Sunday, 26 December 2010

Συλλήψεις για παιδική πορνογραφία

Λύσσαξαν οι ανώμαλοι...

Δύο άτομα συνελήφθησαν και κρατούνται στην Ασφάλεια Θεσσαλονίκης, με την κατηγορία ότι διακινούσαν υλικό παιδικής πορνογραφίας στο Διαδίκτυο.
 

Όπως ανακοίνωσε η Αστυνομία, πρόκειται για έναν 41χρονο ιδιοκτήτη πιτσαρίας κι έναν ομογενή, ηλικίας 23 ετών, άεργο, οι οποίοι θα οδηγηθούν στον εισαγγελέα.
Στη διάρκεια αιφνιδιαστικών ερευνών, που πραγματοποίησαν αστυνομικοί του τμήματος δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος, στην περιοχή Φαλήρου και στην Περαία, αντίστοιχα, βρήκαν στους σκληρούς δίσκους των ηλεκτρονικών φορητών τους υπολογιστών μεγάλο αριθμό αρχείων παιδικής πορνογραφίας, σε μορφή βίντεο, που οδήγησαν στη σύλληψή τους.
Κατηγορούνται ότι με τη χρήση ειδικού προγράμματος διακινούσαν το υλικό σε χρήστες του Διαδικτύου, χωρίς να εξακριβωθεί μέχρι στιγμής, αν εισέπρατταν χρήματα.  

Πηγή

Τα ΑμεΑ μιλούν για τη ζωή στην Αθήνα πίσω απ’ τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια

Οι γιορτές έφτασαν και, ενώ όσοι Αθηναίοι έχουν την οικονομική δυνατότητα, ξεχύνονται στους δρόμους για τις αγορές τους, κάποιες ευπαθείς ομάδες, όπως τα Άτομα με Αναπηρία, καταβάλλουν διπλάσιες προσπάθειες για να ξεπεράσουν την κρίση. Πρωταγωνιστές και φορείς υποστήριξης των ΑμεΑ μιλούν στο tvxs για τα πάγια προβλήματα που αντιμετωπίζουν.

«Αυτονομία σημαίνει βγαίνω μόνος μου από το σπίτι μου, έχω όλη την υποδομή που χρειάζομαι, ώστε να πάρω το λεωφορείο μου, να μπω στο λεωφορείο μόνος μου, να κατέβω από το λεωφορείο μόνος μου, να πάω να κάνω τις δουλειές μου, όπως τις κάνει ο οποιοσδήποτε απλός πολίτης. Αυτό σημαίνει ισότητα, αυτό σημαίνει κανονική ένταξη, αυτό σημαίνει αυτονομία».
Ένα λαμπρό παράδειγμα αισιοδοξίας και διάθεσης για ζωή δίνει ο Γιώργος Χρηστάκης, υποψήφιος διδάκτωρ στο τμήμα Κοινωνικής Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ο οποίος προσβλήθηκε μικρός από πολιομυελίτιδα και έμαθε να βλέπει και να βιώνει τη ζωή, καθισμένος σε αναπηρικό καροτσάκι. Αυτό όμως δεν τον πτόησε. Αντίθετα, του έδωσε τη δύναμη να κυνηγήσει τα όνειρά του για γνώση και δημιουργική ενασχόληση. Τον οδήγησε να ασχοληθεί με τον ειδικό αθλητισμό, κάνοντας μπάσκετ και κολύμβηση, ενώ τον καταξίωσε ως χορευτή και χορογράφο, χαρίζοντας του τη δεύτερη θέση στο παγκόσμιο πρωτάθλημα λάτιν χορών που έγινε το 2001 στην Ολλανδία. Τέλος, από το 2004 συγκροτεί τη δική του μεικτή ομάδα χορού "Δαγίπολη", η οποία κατάφερε να κερδίσει μία επάξια θέση ανάμεσα στις υπόλοιπες ομάδες (των αρτιμελών) στα περσινά φεστιβάλ χορού.
Ο κος Χρηστάκης δεν θεωρεί ότι ό,τι κατάφερε μέχρι τώρα ήταν αποτέλεσμα τύχης. Δούλεψε σκληρά και δεν το έβαλε κάτω. «Σίγουρα όλοι πρέπει να εξαντλούμε τις προσπάθειές μας για να φτάνουμε όσο πιο μακριά μπορούμε. Και στις σπουδές μας και σε όλες μας τις δραστηριότητες», σημειώνει. Αλλά όλα χρειάζονται και τον σωστό χειρισμό. Δε ζητάει την ελεημοσύνη των συμπολιτών του, αλλά διεκδικεί με αργά και σταθερά βήματα μία ισότιμη θέση ανάμεσα στους υπόλοιπους. 
«Αξιολογούμαστε και όλος ο κόσμος, υποψιασμένος ή ανυποψίαστος, έρχεται και βλέπει μια παράσταση. Δεν έρχεται να δει την παράσταση των ανθρώπων με αναπηρία». Αυτό ήταν και το κλειδί της επιτυχίας της ομάδας του.

Από την άλλη πλευρά, όμως, ο κος Χρηστάκης κατανοεί ότι δεν είναι εύκολο για όλα τα άτομα με αναπηρία να συμπορευτούν σε μία πόλη, όπως η Αθήνα, η οποία κατά τον ίδιο, είναι 
«ίσως η πιο αφιλόξενη πόλη
για ανθρώπους με αναπηρίες στην Ευρώπη».
Και δεν αναφέρεται μόνο στις δράσεις προσβασιμότητας σε χώρους κοινής χρήσης (όπως τα λεωφορεία ή τα Πανεπιστήμια), αλλά στην ίδια την έννοια της «αυτονομίας», η οποία ακυρώνεται από τη στιγμή που ένα άτομο χρειάζεται τη μόνιμη βοήθεια ενός συνοδού για να μπορέσει να δραστηριοποιηθεί.
Η Πολιτεία δεν έχει δείξει μέχρι στιγμής το πιο φιλικό της πρόσωπο στα ΑΜΕΑ. Όχι μόνο απαγορεύει την πρόσβαση στα Πανεπιστήμια για ορισμένες κατηγορίες αναπήρων, αλλά δεν προσφέρει ούτε το χρηματικό ποσό που είναι υποχρεωμένη να καταβάλλει για τα ΑΜΕΑ και το οποίο αντιστοιχεί σε ένα ποσοστό 20%. 
«Έχουμε μία απορρόφηση 6%, ενώ οι άλλες χώρες της Ευρώπης έχουν 25-30% απορρόφηση από το κονδύλιο των ΕΣΠΑ», τονίζει ο Αναστάσιος Λαγόπουλος, Πρόεδρος της ΠΟΣΓΚΑΜΕΑ. Τα χρήματα για την αποπληρωμή του προσωπικού των κατασκηνώσεων (περίπου 1.500 άτομα) για τα ΑΜΕΑ δόθηκαν αυτόν τον μήνα, «ως δώρο Χριστουγέννων», ενώ οι κατασκηνώσεις έχουν τελειώσει από τον Αύγουστο. Και όμως, γύρω στα 3.000 παιδιά που διαμένουν στα ειδικά ιδρύματα περιμένουν όλο τον χρόνο για να περάσουν αυτές τις 15 ημέρες κοντά στη θάλασσα και τώρα αδυνατούν να τους εξασφαλίσουν ακόμα και αυτό το δικαίωμα.
Όσον αφορά στην πρόσβαση στη Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, η Πολιτεία θέτει ακόμη και εκεί τους φραγμούς της, θέτοντας όρια στην πρόσβαση σε ορισμένα πανεπιστημιακά τμήματα, όπως το τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και το τμήμα Ναυπηγικής του ΤΕΙ Πειραιά, τα οποία αποκλείουν την πρόσβαση σε όλες τις παθήσεις. 
«Είναι όνειδος για τη χώρα να προωθεί τη λογική του αποκλεισμού και της διακριτικής μεταχείρισης μέσα από μια διαδικασία που συνιστά αναφαίρετο, θεμελιώδες και συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα όλων των Ελληνόπουλων με αναπηρία», δηλώνει ο Ιωάννης Βαρδακαστάνης, Πρόεδρος της Ε.Σ.Α.μεΑ, κατηγορώντας τις κατάφωρες «πρακτικές σκοταδισμού και άκρατου ρατσισμού».
Ο επίμονος αγώνας του αναπηρικού κινήματος και ιδιαίτερα του Πανελληνίου Συλλόγου Παραπληγικών, του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών και της Εθνικής Ομοσπονδίας Τυφλών, οι οποίοι πραγματοποίησαν κινητοποιήσεις στο Υπουργείο Οικονομικών, διεκδικώντας τη λήψη μέτρων οικονομικής στήριξης των ατόμων με αναπηρία, οδήγησε στις 30 Νοεμβρίου 2010 στη ψήφιση ενός σχεδίου νόμου για την επαναχορήγηση του επιδόματος Πάσχα, αδείας και Χριστουγέννων από το εξωιδρυματικό επίδομα και το επίδομα απολύτου αναπηρίας, η οποία είχε άδικα περικοπεί. Όμως αυτό είναι ένα σχέδιο νόμου, δεν έχει ακόμη ψηφιστεί.
Φέτος, στην Παγκόσμια Ημέρα για Άτομα με Αναπηρία στις 3 Δεκεμβρίου, περίπου 5.000 άτομα παρέλασαν μέχρι το μέγαρο Μαξίμου. Αυτός ήταν ένας τρόπος για να διεκδικήσει το 10% του ελληνικού πληθυσμού τα δικαιώματά του. Όμως δεν αρκεί μόνο μία ημέρα, μία μικρή περίοδος μέσα στο χρόνο, για να δώσουμε σημασία και την αλληλεγγύη μας σ'αυτά τα άτομα. Ο κος Χρηστάκης είναι αντίθετος σ'αυτό το κλίμα υπερπροστατευτικότητας που επικρατεί, ενώ είναι αποφασισμένος να μην ξαναδώσει καμία παράσταση με τη χορευτική του ομάδα εκείνη την ημέρα. 
«Αν οι άνθρωποι θέλουν να στηρίζουν τις δικές μας πρωτοβουλίες και τις παρουσίες μας στα πεδία των δραστηριοτήτων, θα πρέπει να το κάνουν όλο το χρόνο και όχι μόνο τα Χριστούγεννα που ενδεχομένως θα θέλανε να χαϊδέψουν λιγάκι τα αισθήματα ελέους που έχει ο καθένας μας, μία ανάγκη δηλαδή δική τους», υποστηρίζει. Γι’ αυτόν η μέρα αυτή «είναι μια υποκρισία».
Για τα άτομα με αναπηρία οι αντικειμενικές τους ανάγκες πολλαπλασιάζονται, ειδικά σε μια περίοδο κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε. «Έχουμε συνδέσει την αναπηρία σαν μία πανάκριβη συνθήκη ζωής, σαν μία πανάκριβη εμπειρία, και πρέπει κάποια στιγμή να αποκατασταθεί η αλήθεια» επισημαίνει ο Νίκος Βουλγαρόπουλος, συντάκτης του περιοδικού «Αναπηρία τώρα» και του portal www.disabled.gr. Ο ίδιος αναρωτιέται πώς μπορεί να υπάρχει αισιοδοξία, όταν όλη η χώρα πάσχει από «εθνική κατάθλιψη», ενώ το μόνο μήνυμα που θέλει να στείλει για τα φετινά Χριστούγεννα είναι μήνυμα υποστήριξης και συμπαράστασης. «Κρατάτε γερά!», διακηρύττει.
Ο κος Βαρδακαστάνης, στέλνει παράκληση στο νέο δήμαρχο Αθηναίων να φροντίσει για την εύρυθμη λειτουργία του Πολυκέντρου Κολοκυνθούς, ενώ ο κος Λαγόπουλος σημειώνει ότι στο ίδρυμα του Αγίου Δημητρίου «λείπουν 27 άτομα προσωπικό». Στη χώρα μας ο τομέας της Πρόνοιας είναι από τους πλέον υποχηματοδοτούμενους.
Αντίθετα, σε οποιαδήποτε χώρα ή πόλη της Ευρώπης και αν ταξιδέψουν, ξεχνάνε τις δυσκολίες που έχουν «γιατί τα πάντα ρέουν με τόσο εύκολο τρόπο, ώστε δεν χρειάζεται ποτέ να ζητήσουμε κάποια ιδιαίτερη βοήθεια από κάποιον για να διεκπεραιώσουμε κάτι», προσθέτει ο κος Χρηστάκης. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ζητάνε ούτε τη λύπηση, ούτε τη συμπόνια μας. Έχουν αποδείξει άλλωστε στη μέχρι τώρα πορεία τους ότι μπορούν να καταφέρουν πολλά. Το μόνο που αποζητάνε είναι μια ισότιμη θέση στην κοινωνία και μία αίσθηση «αυτονομίας». Τι σημαίνει αυτό; Ο κος Χρηστάκης μας δίνει την απάντηση. 
«Αυτονομία σημαίνει βγαίνω μόνος μου από το σπίτι μου, έχω όλη την υποδομή που χρειάζομαι, ώστε να πάρω το λεωφορείο μου, να μπω στο λεωφορείο μόνος μου, να κατέβω από το λεωφορείο μόνος μου, να πάω να κάνω τις δουλειές μου, όπως τις κάνει ο οποιοσδήποτε απλός πολίτης. Αυτό σημαίνει ισότητα, αυτό σημαίνει κανονική ένταξη, αυτό σημαίνει αυτονομία».

Τα Καλικαντζαράκια

Χριστούγεννα και Παράδοση

Η ονομασία τους προέρχεται από το επίθετο «καλός» και από το «κάνθαρος».
Η αρχή των μύθων που είναι σχετικοί με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στην αρχαιότητα. Οι Αρχαίοι πίστευαν ότι οι ψυχές έβρισκαν τις πόρτες του Άδη ανοιχτές και ανέβαιναν στον επάνω κόσμο, όπου γύριζαν για μέρες παντού χωρίς έλεγχο και περιορισμούς. 
Η πίστη στους καλικάντζαρους προήλθε από ελληνικές και ρωμαϊκές γιορτές του Δεκεμβρίου, όπως ήταν τα Σατουρνάλια, τα Βρουμάλια και τα Κρόνια, πού συνδυάζονται με το χειμερινό ηλιοτρόπιο και τη γενέθλια ημέρα του «αήττητου» Θεού Ηλίου, την 25 Δεκεμβρίου.
Αργότερα, στο Βυζάντιο, για να γιορτάσουν το Δωδεκαήμερο (τις μέρες από 25 έως και 5 Ιανουαρίου-παραμονή των Φώτων) κάποιοι, μασκαρεμένοι, έχοντας κρυμμένα τα πρόσωπά τους, με μουσικές και τραγούδια. Πείραζαν τους ανθρώπους στους δρόμους, έμπαιναν απρόσκλητοι ακόμη και από την καμινάδα, απαιτώντας λουκάνικα, φαγητά και γλυκά, ως πραγματικοί εισβολείς, για δώδεκα μέρες ως τον Μεγάλο Αγιασμό.

Την ημέρα των Φώτων τα πάντα ησύχαζαν.
Με το πέρασμα των αιώνων αυτές οι παράξενες συμπεριφορές στοίχειωσαν στην φαντασία των ανθρώπων. Λέγανε οι γιαγιάδες τα παλιά χρόνια στα εγγονάκια τους για να κάθονταν ήσυχα ότι κάθε νύχτα του Δωδεκαήμερου στους δρόμους του χωριού και στα χαλάσματα κυκλοφορούσαν οι Καλικάντζαροι.
Οι καλικάντζαροι ήταν κατάμαυρα, μαυριδερά, τριχωτά, με ουρά και μακριά χέρια μικροσκοπικά, περίεργα πλάσματα, σαν ξωτικά. Όντα πολύ άσχημα, με χοντρά ξυλοπάπουτσα ή ανθρωπόμορφοι με πόδια τράγου.
Τους λένε και Παγανά ή Καλιοντζήδες ή Τσιλικρωτά ή Αερικά ή Λυκοκάντζαρους ή Καλλικαντζαραίους ή Σκαλλικαντζάρους ή Σκαντζάρια ή Κάντζα.
Τους φαντάζονταν σαν μαυριδερά, ψηλά και κοκαλιάρικα κακάσχημα όντα, κάτι μεταξύ ζώου και ανθρώπου, που συνέχεια όλη την ώρα χοροπηδούσαν γκρινιάζοντας, φωνάζοντας και τραγουδώντας. Όλο το χρόνο βρίσκονταν κάτω από τη γη τρώγοντας τον κορμό της, στον κάτω κόσμο και ζήλευαν τον απάνω κόσμο.
Γι΄ αυτό λοιπόν, άλλοι με πριόνια, άλλοι με τσεκούρια κι άλλοι με μπαλντάδες έβαζαν όλη τη δύναμή τους να κόψουν τον τεράστιο ξύλινο στύλο, που στηριζόταν η γη για να την κάνουνε να βουλιάξει.
Ο στύλος όμως ήταν πολύ χοντρός και γι αυτό χρειαζόταν μεγάλη και μακρόχρονη προσπάθεια. Παραμονές Χριστουγέννων τα είχαν σχεδόν καταφέρει και το στήριγμα της γης ήταν έτοιμο να κοπεί και να πέσει.
Όταν έφτανε το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, από φόβο μη βουλιάξει η γη και τους πλακώσει, έφευγαν κι ανέβαιναν στον απάνω κόσμο, στη γη, για να τυραννήσουν τους ανθρώπους που θα έβρισκαν μπροστά τους. Χιλιάδες από δαύτους έβγαιναν από κάθε τρύπα στην επιφάνεια. Φοβόντουσαν πολύ το φως και κρυβόντουσαν την ημέρα.
Έτσι λοιπόν οι καλικάντζαροι το Δωδεκαήμερο έκαναν ένα σωρό τρέλες, γύριζαν στους δρόμους, ανέβαιναν στα κεραμίδια και έμπαιναν από την καμινάδα του τζακιού, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες των πορτών και των παραθυριών σε σπίτια που δεν τα είχαν θυμιατίσει οι νοικοκυραίοι τους.
Τους άρεσε να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία που είχαν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα. Λέρωναν τα φαγητά με τα ακάθαρτα νύχια τους και άφηναν τις ακαθαρσίες τους όπου βρίσκαν. Τίποτε βέβαια δεν έκλεβαν, αλλά αναστάτωναν τόσο πολύ το σπίτι που το κάναν αγνώριστο και προσπαθούσαν να σβήσουν τη φωτιά στο τζάκι.
Γι΄ αυτό, για καλό και για κακό, εκείνες τις ημέρες φροντίζανε να φράζουν τις τρύπες των τζακιών με πανιά και με αγκάθια. Ακόμα καίγανε λιβάνι σε θυμιατό κοντά στο τζάκι, γιατί οι καλικάντζαροι δεν άντεχαν αυτή τη μυρωδιά.
Έτσι και σήμερα, οι καλικάντζαροι εξαφανίζονται τα Φώτα με τον αγιασμό των νερών Φεύγουν τότε λέγοντας:
«Φεύγετε να φεύγουμε κι έφτασε ο τουρλόπαπας
με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του».
Στη Μάνη, ακούγονται και στην εποχή μας,
κάποια λαϊκά στιχουργήματα για τους Καλικάντζαρους:
Αρορίτες είμαστε, αραρά γυρεύουμε τηγανίδες θέλομε
τα παιδιά τα παίρνουμε ή το (γ)κούρο ή τη (γ)κότα ή θα σπάσαμε τη (μ)πόρτα.
Φοβούνται τον αγιασμό γιατί όποιος βραχεί με αγιασμένο νερό αφανίζεται.

Παραδοσιακή ιστορία Καλικάντζαρων

Μια παλιά ιστορία λέει πως μια γυναίκα αφού ετοίμασε τα γλυκά της, βασιλόπιτες, κουραμπιέδες, μελομακάρονα, είδε από το παράθυρο πως ξημέρωσε.
Όμως είχε ξεγελαστεί από το φεγγάρι, γιατί όπως λένε:
"του Γενάρη το φεγγάρι παρά λίγο νά ΄ναι μέρα".
Έτρεξε λοιπόν αυτή η γυναίκα και ξύπνησε τα παιδιά της για να τα στείλει με τα γλυκά για ψήσιμο στο φούρνο. Τα παιδιά σηκώθηκαν πρόθυμα, πήρε το καθένα από ένα ταψί και ξεκίνησαν για το φούρνο.
Όμως η αυγή αργούσε να έρθει και ξαφνικά μέσα από τα κοντινά στενά ακούστηκαν αγριοφωνάρες και δυνατά γέλια. Σε ελάχιστο χρόνο ο δρόμος γέμισε με καλικαντζαράκια.
Άρπαξαν τα παιδιά, τους πετάξανε ό,τι κρατούσανε και άρχισαν έναν τρελό χορό χτυπώντας τα ταψιά και φώναζαν:
"Ω! στραβά ταψιά, με τα ψεύτικα ψωμιά, άλλα με τα άσχημα, πηδάτε βρε μπαγάσικα".
Την ώρα που λάλησε ο πρώτος πετεινός, εξαντλημένα τα καλικαντζαράκια αφήσανε τα ταψιά στα κεραμίδια ενός σπιτιού κι αρχίσανε να φεύγουν τρέχοντας με στριγκλιές και γέλια, βγάζοντας έξω τις γλώσσες τους που ήταν κατακόκκινες σαν τις γλώσσες της φωτιάς και κουνούσαν τις ουρές τους εδώ κι εκεί.
Όταν ξημέρωσε και βγήκαν οι άνθρωποι να πάνε στις δουλειές τους, βρήκαν στο δρόμο τα τρία παιδιά μισολιπόθυμα, χωρίς να έχουνε δυνάμεις για να σηκωθούν.
Τα κουνήσανε, τα ραντίσανε με αγιασμό και όταν συνήλθαν, διηγήθηκαν τι τους είχαν κάνει τα καλικαντζαράκια.
Γι αυτό όλοι φοβόντουσαν να βγουν έξω από τα σπίτια τους πριν ξημερώσει,
όλο το Δωδεκαήμερο.
Ο καθηγητής Γ. Μέγας γράφει: «Αλλά τι είναι καλικάντζαροι; Είναι δαιμόνια, τα οποία εμφανίζονται μόνο κατά το Δωδεκαήμερο. Κατά την πίστη του λαού, καλικάντζαροι γίνονται τα παιδιά πού γεννώνται τα Χριστούγεννα. Κατά την ερμηνεία του Νικολάου Πολίτου, πατρέρα της ελληνικής Λαογραφίας, οι καλικάντζαροι είναι πλάσματα της νεοελληνικής μυθολογίας.»
(ένθα ανωτέρω, σ. 37 κ.έξ.)
Όλα αυτά αποτελούν λαϊκές παραδόσεις εφόσον μετά τη Γέννηση του Ιησού Χριστού, καταργήθηκε η δύναμη των δαιμόνων και αφαιρέθηκε η κυριαρχία τους πάνω στους ανθρώπους (Λουκά ι' 17-19). Γι΄ αυτό ο Μ. Αντώνιος συνιστά:
«Ου δει φοβείσθαι αυτούς' καν επέρχεσθαι δοκώσι καν θάνατον απειλούσι' ασθενείς γαρ είσι και ουδέν έτερον δύνανται ή μόνον απειλείν».

Τα γκατζόνια

Τα γκαντζιόνια ερχόνται απάνου στη γης την παραμονή του Χριστού που μπαίνουν τα δωδεκαήμερα τσιαι καθόνται ίσιαμε την Πρωτάγιαση που θ' αγιάσει ο παπάς.
Ούλον τον άλλον τσιαιρό είνιαι από κάτου από τη γης τσιαι με κάτι μικρούλια τσεκούρια παλεύουνε να κόψουνε ένα θερίο δέντρο που την βαστάει για να μην πέσει. Θέλουνε να κόψουνε το δέντρο, να πέσει στο χάος η γης, να γκρεμιστεί τσιαι να χαλάσει ο κόσμος. Κόβουνε, κόβουνε ούλον το χρόνο γιούρω-γιούρω, όσο που μένει πλια άκοπο στη μέση μια στάλα, ίσιαμε μια τριχούλα. Τότε τ' απαρατάνε - δεν το κόβουνε ούλο γιατί φοβάνται μην τα πλακώσει απουκάτου άμα θα πέφτει -τσιαι λένε: «Πάμετε να φύγουμε τώρα. Θα φυσήξει ο αέρας απέ θα το γκρεμίσει».
Αλλά το δέντρο ούλο το δωδεκαήμερο που λείπουν αυτά, θρέφει πάλε τσιαι μόλις ματακατεβούνε κάτου στη γης, πάνε, τηράνε το βρίσκουνε θερίο τσι' ακόμα χοντρύτερο απ' ό,τι τα' αφήκανε. Του ξαναπέφτουνε, λοιπόν, κοντά πάλε με τα τσεκούρια τους -τοίγαρις είναι τσιαι μεγάλα λαχτάρα τους, έτσι σαν κατσουλάτσια είνιαι, μια αμουτσιά, τη δύναμη να' χουνε -τσι' ούλον το χρόνο παλεύουνε, είδες που λέει «σαν τα γκατζιόνια», να το κόψουνε από την αρχή πάλε.
Μόλις περάσουν οι δώδεκα ημέρες που καθόνται ση γης τσιαι πειράζουν τους ανθρώπους, ας ειπούμε -μολογάγανε- κατουράνε σα βαγένια, σα βαρέλια είδες που ηφέρναμε ετσείν΄τα χρόνια νερό από τη βρύση, μαγαρίζουνε σ' αλεύρι, ε, τέτοια κάνουνε, μόλις λοιπόν περάσει το δωδεκάημερο τ' απαρατάνε πλια ούλα τσιαι την Πρωτάγιαση άραα ... όπου φύγει, φύγει. Λακάνε να χωθούνε απουκάτου ση γης, γιατί στσιάζονται μην τα προλάβει ο παπάς που αγιάζει. Τσιαι λένε από το φόβο τους:
«Φεύγατε να φεύγουμε
τι έρχεται ο τρελόπαπας
με την αγιαστούρα του
να μας κάνει τσάγια τσάγια
να μας ρίξει στα λαγκάδια»
Καμπόσοι το λένε τσι' αλλιώς.
Ετσεί που λέει «να μας κάνει τσάγια τσάγια, να μας ρίξει στα λαγκάδια» λένε:
«ν' αγιάσει τον κ..λο μας τσιαι την κ..λοτρουπίδα μας».
Ε, αλλά τούτο -για να λέμε τσιαι τη μαύρη αλήθεια- δεν είναι τόσο καλό, αλλ' αφού το λένε, να το ειπούμε τσι΄ εμείς, δεν πειράζει.
Οι γεροπαλαιοί, μολογάγανε, τα λέπανε. Ερχόσανε τσιαι εκαθόσανε ση σαχτοθουρίδα τσιαι ηφέρνανε γιούρω τη γωνιά σα δαιμόνια- όξω από το σπίτι τσιαι από κοντά μας. Ο νοικοτσύρης για να τα διώξει έπαιρνε ένα δαυλί αναμμένο τα τσυνήγαγε τσιαι τσείνα εχανόσανε!
Ο γερο Τανάλιας, μολόγαγε, τα είχε ειδωμένα η γιαγιά του που καθόσανε ση γωνιά τσιαι ξεθρακουνάγανε τη σάχτη. Ησανε, έλεγε, έτσι σαν κατσουλάτσια τσι' είχανε ένα ποδαράτσι ανθρωπινό τσι' ένα γαϊδουρινό. Η γιαγιά του πήρε τη μάσια τσι' ετσείνα γκατρζελώσανε απού μέσα σο τζιάτσι τσιαι χαθήκανε, φύγανε από το φουγάρο.
Άλλη μια ράτα, μολογάγανε, τσιίνησε ένας, έτσι σαν τώρα τα δωδεκαήμερα, από ‘να ξένο χωριό, από του Μποντιά ας ειπούμε, να ΄ρθει ση Καντύλα, ν'αλέσει σους μύλους. Είχε τότες η Καντύλα μύλους σωρό, μην τηράς τώρα που ρημάξανε σιαπάνου ούλοι.
Ήρθε λοιπόν, αλλά ηύρε πλάκωση σο μύλο τσι' όσο ν' αλέσει νύχτωσε. Τι να κάμει τώρα, που να μείνει, «θα φύγω», λέει. Φόρτωσε λοιπόν τσιαι μπροστά το μουλάρι, πίσω ετσείνος, τσίνησε.
Είχε προχωρημένα νύχτα για καλά. Σιακάτου που πήγαινε, σο Μετόχι ας ειπούμε, του πέσανε κοντά τα γκατζιόνια. Αυτός, τον φάγανε τα φίδια, τα κατάλαβε. Τι να κάμει τώρα? Δίνει ένα σάλτο τσι' αναβαίνει ανάμεσα σα δυο πλευρά το άλεσμα, απανωγόμι. Κουκουλόθητσιε καλά, εκουβαριάστη να μην τον λέπουνε τσιαι επήγαινε. Φαινότανε σα πλευρό που το βάνουμε είδες, απανωγόμι.
Τα γκατζιόνια -δεν είναι τσιαι πολύ έξυπνα ως φαίνεσται- τον εχάσανε. Ερχόσανε γιούρω, γιούρω το μουλάρι, ψάγνανε, πουθενά ο άνθρωπος. Πηγαίνανε παρά πίσω, ξαναγυρίζανε, τηράγανε, ξαστεριά. Το μουλάρι πήγαινε μοναχό του με δυό πλευρά άλεσμα τσιαι ένα απανωγόμι. Απέ λέγανε ‘τσει που ΄ρχόσανε τρογιούρω: «Να το'να πλευρό, να τα' άλλο, να τσιαι τα' απανωγόμι. Τσείνος ο κερατάς που είναι»?? Βίραα, πουλάλα πάλε πίσω ίσιαμε το μύλο. Τίποτα. Γυρίζανε πάλε σο μουλάρι τα ίδια πάλε: : «Να το'να πλευρό, να τα' άλλο, να τσιαι τα' απανωγόμι. Τσείνος πού είναι;
Τον παιδέψανε όσο που έφτασε σο σπίτι του. Αλλά από το φόβο του, λένε, πέθανε.
Τ' ακούς; Τ' ακώ να λες, παιδάτσι μου. Τώρα αλήθεια, ψέματα, ξέρω' γω; Μια φορά το λέγανε αυτό οι παλαιοί.
Γι' αυτό τα δωδεκάημερα δεν αλέθουνε, ούτε βαφτίζουνε, ούτε παντρευόνται, ούτε βάνουνε αλυσίβα για πλύσιμο από γκαντζιονόσαχτη, ούτε λουζόνται. Λουζόνται την παραμονή του Χριστού τσιαι ξανά πάλε την παραμονή της Πρωτάγιασης, σις 4 Γενάρη το βράδυ, για να διώξουνε τις γκατζιονόψειρες τσιαι να είναι καθαροί για να φιλήσουνε το Σταυρό την άλλη μέρα τσιαι να αγιαστούνε.
Για να μην πηγαίνουνε τα γκατζιόνια τσιαι κατουράνε σα βαγένια τσιαι σα βαρέλια του νερού τους βάνουνε απάνου μια φούντα σφαραγγουνιά (που κάνει τα σφαράτζια) να τρουπιώνται τσαι να μη ζυγώνουνε.
Σφαραγγουνιά βάνουναι τσιαι οι τσιοπάνηδες σα μαντριά τους να μην μπαίνουνε μέσα τα γκατζιόνια.
Τη γκατζιονόσαχτη που μαζεύουμε τα δωδεκαήμερα από το τζιάτσι, από τη φωτιά, τη φυλάμε σ' ένα ντενεκέ ή ό,τι τσιαι την αυγή της Πρωτάγιασης τη ρίνουμε σα κλαρικά. Είναι καλό, λέει, για τον περονόσπορο για την κάμπια. Έτσι το ηύραμε έτσι το κάνουμε. Την Πρωτάγιαση τσιαίμε τις σφαραγγουνιές που βάνουμε σα βαγένια, σα βαρέλια, σα μαντριά. Τις τσιαίμε αυτές όξω από το σπίτι.
Ο γεροπαπα-Λαυρέντιος, που ναι γουστόδιος, λέει τσιαι άλλη μια ιστορία με τα γκατζιόνια. Ερχότανε μια γυναίκα νέα τσιαι μοναχή από τη Βόχα, ας ειπούμε, τσιαι νύχτωσε σο Καρτέρι, τσιαι ακόμα κάτου. Σο διάσελο να τσιαι τα γκατζιόνια; Τι να κάμει τώρα: Θέλα την φορτωθούνε. Γδένεται καρκάσελα όπως την έκαμε η μάνα της, κρύωνε τσιόλας αλλά τι να' κανε, βάνει τα σκουτιά της σο ταγάρι τσιαι πήγαινε.
Τη φτάσανε τα γκατζιόνια, τη βάλανε ση μέση, την τηράγανε από δω, την τηράγανε από τσει, παραξενευόσανε. Πετάγεται ένας γκάτζιονας τσιαι λέει τ' αλλουνού:
«Γκάτζιος είσαι
γκάτζιος είμαι
τέτοιο γκάτζιονα δεν είδα
κάτου κάτου μαλλιαράτος
τσι' απουπάνου αρχι..τος».
Τ' αστήθια της γυναίκας ο γκάτζιονας, μεριά από φόβο, μεριά από σαστιμάρα, τα ‘λεπε άλλα πράματα. Η γυναίκα δε μίλησε μιλιά. Έτσι φοβηθήκανε τα γκατζιόνια που είδανε τέτοιο μεγάλο γκάτζιονα, την απαρατήκανε τσιαι γλύτωσε η γυναικούλα.
Επεξηγήσεις:
Α-Γκατζιόνια, λέγονται στην Κανδύλα οι Καλλικάντζαροι.
Β-Η ιστορία με αυτόν (ή αυτήν σε άλλες παραλλαγές) που πήγε στο Μύλο να αλέσει και στο δρόμο την ... παρενόχλησαν τα γκατζιόνια είναι «κλασσικό» καντυλιώτικο παραμύθι των Χριστουγέννων. Το ακούγαμε κάθε χρόνο, με το ίδιο πάντα ενδιαφέρον από τη γιαγιά μας. Στη δική της εκδοχή, η πρωταγωνίστρια ήταν γυναίκα, από το Λεβίδι και υπήρχε αίσιον τέλος, δεδομένου ότι λάλησε ο κόκορας, τα γκαντζιόνια κατάλαβαν ότι ξημέρωνε και έτρεξαν να κρυφτούν.
Γ-Το ύφος του άρθρου είναι σε αφηγηματικό λόγο, με την προφορά των παλαιότερων Κανδυλαίων (το και και γενικώς το κάπα προφέρεται τσιαι, το σίγμα και τα σύμφωνα αρκετά έντονα), ενώ υπάρχουν αρκετοί ιδιωματισμοί:
Αμουτσιά: Μπουκιά
Απανωγόμι: Το σακί, που έχει φορτωθεί ανάμεσα στα δύο άλλα (δεξιά και αριστερά)
Γκαρτζελώνω: Σκαρφαλώνω
Καρκάσελα, καρκασέλι: Τσίτσιδος, ολόγυμνος
Μολογάω: Εξιστορώ
Μποντιά: Το χωριό Παλαιόπυργος
Πλευρό: Το σακί, το φόρτωμα
Ράτα: Μια ράτα, μια φορά
Σαχτοθουρίδα: Πίσω μέρος του τζακιού όπου μάζευαν τη στάχτη
Σιαπάνου: Τοπικό επίρρημα Ίσια Επάνω, εκεί πάνω, στον ανήφορο
οίγαρις: Mήπως
Φορτώνομαι: Ενοχλώ φορτικά
Το άρθρο είναι του Δημ. Λαρδίκου (σύμφωνα με σημείωση του οποίου προέρχεται από καταγραφή που έκανε στην Καντύλα το 12ήμερο του 1969). Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Τα Κανδυλιώτικα», Έτος 5ο, Αριθμός Φύλλου 14, Ιανουάριος-Μάρτιος 1997.  
Αντιγραφή και σχόλια-επεξηγήσεις: Χριστίνα Β. Οικονομοπούλου

Ο μυλωνάς και ο Καλικάντζαρος

Μια φορά ένας μυλωνάς είχε ωραία φωτιά με κάρβουνα στο μύλο του και έψηνε μια σούβλα κρέας. Εκεί πού γύριζε τη σούβλα του, βλέπει στην άλλη μεριά έναν Καλικάντζαρο και γύριζε μια σούβλα με βατράχους! Δεν του μίλησε διόλου. Ύστερα από λίγο τον έρωτα ο Καλικάντζαρος πώς τον λέγουν.
— Εαυτό με λέγουν, του λέγει ο μυλωνάς.
Εκεί πού γύριζε τη σούβλα και το κρέας ήταν ροδοκόκκινο και μοσχομύριζε, ο Καλικάντζαρος βάζει την ιδική του σούβλα με τους βατράχους επάνω στο κρέας.
Πατ! δεν αργεί ο μυλωνάς και του φέρνει μια με ένα αναμμένο δαυλί και, καθώς ο Καλικάντζαρος ήταν γυμνός, τον κατάκαψε!
Φωνές και κακό ο Καλικάντζαρος!
— Βοηθάτε, αδέρφια, γιατί μ' έκαψαν!
— Βρε, ποιος σ' έκαψε; του λέγουν οι άλλοι Καλικάντζαροι απ' έξω.
— Ό Εαυτός μ' έκαψε, τους λέγει εκείνος από μέσα.
— Αμ΄ σαν κάηκες από τον εαυτό σου, τι σκούζεις έτσι; Και έτσι την έπαθε ο καλός σου ο Καλικάντζαρος, γιατί ο μυλωνάς φάνηκε εξυπνότερος του.
από το Αναγνωστικό της Δ΄ Δημοτικού, ΑΘΗΝΑ 1966

Saturday, 25 December 2010

Η Φεγγαρένια: Παραμύθι και παιδί

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα κοριτσάκι, που ζούσε με την μαμά και τον μπαμπά της σε ένα σπιτάκι, δίπλα στην θάλασσα.
Το κοριτσάκι, κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί, ζητούσε από την μαμά της, να την αφήσει, να χαζέψει για λίγο το φεγγάρι, που καθρεφτιζότανε στα γαλήνια νερά της θάλασσας.
Έτσι και εκείνο το βράδυ, το κοριτσάκι, καληνύχτισε το φεγγάρι και ξάπλωσε στο κρεβατάκι της.Ενώ κοιμότανε, είδε ένα πολύ παράξενο όνειρο. Το φεγγαράκι, είχε αφήσει τον έναστρο ουρανό και πήγε να δει από κοντά το κοριτσάκι, που κοιμότανε γλυκά στο κρεβατάκι του.
«Γεια σου κοριτσάκι. Σε βλέπω κάθε βράδυ που με χαιρετάς πριν κοιμηθείς. Απόψε, αποφάσισα να έρθω να σε δω από κοντά ».
Το κοριτσάκι σάστισε, αλλά ήτανε και πολύ χαρούμενο.
«Έχω μια ιδέα, θέλεις να σε πάω μια βόλτα ψηλά στον ουρανό;», της είπε το φεγγαράκι.
«Ναι, το θέλω πολύ», είπε χαρούμενα το κοριτσάκι.
«Κρατήσου γερά από πάνω μου και ετοιμάσου να σου δείξω τον δικό μου κόσμο», είπε χαμογελώντας το φεγγαράκι.

Πράγματι, σε λίγο, το κοριτσάκι είχε ανέβει στην πλάτη του φεγγαριού και μαζί ταξιδεύανε στα σύννεφα.
«Αλήθεια, πως σε λένε;» ρώτησε το φεγγαράκι. Όμως το κοριτσάκι, ήτανε τόσο ενθουσιασμένο, που κοιτούσε γύρω της, χωρίς να μιλάει.
«Εντάξει, για απόψε, λοιπόν, θα είσαι η
« Φεγγαρένια» και γέλασαν και οι δύο με την ψυχή τους.
«Που πάμε τώρα;» ρώτησε το κοριτσάκι.
«Στα σύννεφα, να μόλις φτάσαμε».

Η Φεγγαρένια, τότε, πήδησε από την πλάτη του και έτρεξε πάνω στα σύννεφα. Χοροπηδούσε με την ψυχή της και γελούσε.
«Είναι τόσο όμορφα εδώ πέρα, και τα σύννεφα είναι τόσο μαλακά σαν βαμβάκι», είπε η Φεγγαρένια.
«Έλα, ανέβα πάλι να φύγουμε, έχουμε και σε άλλα μέρη να πάμε».
«Ναι, ναι, πάμε!», φώναξε η Φεγγαρένια.
«Ετοιμάσου να δεις όλα τα αστέρια του ουρανού», είπε το φεγγαράκι και της χαμογέλασε.
Η Φεγγαρένια, έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Μπροστά στα μάτια της, κείτονταν δεκάδες λαμπερά αστέρια. Ποτέ άλλοτε δεν είχε ξαναδεί τόσα πολλά μαζί. Ήθελε να τα μετρήσει, μα ζαλιζότανε από το λαμπερό φως των αστεριών.

«Είναι τόσα πολλά, αλλά που κρύβονται κάθε βράδυ τόσα αστέρια;», ρώτησε το κοριτσάκι.

«Υπάρχουν πάντα στον ουρανό, φεγγαρένια, απλώς μερικές φορές τα κρύβουνε τα σύννεφα, για αυτό δεν τα βλέπεις όλα. Άλλωστε είμαστε τόσο κοντά τώρα. Περίμενε λίγο», είπε το φεγγαράκι.

Τότε, το φεγγαράκι, άπλωσε το χέρι του και τράβηξε ένα αστέρι μικρό αλλά τόσο φωτεινό όπως όλα τα άλλα.
«Αυτό το αστέρι στο χαρίζω, είναι δικό σου Φεγγαρένια. Το βράδυ πριν κοιμηθείς να το έχεις κάτω από το μαξιλάρι σου και να θυμάσαι, ότι θα είναι εκεί μαζί σου και δεν θα φοβάσαι τίποτα πια. Όμως να το φυλάξεις καλά», είπε το φεγγαράκι.

«Θα το φυλάξω στο μπαουλάκι μου, και θα το κλειδώσω με το κλειδάκι του.
Δεν θα το χάσω ποτέ», είπε η Φεγγαρένια με δάκρυα χαράς στα ματάκια της.
«Ανέβα στην πλάτη μου, έχουμε να δούμε και κάτι άλλο», είπε το φεγγαράκι.

Η Φεγγαρένια, ανέβηκε στην πλάτη του, βάζοντας το αστέρι που της χάρισε, βαθιά μέσα στην τσεπούλα της.
Πράγματι, αμέσως μετά, φτάσανε σε μια μεγάλη πόρτα με ψηλά ξύλινα κάγκελα. Πίσω από τα κάγκελα όμως η Φεγγαρένια, διέκρινε πλήθος από πολύχρωμα λουλούδια, όλων των χρωμάτων.
«Τι είναι εδώ?» ρώτησε η Φεγγαρένια.
«Εδώ είναι ο κήπος του ουρανού. Μέσα στον κήπο, θα βρεις πολύχρωμα και μοσχομυριστά λουλούδια».
«Είναι απίστευτο! Μπορώ να τα δω από κοντά;», ρώτησε η μικρή Φεγγαρένια και πριν προλάβει να της απαντήσει το φεγγαράκι, η μικρή βρισκόταν ήδη μέσα στον τεράστιο κήπο.
«Είναι όλα τόσα όμορφα, και μυρίζουνε τόσο ωραία. Αλλά, φεγγαράκι, ποιος τα ποτίζει όλα αυτά τα λουλούδια;» είπε με απορία η Φεγγαρένια.
« Μα φυσικά τα σύννεφα. Μια φορά την ημέρα, τα σύννεφα μαζεύονται πάνω από τον κήπο και ρίχνουνε βροχή, ώστε τα λουλούδια μας, να παραμείνουνε για πάντα δροσερά και φρέσκα».

Η Φεγγαρένια, έτρεξε ανάμεσα στα λουλούδια, χώνοντας την μυτούλα της ανάμεσα στα πέταλα τους. Άρχισε να στριφογυρνάει χαρούμενα γύρω τους και να ανασαίνει δυνατά, προσπαθώντας να φυλακίσει, όσο περισσότερο μπορούσε μέσα της, από την ευωδιά των λουλουδιών.

«Αν θέλεις, μπορείς να κόψεις ένα λουλούδι, όμως πρόσεχε να διαλέξεις ένα χωρίς αγκάθια», της είπε το φεγγαράκι.

Η μικρή Φεγγαρένια, έκοψε ένα λουλουδάκι, που μύριζε υπέροχα και είχε τα χρώματα του ουράνιου τόξου πάνω του. Έμεινε να το κοιτάζει έκθαμβη και το έχωσε και αυτό στην τσεπούλα της.

«Είναι ώρα να φύγουμε», της είπε το φεγγαράκι.

Με γοργά βήματα, η Φεγγαρένια ανέβηκε για άλλη μια φορά στην πλάτη του φεγγαριού και έγειρε πάνω του. Ήταν τόσο κουρασμένη, αλλά συνάμα πολύ ευτυχισμένη. Δεν έβλεπε την ώρα, να γυρίσει στο σπίτι της και να εξιστορήσει την ωραία περιπέτεια της στην μαμά της. Όμως, τώρα που το καλοσκεφτόταν, θα την πίστευε η μαμά της;

Με όλες αυτές τις σκέψεις να περνάνε στο κεφαλάκι της και η μικρή Φεγγαρένια να χαζεύει από ψηλά τα σπίτια που ξεπρόβαλαν κάτω από τα πόδια της, την θάλασσα που χάιδευε απαλά τις δαντελένιες ακτές του νησιού της, έφτασαν και πάλι στο δωμάτιο της.

«Καληνύχτα και όνειρα γλυκά, να θυμάσαι ότι θα είσαι για πάντα η καλύτερη μου φίλη», είπε το φεγγαράκι.

« Θα σε ξαναδώ ποτέ;» ρώτησε η φεγγαρένια.
« Θα προσπαθήσω, αλλά να ξέρεις πως εγώ θα σε βλέπω και θα σε καληνυχτίζω τα βράδια πριν κοιμηθείς».

Το κοριτσάκι, άνοιξε το μπαουλάκι της και έβαλε το αστεράκι μέσα. Τότε του ψιθύρισε.

«Δεν θα σε αφήσω ποτέ μου».

Ύστερα, ξάπλωσε και έγειρε να κοιμηθεί. Θυμήθηκε όμως το λουλούδι που είχε βάλει μέσα στην τσεπούλα της πιζάμας της. Το έβγαλε και το κράτησε στα χεράκια της, μέχρι που και η ίδια αποκοιμήθηκε γλυκά, μέχρι που ο ήλιος σηκώθηκε ψηλά στον ουρανό και φώτισε το δωμάτιο του μικρού κοριτσιού.


«Καλημέρα Ελενίτσα, ξύπνα αγάπη μου, είναι ώρα να ετοιμαστείς, να πας σχολείο», άκουσε την φωνή της μαμά της.


Η μικρή Ελενίτσα, έτριψε τα μάτια της και αγκάλιασε την μαμά της χαρούμενα.


«Τι έγινε και είσαι τόσο χαρούμενη, είδες μήπως κανένα όμορφο όνειρο;», είπε χαμογελώντας η μαμά της.

«Μαμά μου, εχθές το βράδυ ήρθε το φεγγαράκι και με πήγε βόλτα», βιάστηκε να πει η μικρή Ελενίτσα.
«Ναι αγάπη μου, έλα να πιεις το γάλα σου τώρα», είπε η μαμά χασκογελώντας από την ιστορία της κορούλας της.

Η μικρή Ελενίτσα, σηκώθηκε από το κρεβάτι και έτρεξε να ακολουθήσει την μαμά της. Τότε έγινε κάτι που την συγκλόνισε. Στο πάτωμα κάτω, βρισκότανε το λουλούδι που κρατούσε το βράδυ στα χεράκια της. Η Ελενίτσα χαμογέλασε ευτυχισμένη και έτρεξε γρήγορα να ετοιμαστεί για το σχολείο της, τόσο χαρούμενη όσο ποτέ άλλοτε.
 

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki