Showing posts with label γράμμα. Show all posts
Showing posts with label γράμμα. Show all posts

Saturday, 2 March 2024

«Γράμμα σε ένα παιδί»: Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη...

Θέλω, σήμερα, να σου ζητήσω συγγνώμη για τον κόσμο που σου παραδίδω.
Έναν κόσμο που δεν νοιάζεται. Έναν  κόσμο όπου η αδικία είναι ο κανόνας. Ένας κανόνας ντυμένος με κουστούμι και γραβάτα, γιατί η αδικία στις μέρες μας, γίνεται κομψά και καθαρά και όμορφα.  Με την επίφαση της δικαιοσύνης. 
Αγαπημένο μου παιδί, 
    Σου γράφω αυτό το γράμμα γιατί απόψε έχει φεγγάρι και γιατί… αύριο μπαίνει το καλοκαίρι και είναι, έτσι λένε τουλάχιστον,  η μέρα σου.  
Λες και δεν είναι κάθε μέρα δική σου μέρα. 
Λες και δεν θα έπρεπε να γυρίζει η Γη μόνο για σένα. 
Λες και δεν δημιουργήθηκε το καλοκαίρι, το παγωτό, το παιχνίδι μόνο για σένα. 
Λες και έχει νόημα η αγάπη, η αγκαλιά, το όνειρο, χωρίς εσένα μέσα να τα κυριεύεις, να τα μαζεύεις, να τα ρουφάς σαν να μην υπάρχει αύριο. Ένα αύριο που και εκείνο για σένα δημιουργήθηκε  και μόνο χάρη σε εσένα υπάρχει. 
Γιατί αύριο χωρίς παιδί δεν υπάρχει.

Θέλω να σου μιλήσω. 
Θέλω να σου πω όλα μου τα μυστικά. Εκείνα  που ποτέ δεν σου είπα. Είμαι ευάλωτος στην αγάπη σου. 
Την χρειάζομαι για να συνεχίσω να υπάρχω. Χωρίς εσένα κανένα νόημα δεν έχει η ζωή μου. 
Θέλω να με αγαπάς χωρίς όρους, όπως σε αγαπώ εγώ. Ο μόνος όρος που θέλω να βάζεις στην αγάπη σου για μένα είναι να είμαι σωστός και αληθινός. Να μπορώ να τσαλακώνομαι μπροστά σου και να ζητώ συγνώμη. Θέλω να με αγαπάς μόνο αν την αξίζω την αγάπη σου. Και σήμερα θα σου το πω καθαρά κοιτάζοντας σε στα μάτια. Όχι,  δεν την αξίζω την αγάπη σου. 
 
Σήμερα, θα σου ζητήσω συγγνώμη για όλα όσα έκανα.
    Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη για όλες εκείνες τις φορές που έσκυψα το κεφάλι και δέχτηκα την αδικία που γινόταν μπροστά στα μάτια μου, γιατί με βόλευε. 
Για όλες εκείνες τις φορές που ενώ άκουγα τα ψέματα σώπαινα γιατί η αλήθεια αν ειπωθεί ρέει και παρασέρνει ό,τι σαθρό δημιουργήσαμε και την φοβάμαι την ανατροπή, γιατί ναι, είμαι δειλός. 
Για εκείνες τις φορές, και ήταν πολλές, που καταπάτησα το δικαίωμα του συνανθρώπου μου, δήθεν γιατί δεν μπορούσα να κάνω αλλιώτικα. 
Για κάθε φορά που ενώ ήξερα, έκανα πως δεν ήξερα και αντί να δράσω,  αδρανούσα. Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη για όλες τις φορές που έσκυβα το κεφάλι μπροστά στην εξουσία και έλεγα, «Ναι» ενώ δεν το πίστευα. Αλήθεια, πόσο βολικό είναι το ναι!
Πόσο καλά σε κάνει να νιώθεις!

Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη και για όσα δεν έκανα. 
    Για όλες εκείνες τις μέρες και τις νύχτες που έλεγα: «Αυτό δεν με αφορά. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Άλλοι αποφασίζουν για μένα. Άλλοι έχουν τη δύναμη. Εγώ είμαι μόνο ένας. Πρέπει να σταματήσω να πολεμώ με ανεμόμυλους!»  
Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη για κάθε φορά που τα παράταγα και δεν δοκίμαζα ν΄αλλάξω τον κόσμο. Θέλω να σου ζητήσω συγνώμη όχι μόνο γιατί δεν τα κατάφερα να τον αλλάξω τον κόσμο αλλά γιατί και  με τη δράση και με την αδράνειά μου,  τον έκανα χειρότερο. 
Θέλω, σήμερα, να σου ζητήσω συγγνώμη για τον κόσμο που σου παραδίδω.
Έναν κόσμο που δεν νοιάζεται. Έναν  κόσμο όπου η αδικία είναι ο κανόνας. Ένας κανόνας ντυμένος με κουστούμι και γραβάτα, γιατί η αδικία στις μέρες μας, γίνεται κομψά και καθαρά και όμορφα.  Με την επίφαση της δικαιοσύνης. 

Έναν κόσμο όπου η δημοκρατία πληγώνεται καθημερινά με διαγγέλματα, διατάγματα  και απειλές. Με δολοφονίες εν ψυχρώ στη μέση των δρόμων από τα όργανα της τάξης. Γιατί απλώς είσαι αλλιώτικος. Δεν δεν είσαι ένας από αυτούς. Έναν κόσμο όπου γυναίκες και παιδιά,  κακοποιούνται συστηματικά στο σώμα, στο μυαλό στη ψυχή. 
Έναν κόσμο ο οποίος δεν δίνει περισσότερα σε εκείνους που τα χρειάζονται αλλά  δίνει σε όλους τα ίδια. Γιατί αυτό λέει είναι το δίκαιο. Έναν κόσμο όπου η παιδεία, η υγεία, η ασφάλεια, η χαρά, το όνειρο… είναι για του λίγους. 
Έναν κόσμο στον οποίο η κοινωνική δικαιοσύνη είναι μόνο λέξη σε έγγραφα και μελέτες. 
Έναν κόσμο που κορδώνεται σε κοινοβούλια και σε κέντρα εξουσίας για το πόσο σπουδαίος και όμορφος είναι και όμως κρύβει τα στυγερά του εγκλήματα και τις εγκληματικές του παραλείψεις κάτω από πολυτελή χαλιά.
Έναν κόσμο που δεν σου αξίζει σου παραδίδω. Και άντε μετά και εσύ να βγάλεις άκρη. Σου μιλούμε για αγάπη και αλληλεγγύη και δικαιώματα. Για αρχές και αξίες. Για το σωστό και το δίκαιο. Για την ελευθερία και τη δημοκρατία. 

 
Και μετά; Μετά, σε αμολούμε στη ζούγκλα που εμείς μέρα με τη μέρα οικοδομούμε προσεκτικά. 
Και μένεις αγαπημένο μου παιδί άναυδο. Πληγωμένο. Ανίκανο να καταλάβεις το πώς και το γιατί. Και ναι, είτε γυρίζεις και μας φτύνεις κατάμουτρα είτε γίνεσαι ένας από εμάς και σε παρασέρνει το ρέμα. Γίνε σε παρακαλώ σολωμός. Κάνε μου αυτή τη χάρη. Κολύμπα ανάποδα στο ρεύμα και άλλαξε τον κόσμο εσύ. Για το δικό σου το παιδί. Μόνο, που θέλω να θυμάσαι, πως κάθε παιδί, παιδί μου, είναι δικό σου παιδί. 

Υπογραφή 
Ο Ρομπέν των Χαμένων Θαυμάτων

Υ.Γ.1
Tα παιδιά μας δεν είναι δικά μας παιδιά.
Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της Ζωής για τον εαυτό της.
Μπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας, αλλά όχι τις σκέψεις σας.
Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους αλλά όχι την ψυχή τους.
Γιατί η ψυχή τους κατοικεί στο σπίτι του αύριο, που σεις δεν μπορείτε να επισκεφθείτε, ούτε στα όνειρά σας.

Kahlil Gibran

Υ.Γ. 2 
Και όταν θα ‘ρθουν οι καιροί που θα ‘χει σβήσει το κερί
στην καταιγίδα
Υπερασπίσου το παιδί
γιατί αν γλιτώσει το παιδί
υπάρχει ελπίδα

Μ. Θεοδωράκης

Έλενα Περικλέους
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 12 October 2020

Γράμμα από μία εθελόντρια «μη μητέρα» σε ένα παιδί «μη δικό της»

Το χρονικό μιας περίπτωσης εθελοντισμού σε ίδρυμα.
Δεν ξέρω γιατί έγραψα αυτό το κείμενο. Πέρα από μία ελπίδα να ακουστεί η φωνή όλων των εθελοντών που βίωσαν παρόμοιες εμπειρίες, νομίζω πως είναι και μία ελπίδα προσωπική να γίνει ένα θαύμα
Πρόσφατα έλαβε χώρα στην Αθήνα το φεστιβάλ The Lullaby Project σε συνεργασία με το El Sistema Greece με αφιέρωμα στα διαφορετικά ήδη μητρότητας. Με αφορμή την υπέροχη αυτή συναυλία, γεννήθηκε μέσα μου μία προσωπική ανάγκη να αναφερθώ σε ένα ακόμη είδος «μητρότητας» και μία ελπίδα να γίνει γνωστή στον κόσμο μία προσωπική ιστορία που περιέχει όμως μέσα της πολλά πρόσωπα και πολλαπλά βιώματα… 
 
Υπάρχουν πολλών ειδών μητέρες. Μητέρες που φροντίζουν, που παραμελούν, που κακοποιούν. Ψυχικά υγιείς μητέρες, ψυχικά ασταθείς μητέρες, βιολογικές μητέρες, μητέρες που κυοφορούν, μανούλες της καρδιάς, ανάδοχες μητέρες, θετές μητέρες, πατέρες-μητέρες, γιαγιάδες και παππούδες- μητέρες, μητέρες SOS. Κι υστέρα υπάρχουν (υπήρξαν) κι εκείνες, που φροντίζουν, που αγαπούν, που σκέφτονται αλλά κανείς δεν μιλάει γι αυτές… Θα τις λέγαμε μητέρες-φαντάσματα, μία «μη μητέρα» για ένα παιδί «μη δικό της», στα πλαίσια ενός εθελοντισμού.
 
Ο θεσμός που έγινε δεσμός 
Δεν ξέρω αν είναι γνωστή σε πολλούς αυτή η ιστορία. Για χρόνια, σε ίδρυμα της Θεσσαλονίκης, υπήρχε αυτός ο θεσμός όπου ένας εθελοντής αναλάμβανε ένα παιδί, από τη στιγμή που αυτό θα εισαγόταν στο ίδρυμα μέχρι τη στιγμή που θα υιοθετούνταν ή θα επέστρεφε στους βιολογικούς του γονείς. Στον χρόνο που το παιδί βρισκόταν εκεί, στο κενό ανάμεσα που λέγεται ίδρυμα, ο εθελοντής ήταν ο σταθερός σύνδεσμός του με τον εξωτερικό κόσμο και το μοναδικό σταθερό πρόσωπο αναφοράς για μήνες ή και για χρόνια, χωρίς να του διατίθεται το δικαίωμα για υιοθεσία. 
 
Σαββατοκύριακα, διακοπές, ημερήσιες και πολυήμερες διαμονές στην ίδια στέγη. Μπάνιο, φαγητό, βόλτες, νανουρίσματα, ύπνος, να μην κοιμάσαι για να ακούς την ανάσα του.. αναπνέει; Κοντοζυγώνεις.. Όλα καλά, γυρνάς στο κρεβάτι. Μετά από κανένα μισάωρο η ίδια πάλι διαδικασία… 
 
Όταν τη γνώρισα ήταν δέκα μηνών μωρό. Μου την έδωσαν στην αγκαλιά μου, με ένα θαλασσί κορμάκι με ψάρια. Μου φάνηκε τόσο μικροσκοπική και αέρινη, φοβόμουν μη σπάσει σε χίλια κομμάτια. Θυμάμαι την πρώτη μέρα είχαμε καθίσει σε ένα παγκάκι, εκείνη είχε γαντζωμένα τα δαχτυλάκια της πάνω μου, χαμένη, με βλέμμα απλανές κι εγώ τη βομβάρδιζα με ομιλία… «Κουκουβαγιάκι» ήταν η λέξη μου για να την περιγράψω, δεν ξέρω πως μου ήρθε, αλλά μου ήρθε μόνο αυτό. Τρεις μήνες μας πήρε να συντονιστούμε. Κάθε φορά που προσπαθούσα, το έκανα λάθος κι εκείνη απομακρυνόταν όλο και περισσότερο. Μέχρι που έμαθα να σωπαίνω και να παρατηρώ. Την κάθε κίνηση, το κάθε βλέμμα. Και οι κινήσεις μου έγιναν πιο απαλές, η ομιλία μου λιγότερη, αυτό είχε ανάγκη. Κι άρχισε να με κοιτάζει και ανοίχτηκε για μένα ο κόσμος όλος!! Αυτή λοιπόν ήταν η αρχή! Έκτοτε, το ίδρυμα το είχε για ξενοδοχείο τα βράδια, 4-5 φορές την εβδομάδα μαζί μέχρι τριών χρονών και κάτι. 
 
«Μα τι περιμένεις από αυτό το παιδί με τέτοιο χαμηλό επίπεδο γονιών; Δεν θα πάει μακριά», μου είπε η (επαγγελματίας;) ψυχολόγος του ιδρύματος. Πίστεψα στο παιδί ευτυχώς και όχι στα λόγια της… 
 
Οι γονείς της... Στη δεκαετή εμπειρία μου με το ίδρυμα έμαθα ότι κανείς γονιός δεν «παρατάει» το παιδί του έτσι απλά.. Είδα μάτια να λάμπουν, αγκαλιές να ορθώνονται, γονείς που φανερά αγαπούν, μα δεν μπορούν να παρέχουν φροντίδα.. 
 
Είναι πολύ εύκολο να τους κρίνεις, το έκανα κι εγώ. Μέχρι που έρχεται κάποιος και μου περιγράφει ότι πέτυχε τον μπαμπά της στο λεωφορείο. Κοιτούσε μόνος του φωτογραφίες του παιδιού και χαμογελούσε. Αν δεν είναι αυτό αγάπη, τότε τι είναι; 
 
Επιστρέφω πάλι στην κοινή μας ζωή. Αχτύπητο δίδυμο είχαμε γίνει! Θέατρα, παιχνίδια, κυλίσματα στα πατώματα, πασαλείμματα, γέλια και διαπαιδαγώγηση με βάση τις ανάγκες της. Εξελισσόμασταν κι οι δύο προς μία κατεύθυνση σωστή και εκεί που είχα ένα παιδί να κρύβεται από ντροπή στο πίσω μέρος της φούστας μου, έγινε τρυφερός αρχηγός στους συνομηλίκους και στους ενήλικες. «Εγώ μπιλάω!» μου είπε σε μία φανερή στιγμή διεκδίκησης του εαυτού της και χαράς δικής μου.. ήταν το τελευταίο της κατόρθωμα πριν τον αποχωρισμό μας. 
 
Ένας Ηθικά σωστός (;) αποχωρισμός 
Πώς να μιλήσω όμως για αυτό το επόμενο, επίπονο κομμάτι; Πώς να απαλλάξω το κείμενο από το να γίνει ένα κείμενο θυμού και απογοήτευσης, αδικίας; 
Θα βάλω τα δυνατά μου.. 
Οι οδηγίες σαφείς: «Προετοιμάζεις το παιδί για την καινούρια κατάσταση κι έπειτα σταματάς κάθε επικοινωνία», το επάγγελμά μου με βοήθησε στην προετοιμασία αυτή. 
 
Η στιγμή που μαθαίνεις, ως αποκλειστικός εθελοντής ενός παιδιού, ότι το παιδί θα πάει σε μία νέα οικογένεια είναι μία πολύ αμφιλεγόμενη στιγμή. Η λογική σου και η ηθική σου σού λένε να χαρείς, κι εσύ το μόνο που κάνεις είναι να τρέμεις την ώρα του επικείμενου αποχωρισμού. Θα μπορούσε κάποιος να το κρίνει αυτό ως μία αγάπη εγωιστική, όμως ας μην ψευδόμαστε δεν έχει η ανθρώπινη αγάπη μέσα της και λίγο φυσιολογικό εγωισμό; Το να φανείς υπεράνω και να τελέσεις απλά τα καθήκοντά σου είναι κάτι που απαιτείται μεν από έναν εθελοντή, αποτελεί όμως κατά τη γνώμη μου ρομποτική απόκριση και σίγουρα όχι ανθρώπινη. 
 
Η προετοιμασία της μικρής από πλευράς μου είχε το εξής σκεπτικό: Πώς θα την κάνω στα τρία της χρόνια να χαρεί για την καινούρια κατάσταση, χωρίς να πονέσει στον αποχωρισμό της προηγούμενης; Πολλά που πρέπει να διαχειριστεί ένα τρίχρονο. Οι καινούριοι γονείς, οι παλιοί γονείς, το καινούριο σπίτι, το παλιό σπίτι, το σπίτι του εθελοντή, ο εθελοντής, η οικογένεια του εθελοντή, τα παιδάκια στο άλλο σπίτι… Πώς να βάλεις μία τάξη και η μετάβαση να γίνει φυσιολογική; Κάθε παιχνίδι λοιπόν, γινόταν συχνά πυκνά η αφορμή για κουβέντες μικρές. «Θα μείνω σε αυτό το σπιτάκι εγώ, κοίτα, εσύ θα πας σε εκείνο το σπιτάκι που είναι οι καινούριοι γονείς που σε αγαπάνε. Σε αγαπώ κι εγώ πολύ!!». Κουβέντες της παιδικής χαράς. Ύστερα ένα πάνινο βιβλίο χειροποίητο με τρία σπίτια, το δικό μου, των παιδιών και των καινούριων γονιών και ένα κοριτσάκι που έφευγε και έπαιρνε μαζί στην τσάντα της μια καρδιά αγάπης από τον καθένα. Τα έμαθε στο τέλος. «Οι παλιοί;» με ρωτάει με ωριμότητα σοφού. «Οι παλιοί σε αγαπούν και αυτοί πολύ, θα σου πουν γεια σου… Οι παλιοί γονείς σου αγαπούν πολύ την καινούρια μαμά και τον καινούριο μπαμπά, γιατί θα πας στο σπίτι τους και θα περνάς καλά». Πολύ, πολύ περίπλοκο ακόμη και για το μυαλό ενήλικα. 
 
Τέλος, μία τσαντούλα ροζ με μονόκερο που η ίδια διάλεξε για το καινούριο σπίτι, με δικά της πράγματα αγαπημένα κι ένα γράμμα προς τους γονείς. Η ευχέρεια για επικοινωνία μόνο δική τους. Κι έπειτα το κενό. Οι περισσότεροι από εμάς ελπίζουμε πως κάποια μέρα θα χτυπήσει το τηλέφωνο και οι γονείς θα ζητήσουν μία επικοινωνία. Για πολλούς, το τηλέφωνο δεν χτυπάει ποτέ. Άλλοι είναι πιο τυχεροί και γίνονται φίλοι με την οικογένεια. Γραμμή του ιδρύματος: Δεν σου επιτρέπεται να μιλήσεις, να διεκδικήσεις, να προσπαθήσεις για μία γνωριμία, κι αν το κάνεις θεωρείσαι απειλή, ψυχικά ασταθής, κάνεις «εγκληματικές πράξεις» και ό,τι άλλο. Και τρέχουν όλοι να σε συνετίσουν, να σε διαπομπεύσουν ως παράδειγμα προς αποφυγή ή και να σε διώξουν από το εθελοντικό σώμα. Με μένα δεν συνέβησαν όλα αυτά. 
 
Έκανα ό,τι ακριβώς μου είπαν. Σωστό; Λάθος; Ακόμη δεν ξέρω... 
Και κάπως έτσι έγινε ο αποχωρισμός μας. Η εντολή δόθηκε τον Μάιο και οι καινούριοι γονείς ήρθαν τον Σεπτέμβρη, καθυστέρηση στο ίδρυμα και στα δικαστήρια και τέσσερις μήνες προσπαθούσα να ισορροπήσω ανάμεσα στον φόβο του αποχωρισμού, στο «ζήσε τη στιγμή» και στο τι είναι ηθικά σωστό. 
 
Το παιδί υιοθετήθηκε από γονείς που όπως μου τους περιέγραψαν είναι οι γονείς που ευχήθηκα γι αυτήν, νομίζω της ταιριάζουν απόλυτα. Κι έδωσε η τύχη κι ο Θεός να μένει στη γειτονιά που μεγάλωσα όλη την παιδική μου ηλικία. Την έχω πετύχει δύο- τρεις φορές με τη μαμά της. Κι οι δύο χαμογελούσαν, καλό σημάδι. Δεν πλησίασα, από φόβο μη λιποθυμήσω, μη δακρύσω, μην κάνω περισσότερο κακό παρά καλό στη μικρή κι από σεβασμό ή άγνοια για τις ανάγκες των γονιών. 
 
Ο απόηχος της εμπειρίας από μία εθελόντρια «μη μητέρα» 
Και κάπου εδώ αρχίζουν οι προβληματισμοί μου… Ερωτήματα που τρία χρόνια μετά δεν φεύγουν από το μυαλό μου… 
 
Έκανα περισσότερο καλό ή κακό σε αυτό το παιδί; «Να αγαπάς τους ανθρώπους, να αγαπάς τη θάλασσα, τα παιχνίδια, τα γέλια», αυτό ήθελα για εκείνη… Μέσα από τις εμπειρίες μας πιστεύω έμαθε πως αξίζει να την αγαπούν, κι ίσως αυτό τη βοήθησε να εμπιστεύεται τον εαυτό της και τους ανθρώπους γύρω της. Από την άλλη, ο αποχωρισμός μετά από δυόμιση χρόνια κοινής πορείας και η ξαφνική εξαφάνισή μου, τι μήνυμα να της έδωσε; Ότι όσοι την αγαπούν την εγκαταλείπουν; Πολλάκις μάλιστα; Σε όλα αυτά τα χρόνια, ευχή μου είναι να είναι γερή και να μην έχει πληγωθεί.. 
 
Το ότι ένιωσα μητέρα και την ένιωσα κόρη μου είναι κατακριτέο και εγωιστικό ή απλά ανθρώπινο, που στον καθένα θα συνέβαινε στη συχνή του επαφή με ένα παιδί; 
Γιατί στη μετάβαση από το ίδρυμα στην οικογένεια να μη συμμετέχει (κατευθυνόμενα βέβαια) και ο εθελοντής; Έτσι ώστε να μην υπάρξει τίποτα απότομο και ασυνεχές στην ιστορία του παιδιού; Γιατί το ίδρυμα κατακρίνει και δεν στηρίζει;
 
Κι έπειτα, η ευχέρεια για επικοινωνία ανήκει στους γονείς αποκλειστικά. Κατά πόσο όμως τους δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσουν όλη την εικόνα; Τι κατεύθυνση τους δόθηκε από το ίδρυμα; Τι περιγραφή; Πέτυχα μία περίοδο όπου το κλίμα με το ίδρυμα και τους εθελοντές του ήταν τεταμένο. Πλευρές αντικρουόμενες που κατηγορούσαν η μία την άλλη για ψευδείς δηλώσεις και ασυνεπή συμπεριφορά. 
 
Πλευρές που τελικά δεν δόμησαν μια σχέση εμπιστοσύνης. Άρα πώς μπορώ πραγματικά να ξέρω τι έχει ειπωθεί; Και καταλήγω να πιστεύω πως παιδιά, γονείς, εθελοντές, είναι όλοι θύματα μίας ανοργάνωτης (ή εγκληματικά οργανωμένης) προνοιακής δομής. 
 
Πλέον ο θεσμός του εθελοντή βρίσκεται σε στάδιο αλλαγής στο συγκεκριμένο ίδρυμα. Εσωτερικές έρευνες και παρατηρήσεις το αλλάζουν, προσπαθώντας να βρουν την κατάλληλη «φόρμουλα» και ισορροπία. Άφησε βέβαια στο πέρασμα του πολλούς ανθρώπους μόνους και πολλά παιδιά με απότομους αποχωρισμούς, πρόσθετα αγκάθια σε ένα ιστορικό εγκατάλειψης... Τι είναι καλύτερο για την ευημερία των παιδιών δεν ξέρω, έχω μπερδευτεί.. Αυτό που μόνο μπορώ να πω είναι ότι ένα ίδρυμα φτιάχνεται από ανθρώπους, οι οποίοι πέρα από κάθε επιστημονικό βιβλίο ή έρευνα, οφείλουν να σωπάσουν από κάθε περιττή ομιλία για ένα γενικό «καλό του παιδιού». Πρέπει να σωπάσουν και να παρατηρήσουν. Κι εκεί, μπροστά στα μάτια τους, μπορεί να φανεί η αγάπη. Για το συγκεκριμένο παιδί, για τον συγκεκριμένο εθελοντή, για τον συγκεκριμένο γονιό και για τη μεταξύ τους σχέση. Τότε και μόνο, μπορούν ίσως να βρουν μία ιδανική ισορροπία. 
 
Δεν ξέρω γιατί έγραψα αυτό το κείμενο. Πέρα από μία ελπίδα να ακουστεί η φωνή όλων των εθελοντών που βίωσαν παρόμοιες εμπειρίες, νομίζω πως είναι και μία ελπίδα προσωπική να γίνει ένα θαύμα και να χτυπήσει το πολυπόθητο τηλέφωνο για μία αρχική γνωριμία. Κι έτσι σταδιακά, αν καταφέρουμε και χτίσουμε μία σχέση εμπιστοσύνης με την καινούρια μαμά και τον καινούριο μπαμπά, που πλέον έγιναν οι δικοί της, ολόδικοί της γονείς, να έρθω και πάλι κοντά της. Με διαφορετικό ρόλο και διαφορετικά θεμέλια τώρα και με τον χρόνο που πέρασε ως σύμβουλο. 
 
Τελικά ελπίζω κατάφερα να μη γράψω ένα οργισμένο και πονεμένο κείμενο. Γιατί έχω καταλάβει πως αν απογυμνώσεις όλη αυτή την εμπειρία από κάθε θυμό, αδικία, απογοήτευση, το μόνο που μένει είναι η αγάπη. Και στο τέλος, αγάπη γίνεσαι ο ίδιος. 
 
Στεφανία Μ

Πηγή: cityportal.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Sunday, 3 May 2020

Το γράμμα ενός παιδιού... σε καραντίνα

«Αγαπητή κυρία Νίκη, 
Ζητώ συγγνώμη για την οικειότητα, αλλά το επίθετό σας με δυσκόλεψε. Αυτό το –μέως ή μαίος, δεν το ξαναείδα και δεν ξέρω ποιο είναι σωστό. Τέλος πάντων, σκέφτηκα ότι δεν πρέπει να γράψω το επίθετο της υπουργού λάθος...
Σας γράφω από το σπίτι μου, μόνη στο δωμάτιό μου, γιατί θέλω να σας πω κάποια μυστικά που σίγουρα δεν σας λένε, γιατί οι μεγάλοι πολλές φορές, χωρίς λόγο, μιλάνε πολύ και άλλες φορές πάλι, δεν μιλάνε όταν πρέπει. 
Με λένε Αθηνά και είμαι 12 ετών. Είμαι μαθήτρια στην έκτη δημοτικού. 
Το σχολείο μού αρέσει γενικά, αλλά πολλές φορές, αγχώνομαι πολύ και γυρίζω στο σπίτι ένα κουρέλι. Αυτό τον καιρό με τον ιό και την καραντίνα, κατάλαβα πολλά. 
Η μαμά μου είναι με ένα νεφρό και έφυγε από τη δουλειά την πρώτη μέρα. Ο μπαμπάς μου είναι οδηγός σε μεταφορική εταιρεία και δουλεύει συνέχεια. 
Εγώ είμαι στο σπίτι, μαζί με την αδερφή μου που είναι στη Β’ Λυκείου (δεν είναι ώρα να σας πω γι' αυτή- η μαμά λέει ότι είναι έτσι, γιατί είναι στην εφηβεία..). 
Ακούω όλους να λένε διάφορα για την καραντίνα, αλλά εγώ είμαι σίγουρη ότι πολλές φορές λένε ψέματα. Την ώρα που χάνονται τόσοι άνθρωποι, πώς να σας πουν ότι η καραντίνα ήταν για τους μαθητές, δώρο Θεού; Αυτήν την αλήθεια σας κρύβουν. Μην τους πιστεύετε, θέλουν να σας... αποπλανήσουν. 
Εγώ τι σας λέω να ακούτε, γιατί από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια! 
Στην καραντίνα, νιώσαμε άνθρωποι. Ξυπνάγαμε γύρω στις 9 το πρωί, χουζουρεύαμε λίγο, τρώγαμε πρωινό και γύρω στις 10 αρχίζαμε διάβασμα ή τηλεκπαίδευση, κάναμε μικρά διαλείμματα, ξαπλώναμε το μεσημέρι, συνεχίζαμε με ξένες γλώσσες το απόγευμα και νωρίς το βράδυ μας έμενε χρόνος για τόσα πολλά πράγματα. 
Πολλές φορές είπαμε με τους φίλους μου ότι αυτές τις μέρες, μάθαμε όσα δεν μάθαμε χρόνια... 
Επιτέλους, μια φορά διαβάζαμε, συζητάγαμε, και σταμάτησε η παπαγαλία και αυτό το «πες το απ’ έξω» της μαμάς, που δεν αντέχεται, κάθε βράδυ. 

Κυρία Νίκη, να ξέρετε ότι τα παιδιά είναι λυπημένα που θα γυρίσουν στο σχολείο και αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια που σας κρύβουν. Δεν ξέρω αν αυτό το κάνουν οι δάσκαλοί μας γιατί φοβούνται να μην τους διώξετε, ή οι γονείς μας γιατί δεν έχουν πού να μας αφήσουν, πάντως έτσι είναι τα πράγματα. Το σχολείο είναι σαν κλουβί. 
Ο τρόπος που κάθε μέρα γίνονται όλα, σε κάνει να μην θέλεις να το δεις στα μάτια σου. 
Μετά από ολόκληρο εξάωρο γυρίζουμε στο σπίτι μας και δεν προλαβαίνουμε να φάμε, γιατί πάμε στο φροντιστήριο αγγλικών, μετά στα κομπιούτερ και μετά στο βόλεϊ. 
Το βράδυ, γύρω στις 9 που γυρίζουμε, έχουμε να ετοιμάσουμε τα ελληνικά, τα αγγλικά και την εργασία της εβδομάδας. 
Τα παιδιά του λυκείου, όπως η αδερφή μου, είναι πολύ χειρότερα. 

Κυρία Νίκη, με όλο το θάρρος, σας ρωτάω: Είναι ζωή αυτή; 
Τώρα είδαμε πώς ζει ο κόσμος! Εγώ να φανταστείτε που από μικρή μού άρεσε το διάβασμα και αγόραζα πολλά βιβλία, τώρα βρήκα την ευκαιρία να διαβάσω δύο από αυτά. 
Πέρασαν πέντε χρόνια από τότε που τα αγόρασα! Τώρα συμπλήρωσα το αγαπημένο φυτολόγιό μου. Τώρα βρήκα λίγο χρόνο να παίξω με την Μπιζού, το σκυλάκι μας. Τώρα έζησα λίγο μέσα στο σπίτι μου, τακτοποίησα το δωμάτιό μου, πέταξα παλιά και άχρηστα πράγματα, έβαλα σε σειρά τη ζωή μου. 
Πώς τώρα θα τα αφήσω όλα αυτά; 
Πώς θα ξαναγυρίσω πίσω; 
Εσείς που είστε τόσο έξυπνη και φτάσατε τόσο ψηλά, δεν μπορείτε αλήθεια να βρείτε κάποιους καλούς ανθρώπους, που να έρθουν στο σχολείο να δουν από κοντά τα παιδιά και να σας πούνε την αλήθεια; 

Την είδατε την ταινία με τον Σβατσενέγκερ που ήταν μυστικός αστυνομικός και έγινε νηπιαγωγός, για να βρει την αλήθεια; Αυτό να κάνετε. Μυστικούς να στείλετε... Είμαι σίγουρη ότι τότε θα καταλάβετε και θα κάνετε το σωστό. 
Το όνειρο το δικό μου και των φίλων μου είναι το σχολείο μας να γίνει όμορφο και ευχάριστο – όπως το θέατρο, η μουσική, οι παιδικές χαρές. Να μαθαίνουμε καινούρια πράγματα, να μην μας βάζουν να τα παπαγαλίζουμε και μετά να μην θυμόμαστε τίποτε! Τόσος κόπος χαμένος και στο τέλος είμαστε άσχετοι, ειδικά στην Ιστορία και τη Γεωγραφία. 
Εσείς, δεν σκέφτεστε γιατί μπερδεύουμε τις επαναστάσεις και τις πρωτεύουσες; 
Εμάς δεν μας πειράζει να μένουμε περισσότερο στο σχολείο και να φεύγουμε αργότερα, αλλά να μην κουβαλάμε πάλι το σχολείο μαζί μας, μέχρι αργά το βράδυ. 
Σήμερα αποφάσισα να σας γράψω, γιατί ξύπνησα πολύ χάλια. Τις τελευταίες ημέρες, όσο κοντεύει να τελειώσει η καραντίνα, αγχώνομαι πολύ. Στο μυαλό μου τριγυρνάει συνέχεια ένα ερώτημα, που κανείς δεν μου το απαντά... Σκέφτηκα, μήπως μου το απαντήσετε εσείς: Κυρία Νίκη,
Είναι φυσιολογικό τα παιδιά να προτιμούν τη φυλακή της καραντίνας από το σχολείο;

Με αγάπη Αθηνά».

(Για τη «μεταφορά» Ευαγγελία Λιακούλη)

eleftheria.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki