Tuesday, 20 February 2024

«Η Λίμνη των Κύκνων»: 20 Φεβρουαρίου 1877, η πρεμιέρα του μπαλέτου

Μπαλέτο σε τέσσερις πράξεις, σε μουσική του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι (1840-1893), ένα από τα δημοφιλέστερα μπαλέτα του διεθνούς ρεπερτορίου.

    Ο Τσαϊκόφσκι ανέλαβε να συνθέσει το έργο τον Μάιο του 1875, ύστερα από παραγγελία του μπαλέτου του Θεάτρου Μπολσόι της Μόσχας και με αμοιβή που δεν ξεπερνούσε τα 800 ρούβλια, μάλλον χαμηλή για την αξία του. Ήταν η χρονιά της αναγνώρισης και μία από τις παραγωγικότερες του σπουδαίου ρώσου συνθέτη. Το ολοκλήρωσε ένα χρόνο αργότερα σε λιμπρέτο του Βλαντιμίρ Μπεγκιτσόφ και του Βασίλι Γκέλτσερ.
    Η πρεμιέρα του μπαλέτου δόθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 1877 στο θέατρο Μπολσόι, σε χορογραφία Γιούλιους Ράιζινγκερ, με μέτρια επιτυχία. Το μεγάλο θέατρο της Μόσχας ήταν ασφυκτικά γεμάτο εκείνη τη βραδιά, αλλά το κοινό δεν έδειξε να ενθουσιάζεται από το έργο. Οι κριτικές που δημοσιεύτηκαν στον τύπο την επόμενη ημέρα ήταν διχασμένες. 
......
    Η υπόθεση του μπαλέτου βασίζεται σ’ ένα γερμανικό παραμύθι από τη συλλογή του γερμανού συγγραφέα Γιόχαν Μουζέους (1735-1787) με τίτλο «Το κλεμμένο πέπλο», αν και σύμφωνα με κάποιους κριτικούς, το λιμπρέτο παρουσιάζει ομοιότητες με το ρώσικο παραμύθι «Η λευκή πάπια», που συνέλεξε ο ρώσος λαογράφος Αλεξάντερ Αφανάσιεφ (1826-1871). 
    Αφηγείται τις αισθηματικές περιπέτειες ενός νέου πρίγκιπα και μιας όμορφης κοπέλας, την οποία ένας κακόβουλος μάγος μεταμορφώνει σε λευκό κύκνο. Η πριγκίπισσα Οντέτ και οι φίλες της περνούν τη ζωή τους παγιδευμένες στη μορφή του κύκνου από τότε που τις μάγεψε ο μάγος Ρόθμπαρτ. Τα μάγια μπορεί να λύσει μόνο ο έρωτας, ο οποίος έρχεται με την όψη του ωραίου πρίγκιπα Ζίγκφριντ, που ορκίζεται να σώσει την Οντέτ. Ο μάγος αποπειράται να τον ξεγελάσει και να τον παντρέψει με την κόρη του Οντίλ, το μαύρο κύκνο, που μοιάζει εκπληκτικά με την Οντέτ. Ο Ζίγκφριντ σύντομα γλιτώνει από την παγίδα του μάγου, παίρνει στην αγκαλιά του την αγαπημένη του και πετούν μαζί για τον ουρανό.

    Αν και το παραμύθι με τις μαγεμένες κόρες, τις μεταμορφωμένες σε κύκνους, και τα κακά ξωτικά, που αποτελεί το θέμα αυτού του κατ’ εξοχήν ρομαντικού μπαλέτου, μοιάζει κάπως παιδαριώδες, δεν συμβαίνει το ίδιο με την τεχνική του όψη που είναι εκπληκτική. Το αντάζ, το πα-τε-ντε, η μεγάλη βαριασιόν της Οντέτ και ο χορός των μικρών κύκνων στη δεύτερη πράξη είναι δικαίως ονομαστά. Στην τρίτη πράξη, η βαριασιόν, η λεγόμενη «του Μαύρου Κύκνου», απαιτεί υψηλή τεχνική από τον χορευτή, που φθάνει στα ύψη της δεξιοτεχνίας.

    Η «Λίμνη των Κύκνων» θεωρείται ένα από τα καλύτερα μπαλέτα όλων των εποχών. Κι αυτό, γιατί ενσαρκώνει όσο κανένα άλλο όλη τη γκάμα των ανθρώπινων συναισθημάτων, από την ελπίδα μέχρι την απόγνωση, από τον τρόμο μέχρι την τρυφερότητα, από τη μελαγχολία μέχρι την έκσταση.

Περισσότερα στην Πηγή: © SanSimera.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 19 February 2024

Οι Μικρές Πράξεις και τα μεγάλα λόγια

Κυλάει ο χρόνος και, μαζί του, είναι τόσο εύκολο να εξανεμιστούν και τα λόγια που ξεστομίζονται από τα δικά μας χείλη. 
Αφού πάρουν χρώμα, από τον ήχο της χροιάς σου, στο τέλος είναι σίγουρο πως… αέρας θα γίνουν οι λέξεις… και, αν ακόμη τρέξεις ξοπίσω τους, δεν θα μπορέσεις ποτέ ούτε να τις προφτάσεις ούτε να τις αγγίξεις ξανά.
Όμως θυμήσου, είναι οι πράξεις που δίνουν μορφή, ανάστημα, στις λέξεις! Είναι οι πράξεις, οι μικρές και τοσοδούλικες, που θεραπεύουν τις ζωές μας. 
«Η στερνή, η πιο ιερή μορφή θεωρίας είναι η πράξη» όπως είχε γράψει και η αξεπέραστη πένα του Καζαντζάκη:
«Η θεωρία έχει αξία μονάχα ως προετοιμασία· ο αγώνας ο κρίσιμος είναι η πράξη»
Στον αγώνα αυτόν της ζωής μας λοιπόν τη διαφορά τη φέρνουν οι μικρές πράξεις που μένουν στον χρόνο, εκείνες που δεν βάζει ο νους σου, κι όχι τα μεγάλα λόγια πάνω στα οποία μάθαμε να χτίζουμε τις ζωές μας… ή και να τις γκρεμίζουμε.

Μεγάλα λόγια μην λες, κι αν τα πεις να θυμάσαι πως τα λόγια είναι κενά όσο μένεις άπραγος. Η ζωή σου δυστυχώς θα μένει βουβή όσο θα αφήνεις τις λέξεις να τη σώζουν. 
Γιατί, η αλήθεια είναι, πως καμιά ζωή δεν σώθηκε μονάχα από λέξεις, όσο μεγάλες κι αν ήταν!

Τι στέκεται όμως ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη; 
Ποιος τοίχος υψώνεται και εμποδίζει τον άνθρωπο να κινηθεί προς τα όνειρά του, προς ό,τι λαχταρά; 
Είναι μάλλον ο φόβος που υψώνει ο νους μας, η ψευδαίσθηση της ασφάλειας! 
Η συνήθεια. Η βολή μας. 
Τα ατελείωτα ΑΝ που το μυαλό προβάλλει εμπρός μας, κρατώντας μας άπραγους σε μια γωνιά με τις αέρινες λέξεις να φαίνονται η μόνη μας ελπίδα για γιατρειά.

Το ξέρεις όμως τώρα πια, το έμαθα πλέον κι εγώ, πως με τα ΑΝ δεν σώθηκε ποτέ κανείς. Γκρέμισέ τα! Μην τα αφήνεις άλλο να σε κρατούν φυλακισμένο. 
Οι μικρές πράξεις είναι πάντα πιο σημαντικές από τα μεγάλα λόγια, που μένουν για πάντα λόγια. 
Οι μικρές πράξεις θα σε φέρνουν πάντα πιο κοντά σε ό,τι επιθυμείς, θα γιατρεύουν πιο ουσιαστικά ό,τι σε πονάει, θα προσφέρουν πάντα πιο πολλά σε όποιον το χρειάζεται δίπλα σου… οι μικρές πράξεις θα κάνουν πάντα τη διαφορά σε έναν κόσμο που έχει μάθει να βασίζεται μόνο στα λόγια! 
Μην τις φοβηθείς!

Στα εύκολα όλοι καλοί είμαστε...

Στα λόγια πρώτος είσαι.
Και όμως.
Από λόγια όλοι χορτάσαμε.
Στα εύκολα ξέρεις, όλοι είμαστε καλοί.
Μόλις κάτι πάει στραβά, μόλις λίγο χαλάσει το προγραμματάκι σου, μόλις κάποιος θίξει έστω και στο ελάχιστο τον εγωισμό σου, τα "δίκια" σου, μόλις κάποιος σου πει μια κουβέντα παραπάνω, γίνεσαι θηρίο…
Φουντώνεις, κοκκινίζεις, τρελαίνεσαι, φωνάζεις, κουνάς το δάχτυλο, μαλώνεις…
Που πήγε ο ήρεμος ο άνθρωπος, ο πράος, ο καλοσυνάτος; Που πήγε αυτός που μίλαγε για αγάπη;
Έτσι όμως είναι… Στα εύκολα, όλοι είμαστε καλοί.

Νομίζουμε καμμιά φορά ότι είμαστε άγιοι, ενώ δεν έχουμε ιδέα για το τι μαυρίλα κρύβεται μέσα στη ψυχή μας…

Άκου που σου λέω…. Το ξέρω από μένα.

Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι
 
 

Sunday, 18 February 2024

Νικηφόρος Βρεττάκος - Η συντροφιά (Δεν είμαι μόνος)

Σαν Ευαγγέλιο κλειστό στο τραπέζι το μαύρο ψωμί. Και μέσα του χέρια.
Εκείνο που κράτησε το στάρι και το 'σπειρε,
αυτό που το θέρισε, αυτό που το ζύμωσε. Δεν είμαι μόνος.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα (1ος τόμος) 

Νίκος Καζαντζάκης: «Η μάνα μου»

«Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα. Με υπομονή, μ’ αντοχή κι όλη τη γλύκα της γης απάνω της. Όλοι από το αίμα της μάνας μου οι πρόγονοι ήταν χωριάτες. Σκυμμένοι στο χώμα, κολλημένοι στο χώμα, τα πόδια τους, τα χέρια τους, τα μυαλά τους γεμάτα χώματα.
Αγαπούσαν τη γης και της εμπιστεύουνταν όλες τις ελπίδες. Είχαν γίνει, πάππου προς πάππου, ένα μαζί της. Στην αβροχιά, κοράκιαζαν κι αυτοί μαζί της, κι όταν ξεσπούσαν τα πρωτοβρόχια, τα κόκαλά τους έτριζαν και φούσκωναν σαν καλάμια. Κι όταν αλέτριζαν και χαράκωναν βαθιά την κοιλιά της με το γενί, ξαναζούσαν στα στήθια και στα μεριά τους την πρώτη νύχτα που κοιμήθηκαν με τη γυναίκα τους….
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει, χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά, μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να ‘χαν τα χέρια της μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινή ανάγκη. Μπορεί και να ’ναι η νεράιδα συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι από τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζανα πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω απ’ το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρεί το μαγικό κεφαλομάντιλό της και γίνει άφαντη. Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου• κι ακόμα και σήμερα αποκρατάει μέσα μου πιο ανομολόγητη η τρομάρα ετούτη: παρακολουθώ κάθε αγαπημένο πρόσωπο, κάθε αγαπημένη ιδέα, με αγωνία, γιατί ξέρω πως ζητάει το κεφαλομάντηλό της να φύγει.

Οι ώρες που περνούσα με την μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να’ ταν ο αγέρας ανάμεσά μας και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα πολύ τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τά ’βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.

Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου δηγόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με την φαντασία μου• δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της της χάδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:

-Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στενοχιωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό.
Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λές;» και χαμογελούσε.

Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να’ χε κατέβει από τον Παράδεισο, σαν να’ χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γής να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου• δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της –από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού
Πόπη Καραμαργιού

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki