Showing posts with label Βάρναλης. Show all posts
Showing posts with label Βάρναλης. Show all posts

Monday, 16 January 2023

«Ραντεβού στην κηδεία»...

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Κηδεία Κωστή Παλαμά
Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! 
Ένας λαός, σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

περισσότερα εδώ

Κηδεία Γεωργίου Παπανδρέου
περισσότερα εδώ

Κηδεία Αλέξανδρου Παναγούλη
περισσότερα εδώ
Κηδεία Βάρναλη
περισσότερα εδώ
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 10 September 2022

Τότε που οι δάσκαλοι "γάνωναν" τα παιδιά...

Τότε το παιδαγωγικό «σλόγκαν» ήταν «το ξύλο κάνει τους ανθρώπους» ή «το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο»! Και οι τοτινοί συνάδελφοι εκπαιδευτικοί εφάρμοζαν χωρίς «εκπτώσεις», αυτόν τον «παράδεισο» (του ξύλου) στα μικρά τρυφερά μαθητούδια τους, να τον βιώνουν σαν την κατάμαυρη κόλασή τους.
Δεν είναι το ότι οι δάσκαλοι εκείνων των χρόνων ήσαν απάνθρωποι και σαδιστές! Ήταν η επικρατούσα παιδαγωγική λογική, η ερβαρτριανή της αντίληψη στο χειρότερο βαθμό, η τιμωρία των μαθητών δια της σωματικής βίας καθημερινότητα ενταγμένη στο πλαίσιο της κυρίαρχης παιδαγωγικής αντίληψης «με το ξύλο μαθαίνεις γράμματα και γίνεσαι άνθρωπος», μια αντίληψη που «νομιμοποιούνταν» και εκτός σχολείου, καθώς τόσο στην οικογένεια όσο και ευρύτερα στην κοινωνία η «παιδαγωγική του ξύλου» ήταν επίσης κυρίαρχη.

Η «γάνωσις» του Κώστα Κρυστάλλη…
    Γράφει ο Κώστας Βάρναλης στο βιβλίο του «Αισθητικά, κριτικά, σολωμικά» (σελ. 204), μεταξύ άλλων, για τον ποιητή του «Βουνού και της στάνης», Κώστα Κρυστάλλη:
«…Ο Κρυστάλλης τα πρώτα του σχολικά γράμματα τα έκανε στο Συρράκο, όπου «ήκμαζεν δημοτικόν και σχολαρχείον». Αφού μαθαίνανε τα παιδιά την αλφαβήτα στην άμμο, γράφοντας με το δάχτυλο, προχωρούσανε κατόπι στους πίνακες, κι ύστερα τους δίνανε βιβλία. Τα τρία πρώτα ήτανε το «Αλφαβητάριον», το «Αναγνωσματάριον καιο «Ερημίτης». Έπειτα έποντο ο «Καλός Πατήρ», ο «Χριστόφορος», η «Χρηστομάθεια» κλπ.

 «Όταν έφθασα εις τον "Χριστόφορον", γράφει ο Κρυστάλλης, ήμουν όπωσούν αρκετά μεγάλος. Τιμωρίαι μας τότε ήταν εν χρήσει η φυλάκισις και η γάνωσις, καθ΄ην ο τιμωρούμενος εγανώνετο εις το πρόσωπον ποικιλοτρόπως υπό τινός των συμμαθητών του και υπό του διδασκάλου διά μελάνης και εις το τέλος του μαθήματος, διερχόμενοι έμπροσθέν του οι μαθηταί όλοι, έπτυον αυτόν. Εάν το παράπτωμα ήτο πολύ μέγα, εξήγετο εν τοιαύτη καταστάσει εις το μεσοχώρι, όπου επτύετο παρ’ όλου του κόσμου.
Εις την τάξιν αυτήν επρώτευον εγώ και μία ωραία κορασίς…. Ήτο αληθώς ωραιοτέρα και κάπως την υπέβλεπον!…. Εν δειλινόν εορτής την απήντησα εις την βρύσιν έξω του χωρίου. Της εζήτησα κατ’ αρχάς ύδωρ και μοι προσέφερε την υδρίαν της ευχαρίστως. Μετά τούτο ο λεβέντης θέλησα να φιλήσω τας ροδοκοκκίνους παρειάς της. Έκαμα, λοιπόν, έφοδον και απέτυχα…. Πλήρης οργής απομακρυνθείσα μ’ εφοβέρισεν, ότι θα με κατήγγειλεν εις τον διδάσκαλον (όχι εις τους γονείς της)…
Την επαύριον το πρωί προσεκλήθην υπό του διδασκάλου ίνα απολογηθώ. Μη δυνάμενος ν’ αρνηθώ την πράξιν μου κατεδικάσθην εις την τιμωρίαν της γανώσεως. Και έβαλε αυτήν την ιδίαν, ο απηνής διδάσκαλος να με γανώσει.
Εις μίαν γωνίαν, λοιπόν, του σχολείου εμβάπτουσα τους ωραίους μικρούς δακτύλους της εις το μελανοδοχείον εζωγράφει το μικρόν προσωπάκι μου. Μοι εσχεδίασε μύστακα αρειμάνιον και γένειον μελανότατον, τον ήλιον και την σελήνην επί των παρειών μου, διόπτρα επί της ρινός μου…Ότε δε ετελείωσε το μάθημα και εδέχθην επί του προσώπου μου τα πτυσίματα των πλείστων μαθητών, αυτή παρελάσασα, αντί να με πτύσει, με ητένισε με βλέμμα υπόδακρυ, αλλ’ εγώ έκτοτε την εμίσησα…”».

ολόκληρη η ανάρτηση εδώ
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 24 June 2014

Το παραμύθι που δεν είχε τέλος - του Κώστα Βάρναλη

Ζούσε κάποτε πέρα στην Ανατολή ένας τεμπέλης βασιλιάς.
Δεν έκανε καμιά δουλειά.
Ολημερίς ξαπλωμένος σε ντιβάνι με πολλά μαλακά μαξιλάρια, έβαζε να του λένε παραμύθια κι αυτός άκουε μαχμουρλίδικα.
Αμολούσε σ’ όλο του το βασίλειο πλήθος αυλικούς να μαζεύουνε και να στέλνουνε στο παλάτι όσους ξέρανε παραμύθια, άντρες ή γυναίκες, γέρους ή νέους, ντόπιους ή ξένους. Γιατί δε χόρταινε ν’ ακούει. Όταν τέλειωνε το παραμύθι, έπεφτε σε βαθιά πλήξη και δυστυχία. Γι’ αυτό ήθελε πάντα το ένα παραμύθι ν’ ακολουθάει το άλλο. Ακόμα κι όταν έτρωγε κι έπινε ή έπαιρνε το μπάνιο του στη χαβούζα* του παλατιού, ήθελε ν’ ακούει παραμύθια. Μονάχα αργά πολύ, μετά τα μεσάνυχτα, όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, τότε σιωπούσανε κι οι παραμυθάδες και, πατώντας στα νύχια τους απάνω στα παχιά κιλίμια, φεύγανε σιγά σιγά να πάνε να ξεκουραστούνε κι αυτοί, οι βασανισμένοι!
  Όσο πιο μεγάλο και μπερδεμένο ήταν το παραμύθι, τόσο περισσότερο του άρεσε. Ήταν παραμύθια που βαστούσανε μέρες και βδομάδες ολάκερες. Μα όσο μεγάλα και να ήτανε, ερχότανε επιτέλους η ώρα τους να τελειώσουν. Ε, τότε ο βασιλιάς γινότανε τρομερά δυστυχής. Αρρωστούσε, που έλεγες πως θα πεθάνει.
  Είδε κι απόειδε αυτός, η δωδεκάδα του (το συμβούλιό του) κι ο γιατρός του, αποφασίσανε όλοι μαζί να στείλουνε τελάληδες* σ’ όλες τις επαρχίες και σε όλα τα χωριά του βασιλείου, να διαλαλήσουνε:
  – Όποιος ξέρει ένα παραμύθι που να μην τελειώνει ποτέ, ας παρουσιαστεί να το πει του πολυχρονεμένου βασιλιά, κι αυτός θα του δώσει ένα σακί φλουριά και την κόρη του για γυναίκα.
  Όσοι ακούγανε αυτά τα λόγια, αστράφτανε τα μάτια τους από τον πόθο να γίνουνε πολύ πλούσιοι και να παντρευτούν τη βασιλοπούλα. Κι όλοι νομίζανε πως θα τα καταφέρνανε να διηγηθούνε παραμύθι χωρίς τέλος. Το κάτω της γραφής, αν αποτυχαίνανε, δε θα είχανε να χάσουνε τίποτα.
  Μα οι τελάληδες προσθέτανε στο τέλος:
  – Όποιος όμως δε τα καταφέρει να διηγηθεί το ατέλειωτο παραμύθι, τότε ο βασιλιάς θα του κόψει το κεφάλι!
  Όταν ακούγανε αυτήν την ποινή, τους έπιανε τρόμος και φόβος. Τότε νιώθανε πως ο βασιλιάς δε ζητούσε εύκολο πράμα. Και λέγανε συναμεταξύ τους:
  – Αδύνατα πράγματα ζητάει.
  Ωστόσο παρουσιαστήκανε στο βασιλιά δυο τρεις αποφασισμένοι ή να κερδίσουνε το στοίχημα ή να χάσουνε το κεφάλι τους. Ο πρώτος, που δοκίμασε να πει το ατέλειωτο παραμύθι, μπόρεσε να το βαστάξει τρεις μήνες. Μα ύστερα η φαντασία του είχε στερέψει. Μασούσε τα λόγια του, δεν έβρισκε τίποτα να πει και έτσι έχασε το κεφάλι του.
  Τότε οι άλλοι δυο φοβηθήκανε κι ούτε καν τολμήσανε ν’ αρχίσουνε. Φύγανε, κι ευχαριστούσανε μάλιστα το Θεό που γλυτώσανε απ’ του Χάρου τα δόντια.
  Πέρασε πολύς, πάρα πολύς καιρός, και κανένας δεν ερχόταν στο παλάτι γι’ αυτή τη δουλειά.
  Όπου νά σου μια μέρα και παρουσιάζεται ένας ξένος –από πού ήταν, κανένας δεν ήξερε. Μα η εξυπνάδα του και το θάρρος του ήταν μεγάλα.
  – Μεγάλε βασιλιά, είπε, αφού έκανε τον απαραίτητο τεμενά.* Άκουσα πως δίνεις μεγάλη αμοιβή σε κείνον που θα σου διηγηθεί ένα παραμύθι χωρίς τέλος. Του δίνεις ένα σακί φλουριά και τη βασιλοπούλα. Είναι αλήθεια;
  – Αλήθεια, απάντησε ο βασιλιάς. Αν όμως δεν πετύχει, τότε του παίρνω το κεφάλι.
  – Το ξέρω κι αυτό, είπε ο ξένος. Κι είμαι αποφασισμένος να σου διηγηθώ εγώ μια ιστορία που δεν τελειώνει.
  – Περιμένω ν’ αρχίσεις, είπε ο βασιλιάς και ξαπλώθηκε στον καναπέ απάνω στα πολλά μαξιλάρια.
  
Τότε ο ξένος στρογγυλοκάθισε στο πάτωμα απάνω στο κιλίμι μπροστά στο βασιλιά κι άρχισε:
  «Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μεγάλος βασιλιάς, που μάζεψε όλο το σιτάρι της απέναντι χώρας του και το κλείδωσε σε μιαν αποθήκη τόσο μεγάλη, που για να πας από την μιαν άκρη της έως την άλλη θα έπρεπε να περπατάς από το πρωί ίσαμε το βράδυ.
  »Μια μέρα έπεσε στην πρωτεύουσα ένα μαύρο σύννεφο ακρίδες τόσο μεγάλο, που σκοτείνιασε ο ήλιος κι όλοι νομίσανε πως ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Γιατί γεμίσανε οι δρόμοι, τα σπίτια, ο αέρας, από ακρίδες τόσο πυκνές, που δεν μπορούσες ν ’ανασάνεις.
  »Αυτές οι αμέτρητες ακρίδες, αφού φάγανε όλα τα αμπέλια και τα δάση και δε χορτάσανε, μυριστήκανε τελευταία και την αποθήκη του σιταριού. Μα η αποθήκη ήταν πολύ καλά κλεισμένη από παντού, κι όχι μονάχα δεν είχε παράθυρα ή καμινάδες, μα ούτε και καμιά σκισμάδα για να μπορέσουνε να τρυπώσουνε μέσα και να φάνε το σιτάρι.
  »Κάμποσες μέρες φέρνανε βόλτα γύρω στην αποθήκη και κοιτάζανε με προσοχή όλες τις μεριές, μπας και βρεθεί πουθενά καμιά τρυπίτσα ή καμιά χαραμάδα. Μα επιτέλους μια τυχερή ακρίδα ανακάλυψε στην ανατολική πλευρά της αποθήκης μια μικρούλα σκισμάδα, που μόλις χωρούσε μοναχή της. Μπήκε το λοιπόν μέσα, πήρε ένα σπειρί σιτάρι και βγήκε.
  »Άμα βγήκε αυτή, μπήκε μια δεύτερη ακρίδα, πήρε κι αυτή ένα δεύτερο σπειρί σιτάρι και βγήκε. Άμα βγήκε κι αυτή, μπήκε μια τρίτη ακρίδα, πήρε κι αυτή ένα τρίτο σπειρί σιτάρι και βγήκε. Ύστερα μπήκε μια τέταρτη ακρίδα και πήρε ένα τέταρτο σπειρί σιτάρι, κι άμα βγήκε κι αυτή, μπήκε μια πέμπτη ακρίδα κτλ…»
  Περάσανε μέρες, βδομάδες, μήνες, χρόνια, κι ο ξένος αξακολουθούσε να λέει από το πρωί ώς το βράδυ το ίδιο πράμα:
  «Ύστερα μπήκε μια άλλη ακρίδα και πήρε άλλο σπειρί σιτάρι. Άμα βγήκε αυτή, μπήκε άλλη ακρίδα και πήρε ένα άλλο σπειρί σιτάρι…»
  Περάσανε έτσι δυο χρόνια κι ο ξένος έλεγε και ξανάλεγε από το πρωί ώς το βράδυ το ίδιο χαβά.* Ο βασιλιάς στενοχωριότανε πολύ, ώσπου μια μέρα τονε ρώτησε θυμωμένος:
  – Δε μου λες, πόσον καιρό αυτές οι ακρίδες θα μπαίνουνε και θα βγαίνουνε;
  – Μα, βασιλιά μου πολυχρονεμένε, ώς τώρα οι ακρίδες αδειάσανε μια πιθαμή σιτάρι από την αποθήκη. Και μένουνε ακόμα τριακόσιες πιθαμές και μιλιούνια ακρίδες. Ίσως μετά εξακόσια χρόνια θα κατορθώσουν να μπούνε στην αποθήκη όλες οι ακρίδες μια μια και ν’ αδειάσουνε το σιτάρι. Και πάλι βλέπουμε…
  Τότε πια ο βασιλιάς δε βάσταξε. Γούρλωσε τα μάτια του, τινάχτηκε από το ντιβάνι και ξεφώνισε με όλη του τη δύναμη:
  – Καταραμένε άνθρωπε. Θα με τρελάνεις! Άι στο καλό! Έχασα το στοίχημα! Πάρε το σακί τις λίρες και την κόρη μου κι άφησέ με ήσυχο.
  Έτσι ο έξυπνος αυτός ξενοτοπίτης πήρε τα χρήματα, πήρε τη βασιλοπούλα κι έγινε και διάδοχος του θρόνου.
  Ο βασιλιάς είχε γεράσει πολύ κι ευχαριστιότανε τώρα ν’ ακούει παραμύθια κι ιστορίες που είχανε τέλος. Κάθε τόσο συνήθιζε να λέει:
  – Είμαι ευχαριστημένος, που έμαθα πως μονάχα οι ιστορίες που τελειώνουν είναι όμορφες κι έχουνε ενδιαφέρον.
  Άμα πέθανε, έγινε βασιλιάς ο έξυπνος γαμπρός του. Και το κράτος ευτύχησε. Μα οι ιστορικοί δε συμφωνήσανε ακόμα από ποιον τόπο ήταν αυτός ο ξένος.
..................................
* χαβούζα: δεξαμενή.
* τελάλης: κήρυκας.
* ο τεμενάς: η υπόκλιση.
* χαβάς: τραγούδι, τα ίδια λόγια.


(από το βιβλίο: Ανθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος δεύτερο, Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, 1975)

Saturday, 5 April 2014

Ο Βάρναλης απαγγέλλει Βάρναλη: «Οι μοιραίοι»


Mες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

 

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν το βρε και δεν το πε ακόμα.

Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!
 
 

Saturday, 5 October 2013

«Που να σε κρύψω γιόκα μου;»
Αφιερωμένο στην τραγική μάνα του Παύλου Φύσσα
και σε κάθε πονεμένη μανούλα, όπου γης, όποιας φυλής, όποιας πατρίδας

Οι πόνοι της Παναγιάς

Ποίηση: Κώστας Βάρναλης
Μουσική: Λουκάς Θάνος

Πού να σε κρύψω γιόκα μου
να μη σε φτάνουν οι κακοί
σε ποιο νησί του ωκεανού
σε πια κορφή ερημική.



Δε θα σε μάθω να μιλάς
και τ' άδικο φωνάξεις
ξέρω πως θα χεις την καρδιά
τόσο καλή τόσο γλυκή
που μες τα βρόχια της οργής
ταχειά, ταχειά θε να σπαράξεις.

Συ θα'χεις μάτια γαλανά
θα 'χεις κορμάκι τρυφερό
θα σε φυλάω από ματιά κακή
και από κακό καιρό

Από το πρώτο ξάφνιασμα
της ξυπνημένης νιότης
δεν είσαι συ για μάχητες
δεν είσαι συ για το σταυρό
εσύ νοικοκερόπουλο
όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης

Κι αν κάποτε τα φρένα σου
το δίκιο φως της αστραπής
κι αν η αλήθεια σου χτυπήσουνε
παιδάκι μου να μην τα πεις

Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν
το φως να το σηκώσουν
δεν είναι η αλήθεια πιο χρυσή
σαν την αλήθεια της σιωπής
χίλιες φορές να γεννηθείς
τόσες, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Friday, 3 May 2013

«Πάντα στον κόσμο θα ‘ρχεται Παρασκευή Μεγάλη και κάποιος θα σταυρώνεται για να σωθούν οι άλλοι».

Η θρηνολογούσα Παναγία σαν σύμβολο κάθε χαροκαμένης μάνας.
Από τον «Επιτάφιο θρήνο» στη «Μάνα του Χριστού», του Βάρναλη 
και στον «Επιτάφιο» του Ρίτσου….
.
Ν. Γκάτσος: «Πάντα στον κόσμο θα ‘ρχεται/ Παρασκευή Μεγάλη
και κάποιος θα σταυρώνεται/ για να σωθούν οι άλλοι».
.
Η Παναγία ως το «πανάγιο πρόσωπο» της χριστιανικής πίστης πέρασε στη συνείδηση του λαού σαν το ιερό σύμβολο της μάνας. Της κάθε μάνας, που στο πρόσωπο του δικού της παιδιού, του σπλάχνου της, βλέπει το δικό της Χριστό. Της κάθε χαροκαμένης μάνας που μπρος στο άψυχο σώμα του παιδιού της θρηνολογεί, σπαράσσεται και ολοφύρεται δίχως να βρίσκει παρηγόρια, γιατί όσο κι αν η θρησκευτική Ανάσταση θέλει να λειτουργεί σαν ελιξίριο, η χαροκαμένη ξέρει ενδόμυχα πολύ καλά αυτό που ο δημοτικός ποιητής μοιρολογεί:
«Να ‘ταν να γυρίζανε του κόσμου οι πεθαμένοι,/ δε θα ‘κλαιε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα,…/ Μα όταν στερέψει η θάλασσα και γίνει περιβόλι,/ κι όταν θα καμ’ η ελιά κρασί και το σταφύλι λάδι,/ τότε θα περιμένουμε να ρθουν από τον Άδη»…
Είναι άραγε τυχαίο ότι «άθρησκοι» ποιητές, όπως ο Βάρναλης και ο Ρίτσος «πάτησαν» στους έξοχους εκκλησιαστικούς ύμνους των Παθών του Χριστού, ο μεν πρώτος στους «Πόνους της Παναγίας» και στο «Η μάνα του Χριστού», ο δε δεύτερος στον «Επιτάφιο», για να εκφράσουν έτσι τα βαθιά συναισθήματα του λαού και ιδιαίτερα της μάνας που θρηνεί;
 
«Επιτάφιος θρήνος»
(…Η απουσία του από παλιότερα λειτουργικά βιβλία, μας πείθει πως είναι γέννημα των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου. Ο άγνωστος ή οι άγνωστοι ποιητές των τριών ποιημάτων του Επιταφίου Θρήνου συνεχίζουν μ’ αυτά τις καλύτερες παραδόσεις των παλιών μεγάλων υμνωδών. Ο Επιτάφιος Θρήνος, με τις έξοχες ποιητικές του εικόνες, τον παλμό και το πάθος του, προκαλεί ακόμα ρίγη συγκίνησης στους ακροατές).
Επιλογή στροφών από τον «Επιτάφιο Θρήνο»,
στις οποίεςς καταφαίνεται ο θρήνος της Παναγίας:
 
Στάσις πρώτη
- Δακρυφόρους θρήνους/ επί σε η Αγνή
μητρικώς, ω Ιησού, επιρραίνουσα,/ ανεβόα: πώς κηδεύσω σε, Υιέ;
- Η αμνάς τον άρνα,/ καθορώσα νεκρόν
Ταις αικίσι βαλλομένη ωλόλυζε/ συγκινούσα και το ποίμνιον βοάν.
- Οίμοι, φως του κόσμου!/ οίμοι φως, το εμόν!
Ιησού μου ποθεινότατε έκραζεν/ η Παρθένος, θρηνωδούσα γοερώς.
- Τις μοι δώσει ύδωρ/ και δακρύων πηγάς
η Θεόνυμφος Παρθένος εκραύγαζεν,/ ίνα κλαύσω τον γλυκύν μου Ιησούν;
- Πότε ίδω, Σώτερ,/ σε το άχρονον φως,
την χαράν και ηδονήν της καρδίας μου;/ η Παρθένος ανεβόα γοερώς.
 
Στάσις δευτέρα
- Τέτρωμαι δεινώς/ και σπαράττομαι τα σπλάχνα, Λόγε,
στην σφαγήν ορώσα, οίμοι, την άδικον,/ η Παρθένος ανεβόα γοερώς.
- Ήλοις Σε Σταυρώ/ πεπαρμένον η Ση Μήτηρ, Λόγε,
κατιδούσα και εν λάκκω βαλλόμενον/ την καρδίαν βέλει βέβληται πικρώ.
- Σε τον παντός/ γλυκασμόν η Μήτηρ καθορώσα
Όξος και χολήν ή Μάννα γευόμενον/ πικροίς έβρεχε δακρύοις παρειάς.
- Έκλαιε πικρώς/ η Πανάμωμος Μήτηρ σου, Λόγε
εν τω τάφω Σε γαρ εώρακε/ τον άφραστον και άναρχον Θεόν.
- Νέκρωσιν την σην/ η Πανάφθορος Χριστέ σου Μήτηρ
βλέπουσα πικρώς σοι εφθέγγετο/ μη βραδύνης η ζωή εν τοις νεκροίς.
 
Στάσις τρίτη
- Ύπτιον ορώσα/ η Πάναγνός σε, Λόγε,/ μητροπρεπώς εθρήνει.
- Ω γλυκύ μου έαρ,/ γλυκύτατόν μου τέκνον/ πού έδυ σου το κάλλος;
- Θρήνον συνεκίνει/ η Πάναγνός σου Μήτηρ,/ Σου, Λόγε, νεκρωθέντος.
- Η Δάμαλις τον Μόσχον/ εν ξύλω κρεμασθέντα/ ηλάλαζεν ορώσα.
- Ανέκραζεν η Κόρη/ θερμώς δακρυρροούσα/ τα σπλάχνα κεντωμένη.
- Ω φως των οφθαλμών μου/ γλυκύτατόν μου τέκνον/ πώς τάφω νυν καλύπτη;
- Κλαίει και θρηνεί Σε/ η Πάναγνός σου Μήτηρ/ Σωτήρ μου νεκρωθέντα.
(από το Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη, τ. Β’,  εκδ. Κυψέλη, Αθήνα 1958)


Κώστας Βάρναλης, «Η μάνα του Χριστού» (απόσπασμα)
…………………………
Κατεβάζω στα μάτια τη μαύρην ομπόλια,
για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει…
Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρω περβόλια
λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.
Φεύγεις πάνου στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου,
Άνοιξη μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,...

Friday, 16 December 2011

Ο Βάρναλης απαγγέλλει Βάρναλη
Οι Μοιραίοι - Η Μπαλάντα του κυρ-Μέντιου

Κώστας Βάρναλης 
(Πύργος Βουλγαρίας 1884 - Αθήνα 16 Δεκεμβρίου 1974): ποιητής, πεζογράφος καὶ δοκιμιογράφος. 

Kostas Varnalis: Yesterday Still Alive Today
poems
 
 .
από “Το φως που καίει”:
«Πάντα οι νικημένοι έχουνε τ’ άδικο.
Και τ’ άβουλο πλήθος πάει ταχτικά με τους νικητές.
Ως τώρα η ιστορία του Κόσμου είναι ιστορία των Νικητών.

Λεφτεριά θα πει δύναμη.»
«Η ποίηση τοῦ Βάρναλη, γράφει ὁ Μενέλαος Λουντέμης, δὲ μύριζε ποτὲ γάλα. Μύριζε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μπαροῦτι· κατέβηκε δηλαδὴ στὸ στίβο χωρὶς πάρα πολλὰ γυμνάσματα καὶ δοκιμὲς καὶ περιπλανήσεις στοὺς λειμῶνες τῶν ἀσφόδελων. Μ᾿ ἄλλα λόγια, χωρὶς αὐτὲς τὶς πεισιθάνατες κραυγὲς ποὺ ἔβγαζαν ὅλοι οἱ λυρικοί του καιροῦ του. Ὄχι. Ἡ Ποίηση τοῦ Βάρναλη ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀρσενική, λάσια, μιὰ βολίδα ποὔπεσε μὲς στὰ στεκούμενα νερὰ τοῦ μελίπηχτου λυρισμοῦ».





Friday, 2 April 2010

Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα...
Κ. Βάρναλη: Ο πόνος της Μητέρας

σήμερα όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται
σήμερα τόβαλαν βουλή
οι άνομοι εβραίοι
για να σταυρώσουν το Χριστό
τον πάντων Βασιλέα

Η Παναγιά η Δέσποινα
καθόταν μοναχή της
την προσευχή της έκαμε
για τον Μονογενή της


Ο πόνος της Μητέρας
 
Οι πόνοι της Παναγίας
 
Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάζεις.
Ξαίρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράζεις.

Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό,
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω, την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ' απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ,
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι...

Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ' αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τ' ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις,
θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είν' αλήθεια πιο χρυσή, σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

Κ. Βάρναλης

Tuesday, 19 June 2007

Απ' τους καλούς πάντα καλό θα μάθης. Αν πηγαίνεις με τους κακούς, και το μυαλό που σούλαχε θα χάσης

Η σημασία της άσκησης της αρετής
[1.2.19] Ἴσως οὖν εἴποιεν ἂν πολλοὶ τῶν φασκόντων φιλοσοφεῖν
ὅτι οὐκ ἄν ποτε ὁ δίκαιος ἄδικος γένοιτο, οὐδὲ ὁ σώφρων ὑβριστής, οὐδὲ ἄλλο οὐδὲν ὧν μάθησίς ἐστιν ὁ μαθὼν ἀνεπιστήμων ἄν ποτε γένοιτο. ἐγὼ δὲ περὶ τούτων οὐχ οὕτω γιγνώσκω·  
ὁρῶ γὰρ ὥσπερ τὰ τοῦ σώματος ἔργα τοὺς μὴ τὰ
σώματα ἀσκοῦντας οὐ δυναμένους ποιεῖν, οὕτω καὶ τὰ τῆς ψυχῆς ἔργα τοὺς μὴ τὴν ψυχὴν ἀσκοῦντας οὐ δυναμένους·
οὔτε γὰρ ἃ δεῖ πράττειν οὔτε ὧν δεῖ ἀπέχεσθαι δύνανται.
[1.2.20] δι’ ὃ καὶ τοὺς υἱεῖς οἱ πατέρες, κἂν ὦσι σώφρονες, ὅμως ἀπὸ τῶν πονηρῶν ἀνθρώπων εἴργουσιν, ὡς τὴν μὲν τῶν χρηστῶν ὁμιλίαν ἄσκησιν οὖσαν τῆς ἀρετῆς, τὴν δὲ τῶν πονηρῶν κατάλυσιν. μαρτυρεῖ δὲ καὶ τῶν ποιητῶν ὅ τε λέγων·

Ἐσθλῶν μὲν γὰρ ἄπ’ ἐσθλὰ διδάξεαι· 
ἢν δὲ κακοῖσι συμμίσγῃς, 
ἀπολεῖς καὶ τὸν ἐόντα νόον, 
καὶ ὁ λέγων·
Αὐτὰρ ἀνὴρ ἀγαθὸς τοτὲ μὲν κακός, ἄλλοτε δ’ ἐσθλός.
ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ : Απομνημονεύματα 1.2.19–1.2.23
Ιστορικός και Φιλόσοφος

Μετάφραση:  Κ. Βάρναλης. [1939] χ.χ. Ξενοφών. Απομνημονεύματα.
Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Ι–ΙΙ. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος.

Ίσως λοιπόν ημπορούσαν να ειπούν πολλοί από εκείνους, που λέγουν ότι φιλοσοφούν, ότι ουδέποτε ο δίκαιος ημπορεί να γίνη άδικος ούτε ο σώφρων αυθαίρετος ούτε κατ' άλλο τίποτε εξ εκείνων, τα οποία μανθάνονται, ο μαθών μπορεί να γίνη ανεπιστήμων. 
Εγώ όμως περί τούτων δεν φρονώ ούτω· διότι παρατηρώ, ότι, καθώς τα σωματικά έργα εκείνοι, που δεν εξασκούν τα σώματα, δεν ημπορούν να τα εκτελούν, έτσι και τα ψυχικά έργα εκείνοι, που δεν εξασκούν την ψυχήν, δεν ημπορούν να τα εκτελούν, διότι, ούτε όσα πρέπει να κάμνουν, ημπορούν να τα κάμνουν, ούτε από όσα πρέπει να απέχουν, ημπορούν να απέχουν.
Διά τούτο και οι πατέρες τους υιούς των, και αν είναι σώφρονες, όμως τους εμποδίζουν από τους πονηρούς ανθρώπους, επειδή η μεν συναναστροφή των εναρέτων είναι άσκησις της αρετής, η δε συναναστροφή των πονηρών καταστροφή. Είναι δε μάρτυς τούτου από τους ποιητάς και εκείνος που λέγει:

Απ' τους καλούς πάντα καλό θα μάθης.
Αν πηγαίνεις με τους κακούς,
Και το μυαλό που σούλαχε θα χάσης.
και εκείνος που λέγει:
Ο καλός άλλοτε κακός και άλλοτε καλός είναι.

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki