» -τώρα το παράκανα με τις ετυμολογίες· δεν πειράζει όμως, ας προσπαθήσω, κι αν η προσπάθειά μου δεν με οδηγήσει πουθενά, πες πως πρόκειται γι’ αστείο, ενώ η «αχρηστία» δηλώνει κάτι που δεν έχει καμία απολύτως χρησιμότητα- γι’ αυτό τον άσωτο άνθρωπο τον αποκαλούμε και «άχρηστο».
Όποιος λοιπόν είναι «χρηστός», ή, αν προτιμάς, μετρημένος και εγκρατής, είναι επόμενο να έχει σταθερό χαρακτήρα. Ο άνθρωπος που έχει σταθερό χαρακτήρα είναι γαλήνιος και η ψυχή του δεν υποφέρει από διαταραχές, άρα ούτε και από θλίψη. Όλα αυτά είναι δείγματα σοφίας. Άρα η θλίψη δεν αγγίζει τον σοφό.
***
Κικέρων -Το φάρμακο της λύπης. 
Τρίτη Τουσκουλανή διατριβή. μετάφραση: Όλγα Παπακώστα. Ωκεανίδα
Αντικλείδι
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki