Showing posts with label Λαϊκό Παραμύθι. Show all posts
Showing posts with label Λαϊκό Παραμύθι. Show all posts

Thursday, 12 December 2024

Οι έξι τυφλοί άνδρες και ο ελέφαντας

Μια φορά και έναν καιρό ήταν 6 τυφλοί άντρες που κάθονταν σε ένα παγκάκι στο πάρκο και συζητούσαν.
Έλεγαν πως ενώ η φύση τους είχε αδικήσει και δεν τους είχε δώσει την δυνατότητα να βλέπουν τον κόσμο γύρω τους, όπως οι άλλοι άνθρωποι, εν τούτοις, τους είχε δώσει την δυνατότητα να αναπτύξουν περισσότερο τις υπόλοιπες αισθήσεις τους, και κυρίως την αφή, ώστε να μπορούν να καταλαβαίνουν με τα χέρια τους τι είναι το κάθε τι που βρίσκεται μπροστά τους.
Όλοι συμφωνούσαν ότι μπορούσαν να ψηλαφίσουν κάτι με τα χέρια τους και να καταλάβουν αμέσως τι είναι αυτό που πιάνουν.

Παρακάτω, καθόταν ένας γέρος. Δεν μίλαγε, αλλά άκουγε με ενδιαφέρον και περιέργεια αυτά που έλεγαν οι 6 τυφλοί άντρες. Ήταν πολύ μεγάλος σε ηλικία και η μεγάλη εμπειρία του από τη ζωή τον είχε κάνει σοφό. Είχε μάθει να μην βιάζεται να κρίνει ή να απορρίψει κάτι και να δέχεται πως κάθε πράγμα, κάθε θέμα, μπορεί να έχει πολλές όψεις. «Ένα πράγμα μπορεί να είναι έτσι αλλά και αλλιώς», συνήθιζε να λέει.

Μετά από αρκετή ώρα και αφού είχε ακούσει προσεκτικά όσα έλεγαν οι τυφλοί άντρες δίπλα του, τους πλησίασε και τους ρώτησε:
«Πώς είστε τόσο σίγουροι πως ό,τι ακουμπάτε, ό,τι ψηλαφίζετε με τα χέρια σας, μπορείτε να καταλάβετε αμέσως τι είναι και να είστε σίγουροι για αυτό; Πώς ξέρετε ότι δεν κάνετε λάθος;»
Οι 6 τυφλοί άντρες του απάντησαν ότι δεν κάνουν ποτέ λάθος και ότι αν ήθελε να το διαπιστώσει και ο ίδιος, μπορούσε να τους βάλει μία δοκιμασία.
Ο γέρος δέχτηκε και την επόμενη μέρα τους συνάντησε πάλι στο πάρκο για τη μεγάλη δοκιμασία.

Ο γέρος έφερε μαζί του έναν ελέφαντα και έβαλε τους 6 άντρες να τον πλησιάσουν και ένας ένας να τον ακουμπήσουν με τα χέρια ους και να του πουν τι είναι.
Ο πρώτος τυφλός άντρας, πλησιάζοντας τον ελέφαντα από το πλάι, έπεσε πάνω στο σκληρό και σταθερό του σώμα. Ψηλαφίζοντας με τα χέρια του την τεράστια και σκληρή πλευρά του ελέφαντα, κατέληξε με στόμφο:

« Μα αυτό είναι, φυσικά, ένας τοίχος!».

Ο δεύτερος τυφλός άντρας,
από εκεί που στεκόταν, πλησίασε τον ελέφαντα από μπροστά και έπιασε την προβοσκίδα του. Αφού περιεργάστηκε με τα χέρια του την μακριά, κυλινδρική προβοσκίδα του ελέφαντα, είπε με σιγουριά:

«Μου έχεις φέρει ένα φίδι, αυτό είναι ένα φίδι!».

Ο τρίτος άντρας,
που στεκόταν λίγο πιο πέρα, έπιασε τους χαυλιόδοντες του ελέφαντα. Ήταν λείοι και μυτεροί σαν βέλη και ο τυφλός άντρας αμέσως αναφώνησε:

«Αυτά που πιάνω είναι ακόντια, είναι σίγουρα ακόντια!».

Ο τέταρτος τυφλός άντρας,
που είχε μακριά χέρια, έπιασε τα αφτιά του ελέφαντα που κουνιούνταν πέρα δώθε και όπως τα περιεργάστηκε, κατέληξε:

«Είναι τα σκληρά φύλλα από έναν ανεμιστήρα που κουνιέται!».

Ο πέμπτος άντρας,
που ήταν πιο κοντός, έπιασε τα πόδια του ελέφαντα. Τα χάιδεψε με τα χέρια του μέχρι κάτω, τα έτριψε, και γυρνώντας προς τον γέρο-σοφό, είπε με μεγάλη βεβαιότητα:

«Είναι ένας χοντρός, τραχύς κορμός δέντρου, είμαι βέβαιος!».

Ο γέρος είπε και στον τελευταίο τυφλό άντρα να πλησιάσει και εκείνος, ψάχνοντας με τα χέρια του, έπιασε την ουρά του ελέφαντα. Ήταν μακριά, κυλινδρική και τραχιά σαν χοντρό σχοινί.

«Είναι σχοινί. Είναι σίγουρα ένα χοντρό, δυνατό σχοινί!» αναφώνησε.

Αφού τελείωσαν και οι έξι, ο σοφός γέρος τους φώναξε κοντά του και τους είπε:

«Κάνατε όλοι λάθος. Κανένας σας δεν βρήκε τι ήταν αυτό που είχε μπροστά του, που άγγιζε με τα χέρια του. Και όμως ήσασταν και οι έξι τόσο σίγουροι για τις απαντήσεις σας! Αυτό που πιάσατε όλοι σας ήταν ένας ελέφαντας. Ανάλογα όμως με την θέση όπου στεκόταν ο καθένας σας, ανάλογα με το ύψος του και το μάκρος των χεριών του, έπιανε με τα χέρια του ένα διαφορετικό σημείο του ελέφαντα. Έτσι, ένας νόμιζε ότι πιάνει έναν τοίχο, ο άλλος ένα φίδι, ο τρίτος ένα ακόντιο, ο τέταρτος τα φύλλα ενός ανεμιστήρα, ο πέμπτος έναν κορμό δέντρου και ο τελευταίος ένα δυνατό σχοινί. Κανένας σας όμως δεν κατάλαβε ότι αυτό που αγγίζατε, αυτό που περιεργαζόσασταν και ψηλαφίζατε ήταν πολύ μεγαλύτερο και είχε και άλλα μέρη, και άλλες πλευρές και άλλα σημεία που θα μπορούσατε να πιάσετε για να καταλάβετε τι πραγματικά είναι. Έτσι, κανένας σας δεν προχώρησε πιο πέρα για να αγγίξει και τα άλλα μέρη του ελέφαντα, κανένας δεν είχε ολοκληρωμένη αίσθηση του σώματος του ελέφαντα, ώστε, από τα διαφορετικά χαρακτηριστικά του, να μπορέσει να καταλάβει ότι αυτό που αγγίζει είναι ένας ελέφαντας!».
Οι έξι τυφλοί άντρες είχαν χάσει τη μιλιά τους. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν πόσο λάθος είχαν κάνει όλοι τους. Έτσι, με σεβασμό ζήτησαν, πλέον, από τον σοφό γέρο να τους εξηγήσει το λάθος τους, ώστε να μπορέσουν να γίνουν καλύτεροι.

Και ο γέρος τους είπε:
«Ο κάθε άνθρωπος, και αυτός που τα μάτια του βλέπουν καλά και καθαρά, ανάλογα με το ποιος είναι και με τη θέση που βρίσκεται, μπορεί να βλέπει ή να νιώθει διαφορετικά το ίδιο πράγμα. Για να είμαστε σίγουροι για κάτι, πρέπει να το επιβεβαιώσουμε πολύ καλά και πολλές φορές και κυρίως, πρέπει να το πλησιάσουμε, να το «δούμε» ολόκληρο. Εσείς δεν ψηλαφίσατε τον ελέφαντα ολόκληρο. Ο καθένας σας άγγιξε το σημείο από το σώμα του ελέφαντα που ήταν πιο κοντά του και από εκεί έβγαλε το συμπέρασμα του, το οποίο βέβαια, ήταν λάθος γιατί αφορούσε μόνο ένα κομμάτι και όχι το σύνολο. Δεν μπορούμε να κρίνουμε κάτι και να βγάλουμε συμπέρασμα, ότι και να είναι αυτό, εάν δεν το δούμε, δεν το «αγγίξουμε» από παντού, από όλες τις πλευρές του, ώστε να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα και να μπορούμε να εκφράσουμε μία σωστή άποψη.»
«Ένας ακόμα λόγος που δεν μπορέσατε να βρείτε τι είναι αυτό που όλοι σας αγγίζατε, είναι ότι δεν συνεργαστήκατε μεταξύ σας. Ακόμα και χωρίς να ξέρετε ότι σε όλους σας έχω δώσει τον ίδιο ελέφαντα να πιάσετε, αν μιλούσατε μεταξύ σας και λέγατε ο ένας στον άλλον τι πιάνετε με τα χέρια σας και τι καταλαβαίνετε από αυτό, τότε συνδυάζοντας τις εμπειρίες και τις εντυπώσεις σας από το άγγιγμα του ελέφαντα, θα μπορούσατε να βρείτε τι είναι.
Πάντοτε έχουμε να κερδίσουμε από τη συνεργασία με άλλους ανθρώπους ακόμα και αν θεωρούμε ότι αυτά που κάνει ο καθένας μας είναι διαφορετικά και δεν έχουν σχέση με αυτά που κάνει ο άλλος.
Αν λέγατε όλοι τη γνώμη σας για το τι είναι αυτό που αγγίζατε, αν ανταλλάσσατε απόψεις, στο τέλος θα καταφέρνατε συνδυάζοντας τις γνώμες σας και τα ευρήματα σας να βρείτε την αλήθεια. Πριν καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα, είναι καλό να μιλάμε και με άλλους ανθρώπους, να ακούμε και να προσπαθούμε να καταλάβουμε και την δική τους άποψη, πριν βεβαιωθούμε για τα δικά μας συμπεράσματα.»
______
(προσαρμοσμένο από το ποίημα “Six Blind Men and the Elephant” του Αμερικανού ποιητή John Godfrey Saxe (1816-1887)


letsfamily.gr
antikleidi.com

Monday, 27 March 2023

Ο Ήλιος και το Νερό. Ένα Παραμύθι από τη Νιγηρία

    Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που όλα πάνω στη γη ήταν αλλιώτικα, ο ήλιος και το νερό ζούσαν μαζί κι έκαναν παρέα.
Ο ήλιος πήγαινε συχνά επίσκεψη στο νερό, μα το νερό ποτέ δεν τον είχε επισκεφτεί.
     -"Γιατί δεν έρχεσαι και συ στο παλάτι μου;" ρώτησε μια μέρα ο ήλιος το νερό.
     -"Δεν μπορώ, ήλιε μου", απάντησε το νερό.
     "Γιατί, αν έρθω, πρέπει να φέρω μαζί μου όλους τους συγγενείς μου".
     -"Και γι' αυτό, καλό μου νερό, ανησυχείς;" είπε ο ήλιος.
     "Το παλάτι μου είναι μεγάλο. Έχει χώρο για όλους σας. Ελάτε και μη νοιάζεστε καθόλου", είπε αποφασιστικά ο ήλιος.
     Έτσι, το νερό μάζεψε όλους τους συγγενείς του και κίνησαν για το λαμπρό παλάτι του ήλιου. Ήταν το νερό της θάλασσας, το νερό των ποταμών, το νερό των πηγών και των λιμνών, ήταν οι βροχές, οι θύελλες κι οι καταιγίδες, ήταν και τι δεν ήταν...
     Όταν έφτασαν στο παλάτι του ήλιου, εκείνος κατέβηκε να τους υποδεχτεί.
     -"Καλώς τους", πρόφτασε να πει, μα πριν αποσώσει τα λόγια του, το νερό χύθηκε μέσα στο παλάτι και πλημμύρισε τα πρώτα πατώματα.
     Ο ήλιος, ξαφνιασμένος, έτρεξε κι ανέβηκε στα τελευταία πατώματα, μα σε λίγο, έβλεπε, με τρόμο, το νερό να γεμίζει το παλάτι του.
     -"Σου το είπα πως είμαστε πολλοί", του είπε το νερό, καθώς έβλεπε τον ήλιο να χλομιάζει όλο και περισσότερο.
     "Τώρα όμως, δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω".
     Ο ήλιος έβλεπε το νερό να προχωρά και σιγά σιγά να ανεβαίνει και να γεμίζει και τα υπόλοιπα πατώματα του παλατιού. Αναγκάστηκε να ανέβει στη στέγη. Το νερό όμως, στα γρήγορα, σκέπασε και τη στέγη. Τότε ο ήλιος κάνει έναν πήδο και φράααπ, ανεβαίνει στον ουρανό.
     Από τότε, άρχισε να μένει εκεί. Κι εκεί είναι ακόμα μέχρι και σήμερα.

Thursday, 28 May 2020

Λαϊκό Παραμύθι: Το πιο γλυκό ψωμί

Το παραμύθι που ακολουθεί είναι κεφαλονίτικη παραλλαγή μιας παλαιάς λαϊκής αφήγησης. 
Ανήκει στον ευρύ τύπο των διηγηματικών ή κοσμικών παραμυθιών, τα οποία αναφέρονται στις περιπέτειες των ανθρώπων χωρίς να χρησιμοποιούν υπερφυσικά στοιχεία. 
Ειδικότερα, το συγκεκριμένο παραμύθι κατατάσσεται στην κατηγορία των διδακτικών παραμυθιών που, όπως παρατηρεί ο Δ. Λουκάτος, «έχουν πάντα μέσα τους μια διάθεση για διδασκαλία».
youtube
   Κάποτε ήταν ένας πλούσιος βασιλιάς, πολύ πλούσιος, που ό,τι επιθυμούσε η καρδιά του το ’χε. Όλα τα είχε, και τον έλεγαν ευτυχισμένο, ώσπου έπαθε μια παράξενη ανορεξιά και δεν είχε όρεξη να βάλει τίποτα στο στόμα του. Σιγά σιγά αδυνάτιζε, κι άρχισε να γίνεται γκρινιάρης και παράξενος. Πολλοί γιατροί επήγαιναν και τον έβλεπαν, μα τα γιατρικά τους τίποτα δεν μπορούσαν να του κάμουν. Η ανορεξιά του βασιλιά όλο και κρατούσε, κι εκείνος έρεβε μέρα με την ημέρα. Τίποτα δε λιμπιζόταν να φάει· ούτε «του πουλιού το γάλα», που λέει ο λόγος.

   Oπού κάποια μέρα, έτυχε να περνάει από το παλάτι του ένας ασπρομάλλης γέροντας φτωχός, που ήτανε όμως σοφός κι ήξερε από γιατρικά. Του είπανε λοιπόν για το βασιλιά, κι ανέβηκε να τον δει. «Μήπως κουράζεσαι, βασιλιά μου;», τον ρώτησε. «Τι λες, γιατρέ μου», του λέει ο βασιλιάς. «Όλη μέρα ξαπλωμένος απάνου στο θρόνο μου, ούτε το μικρό μου δαχτυλάκι δεν κουνώ». «Μήπως έχεις έγνοιες και σκοτούρες για το λαό σου;» «Όχι, κάθε άλλο. Εγώ ζω ξέγνοιαστος, και καρφάκι δε μου καίεται για κανέναν!» «Μήπως επιθύμησες ποτέ σου κάτι και δεν μπόρεσες να το ’χεις;» «Oύτε κι αυτό! Βασιλιάς είμαι, κι ό,τι γυρέψω, το βλέπω μπροστά μου!…».

   Σκέφτηκε, σκέφτηκε λίγο ο γέροντας, ύστερα γυρίζει και λέει του βασιλιά: «Άκουσε, βασιλιά μου: Καθώς βλέπω, δεν έχεις τίποτα σοβαρό. Εκείνο που φταίει και δεν έχεις όρεξη να τρως, είναι το ψωμί που σου δίνουν στο παλάτι! Να διατάξεις να σου φέρουν να φας το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου. Αν μπορέσεις να το ’χεις αυτό, τότε θα γιατρευτείς!».

   Από την ίδια μέρα ο βασιλιάς έδωσε διαταγή στους φουρναραίους του παλατιού να ζυμώσουν και να του ψήσουν «το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου!». Έπεσαν με τα μούτρα στη δουλειά οι ψωμάδες σ’ όλο το βασίλειο, ποιος θα κάμει στο βασιλιά το πιο γλυκό ψωμί! Ζύμωσαν με ζάχαρη κι ανθόγαλα κάθε λογής ψωμιά και του τα ’φερναν στο παλάτι να τα δοκιμάσει. Μα κανένα απ’ όλα εκείνα τα ψωμιά δεν άνοιγε την όρεξη στο βασιλιά. Oύτε κι ήθελε να τα φάει. Το ’να του μύριζε, τ’ άλλο του βρομούσε. Ώσπου μια μέρα, έξω φρενών ο βασιλιάς, έστειλε ανθρώπους του να πάνε να βρούνε το γέροντα και να τον ξαναφέρουνε μπροστά του. Έτσι λοιπόν κι έγινε.

   «Θα σε κρεμάσω, που με ξεγέλασες!», του φώναξε ο βασιλιάς μόλις τον είδε. «Γιατί, βασιλιά μου;», τον ρώτησε ο γέροντας. «Γιατί το γλυκό ψωμί, που είπες να μου φτιάξουνε να φάω, δε μου έκαμε τίποτα!» «Μπα;», έκαμε ο γέροντας. «Φαίνεται πως το ψωμί που σου ζύμωσαν, δεν ήταν τόσο γλυκό όσο έπρεπε!» O βασιλιάς ήταν πάλι έτοιμος ν’ αγριέψει, μα είδε το γέρο που κάτι συλλογιζότανε, και περίμενε.

   «Άκουσε, βασιλιά μου», του λέει ο γέροντας ύστερ’ από λίγο. «Αν θέλεις να δοκιμάσεις στ’ αληθινά το ψωμί που θα σε γιατρέψει, πρέπει να ’ρθεις μαζί μου για τρεις μέρες μονάχα και να κάνεις ό,τι σου λέω. Αν δε γίνεις καλά, είσαι ελεύτερος να μου πάρεις το κεφάλι!»

   Κι ο βασιλιάς, παιδί μου, θέλοντας και μη, δέχτηκε να πάει μαζί με τον παράξενο γέροντα, εκεί που του ’λεγε. Φόρεσε κι αυτός φτωχικά ρούχα, ποδέθηκε παλιοπάπουτσα, πήρε κι ένα μπαστούνι στα χέρια του κι έφυγε κρυφά από το παλάτι, μακριά, κι επήγανε στον κάμπο, εκεί που καθόταν ο γέροντας, σε μια καλύβα, μέσα σ’ ένα χωράφι σπαρμένο.

   Ξημερώνοντας, έδωκε ο γέροντας στο βασιλιά ένα δρεπάνι και του λέει: «Έλα να θερίσουμε!». Έπιασε ο βασιλιάς και θέριζε μες στο λιοπύρι ολάκερη μέρα. Έκαμε καμιά σαρανταριά δεμάτια στάχυα. Ήρθε το βράδυ, πέσανε ξεροί να κοιμηθούνε. Oύτε φαΐ όλη μέρα, ούτε τίποτα. Έμενε, βλέπεις, κι ο γέροντας νηστικός.

   Την άλλη μέρα, πρωί πρωί, ξύπνησε ο γέροντας το βασιλιά και του λέει: «Σήκω τώρα, να πάρουμε όλ’ αυτά τα δεμάτια, να τα πάμε στ’ αλώνι να τ’ αλωνίσουμε!». Κουβάλησε στην πλάτη του ο βασιλιάς περσότερ’ από τα μισά, κι ύστερα όλη μέρα, γκαπ γκουπ, τα κοπάνιζε με το δάρτη, ώσπου κάμανε το στάρι σωρό, τ’ ανεμίσανε και το βάλανε στο σακί. Κι όλη μέρα την περάσανε πάλε έτσι, νηστικοί κι οι δυο τους, μόνο λίγο νερό ήπιανε από τη στέρνα, που ήτανε κοντά στην καλύβα. Πέσανε πάλι κουρασμένοι το βράδυ και κοιμηθήκανε.

   Την τρίτη μέρα, το χάραμα, ο γέροντας σήκωσε το βασιλιά: «Ξύπνα», του λέει, «τώρα να πάμε το στάρι μας στο μύλο να τ’ αλέσουμε! Πάρ’ το εσύ στην πλάτη σου, γιατί εγώ δεν μπορώ, και πάμε εκεί στην κορφή του βουνού, που ’ναι ο μύλος». Τι να κάμει ο βασιλιάς, αφού έτσι ήτανε η συφωνία, φορτώνεται το σακί στην πλάτη, και κουρασμένος κι ελεεινός το κουβάλησε στην κορφή. Τώρα αρχίνησε και να πεινάει, μα δεν έλεγε ακόμα τίποτα.

   Αλέσανε το στάρι τους, και για να μην τα πολυλογούμε, γυρίσανε κατά το μεσημέρι στην καλύβα, πάλι ο βασιλιάς φορτωμένος τ’ αλεύρι. «Έλα τώρα να ζυμώσουμε», του λέει ο γέρος. Ξεχώρισε ως δέκα λίτρες αλεύρι, το ’ριξε στη σκάφη κι έβαλε το βασιλιά να ζυμώνει. Ύστερα τον έστειλε στο λόγγο να κόψει ξύλα, κι αργά κατά το βράδυ βάλανε κι εκάψανε το φούρνο, για να ψήσουνε 3-4 καρβέλια. O βασιλιάς τώρα πεινούσε κι επερίμενε πότε να ψηθούν τα ψωμιά, για να φάει! Μα πιο πολύ τα λιμπιζόταν, όταν άρχισε να βγαίνει από το φούρνο η μυρωδιά τους. «Πεινάω πολύ», λέει του γέρου. «Περίμενε και θα φας!», του απάντησε κείνος.

   Σε λίγο βγήκανε τα καρβέλια, αχνιστά και ροδοψημένα. Σαν πεινασμένος λύκος τότε ο βασιλιάς άρπαξε το καρβέλι, το έκοψε με τα χέρια του κι άρχισε να τρώει. Μα με την πρώτη μπουκιά που κατάπιε, το πρόσωπό του έγινε κόκκινο από χαρά και φώναξε: «Μάλιστα! Αυτό είναι το πιο γλυκό ψωμί του κόσμου! Κι όμως ούτε μια κουταλιά ζάχαρη δεν έριξα στο ζυμάρι του!». Τότε ο γέροντας χαμογέλασε και του είπε: «Βασιλιά μου, πρέπει να ξέρεις πως η ζάχαρη του ψωμιού σου ήταν ο ιδρώτας που έχυσες για να το φτιάξεις. Τώρα είσ’ ελεύτερος να ξαναπάς στο παλάτι σου. Κοίτα μονάχα να δουλεύεις αποδώ κι εμπρός, και θα δεις πως η όρεξη δε θα σου λείψει».

   O βασιλιάς ακολούθησε την ορμήνεια του γέροντα, κι όταν γύρισε στο παλάτι του, δούλευε κάθε μέρα για το λαό του, εκατέβαινε και στον κήπο του γι’ άλλες δουλειές, κι από τότε γιατρεύτηκε από την ανορεξιά κι έτρωε καλά, που μακάρι να τρώαμε κι εμείς έτσι!


*έρεβε (ρέβω) : αδυνάτιζε 
*λιμπιζόταν: λαχταρούσε 
*ποδέθηκε: φόρεσε τα παπούτσια του 
*λιοπύρι: καύσωνας *ολάκερη: ολόκληρη 
*περσότερ': περισσότερα 
*δάρτης: ξύλο με το οποίο χτυπούν το στάρι 
*ανεμίσανε [το στάρι]: διαδικασία με την οποία καθαρίζεται το στάρι από τα άχρηστα μέρη *πάλε: πάλι

Wednesday, 1 March 2017

Παραδοσιακά Παραμύθια του Ελληνισμού σε μορφή Pdf Online


12 λαϊκά παραμύθια από διάφορα μέρη της Ελλάδας και Κύπρου

Το 2011 η ελεύθερη ψηφιακή βιβλιοθήκη eBooks4Greeks.gr διοργάνωσε διαγωνισμό παραδοσιακού παραμυθιού. 


Ο διαγωνισμός ήταν ένα κάλεσμα με σκοπό να αναδειχτούν παραδοσιακά (λαϊκά) παραμύθια του τόπου μας που αποτελούν σημαντικό μέρος της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. 
Τα 12 παραμύθια της έκδοσης επιλέχθηκαν μέσα από 39 παραμύθια που έλαβαν συμμετοχή στον διαγωνισμό. 
Η επιλογή αυτή έγινε από τους τρεις «παραμυθάδες»: 
Αγγελική Σχοινά, Γιώργο Παλιάτσιο, Χάρις Μέγα 
και η εικονογράφηση από τη ζωγράφο Μαρία Βιλλιώτη.

Συγγραφείς: Γεωργία Καρκάνη, Άντρη Αντωνίου, Αδαμαντία Ξηρίδου, Χαρά Τσοντάκη, Σωτηρούλα Βασιλίου, Παρασκευή Αποστολοπούλου, Χρυσάνθη Πρωτοψάλτου, Ευδοκία Ποιμενίδου-Χατζηδημητρίου, Σοφία Τσουρλάκη, Γεώργιος Παλιάτσιος, Αθηνά Κυριακού-Σαρακενίδου, Ειρήνη Πόλια

Εικονογράφηση: Μαρία Βιλλιώτη (website)
Έκδοση: eBooks4Greeks, 2017
Μέγεθος: σελ. 135 / 15 Mb
Μορφή: Pdf Online

Παραδοσιακά Παραμύθια του Ελληνισμού
ebooks4greeks

Saturday, 3 September 2016

Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε, χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,..

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γριά και δεν είχε παιδιά. Είχε λοιπόν ένα αρνάκι και το είχε σαν παιδάκι της.Το τάιζε, το πότιζε, το έλουζε κάθε μέρα, και το έστελνε στο σχολείο να μάθει γράμματα. 
Πήγαινε κάθε μέρα η γριά στο βουνό και μάζευε χορταράκι για να φάει τ’ αρνάκι της. Σαν έφτανε έξω από το σπίτι της, έλεγε:

«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
Την άνοιγε τ’ αρνάκι κι έμπαινε η γριά μέσα.
Έμαθε ο κυρ Νικόλας ο λύκος πως είχε η γριά ένα αρνίτσι-μπίτσι και το λιμπίστηκε να το φάει. Μια μέρα λοιπόν, όταν την είδε
που βγήκε να μαζέψει χορταράκι, την παραμόνεψε ώσπου να
γεμίσει το καλαθάκι της. Ύστερα την πήρε από πίσω, και όταν έφτασε η γριά στο σπιτάκι της, κρύφτηκε ο λύκος κοντά στην πόρτα. Άκουσε τη γριά που φώναζε τ’ αρνάκι της κι έμαθε τα λόγια που του έλεγε:

«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
«Α, είπε μέσα του ο λύκος. Αυτά τα λόγια του λέει και της ανοίγει.»
Την άλλη μέρα παραμόνεψε ο λύκος τη γριά που έφευγε να μαζέψει χόρτα και προτού να φύγει, είπε στ’ αρνάκι της:
-Κοίταξε, αρνάκι μου, μην ανοίξεις σε καθένα παρά σε μένα μονάχα!
-Καλά, μανούλα μου, είπε τ’ αρνάκι.
«Τώρα, σκέφτηκε ο λύκος, θα του πω κι εγώ το τραγουδάκι να μ’ ανοίξει το αρνίτσι-μπίτσι.»
Σε λίγο, λοιπόν, πάει και χτυπάει την πόρτα και λέει με τη χοντρή φωνή του, κάνοντάς της όσο πιο γλυκιά-γλυκιά μπορούσε:

«Αρνίτσι-μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»
Το αρνάκι όμως φώναξε από μέσα:
-Δεν είσαι εσύ η μανούλα μου! Η μανουλίτσα μου έχει γλυκιά και ψιλή φωνή και η δική σου είναι τραχιά και χοντρή.
Πάει τότε ο λύκος στον τροχιστή και του λέει:
-Σε παρακαλώ, τρόχισέ μου τη γλώσσα μου να γίνει ψιλή-ψιλή!
Τρόχισε ο τροχιστής τη γλώσσα του λύκου και την έκανε όσο πιο ψιλή μπορούσε. Τρέχει πάλι εκείνος στο αρνάκι και ....
.....
η συνέχεια εδώ

Sunday, 15 May 2016

Το άσωστο σταφύλι -
Ένα παραδοσιακό παραμύθι από την Καππαδοκία

Μια φορά κι έναν καιρό ήσαν τρία αδέλφια και αποφάσισαν να πάνε να βρουν την τύχη τους. Επήραν λοιπόν τις σφεντόνες τους και βγήκαν έξω στον κάμπο.
Εκεί είπαν!
"θα ρίξουμε με τις σφεντόνες μας από ένα λιθάρι και ό,τι βρει το λιθάρι θα είναι η τύχη του".

Τεντώνει λοιπόν ο πρώτος την σφεντόνα του και ρίχνει ένα λιθάρι που επήγε στην πολιτεία και έπεσε στα πόδια μιας πλούσιας και πεντάμορφης κοπέλας. Την παντρεύτηκε την κοπέλα αυτή ο πρώτος αδελφός και έζησε ευτυχισμένος. 
Την ίδια τύχη είχε και ο δεύτερος. 
Ήρθε η σειρά του τρίτου.
Τεντώνει και αυτός με δύναμη τη σφεντόνα του και ρίχνει μια πέτρα που πήγε κι έπεσε σε μια βατουκλιά. Στενοχωρημένος ο μικρός αδελφός βάζει κάτω το κεφάλι και προχωρεί για τη βατουκλιά. Στο δρόμο ακούει μια φωνή.
"Αυτή είναι η τύχη σου, ό,τι είναι μέσα στη βατουκλιά είναι δικό σου, να το πάρεις στο σπίτι σου".
Όταν έφτασε το παλικάρι στη βατουκλιά, βλέπει μέσα μια χελώνα και ένα σκαντζόχοιρο. Τα πήρε και τα πήγε στο σπίτι του στενοχωρημένος. Την άλλη μέρα, έφυγε για τη δουλειά του βασανισμένος, αλλά το βράδυ που γύρισε στο σπίτι του, βλέπει με μεγάλη απορία το φαγητό έτοιμο, το τραπέζι στρωμένο και όλες τις δουλειές γινόμενες. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Την άλλη μέρα έγινε το ίδιο.
Τότε το παλικάρι εσκέφτηκε.' "Αύριο θα κάνω ότι φεύγω και θα κρυφτώ σε ένα μέρος να ιδώ πριν φύγω ποιος ετοιμάζει τις δουλειές". Έτσι έκαμε και, ενώ ήταν κρυμμένος, βλέπει να βγαίνει από το καβούκι της χελώνας μια λυγερόκορμη και πεντάμορφη κοπέλα και να αρχίζει τις δουλειές. Έκαμε αρκετές δουλειές και ύστερα εζύμωσε και άναψε το φούρνο για να ρίξει το ψωμί. 
Βλέπει και το σκαντζόχοιρο να μεταμορφώνεται σε παιδάκι και να υπερετεύει την κοπέλα. 

Το παλικάρι εθάμπωσε από την ομορφιά της κοπέλας και άρπαξε το καβούκι της χελώνας και το πέταξε στο φούρνο να καεί. Έτσι η κοπέλα έμεινε για πάντα μια πεντάμορφη γυναίκα που το παλικάρι την στεφάνωσε και την έκαμε δική του.
Η πεντάμορφη τώρα άρχισε να βγαίνει από το σπίτι και να πηγαίνει στη βρύση για νερό. Ο κόσμος την έβλεπε και εθαύμαζε την ομορφιά της.
 Κάποια ημέρα τη βλέπει και ο βασιλιάς, εθάμπωσε από την ομορφιά της κοπέλας και εκήρυξε τον πόλεμο στο παλικάρι. 
"Που την βρήκες εσύ αυτή", έλεγε, "αυτή δεν είναι για σένα, μόνο για βασίλισσα της αξίζει. Αν δεν μου φέρεις ένα σταφύλι που να τρώει όλο το βασίλειο και να μη σώνεται, θα σου την πάρω εγώ". "Μάλιστα, μεγαλειότατε", είπε τότε το παιδί και έφυγε βασανισμένο.

Όταν επήγε στο σπίτι του άρχισε τα κλάματα και είπε στη γυναίκα του όλη την ιστορία. Τότε η Πεντάμορφη του λέει! "Μη στενοχωριέσαι, αντρούλη μου, και κάνε αυτό που θα σου πω. Πάρε αυτές τις πετρούλες και να πας εκεί που βρήκες εμένα να τις κτυπήσεις και, όταν βγει η αδελφή μου, να της πεις να σου κόψει ένα σταφύλι και να το πας στο βασιλιά.
Έτσι έκαμε το παλικάρι. Επήγε, επήρε το σταφύλι και το επήγε στο βασιλιά. Έτρωγε όλος ο κόσμος και το σταφύλι δεν ετέλειωνε. Ο βασιλιάς όμως που ήθελε σώνει και καλά να πάρει την Πεντάμορφη, του έδωσε άλλη εντολή. "Να μου φέρεις τώρα", είπε στο παλικάρι, "ένα γεννητούρι που να στει όρθιο και να μιλήσει, ειδεμή θα σου πάρω τη γυναίκα σου".
Εκείνο πολύ στενοχωρημένο, πάει και το λέει στη γυναίκα του. Η Πεντάμορφη τότε του λέει: " Πήγαινε στην αδελφή μου πάλι, που είναι στην ώρα της να γεννήσει' να πάρεις το μωρό και να το πας στο βασιλιά και όλα θα πάνε καλά". Πάει το παλικάρι, παίρνει το παιδί και ξεκίνησε για το παλάτι του βασιλιά.
Στο δρόμο που πήγαινε ήταν στενοχωρημένο και έλεγε μέσα του. "Τούτο το άταρο να σταθεί στα πόδια του και να μιλήσει; Είναι αδύνατο, πάει, την έχασα τη γυναίκα μου". Ξαφνικά όμως, ακούει το γεννητούρι να φωνάζει. "Τσιτσί, θέλω τσιτσί". Τότε ήρθε η καρδιά του στη θέση της και τρέχοντας πήγε στο βασιλιά.
Εκεί είχε μαζευτεί κόσμος για να ιδεί τι θα γίνει. Όταν έφτασε ο νέος με το μωρό, το εφήνει κάτω και κείνο τσίτσιρη! Στάθηκε όρθιο και κοίταγε τον κόσμο. Όλοι κοίταζαν με μεγάλη απορία χωρίς να μιλάνε.

Τότε το γεννητούρι τους λέει: "Τι με κοιτάτε, βρε, που να κάνω και να ράνω τα γένια και τα μουστάκια του βασιλιά", θάμαξε ο κόσμος και ο βασιλιάς θυμωμένος λέει στο παλικάρι: "Παρ' το και ώστε στο διάβολο ευτούνο, εσύ και η γυναίκα σου". Έτσι το παλικάρι εκέρδισε την Πεντάμορφη και έζησαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

*******
Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο φθόνος για την όμορφη γυναίκα"

(Την άκουσε ο Παναγιώτης Τσάμης από συγγενή του από την Καππαδοκία)

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. 
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών. 

Thursday, 26 November 2015

Η αγάπη μπορεί να μετρηθεί μόνο στο τέλος
Μαθήματα ζωής για μας και τα παιδιά μας

Το λαϊκό παραμύθι «Οι τέσσερις εποχές» αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου που είχε τέσσερις γιους και ήθελε να τους μάθει να μην κρίνουν τα πράγματα επιπόλαια. 
Με αυτόν τον σκοπό, και έναν έναν, τους έστειλε να επισκεφτούν μια αχλαδιά που βρισκόταν σε μεγάλη απόσταση.
Ο πρώτος γιος έφυγε τον χειμώνα, ο δεύτερος την άνοιξη, ο τρίτος το καλοκαίρι και ο μικρότερος γιος το φθινόπωρο.
Όταν επέστρεψε ο τελευταίος από τους γιους του, ο άντρας τους κάλεσε όλους μαζί και τους ζήτησε να περιγράψουν τι είχαν δει.
Ο πρώτος γιος ανέφερε ότι το δέντρο ήταν φρικτό, γερμένο και στραβό.
Ο δεύτερος είπε πως όχι, ήταν πηγμένο στα πράσινα μπουμπούκια και γεμάτο υποσχέσεις.
Ο τρίτος γιος δε συμφώνησε και δήλωσε ότι ήταν φορτωμένο λουλούδια, ότι είχε ένα πολύ γλυκό άρωμα και ότι φαινόταν πολύ όμορφο, πράγματι, ήταν κατά τη γνώμη του ότι πιο χαριτωμένο είχε δει ποτέ.
Ο τελευταίος από τους γιους διαφοροποιήθηκε από τους προηγούμενους και διαβεβαίωσε ότι η αχλαδιά ήταν ώριμη και μαραινόταν από τόσον καρπό, γεμάτη ζωή και ικανοποίηση.
Τότε ο άντρας εξήγησε στους γιους του ότι όλοι είχαν δίκιο, γιατί είχαν δει μόνο μια φάση της ζωής του δέντρου ο καθένας.
Είπε και στους τέσσερις ότι δεν πρέπει να κρίνουν ένα δέντρο ή έναν άνθρωπο μόνο βλέποντας τον σε κάποια περίοδο της ζωής του. Kαι ότι η η ευχαρίστηση, η αγαλλίαση και η αγάπη που έρχεται με τη ζωή, μπορεί να μετρηθεί μόνο στο τέλος, όταν όλες οι εποχές έχουν ήδη περάσει.
_____________
Πηγή: proskynitis.blogspot.gr
by Αντικλείδι, http://antikleidi.com

Sunday, 4 October 2015

Λαϊκό παραμύθι
Τα δώδεκα αδέρφια που εγίνονταν πουλιά

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς κι είχε δεκατρία παιδιά: δώδεκα αγόρια κι ένα κοριτσάκι. Πέθανε η βασίλισσα κι ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε. Πήρε μια κακιά γυναίκα, που δεν τ’ αγαπούσε καθόλου τα παιδιά, κι ήταν και μάγισσα.
Σ’ αυτό το μεταξύ γίνηκε πόλεμος κι ο βασιλιάς έφυγε πολύ μακριά. Τότε η κακιά μητριά, που εχθρευόταν τα παιδιά, άλειψε την κόρη με πίσσα και την έδιωξε απ’ το παλάτι.

Η βασιλοπούλα περπατούσε περπατούσε κι ηύρε ένα ποταμάκι με κρουσταλλένιο νερό. Νίφτηκε εκεί, βγήκαν οι πίσσες και γίνηκε πιο όμορφη απ’ ό,τι ήταν πριν. Ξαναπήρε το δρόμο η καημένη και περπατούσε μέρα νύχτα.
Καμιά φορά βρίσκει ένα γέρο, που βοσκούσε τ’ αρνιά του και του λέει:

– Μπάρμπα, καλέ μου γέροντα, δε με παίρνεις μαζί σου για ένα κομμάτι ψωμί; Eίμαι μόνη στον κόσμο κι ορφανή.
– Μετά χαράς, κόρη μου, σε παίρνω. Ό,τι τρώγω εγώ, θα τρως κι εσύ.


Κι έτσι, η βασιλοπούλα ζούσε μέσα στου γέροντα το καλύβι. Μια μέρα της λέει ο γέρος:
– Εδώ κοντά, κόρη μου, κάθε βράδυ γίνεται ένα παράξενο πράμα, κοντά στο ποτάμι. Δώδεκα πουλιά κατεβαίνουν στη γη και μόλις πατήσουν το ποδάρι τους στο χώμα, γίνονται άνθρωποι –ω Θεέ μου, τα θαυμαστά σου!
Η κοπέλα, μόλις τ’ άκουσε, ταράχθηκε κι είπε με το νου της: «Τα δώδεκα πουλιά, χωρίς άλλο, θα είναι τ’ αδέρφια μου και θα τα μάγεψε, φαίνεται η μάγισσα, η διαβόλισσα». Είπε, λοιπόν, στο γέρο:
– Μπάρμπα, θα έρθω μαζί σου το βράδυ, για να ιδώ τα δώδεκα πουλιά.


Το βράδυ βγήκε όξω με το γέρο και μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει, είδε δώδεκα πουλιά να κατεβαίνουν απ’ τον ουρανό και να κράζουν λυπητερά.
Μόλις επάτησαν στη γη, αμέσως έγιναν άνθρωποι… Ήταν τ’ αδέρφια της βασιλοπούλας. Αυτή αμέσως τα εγνώρισε. Και τ’ αδέρφια της την εγνώρισαν. Αγκαλιάστηκαν, φιλήθηκαν κι έκλαψαν πολύ. Δεν ήθελαν, όμως, να την αφήσουν σ’ αυτό το μέρος και την πήραν και πήγαν σ’ ένα παλιό μεγάλο σπίτι. Εκεί έμειναν όλη τη νύχτα και το πρωί ξαναγίνηκαν πουλιά και πέταξαν στον ουρανό.


Μια μέρα η κοπέλα βγήκε να μαζέψει χόρτα, να τα μαγειρέψει και να φάει το βράδυ με τ’ αδέρφια της, γιατί τ’ αδέρφια της, κάθε βράδυ πήγαιναν σ’ αυτό το παλιό σπίτι και κάθονταν όλη τη νύχτα με την αδερφή τους. Εκεί, λοιπόν, που μάζευε χορτάρια, ακούει μια φωνή:
– Iχ, ανθρώπου ψυχή δε φαίνεται. Κανείς δε λέει να με θυμηθεί.
Γυρίζει η βασιλοπούλα και βλέπει μια γριά που καθόταν σ’ ένα βράχο. Πάει κοντά και της λέει:
– Τι θέλεις, θεια; Βγήκες για χόρτα; Δώσ’ μου το καλάθι σου να το γεμίσω τρυφερά χόρτα.
Η γριά ευχαριστήθηκε με την καλή καρδιά της κοπέλας και της λέει:

– Κακομοίρα μου, κακομοίρα μου! Τι έχεις να τραβήξεις! Αλλά μη φοβάσαι, γιατί πέρα θε να βγεις.

Η κοπέλα παραξενεύτηκε, άμα άκουσε αυτά τα λόγια.
– Μην παραξενεύεσαι, καλή μου βασιλοπούλα, .... 

.........
η συνέχεια του παραμυθιού εδώ: akrasakis

Friday, 24 April 2015

«Το Γιασεμί η Ροδιά και η Χαρουπιά»
Λαϊκό Μικαρασιάτικο Παραμύθι

ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΩΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΑ ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗ
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς με τη γυναίκα του και είχαν ένα κοριτσάκι πολύ όμορφο και καλόκαρδο. Ζούσανε καλά μέχρι που ήρθε μια εποχή και η γυναίκα πέθανε. Ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε. Η δεύτερη γυναίκα έκανε κι αυτή μια κόρη που ήταν, όμως, κακιά, ζηλιάρα, είχε χίλια δυο κουσούρια. Ζήλευε τη μεγάλη και ήθελε να τη διώξει από το σπίτι.

Σκέφτηκε τότε η βασίλισσα και φωνάζει το καλό κορίτσι και του λέει:
– Θα πας στο δάσος, να φέρεις το σάτσι της δρακόντισσας για να κάνουμε πίτες.

Σκεφτόταν έτσι, πως το κορίτσι δε θα έβρισκε το δρόμο να γυρίσει πίσω και θα το έτρωγαν τα άγρια θηρία.
Η κοπέλα, όμως, ήταν καλός άνθρωπος, έκαμε το σταυρό της και πήρε το δρόμο για το δάσος.

Εκεί συναντά ένα γιασεμί.
 Θα μου ρίξεις έναν κουβά νερό που διψάω; της λέει το γιασεμί.
– Τρεις κουβάδες θα σου ρίξω, όχι έναν, αποκρίθηκε το κορίτσι.
Ρίχνει τρεις κουβάδες νερό στο γιασεμί κι εκείνο της ευχήθηκε:
– Όπως μοσχομυρίζουν τα γιασεμάκια μου, έτσι να μοσχομυρίζεις κι εσύ.

 
Πάει παραπέρα και συναντά μια ροδιά και της λέει η ροδιά:
– Θα μου ρίξεις έναν κουβά νερό που διψάω;
– Τρεις κουβάδες θα σου ρίξω, όχι έναν, είπε το κορίτσι. Της ρίχνει, λοιπόν, τρεις κουβάδες νερό.
 – Όπως είναι τα ρόδια μου κόκκινα, έτσι κόκκινα να γίνουν τα μαγουλάκια σου, της ευχήθηκε η ροδιά.

Πάει παραπέρα, βρίσκει μια χαρουπιά, της λέει η χαρουπιά:
 – Θα μου ρίξεις έναν κουβά νερό που διψάω;
– Τρεις κουβάδες θα σου ρίξω, όχι έναν.
Ρίχνει νερό και στη χαρουπιά κι αυτή της λέει:
– Όπως είναι τα χαρουπάκια μου μαύρα, έτσι μαύρα να γίνουν και τα ματάκια σου, τα φρυδάκια σου και τα τσίνορα σου.


Φεύγει η κοπέλα, φτάνει στο σπίτι της δρακόντισσας και χτυπάει την πόρτα. Βγαίνει η δρακόντισσα και τη ρωτάει:
 – Τι θέλεις;
– Με έστειλε η βασίλισσα να μου δώσεις το σάτσι σου, να κάνουμε πίτες.
– Εντάξει, λέει η δρακόντισσα, αλλά πρώτα έχω κι εγώ μια απαίτηση, να μου σιάξεις το σπίτι, να το ασπρίσεις, να το συγυρίσεις και μετά να ζυμώσεις.
– Εντάξει, της λέει η κοπέλα.

Ζυμώνει, μαγειρεύει, φτιάχνει το σπίτι, το έκαμε να αστράφτει. Η δρακόντισσα ευχαριστήθηκε. Παίρνει λοιπόν την κοπέλα, την πάει σ' ένα ξεροπήγαδο και της λέει:
– Κατέβα κάτω.
Κατεβαίνει εκείνη και η δρακόντισσα λέει στο ξεροπήγαδο:
– Πηγάδι, πηγαδάκι μου, ό,τι χρυσό, ό,τι ωραίο έχεις μέσα, να της το φορέσεις.
Βγαίνει η βασιλοπούλα ντυμένη στα χρυσά, κούκλα. Έπειτα παίρνει το σάτσι, χαιρετά τη δρακόντισσα και φεύγει. Στο δρόμο δίψασε. Βρίσκει μια λιμνούλα, σκύβει να πιει και κατά λάθος τής φεύγει το ένα παντοφλάκι και πέφτει στη λιμνούλα. Προσπάθησε να το πιάσει, όμως δεν τα κατάφερε.

Φεύγει, λοιπόν, και πάει στο σπίτι. Όταν έφτασε, η αδελφή της ζήλεψε πολύ και είπε:
– Κοίτα πώς ήρθε, στα χρυσά ντυμένη!
Της λέει η μάνα της:
– Μη στενοχωριέσαι, θα κάνω τις πίτες και θα σε στείλω στη δρακόντισσα, να της πας το σάτσι και να την ευχαριστήσεις.

Πράγματι την έντυσε, πήρε το σάτσι και πάει.

Στο δρόμο συναντά κι αυτή το γιασεμί που της είπε:
– Κόρη μου, ρίξε μου έναν κουβά νερό που διψάω.
– Τι λες καλέ, υπηρέτρια σου είμαι; λέει εκείνη.
Τότε της λέει το γιασεμάκι:
– Καλά, όσο άσχημη είσαι, άλλο τόσο άσχημη να γίνεις.

Φεύγει από εκεί και πάει στη ροδιά.
– Κόρη μου, της λέει η ροδιά, ρίξε μου έναν κουβά νερό, που διψάω.
– Όχι, δεν είμαι υπηρέτρια σου, της απαντά εκείνη. Τότε της λέει η ροδιά:
– Όπως είναι κόκκινα τα ροδάκια μου, εσύ να γίνεις κίτρινη.

Φεύγει από εκεί, πάει στη χαρουπιά:
– Κόρη μου, της λέει η χαρουπιά, θα μου ρίξεις λίγο νερό, που διψάω;
– Δεν είμαι υπηρέτριά σου, να σου ρίξω νερό.
Τότε η χαρουπιά τής λέει:
– Όπως είναι τα χαρουπάκια μου καμπούρικα, να γίνεις κι εσύ καμπούρα.


Πάει στη δρακόντισσα.
– Ορίστε, της λέει, μου είπε η μαμά μου να σας φέρω το σάτσι σας. Θα το πάρω, αλλά πρώτα θα μου συγυρίσεις το σπίτι.
– Όχι, λέει εκείνη, εγώ δεν έρχομαι να κάνω τέτοιες δουλειές.

– Ωραία, της λέει η δρακόντισσα, έλα τότε στο πηγαδάκι. Και λέει στο πηγαδάκι:

....................
η συνέχεια του παραμυθιού στα Παιδικά χαμόγελα 

Wednesday, 20 August 2014

Τ' αυγά - Λαϊκός μύθος

Εκείνη την εποχή ήταν ένας καπετάνιος με καράβι. Μια φορά έφτασε σ’ ένα λιμάνι και πήγε σε μια ταβέρνα για να φάει. Μπαίνει μέσα και ρωτάει τον ταβερνιάρη:
  – Έχεις τίποτε φαΐ να φάω;
  – Δεν έχω κακόμοιρε! Μου σώθηκαν τα φαγητά. Εδώ δα έχω τρία τέσσερα αυγά τηγανισμένα. Σου κάνουν; να σου τα βάλω να φας;
  Δέχτηκε ο καπετάνιος κι έκατσε κι έτρωγε.
  Κει που έτρωγε, νά κι έρχεται ένας ναύτης, και του λέει που τραβούσαν τις άγκυρες του καραβιού, γιατί επήρε αέρας!
  Παρατάει ο άνθρωπος το φαΐ και τρέχει ίσια στο καράβι του. Μπαίνει μέσα, τραβούν τις άγκυρες πάνω και δεν μπορούν να σιγουρέψουν το καράβι. Βοήθησεν ο Θεός κι ο Άι-Νικόλας και γλίτωσε το καράβι από τη φουρτούνα.
  Έκαμε πέντε έξι χρόνια νά ’ρθει πάλι σ’ αυτό το λιμάνι.
  Άμα ήρθε σ’ αυτό το μέρος, ο καπετάνιος ήρθε να πληρώσει τ’ αυγά που τα είχε στο νου του. Τα θυμόταν που τα χρωστούσε. Ο ταβερνιάρης του βγάζει λογαριασμό αλογάριαστο.
  – Αυτά τ’ αυγά, αν τα εκάθιζα στη όρνιθα, θα έβγαζε τέσσερα πουλιά, δυο πετεινούς, δυο όρνιθες.
  Τον πάει στο δικαστήριο, γιατί τ’ αυγό τ’ αυγού, πουλί του πουλιού, του έπαιρνε το καράβι, και το χρέος δεν εγλίτωνε.
  Εγύριζε ο άνθρωπος σαν παλαβός, που έχανε το καράβι του για τέσσερα αυγά! Επήγε σε μιαν άλλη ταβέρνα που πήγαιναν όλοι οι γέροι. Μέσα εκεί ήταν ένας ψευτοδικηγόρος. Τον είδε στενοχωρεμένον τον άνθρωπο, έμαθε την υπόθεσή του, πάει κάθεται κοντά του και του λέει:
  – Καπετάνιε, βάλε μου μια κούπα κρασί να πιω και μη στενοχωριέσαι. Εγώ θα σου κερδίσω το καράβι αύριο.
  Διατάζει ο καπετάνιος κι έρχεται στη στιγμή η κούπα εμπρός στο δικηγόρο. Πίνει την κούπα, κι ευθύς του γράφει μιαν αναφορά και την πάει στο δικαστήριο. Η αναφορά του όριζε αυτόν για δικηγόρο.
  Έφεξεν η άλλη μέρα, πάει εννιά, πάει δέκα, έντεκα η ώρα, κόντευε μεσημέρι. Όλοι εμαζεύτηκαν όσοι είχαν δίκη, κι ο δικηγόρος μας δεν εφαινότανε.
  Εκεί κατά τις δώδεκα παρά τέταρτο, νάτος και ξεπροβάλλει! Τραγουδούσε κι ερχόταν. Λέει ο δικαστής:
  – Μπράβο σου καλέ άνθρωπε! Μας έχεις τόσην ώρα να σε περιμένουμε και πεθάναμε της πείνας!
  – Ωχ, αδελφέ, δε μ’ αφήνετε! Χτες επήρα πέντε οκάδες κουκιά και τα έστειλα της γυναίκας μου. Εκείνη έπιασε και τα έψησε όλα μαζί. Ετρώγαμε χτες όλη την ημέρα και σήμερα το πρωί ακόμα και μας απόμειναν και κάμποσα. Πήγα το λοιπόν να τα σπείρω και δεν επρόκαμα να έρθω στην ώρα μου…
  Ο ταβερνιάρης παίρνει το λόγο και τον ρωτά:
  – Μα φυτρώνουν τα ψημένα τα κουκιά;
  Απαντάει τότε ο ψευτοδικηγόρος και λέει:
  – Μα βγαίνουν κι απ’ τα ψημένα αυγά πουλιά;
  Δεν χάνει καιρό ο δικηγόρος μας, κόβει την κρίση και βγάζει την απόφαση:
  – Καπετάνιε, έφαγες τέσσερα αυγά: 4 γρόσια, και δυο το ψωμί, 6 γρόσια. Δώσ’ του τα να πηγαίνει στη δουλειά του!
  Εσυμφώνησε κι ο δικαστής μαζί του, κι ο καπετάνιος εκέρδισε το καράβι του. Για φιλοδώρημα, ο καπετάνιος επλήρωσε τον ταβερνιάρη, για να κερνά το δικηγόρο, ώσπου να ’χει το βαρέλι κρασί.



(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος τρίτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)   
snhell

Thursday, 19 June 2014

Ο σπουργίτης, το χελιδόνι και το μυρμήγκι: Λαϊκό Παραμύθι

Ένα χελιδόνι έχτισε τη φωλιά του μέσα στον ηλιακό ενός σπιτιού.
Κάτω από τα κεραμίδια, στην άκρη της στέγης, ήταν κι η φωλιά ενός σπουργίτη. 
Μια μέρα φυσούσε κρύος άνεμος κι άρχισε να βρέχει.
Το χελιδόνι δεν ηύρε τίποτα να φάει. 

Μέσα στα θεμέλια του τοίχου είχε τη φωλιά του ένα μυρμήγκι. Το χελιδόνι επήγε και παρακάλεσε το μυρμήγκι να του δώσει λίγο φαΐ κι ύστερα που θ’ ανοίξει ο καιρός να του το δώσει διπλό.
Το μυρμήγκι ήθελε και δεν ήθελε, γιατί ήταν πολύ φιλάργυρο, αλλά, άμα άκουσε «διπλό», αποφάσισε και του έδωκε. 

Ο σπουργίτης τα έβλεπε από πάνω, αλλά δεν έλεγε τίποτε. 

Το καλοκαίρι τα χελιδόνια επλήθυναν και το μυρμήγκι χαιρόταν όσο έβλεπε τους χρεοφειλέτες του να δυναμώνουν.
Από μέρα σε μέρα περίμενε να του πληρώσουν το χρέος τους, αλλά δεν τους έλεγε τίποτε, ώσπου είχαν μωρά μικρά. Άμα όμως τα μωρά τους εμεγάλωσαν, μια μέρα από το χάραμα του θεού σηκώθηκαν κι έφυγαν. 
Βγαίνει το μυρμήγκι από τη φωλιά του, κοιτάζει… πουθενά οι χρεοφειλέτες! Kει που συλλογιζόταν πού να πήγαν, κι αν θα τον πληρώσουν, ακούει τη σπουργίταινα από πάνω και λέει στον άντρα της: 
– Έμαθες το νέο; 
– Ποιο νέο; λέγει ο σπουργίτης. 
– Οι γειτόνοι μας, καλέ, τούτοι οι ξένοι, που κάθουνταν μέσ’ στον ηλιακό, χάθηκαν από το χάραμα του Θεού. Έμαθες πού επήγαν; 
– Έφυγαν, καλέ, έφυγαν κι επήγαν πέρα, από κει που ήρθαν. Τους άκουσα που ετοιμάζονταν, πριν να χαράξει το φως.  Τ’ ακούει το μυρμήγκι και λέει του σπουργίτη:  
– Ε! γείτονα, είναι πράμα τούτο; να το ξέρεις πως θα φύγουν και να μη μου το πεις; Καταστράφηκα ο κακομοίρης. Τους έδωκα δανεικά και τώρα έφυγαν και δεν μου έδωκαν μήτε μονά μήτε διπλά.
– Καλά να πάθεις! του λέει ο σπουργίτης. Οι πλεονέκτες έτσι παθαίνουν. Εγώ τις προάλλες σου εζήτησα πέντ’ έξι κουκιά σιτάρι και δεν μου έδωκες. Το χελιδόνι μόλις ήρθε, του έδωκες, γιατί σου έταξε διπλά. Πάρε τώρα! Ε, γείτονα, έχω μια συμβουλή να σου δώσω:

Να κάμνεις δοσοληψίες με τον ντόπιο, όχι με τον ξένο.  
Από τότε βγήκε κι η παροιμία: «Πάντα να κοιτάζεις το σπουργίτη που ’ναι ντόπιο κι όχι το χελιδόνι που ’ναι περαστικό».
snhell


(από το βιβλίο: Γ.Α. Μέγας, Ελληνικά Παραμύθια, Β΄, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» I.Δ. Kολλάρου και Σια A.E., 2001)

Thursday, 5 December 2013

Το Μέλι — Λαϊκό παραμύθι από την Κάσο

Μια φορά ήταν ένας γέρος και μια γριά. Μια μέρα που σκούπιζε η γριά στο σοκάκι της, βρήκε ένα γρόσι. Πάει, λοιπόν, και λέει:
— Ω, κακόμοιρε γέρο, δες, βρήκα ένα γρόσι.
— Ε, λέει ο γέρος, και τι να το κάνουμε το γρόσι;
— Να πάμε να πάρουμε κάτι να φάμε.


Κάθονταν, λοιπόν, και σκέφτονταν τι να πάρουν.
Λέει η γριά:
 — Ω, κακόμοιρε γέρο, να πάρουμε καρύδια, θα πετάξουμε τα φλούδια, να πάρουμε φουντούκια, θα πετάξουμε τα φλούδια, να πάρουμε αμύγδαλα, θα πετάξουμε τα φλούδια, ξέρεις τι να πάρουμε; Να πάρουμε μέλι, που δε θα πετάξουμε τίποτα.


Φεύγει, λοιπόν, ο γέρος και πήγε και πήρε το μέλι.
 Έφαγε ο γέρος, έφαγε η γριά και η νύφη και ο γαμπρός, έφαγε και ο κου­μπάρος και η κουμπάρα, έφαγε και ο σκύ­λος και η γάτα και περίσσεψε κιόλας και άλειψαν το στύλο του σπιτιού για να κολλήσει.
... έφαγε και ο σκύ­λος και η γάτα
και περίσσεψε κιόλας...
Πάει η γριά να σιμώσει το στύλο, κολλά. Πάει ο γέρος να ξεκολλήσει τη γριά, κολλά κι αυτός. Πάει ο γαμπρός να ξεκολλήσει το γέρο, κολλά, πάει η νύφη να ξεκολλήσει το γαμπρό, κολλά, πάει ο κουμπάρος να ξεκολλήσει τη νύφη κολλά κι αυτός, πάει η κουμπάρα να ξεκολλήσει τον κουμπάρο, κολλά και η κουμπάρα, πάει ο σκύλος να ξεκολλήσει την κουμπάρα, κολλά κι αυτός, πάει η γάτα να ξεκολλήσει το σκύλο, κολλά κι η γάτα, δεν απόμεινε κανένας που να μην κολλήσει!

το βρήκαμε στα Παιδικά Χαμόγελα

Thursday, 31 October 2013

Η κουκουβάγια και η πέρδικα — The Most Beautiful Child — Λαϊκό παραμύθι

Μια μέρα συνάχτηκαν όλα τα πουλιά και συμφώνησαν να βάλουν τα παιδιά τους στο σχολείο να μάθουν γράμ­ματα. Ηύραν και δάσκαλο και τον διόρισαν. Άνοιξαν το σχολείο κ’ επήραν τα παιδιά τους και τα έγραψαν. 
.
Ύστερα από λίγες μέρες μερικά παιδιά πήγαν στο σχολείο και δεν ήξεραν το μάθημά τους. Ο δάσκαλος τα άφησε νηστικά το μεσημέρι. 
Μέσα στα παιδιά που έμειναν τιμωρία ήταν και το παιδί της κουκουβάγιας. Η κουκουβάγια, άμα είδε πως εσχόλασαν τα παιδιά το μεσημέρι και το μωρό της δεν εσχόλασε, επήρε λίγο ψωμί κ’ επήγε στο σχολείο να του το δώσει.
Καθώς επήγαινε, την έφτασεν η πέρδικα. Έμεινε κ’ εκείνης το μωρό της νηστεία, κ’ επήγαινε να του δώσει λίγο ψωμί. Λέγει η πέρδικα της κουκουβάγιας:
— Να χαρείς τα μάτια σου, γείτονα. Έχω πολλή δουλειά και σε παρακαλώ να πάρεις και του μωρού μου το φαΐ του.
— Το παίρνω, γειτόνισσα, λέγει η κουκουβάγια, αλλά δεν ξέρω το μωρό σου ποιο είναι.
— Ω, λέγει η πέρδικα, όσο γι’ αυτό είναι πολύ εύκολο να το βρεις. Το μωρό μου είναι το πιο όμορφο μωρό του σχολείου!
Η κουκουβάγια πήγε στο σχολείο. Παρακάλεσε το δάσκαλο κι αυτός εδέχτηκε να δώσει το ψωμί του μωρού της. Ύστερα είπε του δασκάλου να την αφήσει να δει όλα τα παιδιά. Εκοίταξε καλά-καλά, δεν ηύρε το μωρό της πέρδικας. Εγύρισε πίσω, επήγε και ηύρε την πέρδικα και της έδωσε το ψωμί και της λέει:
— Τι να σου κάμω! Εκοίταζα μιαν ώραν και δεν το ηύρα το μωρό σου, γιατί μες στο σχολείο δεν ήταν ομορφότερο μωρό από το δικό μου!

ΛΑΪΚΟΣ ΜΥΘΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ 
το βρήκαμε στα Παιδικά Χαμόγελα
The Most Beautiful Child - tale from Cyprus
Along time ago all the various birds had one teacher to teach all their children. One day the children were being very bad and to punish them their teacher ordered them to fast.
The owl took some bread and went towards the school so that it may give its' child something to eat, and on its' way it met a partridge. The partridge asked the owl,
“Where are you going?” “I'm taking some food to my child so that it may have something to eat," said the owl. The partridge then told the owl, “Please take some bread from me and give it to my child so that it may not go hungry either.” The owl looked at the partridge and said, “I do not know your child, how will I recognize it?” The partridge then said, “You will know my child when you see it as it is the most beautiful child.”
The owl then went to the school and gave its' child some food to eat. When the owl looked for the partridge's child it could not recognize it, as it could not find any child more beautiful then its' own. The owl then returned to the partridge and said,
“Take your bread as I can find no child more beautiful then my own.”
No child is more beautiful then a mother's own child.

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki