Showing posts with label Παραμυθάκια. Show all posts
Showing posts with label Παραμυθάκια. Show all posts

Sunday, 17 December 2023

«Ο Χιονάνθρωπος που δεν ήθελε να λιώσει»

Μια φορά κι έναν καιρό, στην κορυφή ενός ψηλού χιονισμένου βουνού, ζούσε ένας χιονάνθρωπος. Για μάτια είχε δυο κουκουνάρια, για μύτη ένα βελανίδι, τα χέρια του ήταν δυο ξερά κλαριά από πεύκο, το στόμα του -μια φούντα θυμαριού- το είχε χάσει.
Ήταν χειμώνας, έκανε κρύο πάνω στο βουνό κι ένας τέτοιος καιρός άρεσε πολύ στο χιονάνθρωπο. Μα κάποιος αγριοκούνελος τον πληροφόρησε πως σε λίγο θα τελείωνε ο χειμώνας, θα ‘ρχότανε η άνοιξη με τον ήλιο της και το χιόνι θα ‘λιωνε.

«Πού να πάω για να σωθώ;» ρώτησε ο χιονάνθρωπος τον αετό.

Αυτός άπλωσε τη φτερούγα του και του έδειξε κατά το βοριά. Βρήκε ο χιονάνθρωπος ένα ζευγάρι παλιά ξεχασμένα πέδιλα του σκι, τα φόρεσε και κίνησε προς τα εκεί που του έδειξε ο αετός. Έφτασε σε μια πολιτεία, τον είδανε τα παιδιά που παίζανε στην πλατεία, τον πήρανε μαζί τους.

«Δες τα μάτια του!» φώναξε η Κατερίνα. «Τι αστεία χέρια που έχει!» γέλασε ο Στέφανος.

Κι ο Κωστής τού κόλλησε ένα καπάκι από κόκα κόλα για στόμα. Ο χιονάνθρωπος διασκέδαζε με τα καμώματα των παιδιών, μα δεν ξεχνούσε πως έπρεπε να συνεχίσει το ταξίδι του. Σαν νύχτωσε, λοιπόν, κι άδειασε η πλατεία, πήρε πάλι τους δρόμους.

«Από εδώ πάνε για το βοριά;» ρώτησε ένα λεωφορείο. «Πήγαινε στο λιμάνι και τα καράβια θα σου πούνε!» του απάντησε το λεωφορείο. Ο χιονάνθρωπος έψαξε για το λιμάνι, το βρήκε, είδε τ’ αραγμένα καράβια, τα ρώτησε αν ξέρουν πώς πάνε στα βορινά.

«Θα σε πηγαίναμε εμείς, μα έχει τρικυμία αυτές τις μέρες και δε σαλπάρουμε», τον απογοήτεψαν τα καράβια.

«Και τώρα, τι θα κάνω;» δάκρυσε ο χιονάνθρωπος κι έκανε μια γκριμάτσα και ξεκόλλησε το καπάκι της κόκα κόλα κι έμεινε ξανά χωρίς στόμα. Τον είδε έτσι λυπημένο μια βαρκούλα - ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ τη λέγανε.

«Άντε να σε πάω εγώ!» του είπε κι ο χιονάνθρωπος καταχάρηκε. Βολεύτηκε κάπου στην πλώρη κι ανοίχτηκαν στο πέλαγο. Η φουρτούνα ήταν δυνατή. Να κάτι θεόρατα κύματα χτυπάγανε τη βάρκα κι έτριζαν τα γέρικα ξύλα, «κριτς!», ράγισε το σκαρί.

Μπήκαν νερά. Πάει, βούλιαξε η ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ, βρέθηκε στο βυθό ο χιονάνθρωπος. Τον είδανε τα ψάρια, τα μικρά τρομάξανε, τα πιο μεγάλα ξαφνιαστήκανε. Ήταν κι ένας καρχαρίας π’ όρμηξε και, «χαπ!» έκοψε ένα κομμάτι από την κοιλιά του χιονάνθρωπου.

Μα ήταν παγωμένη η μπουκιά και του πονέσανε οι αμυγδαλές και το 'βαλε στα πόδια ο καρχαρίας. Ο χιονάνθρωπος κοιτούσε γύρω με τα δυο κουκουναρομάτια του, κοιτούσε και χάζευε τα ψάρια, τα φύκια, τα όστρακα και τα κοχύλια. Μετά, άρχισε να λιώνει.

«Βοήθεια!» φώναξε, αλλά δεν υπήρχε κανείς στο βυθό που θα μπορούσε να τον σώσει. Έλιωσε, λοιπόν, κι έγινε νερό. Ένα αυλάκι παγωμένο, που κάποτε ήταν χιονάνθρωπος. Πέρασαν πολλές μέρες, πέρασαν μήνες και το νερό αυτό που κάποτε ήταν χιονάνθρωπος, βρέθηκε σε μιαν άλλη παραλία. Το έριξαν τα κύματα στα βράχια, κύλησε σε μια λακκούβα κι έμεινε εκεί.

Βγήκε ο ήλιος και το ζέστανε, το έκανε μικρές σταγόνες, π’ ανασηκώθηκαν ψηλά, μέχρι τον ουρανό φτάσανε, ενώθηκαν όλες μαζί, φτιάξανε ένα σύννεφο. Ο άνεμος έσυρε μαζί του το σύννεφο, το έφερε πάνω από το βουνό το χιονισμένο, απ’ όπου ο χιονάνθρωπος είχε ξεκινήσει, κι εκεί το σύννεφο έπεσε σαν χιόνι πάνω στην κορυφή.

Κάτι περαστικοί ορειβάτες άρχισαν το χιονοπόλεμο και μετά φτιάξανε ένα χιονάνθρωπο. Του βάλανε δυο κουκουνάρια για μάτια, ένα βελανίδι για μύτη, δυο ξερά κλαριά από πεύκο για χέρια. Μετά φύγανε και ξεχάσανε το στόμα.

Μα αυτό δε στεναχώρησε το χιονάνθρωπο. Ήταν τόσο χαρούμενος που δε χάθηκε ούτε στην πλατεία, ούτε στη μανιασμένη θάλασσα, ούτε και στο βυθό με τα κοχύλια του, τα ψάρια του κι εκείνον τον απαίσιο, τον κακό καρχαρία του.

ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ

Ακούστε το παραπάνω παραμύθι
και ταυτόχρονα, διαβάστε το,
γυρνώντας τις σελίδες του ψηφιακού βιβλίου,
πατώντας εδώ!

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ TA: ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ: Ο ΧΙΟΝΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΛΙΩΣΕΙ"
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 25 October 2023

Η Κάμπια που φοβόταν να γίνει Πεταλούδα

Μια νεαρή κάμπια περπατούσε ανέμελη σε έναν ανθισμένο κήπο. Έτρωγε και λιαζόταν χωρίς να σκοτίζεται για τίποτα. Λίγο πιο πέρα, πάνω σε ένα όμορφο τριαντάφυλλο καθόταν μία μέλισσα. Μάζευε με επιμέλεια τη γύρη και εργατική όπως ήταν είδε την κάμπια και απόρησε με την ανεμελιά της.
«Καλημέρα» της είπε δειλά.
«Καλημέρα!» απάντησε η κάμπια μασουλώντας ένα μεγάλο καταπράσινο φύλλο.
«Βλέπω ότι απολαμβάνεις το γεύμα σου!».
«Ναι είναι πράγματι πολύ νόστιμο! Σωστή αμβροσία!».
«Και δε σε νοιάζει τίποτα άλλο σωστά;» είπε με νόημα η μέλισσα.
«Τι να με νοιάξει; Το φαγητό μου το έχω, τη δροσιά μου την έχω, νέα είμαι. Όλη η ζωή μπροστά μου!» απάντησε με σιγουριά η κάμπια.

«Δε σε απασχολεί καθόλου το μέλλον;».
«Το μέλλον γιατί; Μια κάμπια είμαι μόνο που ζει τη ζωή της! Τι θέλεις να πεις;».
«Να, ξέρω ότι εσείς οι κάμπιες μεταμορφώνεστε σε πεταλούδες και αναρωτιόμουν πώς αισθάνεσαι γι’ αυτήν τη μεταμόρφωση».

«Α πα πα πα πα! Τι ερωτήσεις είναι αυτές που κάνεις; Εγώ δε θα γίνω ποτέ πεταλούδα! Είναι πολύ δυστυχισμένο πλάσμα!

Τρεμοπετάει εδώ κι εκεί συνέχεια και τρώει γύρη! Μπλιαχ! Σιχαίνομαι τη γύρη! Εγώ θα μείνω για πάντα κάμπια!» δήλωσε αυστηρά.
«Μα αν θέλεις να κάνεις κάτι τέτοιο είναι σαν να αρνείσαι τη φύση σου!!» είπε έκπληκτη η μέλισσα.
«Και ποια είναι η φύση μου; Εκεί που κάθομαι όμορφα και ωραία, να πρέπει να ξεβολεύομαι για να αποκτήσω φτερά; Και τι να τα κάνω τα φτερά; Μια χαρά περπατάω! Άσε που έχω και κλειστοφοβία! Ακούω «κουκούλι» και τρέμω!» είπε κάνοντας μια χαρακτηριστική κίνηση τρεμουλιάσματος.

«Μα είναι τόσο όμορφο να πετάς! Μαθαίνεις πολλά και μπορείς να επισκεφτείς ένα σωρό κήπους! Το να αισθάνεσαι τον αέρα να κινεί τα φτερά σου είναι τόσο ωραίο! Νιώθεις ελεύθερα! Τα πάντα από ψηλά είναι πολύ πιο όμορφα! Στο λέω εκ πείρας!» είπε με ενθουσιασμό η μέλισσα.

«Α πα πα πα πα! Άσε με εδώ στην ησυχία μου! Φοβάμαι τα ύψη! Δεν μπορώ σου λέω!» απολογήθηκε η κάμπια.

«Μα και να θέλεις να μείνεις κάμπια, δεν μπορείς. Θα φτάσει η φάση της ζωής σου που θα σε αναγκάσει να γίνεις πεταλούδα. Αλλιώς θα πεθάνεις» προειδοποίησε απηυδισμένη η μέλισσα.
«Φτου φτου φτου! Κουνήσου από τη θέση σου! Δηλαδή λες ότι ή θα γίνω πεταλούδα ή θα δω τα ραδίκια ανάποδα; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα! Α πα πα πα πα σου λέω! Τέλος! Εγώ θα μείνω εδώ και δεν πάω ούτε μπρος ούτε πίσω! Κι άμα θέλει κανείς ας με κουνήσει!» είπε η κάμπια αποφασισμένη.

Η μέλισσα κατάλαβε ότι ήταν μάταιο να προσπαθεί να την πείσει ότι κάποια στιγμή θα γίνει πεταλούδα. Ήξερε ότι ο φόβος της να αλλάξει ήταν πολύ ισχυρός και λυπόταν που όταν θα ερχόταν η ιερή αυτή στιγμή, θα πονούσε και θα στενοχωριόταν τόσο πολύ. Με τη σοφία που είχε αποκτήσει όμως, ήξερε ότι η φύση γνωρίζει πώς να εξελίσσει τα πλάσματα της. 

Παρηγορήθηκε, λοιπόν, με τη σκέψη ότι ήθελε δεν ήθελε η κάμπια, κάποια στιγμή η ζωή θα την ανάγκαζε να γίνει πεταλούδα, κι ας πονούσε. Σημασία είχε ότι θα γινόταν πεταλούδα. Άλλη μια πεταλούδα που θα ομόρφαινε τόσο τον πολύχρωμο αυτόν κήπο.

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 24 April 2020

Το κανάλι της Κυρα-Ρήνης

Γεια σας! Είμαι η κυρα-Ρήνη... 
 
Κάποτε ήμουν κι εγώ Ρηνούλα, με δυο πολύ χαριτωμένα κοτσιδάκια στο κεφαλάκι μου και ένα σωρό παραμύθια στην καρδούλα μου. Πέρασαν τα χρόνια κι έγινα πια Κυρα-Ρήνη, αλλά τα παραμύθια μου παραμένουν στην καρδούλα μου. Έτσι, αποφάσισα να τα μοιραστώ με όλα τα παιδάκια, μικρά και μεγάλα. 
Μπορείτε να ακούσετε τα παραμύθια μου εδώ: 
Ξέχασα να σας πω το πιο σημαντικό! 
Γράφω ερασιτεχνικά, απλά επειδή μου αρέσει να γράφω, χωρίς κανένα οικονομικό όφελος. Απολαμβάνω πολύ τη διαδικασία αυτή, από την πρώτη ιδέα του παραμυθιού, ως την παραγωγή του βίντεο. 
Ο χρόνος μου όμως είναι πολύ περιορισμένος και -δυστυχώς- δεν έχω τη δυνατότητα να ανεβάζω βίντεο όσο συχνά θα ήθελα... 
Το κάνω πάντως με απέραντη αγάπη κι ελπίζω να μας αγαπήσετε κι εσείς, εμένα και τα παραμύθια μου! 
 
Ευχαριστώ που ήρθατε!
 
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 29 March 2019

Χαμομηλάκι καί ἀγάπη

Στήν ἄκρη ἑνός ἀπόκρημνου βράχου, μιάν φορά καί ἕναν καιρόν, ἐφύτρωσε ἕνα μικρό χαμομηλάκι.
Καί μοσκοβόλαγε τό σύμπαν ὁλάκερο. 
Πολλοί τό ζήλεβαν, οἱ σοφοί τό καλοτύχιζαν!
Ξεπρόβαλε, λοιπόν, πρῶτος, μιάν μέρα ποὔμοιαζε σάν τίς ἄλλες μέ τούς ἀνθρώπους νά συνωστίζονται καί ν’ ἀνταγωνίζονται μεταξύ τους στό τρέξιμο στίς μεγαλουπόλεις τους, ὁ Ἄνεμος. Παγερός καί ὁρμητικός σάν θύελλα χιμᾶ στό χαμομηλάκι καί θέλει νά τό ξεπαστρέψει. 
Ἐκεῖνο, ὅμως, ὀρθώνει τό ἀνάστημά του καί, ἄν καί μικροκαμωμένο, βάζει ὅλη του τή δύναμη καί ἀπωθεῖ μακριά, πολύ μακριά τό μανιασμένο Ἀγέρα.
Μετά ἀπ’ ὀλίγο, πρίν προλάβει νά ξεκουραστεῖ κι ἀνάσα νά πάρει ἀπό τή δύσκολη ἀμάχη, νέος κίντυνος παραμονεύει γιά τό μικρό χαμομηλάκι. 
Βροχή ἀπ’ τον οὐρανό ἄρχισε νά πέφτει, δυνατή Νεροποντή νά μουσκεύει τά πάντα. Πλησίαζε ἀπειλητική. Ἤτανε ἕτοιμη νά πνίξει καί τό χαμομηλάκι, μά ἐκεῖνο ἀσκώθηκε καί με πρωτοφανέρωτη δύναμη τή Βροχή ἔδιωξε ἀπό τόν ἀπόκρημνο βράχο πέρα νά χαθεῖ στά βάθη τοῦ μαυροσυγνεφιασμένου ὁρίζοντα…

Τότε, λοιπόν, ἐμφανίστηκε καί ὁ Ἥλιος. 
Καί χαμογελαστός καί διώχνοντας ὅλες τίς μαῦρες νεφέλες καί τά μαυρούλικα συννεφάκια τους, κοντοσιμώνει φωτεινός καί ὁλόλαμπρος στήν ἄκρη τῶν βράχων. Σκύβει καί, σάν φτάνει στη γῆ, ρωτᾶ τό χαμομηλάκι: «Πές μου πῶς τά κατάφερες καί κατανίκησες καί τή Βροχή καί τόν Ἄνεμο καί δέν σέ ξολοθρέψανε ἄν καί εἶσαι φῶς – φανάρι μικρότερός τους καί μέ γυμνό μάτι φαίνεσαι πιό ἀδύναμός τους; Σ’ ἔβλεπα ἀπό τόν οὐρανό καί σέ θαύμαζα, ἀποροῦσα μέ τίς ἐπιτυχίες σου!»

«Μά δεν τό ξέρεις το μυστικό μου;»,
γυρίζει καί τοῦ λέει τό χαμομηλάκι κορδώνοντας ἀπό περηφάνια καί κοιτάζοντας τόν Ἥλιο κατάματα. 
«Ἡ ἀγάπη γιά τή ζωή μοῦ δίνει θάρρος, δύναμη καί αὐτοπεποίθηση. Καί ὁπλίζοντάς με, συνάμα, καί μ’ αἰσιοδοξία, δέ μ’ ἀφήνει ποτέ νά σκύψω τό κεφάλι σ’ αὐτούς πού θέλουνε νά μέ βλάψουνε, τούς μικρόψυχους καί ἀνόητους ἐγωιστές! Αὐτό νά μήν τό ξεχνᾶς ποτέ, Ἥλιε μου!», 
συμπλήρωσε!
«Ποτέ!», εἶπε βροντερά, γιά ν’ ἀκουστεῖ ἀπ’ ὅλους καί παντοῦ, καί ὁ Ἥλιος. Μιά στιγμή ἀργότερα, δωρίζοντας στό χαμομηλάκι μιά δέσμη ἡλιαχτίδες, πέταξε σ’ ἄλλο σημεῖο τῆς γῆς, ὅπου οἱ ἄνθρωποι τύχαινε νἄχουν ἀνάγκη τήν πλημμυρισμένη φῶς ἀγάπη καί τή γεμάτη ζέστη θαλπωρή του, χωρίς νά νοιάζονται πῶς σέ βάρος τοῦ γείτονα θά γεμίζουν τό δικό τους πορτοφόλι καί θά πληγώνουν κάθε συνάνθρωπό τους γιά νά νιώθουν καλύτερα ἐκεῖνοι…

τοῦ Γ. Ἀπτεραίου
aixmi-news.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 3 January 2019

Τα περήφανα γάντια

Ένα παιδί είχε δύο ζευγάρια γάντια. Ένα ζευγάρι κόκκινα κι ένα ζευγάρι μπλε. Kρέμονταν και τα δυο μέσα στην ντουλάπα, αλλά πολύ συχνά μάλωναν. Kαι ο λόγος; Tα κόκκινα γάντια, που ήταν καινούρια, έλεγαν στα μπλε:
― Eμείς δεν έχουμε βγει ποτέ έξω στο κρύο, ούτε έχουμε λερωθεί ποτέ. Mας έχουν εδώ, στην καλύτερη θέση της ντουλάπας και μας προσέχουν. Eνώ εσείς, μα... για δείτε τι χάλια έχετε. Bρόμικα, μισοσκισμένα και τόσο απεριποίητα! Kαλά θα κάνετε να μείνετε μακριά μας...

Τα μπλε γάντια δεν έδιναν και πολλή σημασία, μόνο κοιτάζονταν μεταξύ τους και έκλειναν το μάτι. Στην αρχή τα κόκκινα έκαναν πως δεν καταλάβαιναν, αλλά, σιγά σιγά, αυτό άρχισε να τα ενοχλεί.
Kαι κάποτε είπαν στα μπλε γάντια με απορία:
― Tι θέλετε να πείτε, επιτέλους; Ότι εσείς είστε καλύτερα ή ότι περνάτε καλύτερα από μας;
― Θέλει και ρώτημα; είπαν τα μπλε. Aν ποτέ δε βγήκατε στο χιόνι και στον αέρα, αν δεν έχετε παίξει χιονοπόλεμο και μπάλα, αν δεν κρατήσατε ζεστά κάστανα στη χούφτα σας, αν δεν ζεστάνατε τα χέρια των παιδιών, με δυο λόγια, αν δεν είδατε και δε μάθατε τον κόσμο, τί νόημα έχει η ζωή σας;
Τα κόκκινα γάντια έσκυψαν το κεφάλι και δε μίλησαν.
Το δίκιο... δε σηκώνει κουβέντα.


Κείμενο-Εικονογράφηση ©Ελένη Τσαλίκη, από τη συλλογή «Κάθε μέρα, κάθε μήνα, μια ολόκληρη χρονιά»

Wednesday, 31 May 2017

Οι σπόροι του Βασιλιά
Μαθήματα ζωής για μας και τα παιδιά μας

Μια ιστορία για την αυτοεκτίμηση

Ο Τανγκ ήταν ένας μικρός εργάτης στο βασίλειο της Ανατολής. Δούλευε το χαλκό και κατασκεύαζε καταπληκτικά εργαλεία που πουλούσε στην αγορά. 
Ήταν ευτυχισμένος με τη ζωή του και είχε καλή εκτίμηση για τον εαυτό του. Δεν περίμενε τίποτα άλλο από το να βρει τη γυναίκα της ζωής του. 
Μια μέρα, ένας απεσταλμένος του βασιλιά ήρθε να ανακοινώσει ότι ο μεγαλειότατος επιθυμούσε να παντρέψει την κόρη του με εκείνον τον νεαρό άντρα του βασιλείου που θα είχε την καλύτερη εκτίμηση για τον εαυτό του. 
Την καθορισμένη μέρα, ο Τανγκ πήγε στο παλάτι και βρέθηκε ανάμεσα σε πολλές εκατοντάδες νέους υποψήφιους μνηστήρες. 
Ο βασιλιάς τους είδε όλους και ζήτησε από τον αρχιθαλαμηπόλο του να δώσει στον καθένα από πέντε σπόρους λουλουδιών. 
Στη συνέχεια, τους ζήτησε να φύγουν και να γυρίσουν την άνοιξη με μια γλάστρα φυτεμένη με λουλούδια, που να προέρχονται από τους σπόρους που τους είχε δώσει.
Ο Τανγκ φύτεψε τους σπόρους φροντίζοντάς τους με μεγάλη προσοχή, αλλά τίποτα δεν φύτρωσε, ούτε βλαστάρια ούτε λουλούδια. Την καθορισμένη ημερομηνία, ο Τανγκ πήρε τη γλάστρα του χωρίς λουλούδια και ξεκίνησε για το παλάτι. 
Οι εκατοντάδες άλλοι μνηστήρες κρατούσαν τις γλάστρες τους που ήταν γεμάτες με καταπληκτικά λουλούδια και κορόιδευαν τον Τανγκ και την άδεια γλάστρα του. 
Ζήτησε λοιπόν ο βασιλιάς να περάσει κάθε υποψήφιος από μπροστά του και να του παρουσιάσει τη γλάστρα του. 
Ο Τανγκ εμφανίστηκε λίγο αμήχανος μπροστά στο βασιλιά: «Κανένας από τους σπόρους δε φύτρωσε, μεγαλειότατε» είπε. 
Και ο βασιλιάς του απάντησε: «Τανγκ, μείνε εδώ, δίπλα μου!».

Όταν παρέλασαν όλοι οι υποψήφιοι μνηστήρες, ο βασιλιάς τους έδιωξε όλους εκτός από τον Τανγκ. Έπειτα, ανακοίνωσε σε όλο το βασίλειο ότι η κόρη του και ο Τανγκ θα παντρεύονταν το επόμενο καλοκαίρι. Ήταν μια καταπληκτική γιορτή. 
Ο Τανγκ και η πριγκίπισσα ήταν κάθε μέρα και πιο ερωτευμένοι. Ζούσαν πολύ ευτυχισμένοι. 
Μια μέρα, ο Τανγκ ρώτησε το βασιλιά και πεθερό του: «Μεγαλειότατε, γιατί με επιλέξατε για γαμπρό, αν και οι σπόροι μου δεν είχαν ανθίσει;»

«Επειδή δεν μπορούσαν να ανθίσουν. Τους είχα βάλει να βράσουν ολόκληρη την προηγούμενη νύχτα! Έτσι, εσύ ήσουν ο μόνος που είχε αρκετή εκτίμηση προς τον εαυτό σου και προς τους άλλους ώστε να είσαι ειλικρινής και έντιμος. Έναν τέτοιο άνθρωπο ήθελα για γαμπρό!»

Sunday, 18 September 2016

«Το Παιδί και το Αηδόνι» - Για τον Μανόλη, που είχε φίλο ένα αηδόνι και που δεν ήθελε να πάει σχολείο

Για ένα παιδί που το έλεγαν Μανόλη, που είχε φίλο ένα αηδόνι και που δεν ήθελε να πάει σχολείο, παρά τις συμβουλές του φίλου του,
Καλοί μου φίλoι, καλό Σαββατοκύριακο!
Για ένα παιδί που το έλεγαν Μανόλη, που είχε φίλο ένα αηδόνι και που δεν ήθελε να πάει σχολείο, παρά τις συμβουλές του φίλου του, κάνουν λόγο τα παιδιά της Β2 τάξης του Δημ. Σχολείου “Χρυσόστομος Σμύρνης” του Λεοντείου Λυκείου Αθηνών, σ’ ένα υπέροχο παραμύθι που έγραψαν και εικονογράφησαν, έχοντας εμψυχώτρια τη δασκάλα τους Αναστασία Ρήγα.

Για ένα αηδόνι που το φυλάκισε το παιδί σ’ ένα κλουβί κι αυτό σταμάτησε να κελαηδάει… Και με αφορμή την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς η δημοσίευση στον σημερινό Παιδότοπο του β’ μέρους του παραμυθιού με τις σχετικές ζωγραφιές, απ’ το ιδιαίτερα επιμελημένο χειρόγραφο, βιβλιαράκι (σε φωτοτυπία) που έφτασε στα χέρια μου μέσω του γνωστού φίλου, καλού δασκάλου Μύρωνα Παναγιωτάκη. 

Και σαν επιβράβευση της συνεργασίας που αναπτύσσεται μεταξύ των δασκάλων, με ανταλλαγές των εργασιών που κάνουν στις τάξεις των…
Ταξιδιάρικα πουλιά τελικά οι εργασίες των παιδιών!


Ένα πρωί πήγε στην αποθήκη να πάρει ξερά χόρτα για να ταΐσει τα ζώα. Πάνω στη βιασύνη του δεν πρόσεξε καλά και κλείστηκε μέσα.
Όσο κι αν φώναζε, κανένας δεν μπορούσε να τον ακούσει, γιατί οι γονείς του ήταν στις δουλειές τους και τα αδέρφια του στο σχολείο.

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πώς ένιωθε το αηδόνι και μετάνιωσε γι’ αυτό που είχε κάνει στον καλύτερό του φίλο.Έπρεπε οπωσδήποτε να επανορθώσει…
Ο Μανώλης έμεινε στην αποθήκη μέχρι το απόγευμα που επέστρεψαν οι δικοί του και του άνοιξαν. Όσο κι αν ήταν πεινασμένος και διψασμένος έτρεξε στο δωμάτιό του και με δάκρυα στα μάτια ελευθέρωσε τον φίλο του και του ζήτησε συγγνώμη.

«Συγγνώμη, μικρέ μου φίλε! Πες μου τι μπορώ να κάνω για να με συγχωρέσεις;».«Θέλω να πας στο σχολείο. Αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις, όχι για μένα αλλά για σένα» 

είπε το αηδόνι και σκούπισε τρυφερά με τη φτερούγα του τα δάκρυα του Μανώλη.
Ο Μανώλης δεν το σκέφτηκε καθόλου. Κατάλαβε ότι το αηδόνι ήταν πραγματικός του φίλος και ήθελε μόνο το καλό του. Από την άλλη μέρα κιόλας ξεκίνησε να πηγαίνει στο σχολείο και ήταν πολύ χαρούμενος. Έκανε καινούργιους φίλους και έμαθε να διαβάζει, να γράφει και να λογαριάζει. Ήξερε πολύ καλά ότι όλα αυτά τα όφειλε στον φίλο του, το αηδόνι.
Όταν μεγάλωσε μάλιστα έγινε δάσκαλος και έλεγε την ιστορία του στους μαθητές του τονίζοντας τόσο την αξία της μόρφωσης, όσο και την αξία της πραγματικής φιλίας.

Σας χαιρετώ
με αγάπη όλους!
Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης, δάσκαλος


Saturday, 3 September 2016

Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε, χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,..

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γριά και δεν είχε παιδιά. Είχε λοιπόν ένα αρνάκι και το είχε σαν παιδάκι της.Το τάιζε, το πότιζε, το έλουζε κάθε μέρα, και το έστελνε στο σχολείο να μάθει γράμματα. 
Πήγαινε κάθε μέρα η γριά στο βουνό και μάζευε χορταράκι για να φάει τ’ αρνάκι της. Σαν έφτανε έξω από το σπίτι της, έλεγε:

«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
Την άνοιγε τ’ αρνάκι κι έμπαινε η γριά μέσα.
Έμαθε ο κυρ Νικόλας ο λύκος πως είχε η γριά ένα αρνίτσι-μπίτσι και το λιμπίστηκε να το φάει. Μια μέρα λοιπόν, όταν την είδε
που βγήκε να μαζέψει χορταράκι, την παραμόνεψε ώσπου να
γεμίσει το καλαθάκι της. Ύστερα την πήρε από πίσω, και όταν έφτασε η γριά στο σπιτάκι της, κρύφτηκε ο λύκος κοντά στην πόρτα. Άκουσε τη γριά που φώναζε τ’ αρνάκι της κι έμαθε τα λόγια που του έλεγε:

«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
«Α, είπε μέσα του ο λύκος. Αυτά τα λόγια του λέει και της ανοίγει.»
Την άλλη μέρα παραμόνεψε ο λύκος τη γριά που έφευγε να μαζέψει χόρτα και προτού να φύγει, είπε στ’ αρνάκι της:
-Κοίταξε, αρνάκι μου, μην ανοίξεις σε καθένα παρά σε μένα μονάχα!
-Καλά, μανούλα μου, είπε τ’ αρνάκι.
«Τώρα, σκέφτηκε ο λύκος, θα του πω κι εγώ το τραγουδάκι να μ’ ανοίξει το αρνίτσι-μπίτσι.»
Σε λίγο, λοιπόν, πάει και χτυπάει την πόρτα και λέει με τη χοντρή φωνή του, κάνοντάς της όσο πιο γλυκιά-γλυκιά μπορούσε:

«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
Το αρνάκι όμως φώναξε από μέσα:
-Δεν είσαι εσύ η μανούλα μου! Η μανουλίτσα μου έχει γλυκιά και ψιλή φωνή και η δική σου είναι τραχιά και χοντρή.
Πάει τότε ο λύκος στον τροχιστή και του λέει:
-Σε παρακαλώ, τρόχισέ μου τη γλώσσα μου να γίνει ψιλή-ψιλή!
Τρόχισε ο τροχιστής τη γλώσσα του λύκου και την έκανε όσο πιο ψιλή μπορούσε. Τρέχει πάλι εκείνος στο αρνάκι και ....
.....
η συνέχεια εδώ

Saturday, 25 June 2016

«Η Ρίνα η Αστερίνα δεν έχει μυστικά από τη μαμά» - Ένα παραμύθι για τη σεξουαλική παρενόχληση

Η μικρή Ρίνα, μια γλυκιά αστερίνα, ζούσε σε μια συνηθισμένη γειτονιά του βυθού μιας συνηθισμένης θάλασσας. Όποτε η Ρίνα και η μαμά της έβγαιναν βόλτα χαιρετούσαν τους γείτονές τους: την Κυρία Ανεμώνα και το συγκάτοικό της, το μικρό ψάρι Κλόουν, τα περήφανα Κόκκινα Κοράλλια που πάντα έγερναν ευγενικά την κορυφή τους όταν περνούσαν και φυσικά τους κοντινότερους γείτονές τους, τον Κύριο και την Κυρία Αχινoύ.
Μια μέρα η Κυρία Αστερία αποφάσισε να φτιάξει ένα κέικ, με φύκια του βυθού και να το στολίσει με μικρά μικρά μαργαριτάρια, έτσι ακριβώς όπως άρεσε στην κόρη της. Σήκωσε τα μανίκια της, φόρεσε την ποδιά της και άρχισε να ανακατεύει με μανία τα υλικά. Άνοιξε το κουτί που φυλούσε τα μικρά μικρά μαργαριτάρια και… 

Η μικρή Ρίνα, μια γλυκιά αστερίνα, ζούσε σε μια συνηθισμένη γειτονιά του βυθού μιας συνηθισμένης θάλασσας. Όποτε η Ρίνα και η μαμά της έβγαιναν βόλτα χαιρετούσαν τους γείτονές τους: την Κυρία Ανεμώνα και το συγκάτοικό της, το μικρό ψάρι Κλόουν, τα περήφανα Κόκκινα Κοράλλια που πάντα έγερναν ευγενικά την κορυφή τους όταν περνούσαν και φυσικά τους κοντινότερους γείτονές τους, τον Κύριο και την Κυρία Αχινoύ.

Μια μέρα η Κυρία Αστερία αποφάσισε να φτιάξει ένα κέικ, με φύκια του βυθού και να το στολίσει με μικρά μικρά μαργαριτάρια, έτσι ακριβώς όπως άρεσε στην κόρη της. Σήκωσε τα μανίκια της, φόρεσε την ποδιά της και άρχισε να ανακατεύει με μανία τα υλικά. Άνοιξε το κουτί που φυλούσε τα μικρά μικρά μαργαριτάρια και… 

«Πω, πω! Μας τελείωσαν τα μαργαριτάρια!», φώναξε. «Ρίνα μου, πετάξου σε παρακαλώ στην Κυρία Αχινού και ρώτησέ την αν μπορεί να μου δανείσει μισή αχιβάδα μαργαριτάρια για κέικ, άντε αστεράκι μου».
Η Ρίνα ήταν πάντα πρόθυμη να βοηθήσει τη μαμά. Έτσι, ένα λεπτό αργότερα, χτύπησε την πόρτα της Κυρίας Αχινού. Της άνοιξε ο Κύριος Αχινός. Μόλις την είδε, χαμογέλασε.
«Γεια σου, Ρίνα. Πώς από δω;»«Η μαμά με έστειλε να ζητήσω από την Κυρία Αχινού μερικά μαργαριταράκια για κέικ. Έχετε;»«Α, η Κυρία Αχινού λείπει. Έχει πάει μια επίσκεψη. Έλα, πάμε στην κουζίνα να ψάξουμε μαζί», απάντησε ο Κύριος Αχινός.
Μπροστά ο Κύριος Αχινός και πίσω η Ρίνα μπήκαν στην κουζίνα. «Έλα να σε ανεβάσω στο σκαμνί να κοιτάξεις στο πάνω πάνω ράφι. Εκεί βάζει η Κυρία Αχινού τα μαργαριταράκια», της είπε ο Κύριος Αχινός και τράβηξε ένα ψηλό σκαμνί μπροστά στο ντουλάπι.
Τύλιξε τα χέρια του γύρω της και την ανέβασε πάνω στο σκαμνί. Αλλά δεν την άφησε και μάλιστα… τα χέρια του… σαν να την έσφιγγαν πολύ, τόσο που η Ρίνα αισθανόταν παράξενα.
Η Ρίνα κοιτούσε βιαστικά τα ράφια, ξαφνικά δεν την ένοιαζαν πια τα μαργαριτάρια.
«Δεν τα βλέπω, δεν πειράζει… να κατέβω;», ρώτησε δειλά τον Κύριο Αχινό.«Μα πώς θα φτιάξει η μαμά σου το κέικ; Για κοίτα λίγο καλύτερα, δεν βιαζόμαστε…», απάντησε ο Κύριος Αχινός.
Και ο Κύριος Αχινός συνέχισε να τη σφίγγει και η Ρίνα ένιωθε σαν να αρχίζει να την πονάει η κοιλιά της.
Εκείνη την ώρα ακούστηκε η πόρτα να ανοίγει και η φωνή της Κυρίας Αχινού. Η Ρίνα δεν θυμόταν να έχει ποτέ της χαρεί ακούγοντας την τσιριχτή φωνή της, αυτή τη φορά όμως χάρηκε, χάρηκε στ’ αλήθεια.
Ο Κύριος Αχινός έκανε δύο βήματα πίσω, τράβηξε τα χέρια του απ’ τη Ρίνα και η μικρή αστερίνα, ένιωσε να ταλαντεύεται επάνω στο σκαμνί.
«Τι τρέχει εδώ;», ρώτησε η Κυρία Αχινού μπαίνοντας στην κουζίνα. «Τι ψάχνεις, Ρίνα;»«Να, ξέρετε, γεια σας, η μαμά μου με έστειλε να σας ζητήσω μερικά μικρά μικρά μαργαριτάρια για κέικ, αν έχετε να μου δώσετε γιατί μας τελείωσαν…»
«Φυσικά, φυσικά. Εδώ τα έχω», είπε η Κυρία Αχινού κοιτώντας παραξενεμένη τη Ρίνα που δεν είχε κατέβει ακόμη από το σκαμνί. Άνοιξε ένα συρτάρι δίπλα στο νεροχύτη και της έδωσε ολόκληρο το πακέτο. «Ορίστε», της είπε.
Η Ρίνα ευχαρίστησε ευγενικά την Κυρία Αχινού και ξεκίνησε για την πόρτα. Τη στιγμή που την άνοιγε, άκουσε δίπλα της τον Κύριο Αχινό. «Και πού είσαι, Ρίνα, όταν γίνει το κέικ θα μας φέρεις κι εμάς δυο κομμάτια, έτσι;», της είπε και της έκλεισε το μάτι.
Η Ρίνα έφτασε τρέχοντας στο σπίτι, έκλεισε πίσω της με φούρια την πόρτα και χώθηκε στην κουζίνα. «Πάρε», είπε λαχανιασμένη στη μαμά της.
«Ρίνα, είσαι καλά; Μου φαίνεσαι αναστατωμένη», είπε η μαμά, σηκώνοντας τα μάτια της απ’ τη λεκάνη που ανακάτευε τα υλικά για το κέικ.«Καλά, μια χαρά», απάντησε η Ρίνα και έφυγε γρήγορα για το δωμάτιό της.
Το κέικ μοσχοβολούσε και η μαμά της το είχε στολίσει υπέροχα με τα μικρά μικρά μαργαριτάρια της Κυρίας Αχινού. «Ρίνα, έχω βάλει δύο κομμάτια κέικ. Πήγαινέ τα σε παρακαλώ στην Κυρία Αχινού και πες της ότι την ευχαριστώ πολύ», ζήτησε η μαμά από την κόρη της.
Η Ρίνα πήρε το πιατάκι και με μισή καρδιά προχώρησε προς το σπίτι της Κυρίας Αχινού. Δεν ήξερε ακριβώς το γιατί, όμως δεν ήθελε να πάει ξανά στο σπίτι της Κυρίας και του Κύριου Αχινού.
Την πόρτα άνοιξε ξανά ο Κύριος Αχινός. «Βρε, βρε, να την πάλι!», της έκλεισε ξανά το μάτι. «Πέρνα μέσα», είπε αλλά δεν έκανε στο πλάι. Η Ρίνα προσπάθησε να περάσει, αλλά δεν είχε αρκετό χώρο και αναγκάστηκε να περάσει στριμωχτά δίπλα από τον Κύριο Αχινό.

Η Ρίνα ένιωσε πάλι σουβλιές στην κοιλίτσα της. Δεν της άρεσε να την αγγίζουν έτσι.Κανείς δεν την άγγιζε έτσι, ούτε η μαμά, ούτε ο μπαμπάς, ούτε η δασκάλα της. Κάτι δεν ήταν σωστό, ίσως δεν ήξερε να πει γιατί και πώς, το ήξερε όμως απ’ τον τρόπο που χτυπούσε γρήγορα η καρδιά της.

Η Ρίνα πέταξε κάτω το πιάτο με το κέικ και προσπάθησε να φύγει αλλά ο Κύριος Αχινός την έπιασε σφιχτά απ’ το χέρι. «Πού πας μικρή; Η Κυρία Αχινού περιμένει το κέικ της, πέρνα στην κουζίνα».Η Ρίνα έτρεμε και δεν μπορούσε να κουνηθεί. «Καλά, πήγαινε. Πρόσεξε όμως, τα μαρτυριάρικα κορίτσια δεν τα αγαπάει κανείς», της είπε σκύβοντας μπροστά.
Η Ρίνα το έβαλε στα πόδια. Κι όταν έφτασε στο σπίτι, πήγε στο κρεβάτι της και χώθηκε, έτσι ντυμένη όπως ήταν, κάτω απ’ τα σκεπάσματα.
Η μαμά την ακολούθησε. «Ρίνα μου, τι έγινε; Εμένα μπορείς να μου τα λες όλα», της είπε με σιγανή φωνή.Η Ρίνα κρατούσε σφιχτά κλεισμένα τα μάτια της, έβλεπε όμως ακόμη το στραβό χαμόγελο του Κυρίου Αχινού την ώρα που της έλεγε ότι κανείς δεν αγαπάει τα μαρτυριάρικα κορίτσια.
Η Ρίνα δεν ήξερε τι είχε κάνει ούτε μπορούσε να εξηγήσει στη μαμά γιατί ένιωθε τόσο άρρωστη. Η κοιλίτσα της πονούσε και τα πόδια της έτρεμαν και ένιωθε τόσο άσχημα όπως εκείνη τη φορά που είχε ρίξει κατά λάθος το βάζο και δεν είχε πει τίποτε στη μαμά.

Η μαμά έμεινε δίπλα της. Δεν μιλούσε, απλά της χάιδευε το κεφαλάκι. Και περίμενε. Είχε πολλή υπομονή η Κυρία Αστερία.

«Ρίνα, μήπως κάποιος σε έκανε να νιώσεις άσχημα;», τη ρώτησε μαλακά η μαμά. Η Ρίνα δεν μίλησε.

«Ξέρεις, σε μένα μπορείς να τα λες όλα», της θύμισε. «Κανείς δεν μπορεί να σε υποχρεώσει να κρατάς μυστικό από τη μαμά σου, ακόμη κι αν έχεις υποσχεθεί πως δεν θα το πεις σε κανέναν. Κανένας κανόνας δεν ισχύει για τις μαμάδες».
Και η Ρίνα της μίλησε διστακτικά, της είπε πώς ο Κύριος Αχινός την ανέβασε στο σκαμνί και την έσφιγγε και την έπιανε σε διάφορα σημεία στο σώμα της και πώς στριμώχτηκε δίπλα της όταν τους πήγε το πιάτο με το κέικ.
«Κάνεις πάρα πολύ καλά και μου τα λες όλα αυτά. Ο Κύριος Αχινός δεν φέρθηκε καθόλου, καθόλου σωστά. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να σε αγγίζει χωρίς τη θέλησή σου και θα ξέρεις πάντα πως όταν ένα άγγιγμα σε κάνει να νιώθεις άσχημα, τότε δεν φταις εσύ, αλλά αυτός ή αυτή που σε αγγίζει.
Εσύ δεν έχεις φταίξει σε τίποτε, ούτε έχεις κάνει τίποτε κακό. Ο Κύριος Αχινός, πάλι, πρέπει να τιμωρηθεί για τη συμπεριφορά του. Έκανες πάρα πολύ καλά που μου το είπες! Είσαι ένα σπουδαίο και γενναίο κορίτσι. Μην ανησυχείς πια για τον Κύριο Αχινό. Θα το φροντίσω εγώ και δεν θα ενοχλήσει ξανά ούτε εσένα ούτε κανένα άλλο παιδί στη γειτονιά μας».
Στη στιγμή, η Ρίνα ένιωσε ένα βάρος να φεύγει από επάνω της. Σαν πριν να καθόταν ένας θαλάσσιος ελέφαντας στο στήθος της και να μην μπορούσε να πάρει ανάσα και τώρα να είχε σηκωθεί και να μπορούσε να αναπνεύσει ξανά ελεύθερα. Είχε κάνει τόσο καλά που είχε μιλήσει αμέσως στη μαμά.
Τώρα ήξερε, κανείς δεν είχε δικαίωμα να την κάνει να νιώθει άσχημα, ούτε να της ζητάει να κρατάει μυστικά από την οικογένειά της. Τα ματάκια της έκλειναν και η Ρίνα ένιωσε τυλιγμένη από τη ζεστασιά και την αγάπη της μαμάς, ασφαλής μέσα την οικογένειά της και το σπίτι της. Όλα θα πήγαιναν καλά, σκέφτηκε ένα δευτερόλεπτο πριν την πάρει ο ύπνος.

Ένα παραμύθι από την Ελένη Δασκαλάκη,  Δημοσιογράφο και Συγγραφέα παιδικών βιβλίων

infokids

Friday, 22 January 2016

Πλόπι, το ψαράκι

Μια φορά κι ένα καιρό,υπήρχε ένα ψαράκι, ο Πλόπι. Ήταν πολύ μικρό, με πράσινη ουρίτσα και μεγάλα κόκκινα μάτια. Ζούσε μέσα σε ένα μικρό ποταμάκι.
Βαριόταν όμως. Ήθελε να φύγει, να πάει να γνωρίσει κι άλλα μέρη. Έτσι λοιπόν μια μέρα, πήρε τη μεγάλη απόφαση. 

«Θα φύγω πλοπ-πλοπ» είπε στα άλλα ψαράκια που ζούσαν μαζί του. 
«'Θα φύγεις; Και που θα πας; πλοπ-πλοπ» τον ρώτησαν αυτά. 
«'Θα πάω να γνωρίσω κι άλλα μέρη, θα γίνω μεγάλος και τρανός και όταν γυρίσω δεν θα με αναγνωρίσετε! πλοπ-πλοπ». 
Για να δώσει έμφαση σε αυτά που έλεγε, τέντωσε το κεφαλάκι του ψηλά και μισόκλεισε επιδεικτικά τα ματάκια του. 
Πλαφ! και χτυπάει τότε το κεφαλάκι του σε μια μεγάλη πέτρα! 
Άουτς! κάνει και πιάνει με τα μικρά πτερύγιά του το κεφαλάκι του. χαχαχα... άρχισαν τότε τα άλλα ψαράκια να γελούν, κρατώντας την κοιλίτσα τους. 
«Κοιτάξτε έναν μεγάλο και τρανό! πλοπ-πλοπ», άρχισαν να τον κοροϊδεύουν.

Ο Πλόπι ντροπιασμένος άρχισε να κολυμπάει πολύ γρήγορα,για να φύγει, όσο το δυνατόν πιο μακριά. Η ουρίτσα του χτυπούσε με δύναμη το νερό.
''Αχ ! τί ήταν αυτό που έπαθα ο κακόμοιρος; Ακούς εκεί να με κοροϊδεύουν,σκεφτόταν καθώς κολυμπούσε. Θα τους δείξω εγώ ! Άστους στη μοίρα τους, σε εκείνο το μικρό ποταμάκι." 

Ξαφνικά όμως άκουσε ένα μεγάλο θόρυβο.Τα νερά του ποταμιού άρχισαν να τρέχουν πολύ γρήγορα και τον τραβούσαν μαζί του. Ο Πλόπι στριφογύριζε σαν σβούρα ! 
''Μα τι γίνεται'' σκέφτηκε. Ο καημενούλης, βλέπετε, δεν είχε ξαναδεί καταρράχτη. Και τότε,άρχισε να πέφτει προς τα κάτω.
Η καρδούλα του κόντεψε να σπάσει από την αγωνία. 
Ξαφνικά, ακούγεται ένα δυνατό πλαφ! και πέφτει με δύναμη στο νερό.
Σιγά-σιγά η φόρα του νερού άρχισε να γίνεται κανονική κι έτσι παίρνοντας θάρρος ο Πλόπι, έβγαλε το κεφαλάκι του έξω από το νερό, για να δει τί του είχε συμβεί.
Και τότε γούρλωσαν τα δυο μεγάλα κόκκινα ματάκια του.
''Θεέ μου ,από εκεί πάνω έπεσα; Που να με έβλεπαν τα άλλα ψαράκια που με κορόιδευαν! Κοίταξε να δεις, τί βουτιά έκανα! είμαι ο μεγαλύτερος βουτηχτής του ποταμιού ! 
Όλος καμάρι για το κατόρθωμά του, βούτηξε πάλι στο νερό και άρχισε να κολυμπάει.
Μα τί είναι αυτό μπροστά μου; Ά, είμαι πολύ τυχερός ! Σήμερα κανένας δεν μου μοιάζει ! Τί ωραίο σκουληκάκι είναι αυτό και έχω μιά πείνα !
Ανοίγει λαίμαργα το στοματάκι του και αρπάζει το σκουληκάκι. Μόλις όμως το έφαγε,άρχισε να νιώθει πολύ περίεργα. 
Η κοιλίτσα του τον πονούσε πάρα - πολύ, ήταν λες, σαν να προσπαθούσε το σκουληκάκι να βγει έξω απ' αυτήν. Ξαφνικά τότε βρέθηκε με δύναμη έξω από το νερό και η ουρίτσα του χτυπούσε σαν τρελή στον αέρα.
Άρχισε να πλησιάζει κοντά στην ακτή. 
Δυό μεγάλα χέρια τον άρπαξαν, τον έβγαλαν από το αγκίστρι και τον έριξαν μέσα σε ένα μεγάλο καλάθι, μαζί με κάτι άλλα ψάρια.
Ο Πλόπι προσπαθούσε να πάρει ανάσα, δεν μπορούσε όμως, δεν ήξερε ο καημένος πως τα ψάρια δεν αναπνέουν έξω από το νερό. Κρύος ιδρώτας άρχισε να τρέχει από το κεφαλάκι του....
Προσπαθούσε να πηδήξει έξω από το καλάθι ,αλλά δεν τα κατάφερνε. Σιγά-σιγά άρχισε να χάνει την δύναμή του και έκλεισε τα ματάκια του για να κοιμηθεί, ένιωθε πολύ κουρασμένος.

Σκεφτόταν το ποταμάκι του, τα άλλα ψαράκια. Τί καλά που ήταν εκεί ! Τί τα ήθελε τα μεγαλεία και τα ταξίδια; Ορίστε που βρίσκεται τώρα ! Μέσα σε ένα καλάθι του ψαρά ! Αχ και να μπορούσε...''. 
"Εεεε, ξύπνα υπναρά, πλοπ-λποπ, όλο το πρωί κοιμάσαι !
Πότε θα πάμε να παίξουμε ; Άντε σήκω!'' 
Ο Πλόπι ανοίγει τρομαγμένος τα μεγάλα κόκκινα ματάκια του,
''πού βρίσκομαι; πού είναι το καλάθι; πλοπ-πλοπ εσύ πως βρέθηκες εδώ;'' 
''Αχ καημένε,κοιμάσαι ακόμα,εγώ πάντως φεύγω'' είπε ο Φλόπι το γκρίζο ψαράκι. 
Ο Πλόπι άρχισε σιγά-σιγά να ξυπνάει. 
Κοιτάει γύρω του ''Μα ναι ! βρίσκομαι στο σπίτι μου ''πλοπ-πλοπ ξεφωνίζει χαρούμενα "όνειρο ήταν !''
Χαρούμενος, δίνει μια με τη μικρή ουρίτσα του και βρίσκεται έξω από τη σπηλιά. Κολύμπησε γρήγορα, για να βρει τους άλλους φίλους του. Θα έπαιζε και τα πιο τρελά παιχνίδια μαζί τους! 
Ήταν στο σπίτι του, στο ποταμάκι του ! 
Το πάθημα,του έγινε μάθημα, έστω και αν αυτό συνέβηκε, στο όνειρό του !

(Ψούνου Χριστίνα Νηπιαγωγός)
mitsos paramythas

Thursday, 13 August 2015

Ένα μικρό αστεράκι στη χώρα των λαμπερών αστεριών

Ένα παραμύθι για να καλλιεργήσουμε στα παιδιά μας την αυτοπεποίθηση 
Μια φορά κι έναν καιρό στη μακρινή χώρα των αστεριών ζούσαν πολλά αστέρια μαζί που φώτιζαν τη χώρα αυτή με το φως τους.
…. Γι’ αυτή τη χώρα έμαθε και ένα αστέρι που ούτε χρώμα ούτε φως είχε και έτσι αποφάσισε να την επισκεφτεί αυτή τη χώρα και να μάθει γιατί τα άλλα αστέρια είχανε φως. Έτσι κι έκανε…


Σαν έφτασε εκεί θέλοντας να μάθει το μυστικό της λάμψης τους, άρχισε να ρωτάει το κάθε αστέρι πώς τα κατάφερε.
«Εγώ, του είπε το ένα αστέρι λάμπω επειδή ζωγραφίζω ωραία ηφαίστεια»,
«Εγώ τραγουδάω ωραία»,
«Εγώ κάνω καλές πράξεις»,
«Εγώ ξέρω φοβερό ποδήλατο»

«Εγώ βάζω κάτι γκολάρες»…
Το κάθε αστεράκι είχε κάτι καλό να του πει. 

Τότε το μακρινό αστέρι αναρωτήθηκε τι μπορούσε να κάνει καλά για να λάμψει κι εκείνο. Όμως κι αν το έβρισκε ποιος θα του το βοηθούσε να το κάνει καλά;
-------------------
Το παραμύθι σταματάει και τότε ζητάμε από το παιδί μας να μας πει τι ξέρει να κάνει αυτό καλά για να βοηθήσει το μικρό μας αστεράκι να λάμψει κι αυτό…
Δείξτε στο παιδί σας με αυτό τον τρόπο ότι αναγνωρίζετε τις ικανότητές του και το αποδέχεστε γι’ αυτό που είναι!

(Πηγή: Θεραπευτικά παιχνίδια)
infokids

Monday, 15 June 2015

Ο Ελέφαντας και η Πεταλούδα -- Elephant and the Butterfly

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ελέφαντας που όλη μέρα καθόταν και δεν έκανε τίποτα. Ζούσε μόνος του σ’ ένα σπιτάκι πέρα ψηλά στην κορφή ενός στριφογυριστού δρόμου.
cummingsfairytales12
Από το σπίτι του ελέφαντα, ο στριφογυριστός δρόμος κατέβαινε, όλο κατέβαινε γεμάτος στροφές κι έφτανε σε μία πράσινη κοιλάδα, όπου ήταν ένα άλλο σπιτάκι. Στο σπιτάκι εκείνο ζούσε μία πεταλούδα.
Μια μέρα, εκεί που ο ελέφαντας καθόταν στο σπιτάκι του πλάι στο παράθυρο και κοίταζε έξω και δεν έκανε τίποτα (κι ήταν πολύ χαρούμενος, γιατί αυτό ακριβώς του άρεσε να κάνει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο), είδε κάποιον ν’ ανεβαίνει, ολοένα ν’ ανεβαίνει το στριφογυριστό δρόμο κατά το σπιτάκι του∙ κι άνοιξε διάπλατα τα μάτια του και σάστισε πολύ. «Ποιος να ‘ναι αυτός που ανεβαίνει κι ολοένα κι ανεβαίνει το στριφογυριστό δρόμο κατά το σπιτάκι μου;» αναρωτήθηκε ο ελέφαντας.
Και μια στιγμή αργότερα, είδε πως ήταν μία πεταλούδα που πετάριζε χαρούμενα στο στριφογυριστό δρόμο∙ κι ο ελέφαντας είπε: «Απίστευτο! Θα περάσει άραγε απ’ το σπιτάκι μου να μου κάνει επίσκεψη;» Όσο πλησίαζε η πεταλούδα, τόσο η αγωνία του ελέφαντα μεγάλωνε – ώσπου η πεταλούδα ανέβηκε τα σκαλιά του μικρού σπιτιού και χτύπησε πολύ απαλά με το φτερό της την πόρτα. «Είναι κανείς εδώ;» ρώτησε.
Ο ελέφαντας ήταν ενθουσιασμένος, μα δεν είπε λέξη.
Η πεταλούδα χτύπησε ακόμη μια φορά με το φτερό της, λίγο πιο δυνατά αλλά πάλι πολύ απαλά, και είπε: «Μένει κανείς σ’ αυτό το σπίτι;»
Ούτε και τότε ο ελέφαντας είπε τίποτα, γιατί απ’ τη χαρά του δεν μπορούσε να μιλήσει.
Την τρίτη φορά η πεταλούδα χτύπησε την πόρτα αρκετά δυνατά και ρώτησε: «Είναι κανείς μέσα;» Αυτήν τη φορά ο ελέφαντας είπε με φωνή που έτρεμε: «Εγώ». Η πεταλούδα κοίταξε δειλά απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα και είπε: «Ποιος είσαι εσύ που ζεις σ’ αυτό το σπιτάκι;» Κι ο ελέφαντας κοίταξε δειλά από τη μισάνοιχτη πόρτα και είπε: «Είμαι ο ελέφαντας που δεν κάνει τίποτα όλη μέρα». «Ω» είπε η πεταλούδα. «Να περάσω;» «Κόπιασε» είπε ο ελέφαντας μ’ ένα μεγάλο χαμόγελο, γιατί ήταν τρισευτυχισμένος. Η πεταλούδα έσπρωξε απαλά την πόρτα με το φτερό της, την άνοιξε και μπήκε.
cummingsfairytales2
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν εφτά δέντρα που ζούσαν πλάι στο στριφογυριστό δρόμο. Κι όταν η πεταλούδα έσπρωξε την πόρτα με το φτερό της και μπήκε στο σπιτάκι του ελέφαντα, ένα από τα δέντρα είπε σ’ ένα από τα δέντρα: «Μου φαίνεται πως θα βρέξει».
«Ο στριφογυριστός δρόμος θα γίνει μούσκεμα και θα μοσχοβολάει», είπε ένα άλλο δέντρο σ’ ένα άλλο δέντρο.
Ένα από τ’ άλλα δέντρα είπε τότε σ’ ένα από τ’ άλλα δέντρα: «Τι τυχερή που είναι η πεταλούδα που είναι ασφαλής στο σπιτάκι του ελέφαντα. Έτσι δεν θα πάθει τίποτα απ’ τη βροχή».
Μα το μικρότερο απ’ τα δέντρα είπε: «Άρχισε κιόλας να βρέχει, το νιώθω». Και πράγματι, την ώρα που η πεταλούδα κι ο ελέφαντας συζητούσαν μες στο σπιτάκι του ελέφαντα, πάνω ψηλά στην κορφή του στριφογυριστού δρόμου, άρχισε παντού να πέφτει μια απαλή βροχή∙ κι η πεταλούδα με τον ελέφαντα κάθισαν μαζί πλάι στο παράθυρο και κοίταζαν έξω κι ένιωθαν ασφαλείς και χαρούμενοι, ενώ ο στριφογυριστός δρόμος είχε μουσκέψει κι είχε αρχίσει να μοσχοβολάει, όπως ακριβώς είχε πει το τρίτο δέντρο.
Δεν πέρασε πολλή ώρα κι η βροχή σταμάτησε. Ο ελέφαντας αγκάλιασε πολύ απαλά τη μικρή πεταλούδα και είπε: «Μ’ αγαπάς λιγάκι;»
Κι η πεταλούδα χαμογέλασε και είπε: «Όχι, σ’ αγαπώ πάρα πολύ».
Ο ελέφαντας τότε είπε: «Είμαι πολύ χαρούμενος, νομίζω πως πρέπει να πάμε να κάνουμε μια βόλτα μαζί εσύ κι εγώ: η βροχή σταμάτησε πια κι ο στριφογυριστός δρόμος μοσχοβολάει».
Η πεταλούδα είπε: «Ναι, αλλά πού να πάμε εσύ κι εγώ;»
Ας κατεβούμε το στριφογυριστό δρόμο κι ας πάμε πέρα μακριά, εκεί που δεν έχω πάει ποτέ» είπε ο ελέφαντας στη μικρή πεταλούδα. Κι η πεταλούδα χαμογέλασε και είπε: «Πολύ θέλω να κατεβώ μαζί σου το στριφογυριστό δρόμο και να πάμε πέρα μακριά – ας βγούμε απ’ την πορτούλα του σπιτιού σου κι ας κατεβούμε τα σκαλιά μαζί – τι λες;»
Βγήκαν λοιπόν μαζί απ’ το σπιτάκι, και το χέρι του ελέφαντα αγκάλιαζε πολύ απαλά την πεταλούδα. Το μικρότερο απ’ τα δέντρα είπε τότε στους έξι φίλους του: «Μου φαίνεται πως η πεταλούδα αγαπάει τον ελέφαντα όσο κι ο ελέφαντας αγαπάει την πεταλούδα, και χαίρομαι πάρα πολύ, γιατί θα μείνουν αγαπημένοι για πάντα».
cummingsfairytales10
Κι ο ελέφαντας με την πεταλούδα κατέβαιναν, ολοένα και κατέβαιναν το στριφογυριστό δρόμο.
Μετά τη βροχή είχε βγει ένας υπέροχος λαμπερός ήλιος.
Στο στριφογυριστό δρόμο τα λουλούδια μοσχοβολούσαν.
Ένα πουλί άρχισε να τραγουδάει σ’ ένα θάμνο και τα σύννεφα χάθηκαν απ’ τον ουρανό κι ήταν παντού Άνοιξη.
Όταν έφτασαν στο σπίτι της πεταλούδας κάτω στην πράσινη κοιλάδα, που ήταν πράσινη όσο ποτέ, ο ελέφαντας είπε: «Αυτό είναι το σπίτι σου;»
Κι η πεταλούδα είπε: «Ναι, αυτό είναι».
«Να περάσω;» είπε ο ελέφαντας.
«Ναι» είπε η πεταλούδα. Ο ελέφαντας λοιπόν έσπρωξε ελαφρά την πόρτα με την προβοσκίδα του και μπήκαν στο σπίτι της πεταλούδας. Τότε ο ελέφαντας φίλησε την πεταλούδα πολύ απαλά κι η πεταλούδα είπε: «Γιατί δεν είχες έρθει ποτέ μέχρι τώρα εδώ κάτω στην κοιλάδα που μένω;» Κι ο ελέφαντας απάντησε: «Γιατί δεν έκανα τίποτα όλη μέρα. Τώρα όμως που ξέρω πού μένεις, θα κατεβαίνω κάθε μέρα το στριφογυριστό δρόμο για να σε βλέπω, αν δεν σε πειράζει – σε πειράζει;» Τότε η πεταλούδα φίλησε τον ελέφαντα και είπε: «Σ’ αγαπώ και θέλω πολύ να έρχεσαι».
Κι από τότε ο ελέφαντας κατέβαινε κάθε μέρα το στριφογυριστό δρόμο που μοσχοβολούσε (περνώντας πλάι απ’ τα εφτά δέντρα και το πουλί που κελαηδούσε μες στο θάμνο) για να πάει στη μικρή του φίλη την πεταλούδα.
Κι έμειναν αγαπημένοι για πάντα.
~~~~~~~~~
e.e.cummings, Παραμύθια (εκδ. Νεφέλη).
Πηγή: to23ogramma

Monday, 1 September 2014

Έτσι θα μάθει το παιδί να κάνει οικονομία
«Η Τσεπούλα και ο Κουμπαράκος»

Η έννοια της οικονομίας είναι πολύ σημαντική για να ένα παιδί που μεγαλώνει και είναι στο χέρι σας να του μάθετε την αξία των χρημάτων στην ζωή.
Ένα Παραμύθι για την Αποταμίευση

Είναι σημαντικό ήδη από μικρή ηλικία να διδάξετε στο παιδί υγιείς τρόπους για να διαχειρίζεται τα χρήματα.

Δείτε πώς.

Η σημασία του παιχνιδιού!
Ποια είναι η σκέψη που κυριαρχεί τις περισσότερες ώρες της ημέρας στο μυαλό ενός μικρού παιδιού;
Μα φυσικά το παιχνίδι!
Τι πιο ωραίο, λοιπόν, από το να ξεκινήσετε να μαθαίνετε στο παιδί την έννοια της οικονομίας μέσω ενός διασκεδαστικού παιχνιδιού μαζί του;
Τα παιδιά, από μικρά ακόμη, έχουν αναπτυγμένη αντίληψη και μπορούν να κατανοήσουν ό,τι τους δείξετε με απίστευτη ευκολία. Επιλέξτε έναν χώρο στο σπίτι ή στο δωμάτιο του παιδιού σας και δημιουργήστε εκεί ένα υποτυπώδες κατάστημα με ταμείο!
Σε αυτό μπορείτε να προσποιήστε ότι πουλάτε και αγοράζετε προϊόντα.
Επίσης, μην ξεχνάτε ότι όσο το παιδί μεγαλώνει μπορείτε να εντάξετε στις δραστηριότητες του και επιτραπέζια παιχνίδια με χρήματα που υπάρχουν στην αγορά όπως η Μονόπολη, στα οποία αντικατοπτρίζεται ο αληθινός κόσμος με εικονικά λεφτά, και να παίζετε όλοι στην οικογένεια.

"Θέλω" ή "χρειάζομαι";
Αρχίστε να οριοθετείτε και συγχρόνως διαφοροποιήστε στο παιδί την έννοια του "θέλω" με αυτή του έχω "χρειάζομαι". Τα παιδιά μιμούνται και αντιγράφουν συμπεριφορές από τότε που είναι μικρά, οπότε το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε είναι να δώσετε πρώτοι εσείς το παράδειγμα!
Όταν βγαίνετε μαζί για ψώνια εξηγείστε στο παιδί για ποιον λόγο κάνετε τις συγκεκριμένες επιλογές.
Μπορεί να φαίνεται απλό αλλά κατ' ουσίαν είναι αρκετά σημαντικό, καθώς το παιδί επεξεργάζεται το κάθε ερέθισμα που λαμβάνει.
Η έννοια την αυτοσυγκράτησης είναι αυτή που θα πρέπει να κατανοήσει! Μην διστάσετε να του αρνηθείτε κάτι όταν ζητάει το ένα πράγμα πίσω από το άλλο, δεν δείχνει έλλειψη αγάπης αυτό. Τουναντίον εξηγείστε του για ποιον λόγο δεν μπορείτε να παίρνετε ό,τι σας ζητά και γιατί σημασία έχει να καλύπτονται πρώτα αυτά που χρειάζεστε και έπειτα αυτά που θέλετε.

Αποταμίευση τώρα!
Μυήστε το παιδί στην έννοια της αποταμίευσης! Μπορεί και εσείς να είχατε έναν κουμπαρά μικροί που μαζεύατε λεφτά για ένα ποδήλατο, ένα αγαπημένο σας παιχνίδι κ.λ.π. Κάντε του δώρο έναν κουμπαρά και ρίξτε μέσα το πρώτο του κέρμα εξηγώντας ότι από εδώ και πέρα μπορεί να φυλά τα χρήματα που του δίνει ο παππούς και η γιαγιά, ή άλλα πρόσωπα του οικογενειακού περιβάλλοντος, έτσι ώστε να αγοράσει μόνο του το πρώτο του παιχνίδι! Κάντε το να νιώσει ότι του δίνετε την πρέπουσα σημασία και εμπιστοσύνη σε αυτό που θα κάνει. Η πειθαρχία είναι η λέξη κλειδί σε αυτή την περίπτωση. Γρήγορα θα διαπιστώσετε ότι θα διαχειρίζεται με σύνεση το αποθεματικό του και θα σκέφτεται πριν πράξει.

Αναθέστε στο παιδί μια δουλειά και επιβραβεύστε το αν την κάνει.
Ακόμα κι αν θεωρείτε μικρό το παιδί σας, ωστόσο μπορεί να συνδράμει με τον τρόπο του σε κάποιες δουλειές του σπιτιού. Δώστε του μικρές εργασίες ή δουλειές που μπορεί να βγάλει εις πέρας και επιβραβεύστε το στο τέλος της βδομάδας! Η επιβράβευση μπορεί πρώτα να επέλθει με καθημερινές γλυκές κουβέντες και να πάρει τη μορφή δώρου αργότερα, αν σας το επιτρέπει και το οικογενειακό πορτοφόλι, φυσικά! Έτσι το ενθαρρύνετε να βοηθά την οικογένεια και ταυτόχρονα του μαθαίνετε πώς "βγαίνουν τα λεφτά". Γιατί τίποτα στη ζωή δεν αποκτάται χωρίς κόπο και θέληση.
Δώστε του χαρτζιλίκι
Εισάγετε το χαρτζιλίκι στη ζωή του παιδιού σας. Μπορείτε κάθε αρχή της βδομάδας να του δίνετε ένα μικρό χρηματικό ποσό για τις προσωπικές του ανάγκες, εξηγώντας του παράλληλα ότι τα λεφτά αυτά μειώνονται από τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Βοηθήστε το να καταλάβει ότι πρέπει να τα διαχειριστεί με σύνεση και όχι άσκοπα, καθώς αν τα εξαντλήσει νωρίτερα δεν θα του δοθούν επιπρόσθετα!

mama365

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki