Wednesday, 14 February 2024

Έρωτας: Το παιδί του Πλούτου και της Φτώχειας (του Πόρου και της Πενίας) - Socrates defines 'Love'

Πλάτωνα «Συμπόσιον»: Έρωτος Έπαινος Διοτίμας
Αρχαίο κείμενο και μετάφραση: στο
Hellenica

.
«(ὁ ἔρως ἐστί) τῆς γεννήσεως καὶ τοῦ τόκου ἐν τῷ καλῷ.»
(έρωτας είναι) ἐπιδίωξη τῆς γέννησης καὶ τοῦ τόκου μέσα στὸ ὡραῖο.
Διοτίμα
Μια φορά κι έναν καιρό,  τότε που οι άνθρωποι πίστευαν,
πως πάνω στον Μύτικα, στου Ολύμπου την ψηλότερη κορφή,
είχε ο Δίας το θεϊκό του ανάκτορο,
πανηγύρι λαμπρό στήθηκε και τραπέζι πανώριο στρώθηκε
με όλα του κόσμου τα καλά,
επειδή η Αφροδίτη  γεννήθηκε,
επειδή η ίδια η Ομορφιά
στη γη των ανθρώπων κατέβηκε.

Μια βδομάδα πριν, ο πατέρας των θεών
- και όλων των θνητών ανθρώπων - 
έστελνε με τον Ερμή, τον ταχυδρόμο του, προσκλήσεις 
σε όλους τους θεούς και στα παιδιά τους, τους ημίθεους,
και στο γλέντι τους καλούσε,
εκεί επάνω στον Μύτικα, στο θεϊκό του ανάκτορο.
Όλοι, μα όλοι, με χαρά μεγάλη άρχισαν απ’ το πρωί 
στο κατάφωτο ανάκτορο να μπαίνουν
και να τρώνε και να πίνουν και ευχές να δίνουν,
για πάντα η Αφροδίτη,
η Ομορφιά η ίδια, να μείνει μαζί τους 
και στη ζωή όλων άλλο νόημα να δώσει.
Γέλια, τραγούδια και χαρές στο παλάτι μέσα.

Έξω όμως απ’ αυτό, στους μεγάλους κήπους
μια σκιά περιδιαβαίνει.
Άσχημη, βρώμικη
και θλιβερή και θυμωμένη,
επειδή μόνο αυτή δεν κάλεσε ο Δίας στη γιορτή.
Κατά το συνήθειο της όλο και ψαχουλεύει
κάτι να βρει πείνα και δίψα να χορτάσει,
κάποιο ρούχο ν' αρπάξει τα κουρέλια να σκεπάσει,
κάπως να καταφέρει μέσα να μπει,
να βολευτεί και να ξαποστάσει.
Στάθηκε αδύνατο όμως, αφού το Κράτος και η Βία,
οι φρουροί του παλατιού, είχαν πάρει εντολή
να μην αφήσουν την Πενία, τη Φτώχεια δηλαδή,
να μπει στη γιορτή και με την κακομοιριά
της το κέφι, την όρεξη και τη χαρά να διώξει.

Η Πενία, το λοιπόν, έξω τριγυρνώντας,
σ΄ έναν θάμνο μεγάλο και ανθισμένο από κάτω
βρίσκει τον Πόρο, τον Πλούτο,
της Μήτιδας το γιο,
όμορφο παλληκάρι που κατά πως φαίνεται παράπιε από το Νέκταρ
–το κρασί δεν το ΄ξεραν ακόμη– και γλυκοκοιμόταν.
Μαζί του θα πλαγιάσω, σκέφτηκε, που θα ξανάβρω τέτοια τύχη,
εγώ η ίδια η Φτώχεια με τον Πλούτο να βρεθώ;

Και πλάγιασε μαζί του,
και την ίδια τη μέρα που η Ομορφιά γεννήθηκε,
η περιφρονεμένη Πενία έπιασε στην κοιλιά της γιο, 
που πατέρα του τον Πόρο είχε.
Και ο γιος αυτός ο Έρωτας είναι,
που `χει μάνα του τη Φτώχεια και πατέρα του τον Πλούτο.
Και επειδή τη μέρα που ο Αφροδίτη γεννήθηκε,
στην κοιλιά της Φτώχειας πιάστηκε,
πιστός ακόλουθος και υπηρέτης της Ομορφιάς έγινε
και αυτή παντοτινά τον γοητεύει και σαν μαγνήτης τον τραβά.

Ο γιος της Φτώχειας, που λέτε, πάντα φτωχός είναι
σε όλη τη ζωή του, και ούτε τρυφερός, όπως λένε οι περισσότεροι,
ούτε όμορφος ο ίδιος είναι (ποιος έχασε τρυφεράδα και ομορφιά για να τη βρει αυτός;),
αλλά σαν τη μάνα του είναι σκληρός
και ξυπόλυτος και ξερακιανός και άστεγος,
χάμω κοιμάται χωρίς στρωσίδια
και με τη μιζέρια σύντροφος.
Στα κατώφλια των σπιτιών
στα σοκάκια που γυρίζει τον ουρανό έχει για στέγη.
Πήρε κι απ’ τον πατέρα του όμως, τον Πόρο, χαρίσματα
και είναι παράτολμος αντρειωμένος και φοβερός κυνηγός,
που το ταίρι του ψάχνει και στήνει μηχανές και παγίδες
με τρόπους σοφούς  ή πονηρούς.
Και ούτε θνητός ούτε αθάνατος είναι
αλλά την ίδια στιγμή που γεννιέται, πεθαίνει.
Στην ίδια μέρα μέσα, τη μια στιγμή ανθίζει και είναι όλο ζωή,
όταν αυτό που κυνηγάει το αποχτήσει,
και την άλλη πεθαίνει αφού, ό,τι αποχτά,
μέσα από τα δάχτυλα του γλιστράει και το χάνει.
Έχει και δεν έχει, ούτε φτωχός μα ούτε και πλούσιος είναι.
Κυνηγός είναι της Ομορφιάς, και του Καλού. 
Και σαν το αποχτήσει έλλειμμα πάντα έχει και δεν του φτάνει.
Ακόρεστος είναι και ανήσυχος πάντα.
Κυνηγός, παγιδευτής του Καλού και του Ωραίου
και θέλει παντοτινά να το κατέχει
Και είναι ο Έρωτας  γέννα του Καλού μέσα στην Ομορφιά.
Μια γέννα που ποτέ δεν τελειώνει...
Κυνηγάει το Καλό
Γιατί;
Για να το κάνει δικό του
Για πόσο;
Για πάντα
Και να το γεννάει μέσα στην Ομορφιά;
Για πάντα
Και μέσα από τις γέννες αυτές τι ζητάει;
Την Αθανασία να κερδίσει, 
ο Έρωτας ούτε θνητός ούτε αθάνατος μιας και παιδί της Φτώχειας είναι και έχει πατέρα τον Πλούτο


Βασιλική Π. Δεδούση - Φιλόλογος

Διασκευή από το «Συμπόσιον» του Πλάτωνα Έρωτος Έπαινος Διοτίμας, Κεφ. 2ο 203b  

Πρώτη δημοσίευση 24 Φεβρουαρίου 2009

Η Αγάπη βρίσκεται στη... ρουτίνα ενός ζευγαριού!! — puuung: Love is in small things

Ο καλλιτέχνης με το ψευδώνυμο Puuung δημιούργησε ένα συγκινητικό και πραγματικά όμορφο έργο αποτελούμενο από πολλά σκίτσα που αναπαριστούν αυτό που λέμε “αγάπη”. 
Σε μια σχέση, μια απλή κίνηση ρουτίνας μπορεί να δέσει το ζευγάρι περισσότερο από μια μεγάλη και γενναιόδωρη χειρονομία. Αυτό ακριβώς προσπαθεί να αποτυπώσει ο καλλιτέχνης. 
Όλοι έχουμε βιώσει με κάποιο τρόπο την αγάπη. 
H αγάπη όμως μπορεί να εμφανίζεται με τρόπους που εμείς δεν προσέχουμε στην καθημερινή μας ζωή και πολλές φορές την θεωρούμε ως δεδομένη. 
Έτσι και εκείνος προσπαθεί να δείξει με το έργο του ότι η αγάπη τελικά όντως βρίσκεται στα μικρά και καθημερινά πράγματα. Στη ρουτίνα ενός ζευγαριού. 

Δείτε κάποιες από τις δημιουργίες του 

για περισσότερες πατήστε εδώ 

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 13 February 2024

«Ασθένειες» που πάθαινε η μάνα μου, όταν επαναστατούσα ως έφηβη

"Ἐν πάσῃ περιπτώσει", οι περισσότερες μητέρες εκείνης της εποχής (μιλάμε για τη δεκαετία του 80), έκαναν ό,τι ήξεραν και ό,τι καλύτερο μπορούσαν. 
Και ευτυχώς για εμάς, που μπορούμε να γελάμε με αυτά, κάθε φορά που τα σκεφτόμαστε.
Όταν η μάνα μου ένιωθε πως είχε εξαντλήσει όλες τις στραγητικές της απέναντι στις εφηβικές αντιδράσεις μου και την δικαιολογημένη για την ηλικία μου επαναστατικότητά μου, όταν οι τιμωρίες και οι απειλές «θα φωνάξω τον πατέρα σου και θα δεις» δεν έπιαναν τόπο, τότε επιστράτευε το μέγα μαμαδίστικο υπερόπλο που όμοιό του δεν έχει σκεφτεί ανθρώπινος νους: το «πεθαίνω-σβήνω-λιώνω-θα με τρέχετε στα νοσοκομεία».

«Θα με πεθάνετε, θα με πεθάνετε» ήταν η έκφραση που σήμαινε την έναρξη των «εκδηλώσεων» που περιελάμβαναν όλες τις θανατηφόρες αρρώστιες που μπορούν να χτυπήσουν μια μάνα πάνω σε απόγνωση, μια μάνα που έχει γίνει θυσία» που «τι άλλο να κάνω; να σου ανοίξω το κεφάλι να στα βάλω» σε μια κόρη που «δεν ακούει με τίποτα». Το «κλινικό» ρεπερτόριο περιελάμβανε 3 βασικά περιστατικά: Καρδιά, ανεβασμένη πίεση, γενική αδιαθεσία αγνώστης ταυτότητας (από να τη τσίμπησε μύγα της αφρικής, να έπαθε αλλεργία, μέχρι να της έπεσε η πίεση, να έχει τάση λιποθυμίας, να πρέπει να κάνει εμετό, ανάλογα την παρατυπία μου». Αλλά ας περάσουμε στο θεατρικό.

Καρδιά
Όταν «πάθαινε» καρδιά, η ανακοπή της συνέβαινε μονίμως σε μια γαλάζια βελούδινη πολυθρόνα όπου σωριαζόταν. Πιο συγκεκριμένα, και αφού είχε προηγηθεί μια γνωστή και αγαπημένη υστερία που δεν οδηγούσε πουθενά, σταματούσε ξαφνικά, «πάγωνε» στη θέση της, έφτιαχνε μια μάσκα απόγνωσης, γούρλωνε ελαφρώς τα μάτια και απότομα έπιανε την καρδιά της και έλεγε «δεν μπορώ, άλλο, η καρδιά μου φτερουγίζει, θα πάθω τίποτα». 
Στη συνέχεια, με το ένα χέρι στο στήθος σαν να την είχε χτυπήσει σφαίρα και με το άλλο κρατώντας το ντουβάρι πήγαινε τοίχο-τοίχο και σιγά σιγά κατευθυνόταν πάντα σε εκείνη την πολυθρόνα, έπεφτε πάνω της σαν σακί από πατάτες, έριχνε το κεφάλι πίσω και τέντωντε τα πόδια μπροστά σαν ξύλα. 
«Αχ, αχ αχ» έλεγε και βαριανάσαινε. «Θα με πεθάνετε, θα με πεθάνετε εδώ μέσα»…. 
Και δώστου «αχ, αχ, αχ, «εγώ μόνο το καλό σας θέλω» ξανάλεγε και κρατούσε και το στήθος (σε λάθος σημείο). Μετά ξεροκατάπινε και μου έλεγε «φέρε μου ένα ποτηράκι νερό, αχ, αχ, αχ, ξεράθηκε στο στόμα μου». 
Έτρεχα εγώ και το έφερνα. 
Το έπινε αργά κοιτώντας με πάνω από το ποτήρι για να δει αν «λύγισα» και μου το έδινε πίσω. Εγώ το ακουμπούσα σε ένα τραπεζάκι και της έλεγα «είσαι καλύτερα τώρα;», «δεν ξέρω» απαντούσε μισοπεθαμένα και συνέχιζε να ανασαίνει με δυσκολία αλλά κάπως καλύτερα. 
Το «καρδιακό» επεισόδιο σήμαινε τη λήξη της μάχης, η οποία όμως είχε μείνει στη μέση. Εγώ πηγαίνα στο δωμάτιό μου και λούφαζα τύπου: καλά μας δουλεύει τώρα, αλλά ποτέ δεν ξέρεις κιόλας» και το θέμα σταματούσε εκεί. 
Φυσικά μετά από κάποιο καιρό και συζητώντας με φίλες μου παρατήρησαμε ότι την εποχή της εφηβείας μας «θέριζαν» τα καρδιακά επεισόδια στις μαμάδες και ήταν κοινή πρακτική της εποχής.
Πίεση
Η πίεση ανέβαινε ή κατέβαινε ανάλογα την περίσταση. Την προτιμούσε ανεβασμένη όμως, γιατι στη κατεβασμένη περνάμε στο σχέδιο 3 που θα σας περιγράψω παρακάτω που είχε λιποθυμία. 
Συνήθως λοιπόν η πίεση ανέβαινε επικίνδυνα. 
«Παει η καρδιά μου να σπάσει, δεν νιώθω καλά, θα πάθω εγκεφαλικό» έλεγε και κρατούσε το κεφάλι της. 
«Πω, πω, πω, πω, πω, δεν είμαι καλά, δεν είμαι καλά. 
Σταματούσε. «Με φάγατε εδώ μέσα, με φάγατε» ξανάλεγε και το δεύτερο «με φάγατε» ανέβαινε μια οκτάβα παραπάνω ενώ οι συλλαβές ήταν πιο στακάτες: με φα-γα-τε και το «τε» τελεσίδικο. Την φάγαμε δηλαδή, πάει και τελείωσε. 
Κρατώντας πάντα το κεφάλι της με τα δυο της χέρια, σαν να κρατούσε μπάλα του μπάσκετ, έτοιμη να την πασάρη σε συμπαίκτη, πήγαινε στο μπάνιο. Ανοιγε με θόρυβο το ντουλάπι – για να ακούσω ότι ανοίγει το ντουλάπι – και έφερνε το πιεσόμετρο. «Βοηθησέ με να πάρω την πίεση μου που θα έχει παεί 30 με αυτά που μου κάνεις εδώ μέσα». 
Βοηθούσα, της έδενα το πιεσόμετρο στο μπράτσο, φούσκωνα την μικρή τρομπίτσα και περίμενα να δει τι λέει η βελόνα, γιατί δεν ήξερα και να «διαβάζω» την πίεση. «Παναγιά μου έλεγε, στον ουρανό η πίεσή μου, πρέπει να πάρω χάπι τώρα για να μην μείνω στον τόπο». Ξαναπήγαινε στο μπάνιο βαριανασαίοντας και κάπως κουτσαίνοντας για να δείξει μια αδυναμία και μουρμουρίζοντας ότι μας τα έχει δώσει όλα, ότι έχει γίνει θυσία και μετά έπαιρνε το χάπι της πίεσης. 
Εντωμεταξύ χτυπούσε το τηλέφωνο «δεν είμαι εδώ για κανένααααν» φώναζε. Ακολουθούσε μια πάυση. «Αν είναι η κυρία Λίνα για το απογευματινό τσάι πες της ότι αν είμαι καλύτερα θα πάω». Παύση, δακρύβρεχτη φωνή, «αλλά δεν το βλέπω». Κατά ένα περίεργο τρόπο ένιωθε καλύτερα ώρα με την ώρα και το τσάι στης κυρίας Λίνας δεν το έχανε με τίποτα.

Λιποθυμία (για οποιοδήποτε λόγο)
«Σβήνωωωωω» ήταν η φράση και μετά ακολουθούσε ένα «χάσιμο των αισθήσεων» πάντα στα μαλακά. Στο κρεβάτι, στον καναπέ, στην καρέκλα. Ποτέ στον γαλάζιο καναπέ, αυτός ήταν για τα καρδιακά επεισόδια μάλλον και δεν ήθελε να μπερδεύται. Πάντως δεν έπεφτε ποτέ στο πάτωμα, δεν της έβγαινε. 
Συνήθως πήγαινε στο κρεβάτι, πράγμα ύποπτο όπως και να το κάνεις, γιατί δεν διαλέγεις που θα λιποθυμήσεις. Εκεί έκλεινε τα μάτια και έκανε την ξερή. 
Για λίγο. «Μην μου μιλάς» έλεγε. «Τι έπαθες ρε μαμά;» τη ρωτούσα εγώ. «Μια σκοτοδίνη έχω, και πως να μην έχω. Παιδιά έχω εγώ η θηρία;». 
Σταματούσε. 
«Βρε άλλη μάνα δεν κάνετε», ξανάλεγε. «Που θα μπορούσα να έχω τη δουλειά μου, αλλά εγώ άφησα τις σπουδές μου στην άκρη και ΕΠΕΛΕΞΑ να είμαι σπίτι, κοντά σας και όχι παρατημένα» έλεγε. Η λιποθυμία είχε πάει περίπατο και άρχιζε το «ποια θυσία έχω κάνει εγώ για σένα». 
Μετά ζητούσε ένα ποτήρι νερό και μετά έλεγε δεν θα φάω τίποτα σήμερα γιατί, παύση-λυγμός-βλέμα πληγωμένου κουταβιού- «τίποτα δεν πάει κάτω». Και κάπως έτσι τελείωνε και αυτό το περιστατικό.

Πέραν από την πλάκα του θέματος, που αστείο φαίνεται μετά από χρόνια, όταν το σκέφτεσαι και γελάς, και όταν το έχεις συζητήσει μαζί της και έχετε γελάσει μαζί με τα καμώματά της, η συγκεκριμένη πρακτική ήταν χειριστική όσο δεν παίρνει. 
Και το κατάλαβε κι εκείνη χρόνια μετά σε μια συζήτηση που είχαμε μαζί της με τον αδερφό μου. Τότε της εκμυστηρευτήκαμε, θυμάμαι, πως και οι δύο την είχαμε πάρει χαμπάρι και είχαμε επιλέξει να την αφήνουμε να το παίζει το έργο από να της πούμε «άσε μας ρε μάνα, που μας δουλεύεις ψιλό γαζί». Ίσως γιατί ξέδινε κι εκείνη με αυτή την βλακεία; Ίσως γιατί μας βόλευε κι εμάς να νομίζει ότι κάτι έκανε; Ίσως και τα δύο μαζί. 
Ευτυχώς για εμάς, έκανε αυτά τα θεατρικά όταν ήμασταν μεγάλοι (14-16) και δεν τρομάζαμε γιατί «πιάναμε» το φο της υπόθεσης. Δεν θέλω να σκέφτομαι τι θα γινόταν αν όλα συνέβαιναν σε κάποια τρυφερή ηλικία που θα ήταν πιστευτά. 
''Ἐν πάσῃ περιπτώσει'' ͵ οι περισσότερες μητέρες εκείνης της εποχής (μιλάμε για τη δεκαετία του 80), έκαναν ότι ήξεραν και ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Και ευτυχώς για εμάς, που μπορούμε να γελάμε με αυτά, κάθε φορά που τα σκεφτόμαστε.

Γράφει η Ειρήνη Φωκά
themamagers
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

«Πυραμίδα ὁ ἄνθρωπος....»

«Πυραμίδα ὁ ἄνθρωπος. Στὴ βάση του τὸ κτῆνος, 
στὴν κορφὴ ὁ Θεός. Χρέος μας ἡ ἀνηφόρα.»
Νίκος Καζαντζάκης
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 12 February 2024

«Αν είναι καλά η οικογένειά μου... / My family is ENOUGH

είμαι κι εγώ καλά - δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο!»

Μου είναι αρκετό να ανυπομονώ να επιστρέψω στο σπίτι μου μετά από μια δύσκολη μέρα και να θέλω να γίνομαι κάθε μέρα καλύτερη για χάρη της.
............
Δεν χρειάζομαι ούτε τέλεια παιδιά, ούτε τέλεια ζωή.

Φτάνει πια με την γκρίνια επειδή τα παιδιά δεν είναι άριστοι μαθητές ή επειδή μερικές φορές χάνουν την ψυχραιμία τους και συμπεριφέρονται άσχημα.

Φτάνει πια με τα παράπονα για τις ατέλειές τους. Δεν χρειάζεται να είναι τα πιο έξυπνα ή τα πιο όμορφα για να είναι ευτυχισμένα και να πετύχουν στη ζωή τους.

Η οικογένειά μου, με όλες της τις ατέλειες, μου είναι αρκετή. Είναι ακριβώς αυτό που χρειάζομαι κι αυτό που με κάνει να θέλω να σηκώνομαι το πρωί από το κρεβάτι και να προσπαθώ. 

--------------
My family is ENOUGH.

They are ENOUGH for me to want to rush home when I'm away.

They are ENOUGH for me to strive to be better.

They are ENOUGH for me to want to show up for them.

They are ENOUGH for me to want to live so I can watch them grow and become.

They are ENOUGH with their bad attitudes, how they lose their tempers, and as continuous works in progress.

They are ENOUGH with all their imperfections.

They don't have to be the smartest, the best looking, and excel at something for me to feel this.

They are my REASON just by being who they are. They are more than ENOUGH.

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki