Για τον έναν, δεν έχει να πει τίποτα κανείς. Σοβαρός. Τυπικός.
Σε όλα καθωσπρέπει.
Δεν κλέβει, δεν μοιχεύει, δεν πορνεύει, κάνει τις ελεημοσύνες του, βοηθά όλο τον κόσμο.
Είναι εντάξει ο άνθρωπος.
Ο άλλος ένας αλήτης. Ένα απόβρασμα. Χτίζει περιουσίες σε βάρος αθώων ανθρώπων. Καταπιέζει κόσμο και κοσμάκη.
Χαμένο κορμί.
Και όμως… Ο Φαρισαίος χάνεται μέσα στη τελειότητά του. Περηφανεύεται. Θολώνει. Ο Τελώνης, παίρνει χαμπάρι τα μαύρα του τα χάλια και κλαίει, μετανιώνει. Και από εκεί που δεν το περίμενε κανείς σώζεται…
Μου αρέσει πολύ αυτή η παραβολή. Μου δίνει ελπίδα… Μου υπενθυμίζει πως κάποιες φορές, είναι προτιμότερο να πιάσεις πάτο.
Γιατί τουλάχιστον έτσι, έχεις μια ευκαιρία να δεις τα χάλια σου. Γιατί έχεις μια ευκαιρία το πάρεις αλλιώς, να μετανοήσεις… Γιατί έτσι, έχεις μια ευκαιρία να σωθείς…
Όλα τα άλλα είναι ανούσια. Όλα τα άλλα είναι παραμύθια.
Σκιές.
Σκιές που εξαφανίζονται καθώς βαδίζουμε στο θάνατο. Σκιές, που δεν μπορούμε να τις πάρουμε μαζί μας.
Αν κάτι σε συνοδέψει στο ταξίδι σου μετά, αυτά τα τρία θα είναι…
Το πόσο αγάπησες. Το αν συγχώρεσες. Και το αν ήσουν άνθρωπος απλός. Άνθρωπος ταπεινός. Άνθρωπος καλοσυνάτος…
Τίποτα άλλο.
Ξέρεις…
Ο παράδεισος δεν φτιάχτηκε ούτε για τους έξυπνους, ούτε για τους
δυνατούς. Για τους ταπεινούς φτιάχτηκε. Για αυτούς που μπορούν να
συνυπάρξουνε με άλλους.
Η προσευχή συμβάλλει καθοριστικά στην προσπάθεια του ανθρώπου να
πλησιάσει το Θεό
Με την παραβολή του Τελώνη και του Φαρισαίου ο Χριστός διδάσκει
ότι στη σχέση μας με το Θεό και τους συνανθρώπους μας πρέπει να
είμαστε ταπεινοί και ειλικρινείς.
Και οι δύο προσεύχονταν αλλά…
Ο άνθρωπος δε νιώθει την ανάγκη επικοινωνίας μόνο με τους
συνανθρώπους του αλλά και με το Θεό. Τη δυνατότητα να
επικοινωνήσει με το Θεό προσφέρει στον άνθρωπο η
προσευχή.
Με την προσευχή μπορεί να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του προς αυτόν, να
ομολογήσει την πίστη του, να ζητήσει τη βοήθειά του ή να μιλήσει για τα
λάθη του, ζητώντας συγχώρεση.
Το«Πάτερ ήμῴν» είναι η προσευχή
που δίδαξε στους μαθητές του ο Χριστός και μ' αυτή μάς έμαθε τι
πρέπει κυρίως να ζητάμε από το Θεό και με ποια
προτεραιότητα.
Μας δίδαξε επίσης ότι η προσευχή έχει αξία, όταν γίνεται με ταπείνωση
και ειλικρίνεια και όχι με
υποκρισία
και κομπασμό. Αυτά μάς τα είπε με την παραβολή του Τελώνη και του
Φαρισαίου, δύο ανθρώπων που πήγαν να προσευχηθούν στο Ναό.
Ο Φαρισαίος άρχισε να προσεύχεται, λέγοντας για τον εαυτό
του:
«Σ' ευχαριστώ Θεέ μου, που δεν είμαι σαν κάποιους άλλους ανθρώπους,
που αρπάζουν τις ξένες περιουσίες, που είναι άδικοι με τους
συνανθρώπους τους και δεν σέβονται την οικογένεια των άλλων. Ούτε
και σαν αυτόν τον τελώνη. Εγώ νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα κι απ' όσα κερδίζω το ένα
δέκατο το προσφέρω στο Ναό».
Ο Τελώνης στεκόταν μακρύτερα και δεν τολμούσε ούτε τα μάτια του να
σηκώσει ψηλά.
Μόνο χτυπούσε το στήθος του με συντριβή και έλεγε: «Σπλαχνίσουμε, Θεέ μου, τον αμαρτωλό».
«Σας βεβαιώνω», συνέχισε ο Κύριος, «πως ο Τελώνης επέστρεψε στο
σπίτι του συμφιλιωμένος με το Θεό, σε αντίθεση με το Φαρισαίο. Γιατί
όποιος υπερηφανεύεται και καυχιέται, θα ταπεινωθεί, ενώ εκείνος που
συναισθάνεται τα σφάλματα και τις αμαρτίες του θα υψωθεί» (Λουκ.
18,10-14).
Ο Φαρισαίος, που θεωρούσε τον εαυτό του ξεχωριστό και ευσεβή, ήταν
προσκολλημένος στις διατάξεις του Νόμου, χωρίς να προσπαθεί να καταλάβει την αληθινή σημασία του, δηλαδή
το πνεύμα του Νόμου. Έτσι, ενώ νόμιζε ότι ήταν κοντά στο Θεό, στην
πραγματικότητα βρισκόταν πολύ μακριά του. Από την άλλη μεριά, ο
Τελώνης, δηλαδή ο
φοροεισπράκτορας
των Ρωμαίων που κρατούσε πάντοτε ως μισθό ένα μεγάλο μέρος των
φόρων, θεωρούνταν πολύ αμαρτωλός.
Προσήλθε όμως στο Ναό για να προσευχηθεί με ταπείνωση
και ειλικρίνεια. Είχε συνειδητοποιήσει το μέγεθος των αμαρτιών του
και η στάση του φανέρωνε την αληθινή του μετάνοια.