Showing posts with label Παραδοσιακό Παραμύθι. Show all posts
Showing posts with label Παραδοσιακό Παραμύθι. Show all posts

Thursday, 12 December 2024

Οι έξι τυφλοί άνδρες και ο ελέφαντας

Μια φορά και έναν καιρό ήταν 6 τυφλοί άντρες που κάθονταν σε ένα παγκάκι στο πάρκο και συζητούσαν.
Έλεγαν πως ενώ η φύση τους είχε αδικήσει και δεν τους είχε δώσει την δυνατότητα να βλέπουν τον κόσμο γύρω τους, όπως οι άλλοι άνθρωποι, εν τούτοις, τους είχε δώσει την δυνατότητα να αναπτύξουν περισσότερο τις υπόλοιπες αισθήσεις τους, και κυρίως την αφή, ώστε να μπορούν να καταλαβαίνουν με τα χέρια τους τι είναι το κάθε τι που βρίσκεται μπροστά τους.
Όλοι συμφωνούσαν ότι μπορούσαν να ψηλαφίσουν κάτι με τα χέρια τους και να καταλάβουν αμέσως τι είναι αυτό που πιάνουν.

Παρακάτω, καθόταν ένας γέρος. Δεν μίλαγε, αλλά άκουγε με ενδιαφέρον και περιέργεια αυτά που έλεγαν οι 6 τυφλοί άντρες. Ήταν πολύ μεγάλος σε ηλικία και η μεγάλη εμπειρία του από τη ζωή τον είχε κάνει σοφό. Είχε μάθει να μην βιάζεται να κρίνει ή να απορρίψει κάτι και να δέχεται πως κάθε πράγμα, κάθε θέμα, μπορεί να έχει πολλές όψεις. «Ένα πράγμα μπορεί να είναι έτσι αλλά και αλλιώς», συνήθιζε να λέει.

Μετά από αρκετή ώρα και αφού είχε ακούσει προσεκτικά όσα έλεγαν οι τυφλοί άντρες δίπλα του, τους πλησίασε και τους ρώτησε:
«Πώς είστε τόσο σίγουροι πως ό,τι ακουμπάτε, ό,τι ψηλαφίζετε με τα χέρια σας, μπορείτε να καταλάβετε αμέσως τι είναι και να είστε σίγουροι για αυτό; Πώς ξέρετε ότι δεν κάνετε λάθος;»
Οι 6 τυφλοί άντρες του απάντησαν ότι δεν κάνουν ποτέ λάθος και ότι αν ήθελε να το διαπιστώσει και ο ίδιος, μπορούσε να τους βάλει μία δοκιμασία.
Ο γέρος δέχτηκε και την επόμενη μέρα τους συνάντησε πάλι στο πάρκο για τη μεγάλη δοκιμασία.

Ο γέρος έφερε μαζί του έναν ελέφαντα και έβαλε τους 6 άντρες να τον πλησιάσουν και ένας ένας να τον ακουμπήσουν με τα χέρια ους και να του πουν τι είναι.
Ο πρώτος τυφλός άντρας, πλησιάζοντας τον ελέφαντα από το πλάι, έπεσε πάνω στο σκληρό και σταθερό του σώμα. Ψηλαφίζοντας με τα χέρια του την τεράστια και σκληρή πλευρά του ελέφαντα, κατέληξε με στόμφο:

« Μα αυτό είναι, φυσικά, ένας τοίχος!».

Ο δεύτερος τυφλός άντρας,
από εκεί που στεκόταν, πλησίασε τον ελέφαντα από μπροστά και έπιασε την προβοσκίδα του. Αφού περιεργάστηκε με τα χέρια του την μακριά, κυλινδρική προβοσκίδα του ελέφαντα, είπε με σιγουριά:

«Μου έχεις φέρει ένα φίδι, αυτό είναι ένα φίδι!».

Ο τρίτος άντρας,
που στεκόταν λίγο πιο πέρα, έπιασε τους χαυλιόδοντες του ελέφαντα. Ήταν λείοι και μυτεροί σαν βέλη και ο τυφλός άντρας αμέσως αναφώνησε:

«Αυτά που πιάνω είναι ακόντια, είναι σίγουρα ακόντια!».

Ο τέταρτος τυφλός άντρας,
που είχε μακριά χέρια, έπιασε τα αφτιά του ελέφαντα που κουνιούνταν πέρα δώθε και όπως τα περιεργάστηκε, κατέληξε:

«Είναι τα σκληρά φύλλα από έναν ανεμιστήρα που κουνιέται!».

Ο πέμπτος άντρας,
που ήταν πιο κοντός, έπιασε τα πόδια του ελέφαντα. Τα χάιδεψε με τα χέρια του μέχρι κάτω, τα έτριψε, και γυρνώντας προς τον γέρο-σοφό, είπε με μεγάλη βεβαιότητα:

«Είναι ένας χοντρός, τραχύς κορμός δέντρου, είμαι βέβαιος!».

Ο γέρος είπε και στον τελευταίο τυφλό άντρα να πλησιάσει και εκείνος, ψάχνοντας με τα χέρια του, έπιασε την ουρά του ελέφαντα. Ήταν μακριά, κυλινδρική και τραχιά σαν χοντρό σχοινί.

«Είναι σχοινί. Είναι σίγουρα ένα χοντρό, δυνατό σχοινί!» αναφώνησε.

Αφού τελείωσαν και οι έξι, ο σοφός γέρος τους φώναξε κοντά του και τους είπε:

«Κάνατε όλοι λάθος. Κανένας σας δεν βρήκε τι ήταν αυτό που είχε μπροστά του, που άγγιζε με τα χέρια του. Και όμως ήσασταν και οι έξι τόσο σίγουροι για τις απαντήσεις σας! Αυτό που πιάσατε όλοι σας ήταν ένας ελέφαντας. Ανάλογα όμως με την θέση όπου στεκόταν ο καθένας σας, ανάλογα με το ύψος του και το μάκρος των χεριών του, έπιανε με τα χέρια του ένα διαφορετικό σημείο του ελέφαντα. Έτσι, ένας νόμιζε ότι πιάνει έναν τοίχο, ο άλλος ένα φίδι, ο τρίτος ένα ακόντιο, ο τέταρτος τα φύλλα ενός ανεμιστήρα, ο πέμπτος έναν κορμό δέντρου και ο τελευταίος ένα δυνατό σχοινί. Κανένας σας όμως δεν κατάλαβε ότι αυτό που αγγίζατε, αυτό που περιεργαζόσασταν και ψηλαφίζατε ήταν πολύ μεγαλύτερο και είχε και άλλα μέρη, και άλλες πλευρές και άλλα σημεία που θα μπορούσατε να πιάσετε για να καταλάβετε τι πραγματικά είναι. Έτσι, κανένας σας δεν προχώρησε πιο πέρα για να αγγίξει και τα άλλα μέρη του ελέφαντα, κανένας δεν είχε ολοκληρωμένη αίσθηση του σώματος του ελέφαντα, ώστε, από τα διαφορετικά χαρακτηριστικά του, να μπορέσει να καταλάβει ότι αυτό που αγγίζει είναι ένας ελέφαντας!».
Οι έξι τυφλοί άντρες είχαν χάσει τη μιλιά τους. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν πόσο λάθος είχαν κάνει όλοι τους. Έτσι, με σεβασμό ζήτησαν, πλέον, από τον σοφό γέρο να τους εξηγήσει το λάθος τους, ώστε να μπορέσουν να γίνουν καλύτεροι.

Και ο γέρος τους είπε:
«Ο κάθε άνθρωπος, και αυτός που τα μάτια του βλέπουν καλά και καθαρά, ανάλογα με το ποιος είναι και με τη θέση που βρίσκεται, μπορεί να βλέπει ή να νιώθει διαφορετικά το ίδιο πράγμα. Για να είμαστε σίγουροι για κάτι, πρέπει να το επιβεβαιώσουμε πολύ καλά και πολλές φορές και κυρίως, πρέπει να το πλησιάσουμε, να το «δούμε» ολόκληρο. Εσείς δεν ψηλαφίσατε τον ελέφαντα ολόκληρο. Ο καθένας σας άγγιξε το σημείο από το σώμα του ελέφαντα που ήταν πιο κοντά του και από εκεί έβγαλε το συμπέρασμα του, το οποίο βέβαια, ήταν λάθος γιατί αφορούσε μόνο ένα κομμάτι και όχι το σύνολο. Δεν μπορούμε να κρίνουμε κάτι και να βγάλουμε συμπέρασμα, ότι και να είναι αυτό, εάν δεν το δούμε, δεν το «αγγίξουμε» από παντού, από όλες τις πλευρές του, ώστε να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα και να μπορούμε να εκφράσουμε μία σωστή άποψη.»
«Ένας ακόμα λόγος που δεν μπορέσατε να βρείτε τι είναι αυτό που όλοι σας αγγίζατε, είναι ότι δεν συνεργαστήκατε μεταξύ σας. Ακόμα και χωρίς να ξέρετε ότι σε όλους σας έχω δώσει τον ίδιο ελέφαντα να πιάσετε, αν μιλούσατε μεταξύ σας και λέγατε ο ένας στον άλλον τι πιάνετε με τα χέρια σας και τι καταλαβαίνετε από αυτό, τότε συνδυάζοντας τις εμπειρίες και τις εντυπώσεις σας από το άγγιγμα του ελέφαντα, θα μπορούσατε να βρείτε τι είναι.
Πάντοτε έχουμε να κερδίσουμε από τη συνεργασία με άλλους ανθρώπους ακόμα και αν θεωρούμε ότι αυτά που κάνει ο καθένας μας είναι διαφορετικά και δεν έχουν σχέση με αυτά που κάνει ο άλλος.
Αν λέγατε όλοι τη γνώμη σας για το τι είναι αυτό που αγγίζατε, αν ανταλλάσσατε απόψεις, στο τέλος θα καταφέρνατε συνδυάζοντας τις γνώμες σας και τα ευρήματα σας να βρείτε την αλήθεια. Πριν καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα, είναι καλό να μιλάμε και με άλλους ανθρώπους, να ακούμε και να προσπαθούμε να καταλάβουμε και την δική τους άποψη, πριν βεβαιωθούμε για τα δικά μας συμπεράσματα.»
______
(προσαρμοσμένο από το ποίημα “Six Blind Men and the Elephant” του Αμερικανού ποιητή John Godfrey Saxe (1816-1887)


letsfamily.gr
antikleidi.com

Friday, 24 April 2015

«Το Γιασεμί η Ροδιά και η Χαρουπιά»
Λαϊκό Μικαρασιάτικο Παραμύθι

ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΩΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΑ ΑΛΙΚΑΡΝΑΣΣΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗ
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς με τη γυναίκα του και είχαν ένα κοριτσάκι πολύ όμορφο και καλόκαρδο. Ζούσανε καλά μέχρι που ήρθε μια εποχή και η γυναίκα πέθανε. Ο βασιλιάς ξαναπαντρεύτηκε. Η δεύτερη γυναίκα έκανε κι αυτή μια κόρη που ήταν, όμως, κακιά, ζηλιάρα, είχε χίλια δυο κουσούρια. Ζήλευε τη μεγάλη και ήθελε να τη διώξει από το σπίτι.

Σκέφτηκε τότε η βασίλισσα και φωνάζει το καλό κορίτσι και του λέει:
– Θα πας στο δάσος, να φέρεις το σάτσι της δρακόντισσας για να κάνουμε πίτες.

Σκεφτόταν έτσι, πως το κορίτσι δε θα έβρισκε το δρόμο να γυρίσει πίσω και θα το έτρωγαν τα άγρια θηρία.
Η κοπέλα, όμως, ήταν καλός άνθρωπος, έκαμε το σταυρό της και πήρε το δρόμο για το δάσος.

Εκεί συναντά ένα γιασεμί.
 Θα μου ρίξεις έναν κουβά νερό που διψάω; της λέει το γιασεμί.
– Τρεις κουβάδες θα σου ρίξω, όχι έναν, αποκρίθηκε το κορίτσι.
Ρίχνει τρεις κουβάδες νερό στο γιασεμί κι εκείνο της ευχήθηκε:
– Όπως μοσχομυρίζουν τα γιασεμάκια μου, έτσι να μοσχομυρίζεις κι εσύ.

 
Πάει παραπέρα και συναντά μια ροδιά και της λέει η ροδιά:
– Θα μου ρίξεις έναν κουβά νερό που διψάω;
– Τρεις κουβάδες θα σου ρίξω, όχι έναν, είπε το κορίτσι. Της ρίχνει, λοιπόν, τρεις κουβάδες νερό.
 – Όπως είναι τα ρόδια μου κόκκινα, έτσι κόκκινα να γίνουν τα μαγουλάκια σου, της ευχήθηκε η ροδιά.

Πάει παραπέρα, βρίσκει μια χαρουπιά, της λέει η χαρουπιά:
 – Θα μου ρίξεις έναν κουβά νερό που διψάω;
– Τρεις κουβάδες θα σου ρίξω, όχι έναν.
Ρίχνει νερό και στη χαρουπιά κι αυτή της λέει:
– Όπως είναι τα χαρουπάκια μου μαύρα, έτσι μαύρα να γίνουν και τα ματάκια σου, τα φρυδάκια σου και τα τσίνορα σου.


Φεύγει η κοπέλα, φτάνει στο σπίτι της δρακόντισσας και χτυπάει την πόρτα. Βγαίνει η δρακόντισσα και τη ρωτάει:
 – Τι θέλεις;
– Με έστειλε η βασίλισσα να μου δώσεις το σάτσι σου, να κάνουμε πίτες.
– Εντάξει, λέει η δρακόντισσα, αλλά πρώτα έχω κι εγώ μια απαίτηση, να μου σιάξεις το σπίτι, να το ασπρίσεις, να το συγυρίσεις και μετά να ζυμώσεις.
– Εντάξει, της λέει η κοπέλα.

Ζυμώνει, μαγειρεύει, φτιάχνει το σπίτι, το έκαμε να αστράφτει. Η δρακόντισσα ευχαριστήθηκε. Παίρνει λοιπόν την κοπέλα, την πάει σ' ένα ξεροπήγαδο και της λέει:
– Κατέβα κάτω.
Κατεβαίνει εκείνη και η δρακόντισσα λέει στο ξεροπήγαδο:
– Πηγάδι, πηγαδάκι μου, ό,τι χρυσό, ό,τι ωραίο έχεις μέσα, να της το φορέσεις.
Βγαίνει η βασιλοπούλα ντυμένη στα χρυσά, κούκλα. Έπειτα παίρνει το σάτσι, χαιρετά τη δρακόντισσα και φεύγει. Στο δρόμο δίψασε. Βρίσκει μια λιμνούλα, σκύβει να πιει και κατά λάθος τής φεύγει το ένα παντοφλάκι και πέφτει στη λιμνούλα. Προσπάθησε να το πιάσει, όμως δεν τα κατάφερε.

Φεύγει, λοιπόν, και πάει στο σπίτι. Όταν έφτασε, η αδελφή της ζήλεψε πολύ και είπε:
– Κοίτα πώς ήρθε, στα χρυσά ντυμένη!
Της λέει η μάνα της:
– Μη στενοχωριέσαι, θα κάνω τις πίτες και θα σε στείλω στη δρακόντισσα, να της πας το σάτσι και να την ευχαριστήσεις.

Πράγματι την έντυσε, πήρε το σάτσι και πάει.

Στο δρόμο συναντά κι αυτή το γιασεμί που της είπε:
– Κόρη μου, ρίξε μου έναν κουβά νερό που διψάω.
– Τι λες καλέ, υπηρέτρια σου είμαι; λέει εκείνη.
Τότε της λέει το γιασεμάκι:
– Καλά, όσο άσχημη είσαι, άλλο τόσο άσχημη να γίνεις.

Φεύγει από εκεί και πάει στη ροδιά.
– Κόρη μου, της λέει η ροδιά, ρίξε μου έναν κουβά νερό, που διψάω.
– Όχι, δεν είμαι υπηρέτρια σου, της απαντά εκείνη. Τότε της λέει η ροδιά:
– Όπως είναι κόκκινα τα ροδάκια μου, εσύ να γίνεις κίτρινη.

Φεύγει από εκεί, πάει στη χαρουπιά:
– Κόρη μου, της λέει η χαρουπιά, θα μου ρίξεις λίγο νερό, που διψάω;
– Δεν είμαι υπηρέτριά σου, να σου ρίξω νερό.
Τότε η χαρουπιά τής λέει:
– Όπως είναι τα χαρουπάκια μου καμπούρικα, να γίνεις κι εσύ καμπούρα.


Πάει στη δρακόντισσα.
– Ορίστε, της λέει, μου είπε η μαμά μου να σας φέρω το σάτσι σας. Θα το πάρω, αλλά πρώτα θα μου συγυρίσεις το σπίτι.
– Όχι, λέει εκείνη, εγώ δεν έρχομαι να κάνω τέτοιες δουλειές.

– Ωραία, της λέει η δρακόντισσα, έλα τότε στο πηγαδάκι. Και λέει στο πηγαδάκι:

....................
η συνέχεια του παραμυθιού στα Παιδικά χαμόγελα 

Wednesday, 20 August 2014

Τ' αυγά - Λαϊκός μύθος

Εκείνη την εποχή ήταν ένας καπετάνιος με καράβι. Μια φορά έφτασε σ’ ένα λιμάνι και πήγε σε μια ταβέρνα για να φάει. Μπαίνει μέσα και ρωτάει τον ταβερνιάρη:
  – Έχεις τίποτε φαΐ να φάω;
  – Δεν έχω κακόμοιρε! Μου σώθηκαν τα φαγητά. Εδώ δα έχω τρία τέσσερα αυγά τηγανισμένα. Σου κάνουν; να σου τα βάλω να φας;
  Δέχτηκε ο καπετάνιος κι έκατσε κι έτρωγε.
  Κει που έτρωγε, νά κι έρχεται ένας ναύτης, και του λέει που τραβούσαν τις άγκυρες του καραβιού, γιατί επήρε αέρας!
  Παρατάει ο άνθρωπος το φαΐ και τρέχει ίσια στο καράβι του. Μπαίνει μέσα, τραβούν τις άγκυρες πάνω και δεν μπορούν να σιγουρέψουν το καράβι. Βοήθησεν ο Θεός κι ο Άι-Νικόλας και γλίτωσε το καράβι από τη φουρτούνα.
  Έκαμε πέντε έξι χρόνια νά ’ρθει πάλι σ’ αυτό το λιμάνι.
  Άμα ήρθε σ’ αυτό το μέρος, ο καπετάνιος ήρθε να πληρώσει τ’ αυγά που τα είχε στο νου του. Τα θυμόταν που τα χρωστούσε. Ο ταβερνιάρης του βγάζει λογαριασμό αλογάριαστο.
  – Αυτά τ’ αυγά, αν τα εκάθιζα στη όρνιθα, θα έβγαζε τέσσερα πουλιά, δυο πετεινούς, δυο όρνιθες.
  Τον πάει στο δικαστήριο, γιατί τ’ αυγό τ’ αυγού, πουλί του πουλιού, του έπαιρνε το καράβι, και το χρέος δεν εγλίτωνε.
  Εγύριζε ο άνθρωπος σαν παλαβός, που έχανε το καράβι του για τέσσερα αυγά! Επήγε σε μιαν άλλη ταβέρνα που πήγαιναν όλοι οι γέροι. Μέσα εκεί ήταν ένας ψευτοδικηγόρος. Τον είδε στενοχωρεμένον τον άνθρωπο, έμαθε την υπόθεσή του, πάει κάθεται κοντά του και του λέει:
  – Καπετάνιε, βάλε μου μια κούπα κρασί να πιω και μη στενοχωριέσαι. Εγώ θα σου κερδίσω το καράβι αύριο.
  Διατάζει ο καπετάνιος κι έρχεται στη στιγμή η κούπα εμπρός στο δικηγόρο. Πίνει την κούπα, κι ευθύς του γράφει μιαν αναφορά και την πάει στο δικαστήριο. Η αναφορά του όριζε αυτόν για δικηγόρο.
  Έφεξεν η άλλη μέρα, πάει εννιά, πάει δέκα, έντεκα η ώρα, κόντευε μεσημέρι. Όλοι εμαζεύτηκαν όσοι είχαν δίκη, κι ο δικηγόρος μας δεν εφαινότανε.
  Εκεί κατά τις δώδεκα παρά τέταρτο, νάτος και ξεπροβάλλει! Τραγουδούσε κι ερχόταν. Λέει ο δικαστής:
  – Μπράβο σου καλέ άνθρωπε! Μας έχεις τόσην ώρα να σε περιμένουμε και πεθάναμε της πείνας!
  – Ωχ, αδελφέ, δε μ’ αφήνετε! Χτες επήρα πέντε οκάδες κουκιά και τα έστειλα της γυναίκας μου. Εκείνη έπιασε και τα έψησε όλα μαζί. Ετρώγαμε χτες όλη την ημέρα και σήμερα το πρωί ακόμα και μας απόμειναν και κάμποσα. Πήγα το λοιπόν να τα σπείρω και δεν επρόκαμα να έρθω στην ώρα μου…
  Ο ταβερνιάρης παίρνει το λόγο και τον ρωτά:
  – Μα φυτρώνουν τα ψημένα τα κουκιά;
  Απαντάει τότε ο ψευτοδικηγόρος και λέει:
  – Μα βγαίνουν κι απ’ τα ψημένα αυγά πουλιά;
  Δεν χάνει καιρό ο δικηγόρος μας, κόβει την κρίση και βγάζει την απόφαση:
  – Καπετάνιε, έφαγες τέσσερα αυγά: 4 γρόσια, και δυο το ψωμί, 6 γρόσια. Δώσ’ του τα να πηγαίνει στη δουλειά του!
  Εσυμφώνησε κι ο δικαστής μαζί του, κι ο καπετάνιος εκέρδισε το καράβι του. Για φιλοδώρημα, ο καπετάνιος επλήρωσε τον ταβερνιάρη, για να κερνά το δικηγόρο, ώσπου να ’χει το βαρέλι κρασί.



(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος τρίτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)   
snhell

Thursday, 31 October 2013

Η κουκουβάγια και η πέρδικα — The Most Beautiful Child — Λαϊκό παραμύθι

Μια μέρα συνάχτηκαν όλα τα πουλιά και συμφώνησαν να βάλουν τα παιδιά τους στο σχολείο να μάθουν γράμ­ματα. Ηύραν και δάσκαλο και τον διόρισαν. Άνοιξαν το σχολείο κ’ επήραν τα παιδιά τους και τα έγραψαν. 
.
Ύστερα από λίγες μέρες μερικά παιδιά πήγαν στο σχολείο και δεν ήξεραν το μάθημά τους. Ο δάσκαλος τα άφησε νηστικά το μεσημέρι. 
Μέσα στα παιδιά που έμειναν τιμωρία ήταν και το παιδί της κουκουβάγιας. Η κουκουβάγια, άμα είδε πως εσχόλασαν τα παιδιά το μεσημέρι και το μωρό της δεν εσχόλασε, επήρε λίγο ψωμί κ’ επήγε στο σχολείο να του το δώσει.
Καθώς επήγαινε, την έφτασεν η πέρδικα. Έμεινε κ’ εκείνης το μωρό της νηστεία, κ’ επήγαινε να του δώσει λίγο ψωμί. Λέγει η πέρδικα της κουκουβάγιας:
— Να χαρείς τα μάτια σου, γείτονα. Έχω πολλή δουλειά και σε παρακαλώ να πάρεις και του μωρού μου το φαΐ του.
— Το παίρνω, γειτόνισσα, λέγει η κουκουβάγια, αλλά δεν ξέρω το μωρό σου ποιο είναι.
— Ω, λέγει η πέρδικα, όσο γι’ αυτό είναι πολύ εύκολο να το βρεις. Το μωρό μου είναι το πιο όμορφο μωρό του σχολείου!
Η κουκουβάγια πήγε στο σχολείο. Παρακάλεσε το δάσκαλο κι αυτός εδέχτηκε να δώσει το ψωμί του μωρού της. Ύστερα είπε του δασκάλου να την αφήσει να δει όλα τα παιδιά. Εκοίταξε καλά-καλά, δεν ηύρε το μωρό της πέρδικας. Εγύρισε πίσω, επήγε και ηύρε την πέρδικα και της έδωσε το ψωμί και της λέει:
— Τι να σου κάμω! Εκοίταζα μιαν ώραν και δεν το ηύρα το μωρό σου, γιατί μες στο σχολείο δεν ήταν ομορφότερο μωρό από το δικό μου!

ΛΑΪΚΟΣ ΜΥΘΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ 
το βρήκαμε στα Παιδικά Χαμόγελα
The Most Beautiful Child - tale from Cyprus
Along time ago all the various birds had one teacher to teach all their children. One day the children were being very bad and to punish them their teacher ordered them to fast.
The owl took some bread and went towards the school so that it may give its' child something to eat, and on its' way it met a partridge. The partridge asked the owl,
“Where are you going?” “I'm taking some food to my child so that it may have something to eat," said the owl. The partridge then told the owl, “Please take some bread from me and give it to my child so that it may not go hungry either.” The owl looked at the partridge and said, “I do not know your child, how will I recognize it?” The partridge then said, “You will know my child when you see it as it is the most beautiful child.”
The owl then went to the school and gave its' child some food to eat. When the owl looked for the partridge's child it could not recognize it, as it could not find any child more beautiful then its' own. The owl then returned to the partridge and said,
“Take your bread as I can find no child more beautiful then my own.”
No child is more beautiful then a mother's own child.

Wednesday, 24 July 2013

Το «παραφόρτωμα»

Σαν ήμουνα μικρός, πριν πολλά-πολλά χρόνια, κάθε καλοκαίρι πήγαινα για μερικές μέρες στου θείου μου στο χωριό.
Ανέμελη ζωή, παιγνίδι, σκανταλιές και όλα όσα στερούνται σήμερα τα παιδιά της μεγαλούπολης.
Τα βράδια για να νυστάξουμε ο θείος μας έλεγε ιστορίες. Δεν ήταν παραμύθια γιατί ποτέ δεν τα άκουσα από άλλους ούτε τα βρήκα κάπου γραμμένα. Μας έλεγε για νεράιδες στο ποτάμι, για τους λύκους στο δάσος κι άλλες πολλές που δεν τις θυμάμαι.
Ήταν σίγουρα ιστορίες που έβγαζε απ' το μυαλό του. Φαίνεται είχε αυτό το ταλέντο. Εμάς πάντως που ήμασταν παιδιά, μας συνέπαιρναν. 
“Ποτέ μην φορτώνεις κάποιον με περισσότερα
απ' όσα μπορεί να κάνει”
Η ιστοριούλα που μας άρεσε πιο πολύ, εμένα και του 'ξαδέλφου μου, ήταν αυτή με το γαϊδουράκι. Όποτε βρίσκαμε ευκαιρία του ζητούσαμε να μας την πει. 
Ποτέ όμως δεν την ακούσαμε ολόκληρη, τα μάτια μας βάραιναν τόσο πολύ από την νύστα που αποκοιμιόμασταν, μας έπαιρνε αγκαλιά και μας έβαζε στα κρεβάτια.
Έφυγε ο θείος μου για την Αυστραλία, πέρασαν κοντά είκοσι χρόνια όταν ήρθε για λίγες μέρες στην Ελλάδα. Φοιτητής πια τον συνάντησα στο σπίτι μας. Ήταν ο αγαπημένος μου θείος, έξω καρδιά που λένε. Μας αγαπούσε, χατήρι δεν μας χάλαγε.
.
Μετά το φαγητό ο πατέρας μου, ως συνήθως, πήγε για μεσημεριανό ύπνο. Ο θείος είχε όρεξη για κουβέντα.
“Όρε νύφη”, λέει στη μάνα μου. “φτιάξε μας καφεδάκι, να τα πούμε λίγο με τον ανιψιό”.
“Αμέσως” απαντά η μάνα μου, πάντα πρόθυμη σε ότι κι αν ζητούσαμε.
Αφού λέγαμε τα συνηθισμένα περιμένοντας τον καφέ του λέω, “θείε θα μου κάνεις μια χάρη”;
“Και το ρωτάς; αγόρι μου”.
“Να! θέλω να μου ξαναπείς το παραμύθι με τον γαϊδαράκο”.
Βάζει κάτι τρανταχτά γέλια. Χαα χα χα.
.
Η μάνα μου που έφερνε τους καφέδες ρώτησε “τι έπαθες κουνιάδε και γελάς”; “πες μου και 'μένα”
“Να! Ο γιόκας σου θέλει να του πω παραμύθι” ξαναβάζει τα γέλια.
Γελάει κι η μάνα μου λέγοντας “αλήθεια γιόκα μου”;
“Μη με αποπαίρνετε”, τους λέω. “Απλά όταν ήμουνα μικρός μ' έπαιρνε πάντα ο ύπνος και δεν έμαθα ποτέ το τέλος”, “πολλές φορές προσπάθησα να μην αποκοιμηθώ αλλά η νύστα πάντα νίκαγε”.
“Καλά! Αγόρι μου, αν είναι έτσι να στο πω”. 
.
 Κι αρχίζει. 
“Ένας χωριάτης είχε ένα γαϊδαράκο, μ' αυτόν κουβάλαγε νερό για το σπίτι, τα σακιά με το στάρι στον μύλο, τα φρούτα και τα λαχανικά στην πόλη, τα ξύλα για το τζάκι τον χειμώνα”. Πίνει λίγο καφέ.
“Τον είχε που λες βοηθό για όλες τις δουλειές”. 
Όταν πήγαινε για ξύλα στο δάσος, έκοβε ένα φόρτωμα, το φόρτωνε στον γαϊδαράκο και κινούσανε μαζί για το χωριό. Ο χωριάτης σφυρίζοντας κι ο γαϊδαράκος καμαρωτός- καμαρωτός. 
.
Μια 'μέρα ετοιμαζότανε να ξαναπάει στο δάσος για ξύλα. Τον βλέπει ένας γείτονας και του λέει.”Όρε γείτονα, μπορείς να μου φέρεις κι εμένα ένα φόρτωμα ξύλα, μαζί με τα δικά σου, κι όσο με χρεώσεις θα σε πληρώσω”.
“Να σου φέρω όρε γείτονα, όσο για τα λεφτά δεν θα τα χαλάσουμε”. 
Έτσι κι έγινε, έκοψε τα ξύλα, φόρτωσε τα δικά του στα δεξιά, του γείτονα στα 'ριστερά. Ο γαϊδαράκος ζορίστηκε απ' το πολύ φόρτωμα, κούτσα-κούτσα φτάσανε στο χωριό. Ξεφόρτωσε ο χωριάτης τα ξύλα, πήγε ένα φόρτωμα στον γείτονα, πληρώθηκε και τράβηξε για τον καφενέ.
Εκεί κουβέντα στην κουβέντα του λέει ένας συγχωριανός. “Όρε πατριώτη, αν ξαναπάς για ξύλα μου φέρνεις κι εμένα ένα φόρτωμα, με το αζημίωτο”;
“Μετά χαράς” απάντησε ο χωριάτης. 
.
Σαν ξαναπήγε για ξύλα στο δάσος έκοψε τρία φορτώματα, το ένα το φόρτωσε δεξιά, το άλλο αριστερά και το τρίτο ξεκίνησε να το φορτώνει στο κέντρο. Ο γαϊδαράκος δεν άντεξε το πολύ βάρος και σωριάστηκε καταγής. Τρόμαξε ο χωριάτης, φοβήθηκε ότι ο γαϊδαράκος έπαθε μεγάλη ζημιά, ω! Πω! Πω! τι θα κάνω τώρα; χωρίς τον γαϊδαράκο; μονολογούσε.
Έλυσε τα σκοινιά, βοήθησε τον γαϊδαράκο να σηκωθεί. Ευτυχώς ο γαϊδαράκος δεν είχε πάθει τίποτε. Τότε ζαλώνεται ένα φόρτωμα ξύλα, για το σπίτι του και αφήνει τ' άλλα δύο στο δάσος. Έπιασε το γαϊδαράκο απ' το σκοινί πούχε στον λαιμό και με ξεφόρτωτο τον γαϊδαράκο κίνησε για το χωριό.
Σαν πλησίαζε στο σπίτι του τον βλέπει η κυρά του και του λέει.
“Τρελάθηκες άντρα μου”; “Ζαλώθηκες εσύ τα ξύλα κι ο γάιδαρος είναι ξεφόρτωτος”;
“Βόηθα με, να ξεζαλωθώ γυναίκα και θα σου πω”.
Του 'φτιαξε έναν καφέ και της είπε τα καθέκαστα. 
.
Ετοιμόλογη όπως ήταν η κυρά του του σκαρώνει ένα στιχάκι. 
“Γάιδαρο παραφόρτωσες, δεν άντεξε ο έρμος, τ' ανοίξαν τα ποδάρια.
Το φόρτωμα ζαλώθηκες, ο γάιδαρος ξεφόρτωτος και ήρθατε αντάμα”. 
Κάνει μια στάση στην διήγηση πίνει λίγο καφέ παίρνει ύφος σοβαρό και λέει το επιμύθιο. “Ποτέ μην φορτώνεις κάποιον με περισσότερα απ' όσα μπορεί να κάνει”.  
.
Μ' αυτά μεγαλώσαμε στην επαρχία πριν πολλά-πολλά χρόνια. Οι ιστοριούλες και τα παραμύθια που μας έλεγαν μας ηρεμούσαν, μας πήγαιναν με την φαντασία σε άλλους κόσμους. Σήμερα η ταχύτητα, το εξωπραγματικό και η βία στα παιδικά προγράμματα λειτουργούν εντελώς αντίθετα από ό,τι χρειάζονται τα παιδιά.

Έγραψε ο Κλεισθένης
πηγή μας: ideopigi

Saturday, 18 May 2013

“3ος Μαραθώνιος Παραμυθιού” από τον Μορφωτικό και Πολιτιστικό Σύλλογο Χαλκηδόνας Θεσσαλονίκης

Αν πιστεύετε κι εσείς ότι τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια αλλά δεν είναι και ψέμα, σας περιμένουμε όλους εκεί…
.
τα όνειρα δεν πληρώνονται,
οπότε... είσοδος δωρεάν!!
Τα τελευταία χρόνια μικροί και μεγάλοι έχουμε σταματήσει να ονειρευόμαστε και να ταξιδεύουμε με βάρκα την φαντασία μας…
Εμείς όμως δεν θα συμβιβαστούμε τόσο εύκολα…
Ο Μορφωτικός και Πολιτιστικός σύλλογος Χαλκηδόνας Θεσσαλονίκης διοργανώνει τον 3ο Μαραθώνιο Παραμυθιού.
Στις 17-18-19 Μαϊου στο κτίριο του Μορφωτικού συλλόγου (πάνω από την κεντρική πλατεία Χαλκηδόνας) ο 3ος κατα σειρά Μαραθώνιος Παραμυθιού με παραμύθια από όλο τον κόσμο, από διαφόρους πολιτισμούς,τόσο για μικρούς όσο και για μεγάλους και το κυριότερο χωρίς να σταματάμε.
Όλες τις ώρες και όλες τις μέρες θα διαβάζονται παραμύθια… Ναι, μην αναρωτιεσται, όποια ώρα και να έρθετε θα ακούσετε ένα παραμύθι… και φυσικά οι εκπλήξεις δεν σταματάνε εκεί…
Παιχνίδια, μουσική και πολλά πολλά event θα διασκεδάζουν τους μικρούς και μεγάλους φίλους συνέχεια…
Ελάτε λοιπόν να ταξιδέψουμε όλοι μαζί σε μέρη μαγικά …να κάνουμε ένα ταξίδι στα όνειρά μας… και φυσικά, τα όνειρα δεν πληρώνονται, οπότε είσοδος δωρεάν
Για περαιτέρω πληροφορίες και συμμετοχές επικοινωνήστε στο τηλέφωνο: 2391023970 (Μορφωτικός Πολιτιστικός σύλλογος Χαλκηδόνας Θεσσαλονίκης)
Στο facebook: μέσω της εκδήλωσης “3ος Μαραθώνιος Παραμυθιού”

.
paidikihara

Wednesday, 26 December 2012

Οι δώδεκα μήνες - Λαϊκό παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα και πολύ φτωχιά είχε πέντε παιδιά κι ήταν τόσο φτωχιά, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Και δεν έβρισκε και δουλειά για να δουλέψει, μόνο μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, και της ζύμωνε το ψωμί της και της έδινε για τον κόπο της μηδέ κάν ένα γωνιάδι ψωμί να πάει στα παιδιά της να φάνε· μόν’ έφευγε η καημένη με τα ζυμάρια στα χέρια κι ερχότανε στο σπίτι της κι εκεί τα έπλυνε με παστρικό νερό και κείνο το νερό το έβραζε και γινόταν κομμάτι σαν χυλός και τρώγανε τα παιδιά της. Και μ’ αυτόν το χυλό ήταν όλη την εβδομάδα χορτάτα, όσο να ξαναζυμώσει πάλι η μάνα τους στην αρχόντισσα και νά ’ρθει πάλι η μάνα τους με τ’ άνιφτα τα χέρια και να τους κάνει πάλι χυλό. 

"Twelve Months" by M. Pichugina
Και τα παιδιά της αρχόντισσας με τόσα και τόσα φαγιά, πολλά και παχιά, και με το αφράτο το ψωμί δε θρεβότανε, μόν’ ήτανε σαν τσίροι. Τα παιδιά όμως της φτωχιάς θρεβότανε και παχαίνανε και ήτανε σαν μπαρμπουνάκια. Και σάστιζε η αρχόντισσα και το ’κανε κουβέντα στις φιλενάδες της κι οι φιλενάδες της τής είπαν: 
— Θρέβονται και παχαίνουν τα παιδιά της φτωχιάς, γιατί παίρνει την τύχη των παιδιών σου στα χέρια της και την πηγαίνει στα δικά της τα παιδιά. Γι’ αυτό κείνα παχαίνουν και τα δικά σου ξεπέφτουν και χαλούν.
  Το πίστεψεν η αρχόντισσα και, όταν ήρθε η μέρα για να ζυμώσει πάλι, δεν την άφησε τη φτωχιά να φύγει με άνιφτα χέρια, μόνο την έβαλε και νίφτηκε καλά καλά, για ν’ απομείνει η τύχη μέσ’ στο σπίτι της. Κι η φτωχιά ήρθε στο σπίτι της με τα δάκρυα στα μάτια.
  Τα παιδιά της, άμα την είδαν και δεν είχαν τα χέρια της ζυμάρια, αρχίσανε να κλαίνε. Κι από ένα μέρος κλαίγανε τα παιδιά κι από τ’ άλλο η μάνα. Τέλος αυτή σα μεγάλη έκανε σίδερο την καρδιά της και μέρωσε και είπε στα παιδιά της: 

— Μερώστε, παιδιά μου, και μην κλαίτε και θα σας βρω ένα κομμάτι ψωμί να σας φέρω.
  Και πήγε από πόρτα σε πόρτα και τρόμαξε να βρει να της δώσουν ένα ξερογώνιαδο και το μούσκεψε καλά καλά με το νερό και το μοίρασε στα παιδιά της, κι αφού φάγανε, τα έβαλε και πλαγιάσανε και κοιμηθήκανε. Κι αυτή απάνω στα μεσάνυχτα παίρνει τα μάτια της και φεύγει, για να μην ιδεί τα παιδιά της να πεθαίνουν από την πείνα.
  Κει που πήγαινε στην έρημο τη νύχτα, βλέπει σ’ ένα ψήλωμα ένα φέξος και πήγαινε πάνω σ’ αυτό. Κι όταν πήγε κοντά, είδε πως ήταν τέντα και στη μέση της τέντας κρεμότανε ένας μεγάλος πολυέλαιος με λαμπάδες και αποκάτω από τον πολυέλαιο κρεμότανε ένα πράγμα στρογγυλό σαν τόπι. Μπήκε μέσα στην τέντα εκείνη, κι είδε και καθότανε δώδεκα παλληκάρια και μιλούσανε για μιαν υπόθεση πώς πρέπει να την κάμουν.
  Η τέντα ήταν στρογγυλή και στο έμπασμα της τέντας από δεξιά καθότανε τρία παλληκάρια κι είχαν τα στήθια τους ανοιχτά και στα χέρια τους βαστούσαν τρυφερά χορτάρια κι άνθια από τα δέντρα.
  Παρακάτω από αυτά τα παλληκάρια καθότανε άλλα τρία κι ήταν ανασκουμπωμένα ώς τους αγκώνες και χωρίς επανωφόρι και βαστούσαν στα χέρια τους στάχυα ξερά.
  Παρακάτω καθότανε άλλα τρία παλληκάρια και βαστούσαν στο χέρι τους από ένα τσαμπί σταφύλι.
  Παρακάτω καθότανε και άλλα τρία παλληκάρια παραμαζωμένα και φορούσαν από μια γούνα μακριά από το λαιμό ώς κάτω από τα γόνατα.

  Άμα την είδαν τα παλληκάρια τη γυναίκα, είπαν:
— Καλώς τη θείτσα, κάθησε.
  Κι η γυναίκα, αφού τα χαιρέτησε, κάθησε. Κι αφού κάθησε τη ρωτήσανε πώς ήταν και πήγε σε κείνα τα μέρη. Κι η καημένη η χήρα αφηγήθηκε την κατάστασή της και τα βάσανά της κι επειδή τα παλληκάρια καταλάβανε πως πεινά η φτωχιά, σηκώθηκεν ένας από εκείνους που φορούσαν τις γούνες και της έβαλε τραπέζι κι έφαγε· κι είδε πως ήταν κουτσός.
  Αφού έφαγεν η γυναίκα και χόρτασε, αρχίσανε τα παλληκάρια να τη ρωτούν για λογής λογής πράματα της χώρας κι η γυναίκα αποκρινότανε ό,τι ήξερε. Στα υστερινά τής λένε τα τρία παλληκάρια, που είχαν τα στήθια τους ανοιχτά:
 

— Ε, θείτσα, πώς περνάτε με τους μήνες του χρόνου; Πώς σας φαίνεται ο Μάρτης, ο Απρίλης κι ο Μάης;
 — Καλά περνούμε παιδιά μου, αποκρίθηκεν η χήρα και μάλιστα, αφού έρθουν αυτοί οι μήνες, πρασινίζουν τα βουνά κι οι κάμποι και στολίζεται η γης με λογιών των λογιών λουλούδια και βγαίνει μια μοσκοβολάδα, που ανασταίνεται ο άνθρωπος. Αρχίζουν και κελαηδούν όλα τα πουλιά. Βλέπουν οι ζευγίτες τα χωράφια τους πράσινα και χαίρεται η καρδιά τους κι ετοιμάζουν τις αποθήκες τους. Ώστε δεν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε για το Μάρτ’ Απρίλη και Μάη, γιατί ρίχνει ο Θεός φωτιά και μας καίει για την αχαριστιά μας.
  Ύστερα της είπαν και τα άλλα τρία τα παλληκάρια, που ήταν ανασκουμπωμένα και βαστούσαν στάχυα:
— Εμ, ο Θεριστής, ο Αλωνιστής κι ο Αύγουστος πώς σας φαίνονται;
  Κι η φτωχιά αποκρίθηκε:

  – Και γι’ αυτούς τους μήνες δεν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε, γιατί με τη ζέστα που κάνουν, ωριμάζουν τα γεννήματα και όλα τα οπωρικά. Τότε θερίζουν οι ζευγίτες τα σπαρτά τους κι οι περιβολαρέοι συμμαζεύουν τα οπωρικά τους. Και μάλιστα οι φτωχοί πολύ είναι ευχαριστημένοι απ’ αυτούς τους μήνες, γιατί δεν χρειάζονται πολλά και ακριβά ρούχα.
  Ύστερα τη ρωτήσανε τ’ άλλα τα τρία τα παλληκάρια, που βαστούσαν τα σταφύλια:

—  Με τους μήνες Σεπτέμβρη, Οκτώβρη και Νοέμβρη πώς τα πάτε;
— Αυτούς τους μήνες, αποκρίθηκεν η γυναίκα, μαζεύουν οι άνθρωποι τα σταφύλια και τα κάνουν κρασί. Κι αλλιώς έχουν αυτό το καλό που δίνουν είδηση πως έρχεται ο χειμώνας και φροντίζουν οι άνθρωποι για ξύλα, για κάρβουνα και για βαριά φορέματα, για να ζεσταίνονται.
  Ύστερα τη ρωτήσανε και τα παλληκάρια, που είχαν τις γούνες:

— Eμ, με τους μήνες Δεκέμβρη, Γενάρη και Φλεβάρη πώς περνάτε;
— A! αυτοί οι μήνες πολύ μας αγαπούν, είπεν η φτωχιά, κι εμείς πολύ τους αγαπούμε. Mα θα ρωτήσετε γιατί; Nά γιατί! επειδή οι άνθρωποι είναι φυσικά αχόρταγοι και θέλουν να δουλεύουν χρονικίς, για να κερδαίνουν πολλά, έρχονται αυτοί οι μήνες του χειμώνα και μας περιμαζώνουν τριγύρω στη γωνιά και μας ξεκουράζουν απ’ τις δουλειές του καλοκαιριού. Τους αγαπούν κι οι άνθρωποι, γιατί με τις βροχές τους και με τα χιόνια τους μεγαλώνουν όλα τα σπαρτά και όλα τα χορτάρια. Ώστε, παιδιά μου, όλ’ οι μήνες καλοί κι άξιοι είναι και κάνουν κάθε ένας τη δουλειά, που τον πρόσταξεν ο Θεός. Εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε καλοί.
  Τότε τα έντεκα τα παλληκάρια γνέψανε στον πρώτο από κείνους που βαστούσαν τα σταφύλια και βγήκεν όξω και σε λίγο ήρθε πάλι μέσα και βαστούσε στα χέρια του μια λαγήνα ταπωμένη και την έδωκε στη γυναίκα και της είπαν:
— Άιντε τώρα θείτσα, πάρε αυτήν τη λαγήνα και πήγαινε στο σπίτι σου να ζήσεις τα παιδιά σου.
  Φορτώθηκε τη λαγήνα η γυναίκα με τη χαρά και είπε στα παλληκάρια:
— Πολλά τα έτη σας, παιδιά μου.
— Ώρα καλή σου, θείτσα, της αποκρίθηκαν κι έφυγε.
  Και ίσια ίσια την ώρα που χάραξε, ήρθε κι αυτή στο σπίτι της κι ηύρε τα παιδιά της ακόμα και κοιμόντανε. Κι άπλωσε ένα σεντόνι κι άδειασε τη λαγήνα κι είδε πως ήταν γεμάτη φλουριά και κόντεψε να τα χάσει από τη χαρά της.
  Αφού έφεξε καλά, πήγε στο φούρνο της αγοράς κι αγόρασε πεντ’ έξι ψωμιά και καμιάν οκά τυρί και ξύπνησε τα παιδιά της, τα ένιψε, τα συγύρισε, τα ’βαλε κι είπαν την προσευχή τους κι ύστερα τους έδωσε ψωμί και τυρί και φάγανε τα καημένα και χορτάσανε καλά.
  Ύστερα αγόρασε ένα κιλό σιτάρι και το πήγε στο μύλο και το άλεσε, το ζύμωσε και πήγε τα ψωμιά στο φούρνο και ψηθήκανε.
  Και την ώρα που γύριζε απ’ το φούρνο με την πινακωτή τα ψωμιά στον ώμο και πήγαινε στο σπίτι της, την είδεν η αρχόντισσα κι υποψιάστηκε πως κάτι τι της έτυχε κι έτρεξε καταπόδι της, για να μάθει πού ηύρε τ’ αλεύρι και ζύμωσε. Η αγαθή η φτωχιά είπεν όλη την αλήθεια.

  Ζήλεψε η αρχόντισσα κι έβαλε στο νου της να πάει και κείνη σε κείνα τα παλληκάρια.
  Τη νύχτα λοιπόν, αφού αποκοίμισε τον άντρα της και τα παιδιά της, βγήκε από το σπίτι της και πήρε το δρόμο και πάει κι ηύρε την τέντα, που ήτανε οι δώδεκα μήνες, και τους χαιρέτησε. Κι αυτοί της είπαν:
— Καλώς την κοκώνα, πώς ήταν και καταδέχτηκες και μας ήρθες;
— Είμαι φτωχιά, αποκρίθηκε, κι ήρθα να με βοηθήσετε.
— Πολύ καλά, είπαν· πεινάς; θέλεις να φας;
— Όχι, σας ευχαριστώ, είπε, είμαι χορτάτη.
— Πολύ καλά, είπαν τα παλληκάρια, και πώς περνάτε στη χώρα;
— Μη χειρότερα, αποκρίνεται.
— Εμ, πώς περνάτε με τους μήνες; ξαναρωτήσανε.
— Πώς να περάσουμε, αποκρίθηκεν εκείνη. Ο κάθε ένας τους έχει και την οργή του. Ενώ από τον Αύγουστο είμαστε συνηθισμένοι στη ζέστα, έρχεται μάνι-μάνι ο Σεπτέμβρης, ο Οκτώβρης κι ο Νοέμβρης και μας κρυώνουν και άλλον τον πιάνει παροξυσμός και άλλος πουντιάζει. Ύστερα μπαίνουν οι χειμωνιάτικοι οι μήνες Δεκέμβρης, Γενάρης και Φλεβάρης και μας παγώνουν και γεμίζουν οι δρόμοι χιόνια και δεν μπορούμε να βγούμε όξω και μάλιστα κείνος ο Κουτσοφλέβαρος!… (Τ’ ακούει ο καημένος ο Φλεβάρης). Αμ’ κείνοι πάλι οι ξεμωραμένοι μήνες, Μάρτης, Απρίλης και Μάης! Δεν το νιώθουν πως είναι καλοκαιρινοί μήνες, μόν’ θέλουν να κάνουν κι αυτοί σαν τους χειμωνιάτικους, ώστε αυτοί καταντούν τον χειμώνα εννιά μήνες. Και δε μπορούμε να βγούμε όξω την Πρωτομαγιά να πιούμε τον καφέ με το γάλα και να κυλιστούμε στα χορτάρια. Ύστερα έρχονται ο μήνες Θεριστής, Αλωνιστής και Αύγουστος. Αυτοί πάλι έχουν μανία να μας πνίγουν στον ίδρωτα με τη ζέστα που κάνουν. Και μάλιστα απ’ τη ζέστα του Δεκαπενταύγουστου μας πιάνει παροξυσμός και έρχονται κι οι δρίμες και μας χαλνούν τ’ ασπρόρουχα στις απλωστεριές. Τι να σας πω, παλληκάρια. Περνούμε με τους μήνες (που να μη λαχαίνανε κατάρα) μια ζωή ξεσκισμένη.
  Δεν είπαν τίποτα τα παλληκάρια, μόν’ γνέψανε κείνον, που καθότανε στη μέση κεινών που ήτανε ανασκουμπωμένοι και βαστούσαν στάχυα. Κι αυτός σηκώθηκε κι έφερεν ένα λαγήνι ταπωμένο και το ’δωσε στη γυναίκα και της είπε:
— Πάρε αυτό το λαγήνι, κι όταν θα πας στο σπίτι σου να σφαλιστείς μόν’ μονάχη σ’ ένα δωμάτιο και να τ’ αδειάσεις. Στο δρόμο μην τύχει και τ’ ανοίξεις.
— Όχι, δεν τ’ ανοίγω, είπε και έφυγε η γυναίκα και ήρθε με τη χαρά στο σπίτι, προτού ακόμα ξημερώσει.
  Και σφαλίστηκε σ’ ένα δωμάτιο ολομόναχη και άπλωσε ένα σεντόνι και ξετάπωσε το λαγήνι και το άδειασε. Και τι ν’ αδειάσει; Όλο φίδια! Και χυθήκανε απάνω της και την φάγανε ολοζώντανη. Κι άφησε τα παιδιά της ορφανά, γιατί δεν είναι καλό να κατηγορεί κανείς τον άλλον.  

Η φτωχιά όμως με την αγαθή της την καρδιά και με την γλυκειά της τη γλώσσα αρχόντυνε και γίνηκε μεγάλη κοκώνα και πρόκοψε και τα παιδιά της. Νά! αυτό είναι που λένε «καλά υστερνά».

(από το βιβλίο: Γ.Α. Μέγας, Ελληνικά Παραμύθια, A΄, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» I.Δ. Kολλάρου και Σια A.E., 1994) 

πηγή

Sunday, 26 December 2010

Ο μυλωνάς και ο Καλικάντζαρος

Μια φορά ένας μυλωνάς είχε ωραία φωτιά με κάρβουνα στο μύλο του και έψηνε μια σούβλα κρέας. Εκεί πού γύριζε τη σούβλα του, βλέπει στην άλλη μεριά έναν Καλικάντζαρο και γύριζε μια σούβλα με βατράχους! Δεν του μίλησε διόλου. Ύστερα από λίγο τον έρωτα ο Καλικάντζαρος πώς τον λέγουν.
— Εαυτό με λέγουν, του λέγει ο μυλωνάς.
Εκεί πού γύριζε τη σούβλα και το κρέας ήταν ροδοκόκκινο και μοσχομύριζε, ο Καλικάντζαρος βάζει την ιδική του σούβλα με τους βατράχους επάνω στο κρέας.
Πατ! δεν αργεί ο μυλωνάς και του φέρνει μια με ένα αναμμένο δαυλί και, καθώς ο Καλικάντζαρος ήταν γυμνός, τον κατάκαψε!
Φωνές και κακό ο Καλικάντζαρος!
— Βοηθάτε, αδέρφια, γιατί μ' έκαψαν!
— Βρε, ποιος σ' έκαψε; του λέγουν οι άλλοι Καλικάντζαροι απ' έξω.
— Ό Εαυτός μ' έκαψε, τους λέγει εκείνος από μέσα.
— Αμ΄ σαν κάηκες από τον εαυτό σου, τι σκούζεις έτσι; Και έτσι την έπαθε ο καλός σου ο Καλικάντζαρος, γιατί ο μυλωνάς φάνηκε εξυπνότερος του.
από το Αναγνωστικό της Δ΄ Δημοτικού, ΑΘΗΝΑ 1966

Monday, 25 February 2008

Ο Γίγαντας και ο Νάνος - Παραδοσιακό παραμύθι

Μια φορά κι ένα καιρό σ’ ένα καταπράσινο και πυκνό δάσος ζούσαν ένας γίγαντας κι ένας νάνος.
Ο γίγαντας ήταν όπως όλοι οι γίγαντες του κόσμου ψηλός, ψηλός πολύ ψηλός, τεράστιος, με μεγάλη δύναμη, με κάτι πόδια νααα, ως εκεί πάνω. Με χέρια μεγάλα σαν φτυάρια.
Ο νάνος ήταν κι αυτός όπως όλοι οι νάνοι του κόσμου. Κοντός, κοντούλης ανθρωπάκος με τόσα δα χέρια και πόδια. Ούτε ως το γόνατο του γίγαντα δεν έφτανε. Ήταν όμως έξυπνος, πονηρός και πεισματάρης. Αν έβαζε στο νου του να κάνει κάτι, το έκανε οπωσδήποτε με κάθε τρόπο, καλό ή κακό.
Ο γίγαντας ζούσε σε μια πελώρια σπηλιά στη μέση του δάσους και ο νάνος σε μια μικρή-μικρή σπηλιά.


Το δάσος είχε ό,τι ήθελαν για να ζουν ευτυχισμένοι. Κυνήγι, καρπούς, νερά τρεχούμενα, μέλι, χόρτα, το τραγούδι των πουλιών..., όμως οι δυο τους δεν ήταν ευτυχισμένοι.
Ο γίγαντας χρειαζόταν πολλή τροφή για να χορτάσει, ήταν μεγάλος φαγάς, έτσι μάζευε τα περισσότερα και ο νάνος θύμωνε. Πίστευε πως έπρεπε να τα μοιράζονται. Τα μισά ο γίγαντας, τα μισά εκείνος κι ας μην τα χρειαζόταν, αφού αυτός για να χορτάσει ήθελε πολύ λίγη τροφή.
Μάλωναν λοιπόν και πότε ο ένας μάζευε όλα τα καρύδια, πότε ο άλλος όλα τα κάστανα, όποιος προλάβαινε και ό τι προλάβαινε.
Έτσι έγινε και το φετινό φθινόπωρο. Ο γίγαντας πρωί-πρωί, πριν ξημερώσει, βγήκε από τη σπηλιά του και ξεκίνησε να μαζέψει καρύδια. Στα χέρια του είχε δέκα τεράστια καλάθια και σκεφτόταν να τα γεμίσει.
Δεν πρόλαβε όμως να προχωρήσει πολύ και άκουσε ένα γαλάζιο πουλί να τραγουδά:
Τώρα καρύδια γίγαντα!
Τα μάζεψε ο νάνος!

 — Μα πότε; ρώτησε ο γίγαντας θυμωμένος.
— Άρχισε χτες το πρωί, πριν βγει ο ήλιος. Μάζευε όλη μέρα κι όλη νύχτα χωρίς να σταματήσει στιγμή. Πριν λίγο τέλειωσε, απάντησε το πουλί.
— Αχ, και να πέσει στα χέρια μου, είπε ο γίγαντας. Εξαιτίας του θα μείνω χωρίς καρύδια το χειμώνα. Ευτυχώς που υπάρχουν τα φουντούκια κι έτσι θα γεμίσω μ’ αυτά τα καλάθια μου.
Μα το πουλί μόλις άκουσε τα τελευταία λόγια του γίγαντα είπε:

Τώρα φουντούκια γίγαντα!
Τα μάζεψε ο νάνος!
Ο γίγαντας έγινε κατακόκκινος από το θυμό του. Δε χάνει καιρό και πάει στη σπηλιά του νάνου. Αυτή ήταν τόσο μικρή και είχε ένα τόσο μικρό άνοιγμα που ούτε το δαχτυλάκι του γίγαντα δε χωρούσε.
— Ε, νάνε! φώναξε βγες έξω. Έχουμε κάτι να κουβεντιάσουμε.
Ο νάνος έβγαλε έξω από το άνοιγμα μόνο το κεφάλι του χαμογελώντας.
— Δεν μπορώ, γίγαντα, έχω δουλειά, έλα εσύ μέσα, είπε κοροϊδεύοντας.
Τι να κάνει ο γίγαντας, έφυγε.
Όλη την υπόλοιπη μέρα σκεφτότανε πως να τιμωρήσει το νάνο. Έπλεξε λοιπόν, ένα γερό δίχτυ και μόλις βράδιασε πήγε στη σπηλιά του νάνου και το στερέωσε γερά.
Έτσι δε θα μπορεί πια να βγει έξω και θα μαζέψω εγώ όλα τα κάστανα και το μέλι, σκέφτηκε. Πράγματι όταν βράδιασε καλά και ο νάνος ετοιμάστηκε να βγει για να μαζέψει το μέλι από τις μέλισσες, είδε το δίχτυ, προσπάθησε να το βγάλει μα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.
— Ωχ τι έπαθα! τώρα ο γίγαντας θα μαζέψει όλο το μέλι, είπε και άρχισε να κλαίει.
Έκλαιγε δυνατά πολλή ώρα και ένα ποντίκι που περνούσε τον άκουσε και τον ρώτησε τι συμβαίνει.
— Να, κλαίω γιατί με έκλεισε εδώ μέσα ο γίγαντας και δε θα προφτάσω να μαζέψω ούτε μια στάλα μέλι, θα το πάρει όλο αυτός.
Το ποντίκι που δεν ήξερε τι συνέβαινε μεταξύ τους θεώρησε ότι είναι μεγάλη αδικία αυτό που έκανε ο γίγαντας στο νάνο και άρχισε να ροκανίζει το δίχτυ για να ελευθερώσει το νάνο.
Πράγματι σε λίγο το δίχτυ είχε μια μεγάλη τρύπα και έτσι ο νάνος ήταν ελεύθερος. Ούτε που ευχαρίστησε το ποντίκι για το καλό που του έκανε, παρά πήρε τα κανάτια του και έτρεξε να μαζέψει μέλι. Όταν έφτασε στις μέλισσες όμως κατάλαβε πως δεν υπήρχε μέλι. Ο γίγαντας το είχε μαζέψει όλο.
Άρχισε να φωνάζει και να πηδά γεμάτος θυμό γι αυτό που είχε γίνει. Κάποτε γύρισε στη σπηλιά του και προσπαθούσε να βρει τρόπο να πάρει το μέλι από το γίγαντα ή τέλος πάντων να τον εκδικηθεί. Κατάλαβε πως δεν ήταν εύκολο να μπει στη σπηλιά του γίγαντα και αποφάσισε να κάνει κάτι πονηρό για να τα καταφέρει. Άνοιξε το ντουλάπι του και έβγαλε από μέσα τη γούνα ενός γέρου ασβού που είχε βρει πριν πολλά χρόνια στο δάσος.
Τη φόρεσε, έκρυψε από κάτω τα κανάτια του και κίνησε για τη σπηλιά του γίγαντα.
Περίμενε να τον δει να φεύγει, μπήκε μέσα από μια τρύπα που ήταν δίπλα στην πόρτα.
Γέμισε γρήγορα-γρήγορα τα κανάτια του και σκέφτηκα να χύσει το υπόλοιπο μέλι για να εκδικηθεί το γίγαντα.
Γέλασε πονηρά και ετοιμάστηκε να σπρώξει το δοχείο που είχε το μέλι, μα το μετάνιωσε.
Κρίμα είναι, σκέφτηκε, πήρε τα κανάτια του, τα ‘χωσε κάτω από τη γούνα του ασβού και βγήκε με προσοχή από τη σπηλιά.
Όσο μπορούσε πιο γρήγορα έφτασε στη δική του, έβγαλε τη γούνα και άφησε τα κανάτια επάνω στο τραπέζι.
Γέλασε ικανοποιημένος και έτριψε τα χέρια του.
Δεν πέρασε πολλή ώρα κι άκουσε τις φωνές του γίγαντα. Έβγαλε τη μουρίτσα του έξω και ρώτησε τάχα με περιέργεια.
— Τι έχεις γείτονα και φωνάζεις;— Να, ο ασβός έκλεψε το μέλι μου. Τον είδε ο κυρ-σκίουρος και μου το είπε. Δε θα τον πιάσω; Θα του δείξω εγώ.
Ο νάνος έβαλε τη μούρη του μέσα για μεγαλύτερη ασφάλεια και είπε στο γίγαντα όλη την αλήθεια και όταν τελείωσε του ζήτησε να τον συγχωρέσει που πάντα μάζευε ό τι τροφή έβρισκε στο δάσος χωρίς να σκέφτεται τους άλλους και είπε πως δε θα το ξανακάνει.
Ο γίγαντας είχε σταματήσει να φωνάζει. Περπατούσε πάνω-κάτω σκεφτικός. Πέρασε αρκετή ώρα χωρίς να πει λέξη. Έξυνε το κεφάλι του και στο τέλος είπε.
— Έχεις δίκιο γείτονα! Πότε εγώ, πότε εσύ μαζεύουμε ό τι τροφή υπάρχει στο δάσος και δε σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλο, μα δε σκεφτόμαστε και τα ζώα του δάσους. Ντροπή μας!— Δε θα το ξανακάνουμε, είπε ο γίγαντας.— Δε θα το ξανακάνουμε, είπε και ο νάνος.— Θα μαζεύουμε μόνο όση τροφή χρειαζόμαστε, είπαν και οι δυο με μια φωνή.
Ακούστηκαν χειροκροτήματα στο δάσος.
Τα ζώα χαίρονταν για τη σωστή απόφαση του γίγαντα και του νάνου.
Χαίρονταν που θα ήταν πια καλοί φίλοι.
Φίλοι αγαπημένοι,
Ζωή ευτυχισμένη.

Στη μνήμη του παππού του Γιώργου που ήταν ο καλύτερος παραμυθάς
Άρια

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki