Showing posts with label Γιάννης Βλαχογιάννης. Show all posts
Showing posts with label Γιάννης Βλαχογιάννης. Show all posts

Monday, 1 January 2024

Ὁ πεῦκος καί ἡ ροδιά

πεῦκος φουντωτὸς ἐκαμάρωνε στὴν πόρτα ἀπέξω τοῦ περιβολιοῦ.
Μιὰ μέρα εἶδε μὲς ἀπὸ τὸν φράκτη νὰ προβαίνῃ μιὰ κοντὴ ροδιά. Ποιός τὴν ἔφερε κεῖ πέρα, κανεὶς δὲν ξέρει μήτε κι ὁ πεῦκος, ποὺ ἐφύλαγε τὴν πόρτα.
Καθὼς τὴν εἶδε ὁ πεῦκος τὴν ροδιὰ κοντὴ ἔτσι μὲ τὰ πτωχὰ τὰ φυλλαράκια της, τὴν ἐπεριφρόνησε· δὲν ἐκαταδέχθηκε νὰ τὴν προσέξῃ.

Επύκνωνε αὐτὸς τὰ ἀμέτρητα τὰ φύλλα του, γιατὶ ἦταν ἄνοιξι. Ἀνυπόμονος ἐβιαζόταν νὰ φουντωθῆ πιὸ πολὺ ἀκόμη καὶ νὰ καμαρώσῃ. Τὴν κοντούλα τὴν ροδιὰ δὲν τὴν ἔβλεπε καθόλου.
Έργο του Γαλιώτου Ανδρέα
Μιὰν αὐγὴ ὅμως
ἡ ροδιὰ εὑρέθηκε ἀνθισμένη στὰ κόκκινα, στὰ φλόγινα ντυμένη. Ἡ φορεσιά της ἐθάμπωσε τὸν πεῦκο.
Στὴν ἀρχὴ αὐτὸς ἐπαραξενεύθηκε πολύ, ἄφησε τὴν ὑπερηφάνεια κι ἔσκυψε καὶ ἐπρόσεχε, ὅλο ἐπρόσεχε τῆς ροδιᾶς τὴν τόσο φουντωμένη ἀνθοβολιά. Καὶ δὲν ἔνοιωσε, πὼς ἔτσι ἐπροσκυνοῦσε τὴν ταπεινούλα τὴν ροδιά.
Τῆς ροδιᾶς ὅμως ὅλη ἡ προσοχή της καὶ ἡ λατρεία της ἦταν στὰ ἄνθη, τὰ παιδιά της.

– Τὶ καμάρι! ἔλεγε ὁ πεῦκος. Οὔτε γυρίζει νὰ μὲ ἰδῇ.

Καὶ ἐφυσομανοῦσε, ἐστιόταν καὶ ἐλυγιόταν, γιὰ νὰ τὴν κάμη νὰ προσέξη. Τέλος παρηγορήθηκε μὲ τὴν ἐλπίδα πὼς θὰ ρέψη γρήγορα στὸ χῶμα τῆς ροδιᾶς ἡ ὑπερηφάνεια.

Καὶ ἡ ὥρα αὐτὴ φαίνεται πὼς ἐρχόταν στ’ ἀλήθεια. Τ’ ἄνθη τῆς ροδιᾶς ἕνα – ἕνα ἔσβηναν καὶ ἐχάνονταν.
Τοῦ πεύκου ἡ χαρὰ ἦταν τώρα πολυθόρυβη.

– Τὴν ἔπαθες καλά! εἶπε ὁ πεῦκος. Τὸ ἐπερίμενα.


Ὅμως τί ἔγινε πάλι μιὰν αὐγή; ᾽Εξύπνησε ὁ πεῦκος μας καὶ τί νὰ ἰδῇ; Στὸν τόπο τῶν πεσμένων λουλουδιῶν εἶχαν προβάλει ρόδια μικρά, μεγάλα, φλόγινα, κόκκινα καὶ στρογγυλὰ καὶ παχουλὰ σὰν τοῦ μικροῦ παιδιοῦ τὰ μάγουλα.

Τότε πιὰ ἐπῆγε ὁ πεῦκος νὰ χλωμιάση ἀπὸ τὸ κακό του. Ἔβλεπε τὰ δικά του τὰ παιδιά, τὰ κουκουνάρια, καὶ δὲν ἤξερε ποῦ νὰ τὰ κρύψη ἀπὸ τὴν ντροπή του. Μὰ ἔκανε ὑπερηφάνεια τὴν ντροπὴ καὶ ἐσώπαινε. Καὶ ἐπερίμενε νὰ ἰδῇ τί ἄλλο θ’ ἀπογίνῃ μὲ τὴν φαντασμένη τὴν ροδιά.
Τέλος ἔφθασε ἡ ἡμέρα, ποὺ ἔπρεπε καὶ ὁ πεῦκος νὰ χαρῇ λιγάκι. Καὶ νὰ παρασταθῇ στῆς ροδιᾶς τὴν συμφορά.
Κορίτσια ἐμπῆκαν καὶ ἔκοψαν ὅλα τῆς ροδιᾶς τὰ ρόδια. Καὶ τὴν ἐξεγύμνωσαν καὶ τὴν ἄφησαν πεντάρφανη. Καὶ ἦταν ἀληθινὰ γιὰ κλάμμα ἡ ὄψι τῆς ροδιᾶς.
Ὁ πεῦκος ἐσείσθηκε καὶ ἀναταράχθηκε ἀπὸ τὴν χαρά του.

– Ὄμορφη εἶσαι τώρα! εἶπε στὴν ροδιά.
Παρηγορήσου, αὐτὴ ἦταν ἡ μοῖρά σου καὶ δὲν τὴν ἐγλύτωσες! Τί ἐνόμισες;

– Ὑψηλότατέ μου ἄρχοντα! εἶπε ἡ ροδιά.
Θαρρεῖς πὼς ἔχω λύπη γιὰ τὸν θησαυρό, ποὺ μοῦ ἐτρύγησαν;
Αὐτὴ ἦταν ἴσια ἴσια ἡ χαρά μου!


Τῆς ζωῆς μου ὁ μόνος λόγος εἶναι νὰ μοιράζω τὰ καλά μου σ’ ὅσους τὰ χρειάζονται καὶ ὕστερα ἄλλα πιὸ ὄμορφα νὰ τοὺς ἑτοιμάζω.

Γιάννης Βλαχογιάννης


ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ ΣΤ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ, ΕΥΑΓΓ. Π. ΦΩΤΙΑΔΟΥ – ΗΛΙΑ Π. ΜΗΝΙΑΤΗ Γ. ΜΕΓΑ – Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ Θ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΟΠΟΥΛΟΥ, 1955

από Το σπιτάκι της Μέλιας

Thursday, 1 April 2021

Ἡ Σουλιωτοπούλα του Γιάννη Βλαχογιάννη

Στῆς μάχης τόν καπνό, πού πνίγει τό λαγκάδι, ὁ Σουλιώτης ὅλα τά ἔχει λησμονήσει, πεῖνα καί δίψα. Καί τό Σούλι πέφτει ξέμακρα, καί σάν λησμονημένο εἶναι καί ἐκεῖνο τ' ἄχαρο.

Καί ἐκεῖ πού πολεμάει τό παλληκάρι τό ἀγλύκαντο, μέρα καί νύκτα, ἀκούει μιά γνώριμη φωνή, πού τόν ξυπνάει:

- Λοιπόν τό Σούλι δέν χάθηκε καί ζῇ.

Ἦταν ἡ Λάμπη, ἡ ἀδελφή τοῦ παλληκαριοῦ.

- Τί καλά μοῦ φέρνεις, Λάμπη;

- Ζεστή κουλούρα, ἀδελφέ, πού σοῦ τήν ἐζύμωσα μέ τά χεράκια μου καί ἡ μάννα τήν ἔψησε στήν ἀνθρακιά μονάχη. Ἔλα νά φᾷς καί νά ξαποστάσης.

- Δέν μπορῶ, καημένη, νά παρατήσω τό τουφέκι ...

- Αὐτό εἶναι ἡ συλλογή σου, Νάση; Ἔρχομαι ἐγώ καί σοῦ κρατῶ τόν τόπο σου ... Νά, σοῦ ἔστρωσα! Καί δός μου τό τουφέκι.

Χαμογελᾷ ὁ ἀδελφός ὁ καπνισμένος. Καί δέν ἔχει ἀνάγκη νά μάθη τήν κορασιά πῶς πιάνουν τό τουφέκι.

Ὁ πόλεμος ἐβαστοῦσε πάντα. Μέ χέρι σταθερό ἐγέμιζεν ἐκείνη καί σημάδευε. Καί ὁ ἀδελφός της παραπέρα ἔτρωγε ἥσυχος καί μονάχα τήν πεῖνά του ἄκουγε, τήν θεριεμένη μέσα του.

Καί ὁ πόλεμος ἐβαστοῦσε. Καί ἐκεῖ ἕνα βόλι ἦλθε καί ἐπέτυχε κατάστηθα τήν κορασιά. Καί αὐτή ἔκανε καρδιά καί δέν ἐμιλοῦσε. Τό αἷμα ἐπλημμύριζε τόν κόρφο της. Ἡ Λάμπη ἐσημάδευε καί ἐτουφεκοῦσε.

- Ἔφαγες, Νάση;

- Κοντεύω, ἀκόμη λίγο, Λάμπη.

Ἡ κόρη ἐξαναρώτησε καί δεύτερη καί τρίτη φορά. Καί τότε μέ ἕνα πήδημα τό παλληκάρι βρέθηκε κοντά της. Ἄρπαξε τό τουφέκι καί ἥσυχο, καθώς εἶχε τραβηχθῆ, ἐξανάρχισε τόν πόλεμο.

Ἀμίλητη ἡ Σουλιωτοπούλα ἐπῆγε παραπίσω καί ἔπεσε.

Καί ὁ πόλεμος ἐβαστοῦσε ...

----------------------------------------
Ιστορίες για (μικρά και μεγάλα) παιδιά

Πηγή: «Μεγάλα Χρόνια» 1930 (Ἀναγνωστικόν Στ΄ Δημοτικοῦ 1964)

Επιμέλεια: Αντιύλη, Ι. Ναός Αγ. Βασιλείου, Πρέβεζα. E-mail: antiyli.gr@gmail.com

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 23 September 2014

1. Δημήτρης Αρμανίδης και Γιάννης Λογοθέτης,
video με τις Καρυάτιδες
2. Γιάννης Βλαχογιάννης: «Σε κάποιους ιερόσυλους»

Με αφορμή τις ανασκαφές της Αμφίπολης και τις δυο Καρυάτιδες που αποκαλύφθησαν στο κοινό, δυο νεαροί Έλληνες, αποφάσισαν να μας υπενθυμίσουν...
με ένα βίντεο την ιστορία των έξι Καρυάτιδων που κοσμούσαν το Ερέχθειο μέσα μια μικρού μήκους ταινία.


Ο γραφίστας Δημήτρης Αρμανίδης και ο φωτογράφος Γιάννης Λογοθέτης δημιούργησαν ένα βίντεο 6 λεπτών, για τις έξι ωραίες αρχαίες κόρες του Ερεχθείου.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες από την ιστοσελίδα του μουσείου της Ακρόπολης, η περιοχή του Ερεχθείου ήταν η ιερότερη όλης της Ακρόπολης.



Πρόκειται για ένα πολυσύνθετο μαρμάρινο κτήριο, λαμπρό δείγμα του ώριμου ιωνικού ρυθμού. Το ανατολικό τμήμα του ναού ήταν αφιερωμένο στη λατρεία της Αθηνάς Πολιάδος, της προστάτιδας θεάς της πόλεως, ενώ το δυτικό ήταν αφιερωμένο στον Ποσειδώνα-Ερεχθέα, από όπου και το όνομα του ναού, στον τοπικό ήρωα Βούτη, στον Ήφαιστο και σε άλλους θεούς και ήρωες. Πρόκειται λοιπόν για έναν πολλαπλό ναό, όπου συστεγάστηκαν παλαιότερες και νεότερες λατρείες και όπου φυλάσσονταν τα Ιερά Μαρτύρια, τα ίχνη της τρίαινας του Ποσειδώνος και η ελιά, το δώρο της Αθηνάς στην πόλη της Αθήνας.
Το κτήριο είχε δύο προστάσεις (προστεγάσματα).
Η οροφή της βόρειας πρόστασης στηριζόταν σε έξι ιωνικούς κίονες και κάτω από το δάπεδό της οι Αθηναίοι έδειχναν το σημάδι με το οποίο ο Δίας σκότωσε τον μυθικό βασιλιά Ερεχθέα.
Η νότια πρόσταση είναι η περισσότερο γνωστή. Αντί για κίονες, έξι αγάλματα κορών, οι Καρυάτιδες, στήριζαν την οροφή. Κάτω από την πρόσταση...
περισσότερα εδώ

Γιάννης Βλαχογιάννης: «Σε κάποιους ιερόσυλους»

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki