Wednesday, 25 October 2023

Η Κάμπια που φοβόταν να γίνει Πεταλούδα

Μια νεαρή κάμπια περπατούσε ανέμελη σε έναν ανθισμένο κήπο. Έτρωγε και λιαζόταν χωρίς να σκοτίζεται για τίποτα. Λίγο πιο πέρα, πάνω σε ένα όμορφο τριαντάφυλλο καθόταν μία μέλισσα. Μάζευε με επιμέλεια τη γύρη και εργατική όπως ήταν είδε την κάμπια και απόρησε με την ανεμελιά της.
«Καλημέρα» της είπε δειλά.
«Καλημέρα!» απάντησε η κάμπια μασουλώντας ένα μεγάλο καταπράσινο φύλλο.
«Βλέπω ότι απολαμβάνεις το γεύμα σου!».
«Ναι είναι πράγματι πολύ νόστιμο! Σωστή αμβροσία!».
«Και δε σε νοιάζει τίποτα άλλο σωστά;» είπε με νόημα η μέλισσα.
«Τι να με νοιάξει; Το φαγητό μου το έχω, τη δροσιά μου την έχω, νέα είμαι. Όλη η ζωή μπροστά μου!» απάντησε με σιγουριά η κάμπια.

«Δε σε απασχολεί καθόλου το μέλλον;».
«Το μέλλον γιατί; Μια κάμπια είμαι μόνο που ζει τη ζωή της! Τι θέλεις να πεις;».
«Να, ξέρω ότι εσείς οι κάμπιες μεταμορφώνεστε σε πεταλούδες και αναρωτιόμουν πώς αισθάνεσαι γι’ αυτήν τη μεταμόρφωση».

«Α πα πα πα πα! Τι ερωτήσεις είναι αυτές που κάνεις; Εγώ δε θα γίνω ποτέ πεταλούδα! Είναι πολύ δυστυχισμένο πλάσμα!

Τρεμοπετάει εδώ κι εκεί συνέχεια και τρώει γύρη! Μπλιαχ! Σιχαίνομαι τη γύρη! Εγώ θα μείνω για πάντα κάμπια!» δήλωσε αυστηρά.
«Μα αν θέλεις να κάνεις κάτι τέτοιο είναι σαν να αρνείσαι τη φύση σου!!» είπε έκπληκτη η μέλισσα.
«Και ποια είναι η φύση μου; Εκεί που κάθομαι όμορφα και ωραία, να πρέπει να ξεβολεύομαι για να αποκτήσω φτερά; Και τι να τα κάνω τα φτερά; Μια χαρά περπατάω! Άσε που έχω και κλειστοφοβία! Ακούω «κουκούλι» και τρέμω!» είπε κάνοντας μια χαρακτηριστική κίνηση τρεμουλιάσματος.

«Μα είναι τόσο όμορφο να πετάς! Μαθαίνεις πολλά και μπορείς να επισκεφτείς ένα σωρό κήπους! Το να αισθάνεσαι τον αέρα να κινεί τα φτερά σου είναι τόσο ωραίο! Νιώθεις ελεύθερα! Τα πάντα από ψηλά είναι πολύ πιο όμορφα! Στο λέω εκ πείρας!» είπε με ενθουσιασμό η μέλισσα.

«Α πα πα πα πα! Άσε με εδώ στην ησυχία μου! Φοβάμαι τα ύψη! Δεν μπορώ σου λέω!» απολογήθηκε η κάμπια.

«Μα και να θέλεις να μείνεις κάμπια, δεν μπορείς. Θα φτάσει η φάση της ζωής σου που θα σε αναγκάσει να γίνεις πεταλούδα. Αλλιώς θα πεθάνεις» προειδοποίησε απηυδισμένη η μέλισσα.
«Φτου φτου φτου! Κουνήσου από τη θέση σου! Δηλαδή λες ότι ή θα γίνω πεταλούδα ή θα δω τα ραδίκια ανάποδα; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα! Α πα πα πα πα σου λέω! Τέλος! Εγώ θα μείνω εδώ και δεν πάω ούτε μπρος ούτε πίσω! Κι άμα θέλει κανείς ας με κουνήσει!» είπε η κάμπια αποφασισμένη.

Η μέλισσα κατάλαβε ότι ήταν μάταιο να προσπαθεί να την πείσει ότι κάποια στιγμή θα γίνει πεταλούδα. Ήξερε ότι ο φόβος της να αλλάξει ήταν πολύ ισχυρός και λυπόταν που όταν θα ερχόταν η ιερή αυτή στιγμή, θα πονούσε και θα στενοχωριόταν τόσο πολύ. Με τη σοφία που είχε αποκτήσει όμως, ήξερε ότι η φύση γνωρίζει πώς να εξελίσσει τα πλάσματα της. 

Παρηγορήθηκε, λοιπόν, με τη σκέψη ότι ήθελε δεν ήθελε η κάμπια, κάποια στιγμή η ζωή θα την ανάγκαζε να γίνει πεταλούδα, κι ας πονούσε. Σημασία είχε ότι θα γινόταν πεταλούδα. Άλλη μια πεταλούδα που θα ομόρφαινε τόσο τον πολύχρωμο αυτόν κήπο.

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 24 October 2023

Πείνασε στη Βάπτισή της...

Είναι μία συγκινητική εικόνα που μπορεί να βλέπουμε σπάνια, ωστόσο σίγουρα όλοι θα θέλαμε να την βλέπουμε συχνότερα.
Κατά τη διάρκεια της βάπτισης η μικρή Άννα Μαρία -όπως βαπτίστηκε- μάλλον πείνασε και προς έκπληξη όλων, ο ιερέας που τελούσε το μυστήριο, κατάφερε να την ηρεμήσει με μία χειρονομία γεμάτη αγάπη: απλά πήρε το μπουκαλάκι της και την τάισε.
#Προχωράμε
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Σας ευχαριστούμε Dr. Banting και ο Dr. Best...

Αυτή είναι γνωστή ως μία από τις πιο απίστευτες στιγμές της «επιστήμης του φαρμάκου». Το 1922, στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, επιστήμονες πήγαν σε έναν νοσοκομειακό θάλαμο με παιδιά που ήταν σε κώμα και πέθαιναν από διαβητική κετοξέωση
Φανταστείτε ένα δωμάτιο γεμάτο γονείς που κάθονταν δίπλα στα κρεβάτια περιμένοντας τον αναπόφευκτο θάνατο του παιδιού τους. Οι επιστήμονες πήγαν από κρεβάτι σε κρεβάτι και έκαναν ένεση στα παιδιά με το νέο εκχύλισμα - ινσουλίνη. 
Καθώς άρχισαν να εγχέουν την ινσουλίνη στο τελευταίο παιδί με κώμα, το πρώτο παιδί που εγχύθηκε άρχισε να ξυπνάει. 
Ένα προς ένα, όλα τα παιδιά ξύπνησαν από το διαβητικό κώμα τους. Ένα δωμάτιο θανάτου, έγινε τόπος χαράς και ελπίδας.

Σας ευχαριστούμε Dr. Banting και ο Dr. Best. Χάρη σε σας ζούνε εκατομύρια άνθρωποι με διαβήτη μια φυσιολογική ζωή!

via@humansofkalamata
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 23 October 2023

Τα Παιδιά της Σοκολάτας - The Dark Side Of Chocolate


Καλλιεργεί όλη του τη ζωή κακάο αλλά δεν είχε δοκιμάσει ποτέ… μέχρι τώρα (βίντεο)
    Τα περισσότερα παιδιά λατρεύουν τις σοκολάτες. Κάποια παιδιά, όμως, τις απεχθάνονται. Ένα από αυτά είναι και ο Ντρίσα.
Ο Ντρίσα φέρει ακόμη τα σημάδια της περιόδου που πέρασε, δουλεύοντας σε κάποια φυτεία κακάο της Ακτής του Ελεφαντοστού. Πολυάριθμα σημάδια από χτυπήματα.

 Drissa_body
    Ο Ντρίσα ήταν ένας «σκλάβος της σοκολάτας», ένα από τον άγνωστο αριθμό παιδιών από τη δυτική Αφρική που πωλούνται από τις οικογένειές τους ως σκλάβοι στην Ακτή του Ελεφαντοστού, τη μεγαλύτερη παραγωγό χώρα κακάο στον κόσμο.
Τα υποχρεώνουν να εργάζονται χωρίς να τα πληρώνουν, τα χτυπούν όταν αυτά εκδηλώνουν κάποιες αντιρρήσεις τους και τα εγκαταλείπουν, όταν αρρωσταίνουν.
 
Ο Ντρίσα εργαζόταν 18 ώρες την ημέρα, έτρωγε ελάχιστα και το βράδυ κοιμόταν κλειδωμένος σ΄ ένα μικρό δωμάτιο.
Τα χτυπήματα που δεχόταν ήταν αρκετά για να τον «πείσουν» να συνεχίσει.
Οι «σκλάβοι της σοκολάτας» που χρησιμοποιούνται στην Ακτή του Ελεφαντοστού προέρχονται, κατά κύριο λόγο, από το Μάλι, το Μπενίν, το Τόγκο και την Κεντροαφρικάνικη Δημοκρατία. Οι πληροφορίες που υπάρχουν, ωστόσο, γι' αυτά είναι λιγοστές και συγκεχυμένες.


 
περισσότερα στην πηγή: antikleidi
και στην πηγή της πηγής: apenantioxthi
 
σχετικά:
27 Απρ 2013

Σα τα κρασιά 'ναι οι αθρώποι...

Βράδιασε για τα καλά στο ορεινό χωριό, έπεσε η νύχτα η αυγουστιάτικη και η κυρά της νυχτιάς φεγγαρόλουζε την πλάση.
Ωραία η ώρα αυτή, η ώρα που όλα γαληνεύουν.
«Βάλε μεζέ και έλα να πιούμε και να τα πούμε», είπε και ακούμπησε στο τραπέζι επιδεικτικά και με καμάρι, μια ιδρωμένη καράφα με κόκκινο, κρασί. 
Απίθωσε το χοντρό του σακάκι, φορεμένο ανάρριχτα κατά το συνήθειο των τζομπάνηδων, σε μια καρέκλα και στρογγυλοκάθισε στην άλλη.
Ήρθε το πιατάκι με τα μεζεδάκια, κέρασε ο μπάρμπα-Νώντας το μπρούσκο στα ποτηράκια και σώπασε.

«Το κρασί υπέροχο, από τ' αμπέλι σου είναι; Γλυκόπιοτο και ό,τι πρέπει γι' αυτή την ώρα», είπε η "ξένη", για να σπάσει τη σιωπή. Αμίλητος ο Επαμεινώντας, η "αλογόμυγα"...
Έτσι τον είχε βαφτίσει μέσα της, μιας και όλο το χωριό την είχε πληροφορήσει ότι στασό δεν έχει, ότι το μόνο που κάνει είναι να τους συγχύζει με κάτι ακαταλαβίστικα που τους έλεγε, που τους ρώταγε συνέχεια, ολημερίς και ολονυχτίς.
Κάτι θέλει να μου πει, δεν υπάρχει περίπτωση, σκέφτηκε η "πρωτευουσιάνα"
«Έλα αρχίνα» του είπε, «κάτι καινούργιο έχεις από μέσα σου να βγάλεις...»

    «Σα τα κρασιά είν' οι αθρώποι...
Οι γονέοι είναι φυτευτάδες, Εσύ, να πούμε... Φύτεψες τα κλήματά σου, κατάλαβες τι λέω, έτσι δεν είναι;
Τα κληματάκια σου τον έχουνε πάρει τον ύπνο μέσα 
για καλά, καληώρα τους...
Τα ποτίζεις, τα περιποιγιέσαι, τα κορφολογάς, τα κλαδεύεις, ξεβοτανίσεις κάθε τόσο το χώμα 'ποκάτω τους... και όλ' αυτά στην ώρα τους... και  περιμένεις να πάρεις κρασί, καλό κρασί, σαν έρθει η ώρα, σα θα μεστώσουνε. 
Έτσι κάνεις, όπως εγώ στ' αμπέλι μου...»
Πάλι σώπασε για καμπόση ώρα ο Νώντας, ο αγράμματος θυμόσοφος του ορεινού χωριού που 'ναι χωμένο σε μια κλεισούρα του Μαινάλου.
«Μετά, πώς θα το τρυγίσεις (π
ήρε φόρα ο τζομπάνης) σε τι βαγένι θα το βάλεις... που θα τ' απιθώσεις και για πόσο....
Θέλει χρόνο, χρόνο το καλό κρασί για να γενεί... χρόνο και πομονή

Και σε τρώνε μέσα εδώ, στα φυλλοκάρδια, οι έγνοιες:  
Θα βρέξει όντας πρέπει άραγες;
Θα 'ναι ο καιρός ζεστός, θα 'ναι ο πρεπούμενος;
Μη και πέσει περονόσπορος, σα που θυμάμαι στα μικράτα μου -Θιός φυλάξοι-;

Και 'ρχεται η ώρα η καλή να πάρεις το κρασί.
Σα τα κρασιά 'ναι οι αθρώποι...
Άλλη γεύση, άλλη θωριά, άλλες χάρες, άλλα κουσούρια ο καθένας.
Βλέπεις κάποιονα... χαλασμένο κρασί τονε λες, αυτό που το πετάς...
Μεστό μπρούσκο ο άλλος, να τόνε χαίρεται η ψυχή σου
Μοσχοφίλερο η καλή γειτόνισσα, με τον καλό λόγο για τον καθένα.
Ξινισμένο η παραδίπλα η φτονερή, η αγέλαστη...

Πολλών ειδώνε τα κρασά, σα τους ανθρώπους.
Στυφό αυτό, αλλά γλυκόπιοτο
Διαμάντι στο χρώμα το άλλο, μα στη γεύση να το φτύσεις, άμεστο κι αγίνωτο.
Αψύ το άλλο, σαν το καλοπιείς παίρνεις φωτιά, μπουρλότο γίνεσαι, θέλει τη ρέγουλά του...

Και σαν τα κρασιά έτσι και οι αθρώποι δεν ταιργιάζουνε με όλα τα φαγιά... το καθένα πάει και μ' άλλο. Να, τούτο δω που σου 'φερα δεν έναι για τα ψαρικά. Τα χαλάει και χαλιέται και δαύτο...

Άκου με που σου τα λέω και βάλε το καλά μες στο τσερβέλο σου, συ που 'σαι μικρομάνα:
Σα τα κρασά 'ναι οι αθρώποι
Έτσι κάνεις, όπως εγώ στ' αμπέλι μου. 
Και συ, σα και μένανε, ίδια τα ανατρέφεις τα κληματάκια σου, μα αλλότερο κρασί θα γένει το καθένα. Η έγνοια σου να 'ναι τα τέσσερά σου τα κρασιά να γένουνε καλά, καλόπιοτα, και να μοσχοβολάνε...

Και... μάθε τα από τώρα, τα κούτσικα... όποιο καλό κρασί κι αν γένουνε να του ρίχνουνε και λίγο νεράκι μέσα πότε πότε...
Δύσκολη 'ναι η δουλειά σου απ' τη δικιά μου πιότερο...
Άιντε και φχαριστώ για το μεζέ και π' άκουσες τις παλαβομάρες μου.»

«Καλό ξημέρωμα μπάρμπα-Νώντα...»

    Έρριξε πάνω του το χοντροσάκακο και ροβόλησε τον κατήφορο.
Και με βρήκε η αυγή να ανασκαλεύω τα λόγια του, που σε κανένα βιβλίο δεν τα διάβασε και που τώρα τα γράφω για να τιμήσω τη μνήμη του Επαμεινώντα, της δικιά μου "αλογόμυγας"...

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki