Showing posts with label Κωστής Παλαμάς. Show all posts
Showing posts with label Κωστής Παλαμάς. Show all posts

Saturday, 15 April 2023

Κωστής Παλαμάς: Το Τραγούδι του Σταυρού

Κ' έγυρ' Εκείνος το άχραντο κεφάλι και ξεψύχησε

στο μαύρο το κορμί μου απάνου·
άστρα γινήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα

κι από τα χιόνια πιο λευκός τα αιώνια του Λιβάνου.

Οι καταφρονεμένοι μ' αγκαλιάσανε

και σα βουνά και σα Θαβώρ υψώθηκαν εμπρός μου·

οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν

γονάτισα στον ήσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου.

Τον κόσμο αν εμαρμάρωσα, τον κόσμο τον ανάστησα,

στά πόδια μου άγγελοι οι Καιροί, γύρω μου σκλάβες οι Ώρες.

Δείχνω μια μυστική Χαναάν στα γαλανά υπερκόσμια·

μα εδώ πατρίδες πάναγνες είσαστ' εσείς, τρεις Χώρες!

Ω πρώτη εσύ, Ιερουσαλήμ! του βασιλιά προφήτη σου

μικρή είν' η άρπα για να ειπή τη νέα μεγαλωσύνη.

Του Σολομώντα σου ο ναός μ' αντίκρυσε, και ράγισε·

καινούργια δόξα ντύθηκαν της Ιουδαίας οι κρίνοι.

Κ' ύστερα υψώθηκα σ' εσένα, ω Πόλη, εφτάλοφο όραμα,

κ' έγινα φως των ουρανών, το θάμα του Ιορδάνη,

τους Κωνσταντίνους φώτισα και τους Ηράκλειους δόξασα,

και τρικυμίες δεν έσβησαν εμέ, μηδέ Σουλτάνοι.

Και ύστερα, ταξιδευτής, ήρθα σ' εσένα, ασύγκριτη,

Αθήνα, των ωραίων πηγή, των εθνικών κορώνα,

τον άγνωστο έφερα Θεό, και, απόκοτος, αψήφησα

την πολεμόχαρη Παλλάδα μεσ' τον Παρθενώνα.

Και γνώρισα τους ιλαρούς θεούς και στεφανώθηκα

την αγριλιά της Αττικής, τη δάφνη απ' την Ελλάδα,

και ω λόγος πρωταγροίκητος! του Γολγοθά το σύγνεφο

πήρε την άσπρη ομηρική του Ολύμπου λαμπεράδα.

Τα είδωλα τ' αφρόντιστα και τα πασίχαρα έφυγαν,

αλλ' ούτε πια μεθάει τη γη το ασκητικό μεθύσι,

ας λάμπη η μυστική χαρά στα γαλανά υπερκόσμια·

ειν' εδώ κάπου μια ζωή, και είν' άξια για να ζήσει.

Με τα κλαδιά της φοινικιάς νέα ωσαννά λαχτάρισα

σ' εσένα, ω Γη Πανάγια και ω πρώτη μου πατρίδα.

Σ' εσέ γυρνώ, Ιερουσαλήμ, κ' ένα τραγούδι φέρνω σου·

Είναι πλασμένο από ψυχή και από φωνή Ελληνίδα! 
 
myriobiblos.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 16 January 2023

«Ραντεβού στην κηδεία»...

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!
Κηδεία Κωστή Παλαμά
Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! 
Ένας λαός, σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

περισσότερα εδώ

Κηδεία Γεωργίου Παπανδρέου
περισσότερα εδώ

Κηδεία Αλέξανδρου Παναγούλη
περισσότερα εδώ
Κηδεία Βάρναλη
περισσότερα εδώ
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 5 April 2019

—Ω Στρατηλάτισσα Κυρά


—
Ω Στρατηλάτισσα Κυρά, σ’ Εσέ τα νικητήρια!                   
Λαοί τον ύμνο πλέκουνε, σαν το στεφανοπλόκο, 325
με χίλια βάγια δοξασμού, κρίνα λαχτάρας μύρια,
στη χάρη Σου, Θεοτόκο!
Μακεδονίτισσα, Αθηναία, Πολίτισσα! Η Βλαχέρνα
γιομάτη από το θάμα Σου. Του Σκύθη ω Καταλύτρα,
του κολασμένου η δέηση, και του ελέους η στέρνα, 430
της γης παρηγορήτρα!
Τράβα από μας της αμαρτίας τον κίντυνο. Σπλαχνίσου.
Του πονηρού του λογισμού το ακάθαρτο ζωύφι
μέσα μας πάτα το. Σ’ εσέ ταμένοι είν’ οι λαοί σου.
Χαίρε, απάντρευτη νύφη!— 435

Κωστής Παλαμάς
(Φλογέρα του Βασιλιά, Δ΄ Λόγος, 420-435)

greek-language.gr

Friday, 25 December 2015

Αχ, αχ, Χριστουγενιάτικο της φαμελιάς τραπέζι...

Αχ, αχ, Χριστουγενιάτικο της φαμελιάς τραπέζι
Που ταίρι ταίρ' η όρεξη με την αγάπη παίζει!


Τα ποτηράκια ηχούν γλυκά, λαμποκοπούν τα πιάτα,
Γύρω φαιδρά γεράματα και προκομμένα νιάτα!
Κούρκος στη μέση ολόζεστος μοσχοβολά, ροδίζει,
Και τρέχει ολούθε το κρασί και κελαδεί κι αφρίζει.
Και να θωρείς αγνάντια σου δυο αδερφές, δυο τρέλες,
Με κουβεντούλες άσωστες, γλυκειές σαν καραμέλες,
Ή να σου λέει αγνάντια σου για το ξανθό παιδί σου
Δυο χρόνων γυναικούλα σου, ο έρως της ζωής σου.
Και να σ' αρχίζει ακούραστη ο πάππος φλυαρία,
Των Χριστουγέννων μια γνωστή πανάρχαια ιστορία...

Αχ, αχ, Χριστουγεννιάτικο της φαμελιάς τραπέζι
Που ταίρι ταίρ' η όρεξη με την αγάπη παίζει!

Κωστής Παλαμάς

Thursday, 5 February 2015

Παλαμάς: Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου

Κωστής Παλαμάς, Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου
(απόσπασμα από τον Προφητικό)
(Ανάλυση και Ερμηνεία)
Μες τις παινεμένες χώρες, Χώρα
παινεμένη, θα 'ρθει κι η ώρα,
και θα πέσεις, κι από σέν' απάνου η Φήμη
το στερνό το σάλπισμά της θα σαλπίσει
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.
Πάει το ψήλος σου, το χτίσμα σου συντρίμι.
Θα 'ρθει κι η ώρα• εσένα ήταν ο δρόμος
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόμο του ήλιου• γέρνεις• όμως
το πρωί για σε δε θα γυρίσει.
Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από μάισσες φυτρωμένα με γητειές•
πιο αλαφρά του περασμού σου τα σημάδια
κι από τις δροσοσταλαματιές•
θα σε κλαιν' τα κλαψοπούλια στ' αχνά βράδια
και στα μνήματα οι κλωνόγυρτες ιτιές.

Και θα φύγεις κι απ' το σάπιο το κορμί,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα,
και δε θά βρει το κορμί μια σπιθαμή
μες στη γη για να την κάμει μνήμα,
κι άθαφτο θα μείνει το ψοφίμι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός μέσα στους γύρους του τη μνήμη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.
Όσο να σε λυπηθεί της αγάπης ο Θεός,
και να ξημερώσει μιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωμός,
ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!
Και θ' ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γθυθείς της αμαρτίας το ντύμα,
και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν το κόρφο το γυναικείο,
σαν το κύμα,
και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα,
για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
Τα φτερά, τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!




Α. ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο «Δωδεκάλογος του Γύφτου» είναι ένα συνθετικό ποίημα που εκδόθηκε το 1907 και αποτελείται από δώδεκα λόγους. Σ' αυτό ο γύφτος συμβολίζει την ψυχή που δεν υποτάσσεται σε τίποτα, αλλά συνέχεια προσπαθεί να δημιουργήσει κάτι καινούργιο και στερεό, γκρεμίζοντας ο,τιδήποτε παλιό. Το ποίημα του σχολικού βιβλίου είναι απόσπασμα από τον «Προφητικό», τον όγδοο από τους δώδεκα λόγους. Ο Κ. Παλαμάς έγραψε τον «Προφητικό» δέκα χρόνια μετά την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.
Σ' αυτόν ο ποιητής παρουσιάζει ως ...

Friday, 17 October 2014

Κωστής Παλαμάς: «Τὸ πανηγύρι στὰ σπάρτα»

Στὸ πανηγύρι τὸ πανεύοσμο ἀπ᾿ τὰ σπάρτα
μὲ τὴ γλυκιὰν ἀνατολὴ γλυκοξυπνώντας
νὰ τρέξω βούλομαι κι ἐγὼ στὸ πανηγύρι...
Γιὰ κοίτα πέρα καὶ μακριὰ τὶ πανηγύρι
ποὺ πλέκουν τὰ χρυσὰ τὰ σπάρτα στὸ λιβάδι!
Στὸ πανηγύρι τὸ πανεύοσμο ἀπ᾿ τὰ σπάρτα
μὲ τὴ γλυκιὰν ἀνατολὴ γλυκοξυπνώντας
νὰ τρέξω βούλομαι κι ἐγὼ στὸ πανηγύρι,
θησαυριστὴς νὰ κλείσω μὲς τὴν ἀγκαλιά μου
σωροὺς τὰ ξανθολούλουδα καὶ τὰ δροσάνθια,
κι ὅλο τὸ θησαυρὸ νὰ τονε σπαταλέψω
στὰ πόδια τῆς ἀγάπης μου καὶ τῆς κυρᾶς μου.
Ὅμως βαθιὰ εἶναι τὸ ξανθόσπαρτο λιβάδι.
Κι ὅπως μιᾶς πρόσχαρης ζωῆς εἴκοσι χρόνων
κόβει τὸ λευκοστόλισμα θανάτου λύπη,
ἔτσι τὸν ἄκοπο γοργὸ μοῦ κόβει δρόμο
ἀτέλειωτος ἀνάμεσα ξεφυτρωμένος
ὁ κακὸς δρόμος μὲς τὰ βάλτα καὶ στὰ βούρλα.
Τ᾿ ἀγκαθερὰ φυτὰ ξεσκίζουνε σὰ νύχια
καὶ σὰν τὰ ξόβεργα τὸ χῶμα παγιδεύει
τοῦ κάμπου τοῦ κακοῦ στὰ βούρλα καὶ στὰ βάλτα,
ἐκεῖ ποὺ στὸ φλογόβολο τὸ ἁψὺ τοῦ ἥλιου
(ποῦ δρόσος μιᾶς πνοῆς; ποῦ σκέπασμα ἑνὸς δέντρου;)
σὰν ἀστραπὴ ἀργυρὴ χτυπάει τὰ μάτια ἡ ἅρμη.
Λιγοψυχῶ, λυγίζομαι, παραστρατίζω,
κι ἀποκάνω καὶ πέφτω, κι ἀποκαρωμένος
νοιώθω στὸ μέτωπο τ᾿ ἀγκάθια, καὶ στὰ χείλια
νοιώθω τὴν πίκρα τῆς ἁρμύρας, καὶ στὰ χέρια
νοιώθω τὴ γλίνα τῆς νοτιᾶς, καὶ στὰ ποδάρια
νοιώθω τὸ φίλημα τοῦ βάλτου, καὶ στὰ στήθη
νοιώθω τὸ χάιδεμα τοῦ βούρλου, νοιώθω ἐντός μου
τὴ μοίρα τοῦ γυμνοῦ καὶ τ᾿ ἀνήμπορου κόσμου.
(Ὦ! ποῦ εἶσαι, ἀγάπη καὶ κυρά μου;) Καὶ σὲ βάθη
δειλινῶν πορφυρῶν, πλούσια ζωγραφισμένων,
τὸ πανηγύρι ποὺ χρυσᾶ τὰ σπάρτα πλέκουν,
τὸ πανηγύρι τὸ πανεύοσμο στὰ σπάρτα,
μὲ βλέπει, μὲ καλεῖ, καὶ μὲ προσμένει ἀκόμα.

-------------------------------------
Ο ποιητής δεν έχει ακόμα κλείσει τα σαράντα του κι όμως νιώθει πως βρίσκεται μακριά από το μαγευτικό «πανηγύρι στα σπάρτα». Αυτό το πανηγύρι τον πρόσμενε σε όλη του τη ζωή.
Διατυπώνει όμως παράπονα ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό και τη μοίρα του, ενάντια στην απραγμοσύνη και τη δειλία του.
Τον κόσμο τον βλέπει σαν άφθαστο κάλλος: «χρυσά σπάρτα», «πανηγύρι πανεύοσμο», «ξανθολούλουδα», «δροσάνθια», «ξανθόσπαρτο λιβάδι».

Επίσης τον βλέπει και σαν ανικανοποίητη επιθυμία: πιστεύει ότι τα εμπόδια στο δρόμο του όπως, «ο θάνατος της γυναίκας του», «αγκαθερά φυτά», «βούρλα», «βάλτα», «αγκάθια», «πίκρα της αρμύρας», «γλίνα της νοτιάς» είναι στοιχεία αξεπέραστα γι΄αυτόν. Το πανηγύρι φαντάζει μακριά γι΄ αυτόν, θέλει όμως να παραβρεθεί σ΄αυτό το πανηγύρι: «να τρέξω βούλομαι κι εγώ στο πανηγύρι».

«Λιγοψυχώ, λυγίζομαι, παραστρατίζω, κι αποκάνω και πέφτω». Μέσα στις προσπάθειές του αυτές υποκύπτει. Από την άλλη όμως «το πανηγύρι το πανεύοσμο στα σπάρτα, με βλέπει, με καλεί, και με προσμένει ακόμα». Εδώ διαγράφεται ένας αισιόδοξος τόνος. Υπάρχει κάτι στον ορίζοντα που τον περιμένει κι αυτό είναι ο αγώνας που πρέπει να κάνει για να το αγκαλιάσει

«…νιώθω εντός μου τη μοίρα του γυμνού και του ανήμπορου κόσμου»: Αυτός ο στίχος είναι το τελικό συμπέρασμα από την εμπειρία, το σημείο του ποιήματος. Ο ποιητής νικιέται από την αντίσταση και πέφτει συντετριμμένος στη μέση της πορείας του. Δεν είναι ο άνθρωπος ο δυνατός της δράσης. 

…………………………………………
Καὶ σὲ βάθη
δειλινῶν πορφυρῶν, πλούσια ζωγραφισμένων,
τὸ πανηγύρι ποὺ χρυσᾶ τὰ σπάρτα πλέκουν,
τὸ πανηγύρι τὸ πανεύοσμο στὰ σπάρτα,
μὲ βλέπει, μὲ καλεῖ, καὶ μὲ προσμένει ἀκόμα.

Saturday, 20 September 2014

Κωστής Παλαμάς: Ὁ πιό τρανός καημός μου

 Τὴν ὥρα τὴν ὑπέρτατη ποὺ θὰ τὸ σβῇ τὸ φῶς μου
ἀγάλια-ἀγάλια ὁ θάνατος, ἕνας θὲ νὰ εἶν᾿ ἐμένα
ὁ πιὸ τρανὸς καημός μου.
Δὲ θὰ εἶν᾿ οἱ κούφιοι λογισμοί, τὰ χρόνια τὰ χαμένα,
τῆς φτώχειας ἡ ἔγνοια, τοῦ ἔρωτα ἡ ἀκοίμητη λαχτάρα,
μι
ὰ δίψα μέσ᾿ στὸ αἷμα μου, προγονικὴ
κατάρα,
μήτε
ἡ ζωή μου ἡ ἀδειανὴ συρμένη ἀπ᾿ τὸ
μαγνήτη
πάντα τ
ῆς Μούσας, μήτ᾿ ἐσύ, χιλιάκριβό μου σπίτι.

Ὁ πιὸ τρανὸς καημός μου
θ
ὰ εἶναι πῶς δὲ δυνήθηκα μ᾿ ἐσὲ νὰ ζήσω, ὦ
πλάση,
πράσινη
ἀπάνου στὰ βουνά, στὰ πέλαγα, στὰ
δάση,
θ
ὰ εἶναι πὼς δὲ χάρηκα σκυφτὸς μέσ᾿ στὰ
βιβλία,
ὦ φύση, ὁλάκερη ζωή, κι ὁλάκερη σοφία!
 -----

Το ποίημα του Κωστή Παλαμά ''Ο πιο τρανός καημός μου''
ανήκει στην ποιητική συλλογή ''Η πολιτεία και η μοναξιά'' (1912).

Το συγκεκριμένο ποίημα, αποτελεί έναν ύμνο στη φύση από τον ποιητή. 
Ως ύφος αλλά και θεματικά ανήκει στα ποιήματα που ο ίδιος ονομάζει, «ο λυρισμός του εμείς», τα οποία είναι επικές συνθέσεις. Σε αυτό το ποίημα είναι εμφανής η επίδραση του συμβολισμού αφού ο ποιητής αναφέρεται σε μία υπερβατική Ιδέα, αυτή της Φύσης.
Στο ποίημα ο Παλαμάς περιγράφει, μάλλον μέσα από προσωπικά βιώματα αφού αναφέρεται σε μία ζωή σκυφτός μέσα στα βιβλία οπότε μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι αναφέρεται στον εαυτό του, το παρελθόν και το μέλλον, τον θάνατο. Με το συνδυασμό αυτό, του παρελθόντος και του μέλλοντος, ανακαλεί το παρελθόν ως μνήμη και παράδοση ελληνική.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Παλαμάς στο ποίημα του είναι η δημοτική της οποίας εξάλλου ήταν και ένθερμος υποστηρικτής χωρίς να υπάρχουν σπάνιες ή ιδιωματικές λέξεις. 
Το ποίημα έχει επίσης ομοιοκαταληξία αλλά ελεύθερη και αποτελείται από λίγους στίχους.

Η φύση όπως την χρησιμοποιεί ο Παλαμάς δημιουργεί δύο θεματικά μοτίβα στο συγκεκριμένο ποίημα. 

Το πρώτο είναι η περιγραφή του δικού του, του προσωπικού του ψυχικού κόσμου μέσα από τη περιγραφή ενός εξωτερικού τοπίου, αυτού της φύσης. Μέσα από ένα μονόλογο, ο ποιητής προβάλλει τη ζωή που έζησε και που ήταν γεμάτη δύσκολες στιγμές και μοναξιά και την συγκρίνει με τη ζωή που θα μπορούσε να είχε ζήσει στο μεγαλειώδες περιβάλλον και τοπίο της φύσης.
Το δεύτερο θεματικό μοτίβο, είναι η τέχνη του σε συνδυασμό με τη φύση αφού η ενασχόληση του με τη ποίηση ήταν αυτή που δεν του επέτρεψε να ζει με τον τρόπο που αυτός ήθελε στη φύση παρά πέρασε τη ζωή του κλεισμένος σε εσωτερικούς χώρους διαβάζοντας και γράφοντας.
Το ποίημα είναι λυρικό και αυτό τονίζεται από τις περιγραφές που υπάρχουν οι οποίες συνθέτουν τον δυισμό του Παλαμά, στοιχείο γνώριμο της ποιητικής του. Στο συγκεκριμένο ποίημα εκφράζεται μέσω της περιγραφής αντίθετων καταστάσεων οι οποίες τελικώς τονίζουν το μεγαλείο της φύσης.

Από τη μία, λοιπόν, ο ποιητής περιγράφει τη μοναχική ζωή που του επέβαλλε η ποίηση στην οποία όμως δεν μπορούσε και ο ίδιος να αντισταθεί αφού όπως αναφέρει η Μούσα του τον έσερνε με ένα μαγνήτη, και από την άλλη μία ζωή μέσα στη φύση, στα βουνά, τα πέλαγα και τα δάση, μία αντίθεση που σαφώς ευνοεί τη φύση.Η φύση βέβαια για τον Παλαμά δεν αποτελεί απλώς ένα ωραίο τοπίο το οποίο θα του προσέφερε ηρεμία και γαλήνη. 
Έχει μία πιο δυναμική διάσταση αφού σε αυτή θεωρεί ο ποιητής ότι κρύβεται μία ζωή ολόκληρη αλλά και η σοφία που αυτός αναζητούσε στα βιβλία.Το ποίημα αυτό αποτελεί στην ουσία το αντίτιμο που πλήρωσε ο Παλαμάς για το μέγεθος του. Μπορεί διανοητικά και λογοτεχνικά να μην ήταν αποκομμένος από τη κοινωνία αλλά αντίθετα να ήταν πλήρως συνδεδεμένος όπως διαφαίνεται και από το έργο του, αλλά η δική του ζωή ήταν μοναχική, σχεδόν ασκητική για να μπορέσει να δημιουργήσει τη ποίηση του.Τη διατύπωση και τη περιγραφή του ασκητικού Παλαμά για τη δημιουργία της τέχνης του την έκανε καλύτερα ο Άγγελος Σικελιανός σε μία ομιλία του στον Παρνασσό το 1936 με θέμα Ο Παλαμάς ασκητής και μύστης. 
Για να μπορέσει να κατανοήσει τις θυσίες και τη μοναξιά που χαρακτήριζε τον Παλαμά ώστε να γεννήσει ένα τόσο μεγαλοπρεπές έργο τον αποκάλεσε «άγιο»: «Ο Παλαμάς μόχθησε, έλπισε, αγάπησε, αιμάτωσε, αγωνίστηκε, ενίκησε, για μας. Ο Παλαμάς λοιπόν, είναι ένας άγιος».
Το ποίημα «Ο πιο τρανός καημός μου» καταδεικνύει ότι όντως αυτή ήταν η ζωή του ποιητή. Χαμένα χρόνια, μέσα στη φτώχεια και μία ζωή άδεια χωρίς έρωτα και άλλες χαρές που προσφέρει η άνετη και ευτυχισμένη ζωή. Στο ποίημα αυτό εκτός από το παράπονο του ποιητή φαίνεται να εκφράζεται και η απογοήτευση του αλλά παράλληλα και η έντονη σύνδεση με τη ποίηση του. Ο ίδιος θεωρεί ότι η φύση ήταν σε θέση να του προσφέρει και τη ζωή που δεν έζησε αλλά και την σοφία που αναζήτησε και κατέκτησε μέσω της μελέτης του.

Εντούτοις, γνωρίζει και ο ίδιος πως δεν θα μπορούσε να πράξει αλλιώς αφού η ενασχόληση του με την ποίηση δεν ήταν επιλογή την οποία θα μπορούσε να έχει απορρίψει, αλλά «προγονική κατάρα» και ο μαγνήτης της Μούσας στα οποία δεν θα μπορούσε να έχει αντισταθεί.

Thursday, 18 September 2014

Κωστής Παλαμάς - «Κάποτε κάπου...»

Κάποτε κάπου ἀφάνταστο τραγούδησα τραγούδι
σὲ τοῦτον τὸ σκοπό,
κάποτε, πρώτη καὶ στερνὴ φορά· καὶ δὲν τὸ βρίσκω
γιὰ νὰ τὸ ξαναπῶ.


Στ᾿ ἄδειο σεντούκι του γυρτὸς ὁ σφιχτοχέρης, ἴδιος,
πάθος, χαμός, ὢ λύπη!
Τοῦ τρέμουνε τὰ δάχτυλα σὰ νὰ μετρᾶν ἀκόμα
τὸ θησαυρὸ ποὺ λείπει.


Βαστῶ μιᾶς φλόγας τὸν καπνὸ κ᾿ ἑνὸς καπνοῦ τὸν ἴσκιο
σὲ τοῦτον τὸ σκοπό.
Κάποτε κάπου ἀφάνταστο τραγούδησα τραγούδι·
ξανὰ δὲ θὰ τὸ πῶ.


Τὰ παθητικὰ κρυφομιλήματα, 1925
Ἅπαντα, τόμ. Ζ´, σελ. 479

Wednesday, 17 September 2014

Κωστής Παλαμάς: Τα σκολειά χτίστε

Με τη φλόγα που ψαίνει και που πλάθει,
με της καρδιάς τη φλόγα, με του Λόγου
τη δύναμη, ξεσκέπαστα, καθάρια,
και με τα χέρια, και με τα μαχαίρια,
τον τόπο πάρτε.
Κάτου σημάδια που έμπηξε το ψέμα!
Τα ταξίματα φέρτε στης Αλήθειας
της ιερής το βωμό και τα σφαχτάρια.
Στον τόπο απάνου όχι πολέμων κάστρα
τα σκολειά χτίστε!

Λιτά χτίστε τα, απλόχωρα, μεγάλα,
γερά θεμελιωμένα, από της χώρας
ακάθαρτης, πoλύβοης, αρρωστιάρας
μακριά μακριά τ' ανήλιαγα σοκάκια,
τα σκολειά χτίστε!

Και τα πορτοπαράθυρα των τοίχων
περίσσια ανοίχτε, νάρχεται ο κυρ Ήλιος,
διαφεντευτής, να χύνεται, να φεύγει,
ονειρεμένο πίσω του αργοσέρνοντας
το φεγγάρι.

Γιομίζοντάς τα να τα ζωντανεύουν
μαϊστράλια και βοριάδες και μελτέμια
με τους κελαϊδισμούς και με τους μόσκους
κι ο δάσκαλος, ποιητής και τα βιβλία
να είναι σαν κρίνα.

Του τραγουδιού τη γλώσσα αντιλαλώντας,
και τα βιβλία σαν τα τραγούδια να είναι!
Στη γη της ομορφιάς, αρματωμένη
την Επιστήμη, η Ομορφιά, χαρά της!
αρχή σοφίας!

Τα σκολειά χτίστε, υψώστε τα πλατάνια
για το δροσό στης ρεματιάς τη χάρη,
για τον καρπό σπάρτε τα αμπέλια, ας είναι
τ' αγαθά τους αγνά κρασιά, και ας είναι
γούρμα σταφύλια,
λογής, κεχριμπαρένια, άλικα, μαύρα.

Όπου απλωσιά, όπου ψήλωμα, όπου υγεία,
στα πέλαα ν' αγναντεύουν τα καράβια
και τους αϊτούς να λαχταράν και τ' άστρα
στα ουράνια πλάτια.

Και βαθιούς τράφους γύρω γύρω σκάφτε
και πύργους πολεμόχαρους υψώστε
και βαρδιατόρους βάλτε να κρατάνε
μακριά μακριά τον ψεύτη και τον πλάνο
της Ρωμιοσύνης.

Ξόβεργα και καρφιά κρατά και πάει
και πιάνει και καρφώνει και σκοτώνει•
του φτερωτού πιο απ' όλα κυνηγάρης,
αρχίζοντας από τις πεταλούδες,
φτάνει στη Σκέψη. 

1859 - 1943
Το ποίημα “Τα σκολειά χτίστε” δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Νουμάς”, το 1910. Την περίοδο αυτή η εξουσία βρίσκεται στα χέρια του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος ενδιαφέρεται για την πρόοδο της παιδείας. Το 1910 ιδρύεται και ο εκπαιδευτικός όμιλος, από τους κόλπους του οποίου θα προέλθει το 1917 η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που εισήγαγε τη δημοτική στην εκπαίδευση.

Ο Παλαμάς είναι υποστηρικτής του δημοτικισμού. 
Οραματίζεται μια πνευματική αναγέννηση. 
Με το ποίημα του “Τα σκολειά χτίστε” ο Παλαμάς εκφράζει αυτό ακριβώς το όραμα του.

Sunday, 14 September 2014

Κωστής Παλαμάς: Μια πίκρα

Μιὰ πίκρα 
Τὰ πρῶτα μου χρόνια τ᾿ ἀξέχαστα τἄζησα
κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Καὶ κάθε φορὰ ποὺ μπροστά μου ἡ πρωτάνθιστη
ζωούλα προβάλλει,
καὶ βλέπω τὰ ὀνείρατα κι ἀκούω τὰ μιλήματα
τῶν πρώτων μου χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι,

στενάζεις καρδιά μου τὸ ἴδιο ἀναστέναγμα:
Νὰ ζοῦσα καὶ πάλι
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
στὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Μιὰ μένα εἶναι ἡ μοίρα μου, μιὰ μένα εἶν᾿ ἡ χάρη μου,
δὲν γνώρισα κι ἄλλη:
Μιὰ θάλασσα μέσα μου σὰ λίμνη γλυκόστρωτη
καὶ σὰν ὠκιανός ἀνοιχτὴ καὶ μεγάλη.

Καὶ νά! μέσ᾿ στὸν ὕπνο μου τὴν ἔφερε τ᾿ ὄνειρο
κοντά μου καὶ πάλι
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴ ρηχὴ καὶ τὴν ἥμερη,
τὴ θάλασσα ἐκεῖ τὴν πλατιά, τὴ μεγάλη.

Κι ἐμέ, τρισαλίμονο! μιὰ πίκρα μὲ πίκραινε,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
καὶ δὲ μοῦ τὴ γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα
τῆς πρώτης λαχτάρας μου, καλό μου ἀκρογιάλι!

Ποιὰ τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου
καὶ ποιὰ ἀνεμοζάλη,
ποὺ δὲ μοῦ τὴν κοίμιζες καὶ δὲν τὴν ἀνάπαυες,
πανώριο ξαγνάντεμα κοντὰ στ᾿ ἀκρογιάλι;

Μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀμίλητη, μιὰ πίκρα εἶν᾿ ἀξήγητη,
μιὰ πίκρα μεγάλη,
ἡ πίκρα ποὺ εἶν᾿ ἄσβηστη καὶ μέσ᾿ τὸν παράδεισο
τῶν πρώτων μας χρόνων κοντὰ στὸ ἀκρογιάλι.
Καημοὶ τῆς Λιμνοθάλασσας, 1912


ΦΟΙΒΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΙΑΣ

Kωστής Παλαμάς
Γεννήθηκε το 1859 στην Πάτρα. Μεγάλωσε στο Μεσολόγγι. Από το 1897 μέχρι και το 1928 εργάστηκε ως γενικός γραμματέας στο Πανεπιστήμιο. Τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων, μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, επίτιμος δημότης Θεσσαλονίκης. Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 την περίοδο της Ελληνογερμανικής κατοχής. Έργα του κατανεμημένα σε 11 τόμους: "Τα τραγούδια της πατρίδος μου", "Τα πρώτα κριτικά", "Η ασάλευτη ζωή", "Θάνατος του παληκαριού", "Η φλογέρα του βασιλιά", "Γράμματα", "Βωμοί", "Ποιητική τέχνη και γλώσσα", "Δειλοί και σκληροί στίχοι", "Πεζοί δρόμοι", Βραδινή φωτιά".
-------
Αφιερωμένο στην Αμπά μας,
που ήρθε κοντά μας σήμερα,
ανήμερα του Σταυρού,
και είθε όλες οι πίκρες να γλυκάνουν
για πάντα

Ο Κωστής Παλαμάς για το Καλοκαιράκι που έφυγε

«Τὸ καλοκαίρι»

Ὁ κόσμος λάμπει
σὰν ἕνα ἀστέρι,
βουνὰ καὶ κάμποι,
δένδρα, νερά,
γιορτάζουν πάλι,
καθὼς προβάλει
τὸ καλοκαίρι.
Θεοῦ χαρά!
Φωνοῦλες γέλια
φέρνει τ᾿ ἀγέρι
μέσ᾿ ἀπ᾿ τ᾿ ἀμπέλια
τὰ καρπερά.
Παιδιὰ ἀγγελούδια
ψέλνουν τραγούδια
στὸ καλοκαίρι.
Θεοῦ χαρά!

Τὴν ὥρα τούτη
σκορπᾶ ἕνα χέρι
χάδια καὶ πλούτη,
κι ἡ γῆ φορᾶ,
σὰν μιὰ πορφύρα.
Ζωῆς πλημμύρα
τὸ καλοκαίρι.
Θεοῦ χαρά!

Ἡ φύσις πέρα
ὦ νέοι καὶ γέροι,
σὰ μιὰ μητέρα
μᾶς καρτερᾶ.
Ἡ φύσις ὅλη
σὰν περιβόλι
τὸ καλοκαίρι.
Θεοῦ χαρά!

Saturday, 13 September 2014

Τὸ Τραγούδι τοῦ Σταυροῦ - Κωστής Παλαμάς

Κ᾿ ἔγυρ᾿ Ἐκεῖνος τὸ ἄχραντο κεφάλι καὶ ξεψύχησε
στὸ μαῦρο τὸ κορμί μου ἀπάνου·
ἄστρα γινήκαν τὰ καρφιὰ τοῦ μαρτυρίου του, ἄστραψα

Kι ἀπὸ τὰ χιόνια πιὸ λευκὸς τὰ αἰώνια τοῦ Λιβάνου.

Οἱ καταφρονεμένοι μ᾿ ἀγκαλιάσανε
και σὰ βουνὰ καὶ σὰ Θαβὼρ ὑψώθηκαν ἐμπρός μου·
οἱ δυνατοὶ τοῦ κόσμου μὲ κατάτρεξαν
γονάτισα στὸν ἤσκιό μου τοὺς δυνατοὺς τοῦ κόσμου.


Τὸν κόσμο ἂν ἐμαρμάρωσα, τὸν κόσμο τὸν ἀνάστησα,
στὰ πόδια μου ἄγγελοι οἱ Καιροί, γύρω μου σκλάβες οἱ Ὧρες.
Δείχνω μία μυστικὴ Χαναὰν στὰ γαλανὰ ὑπερκόσμια·
μὰ ἐδῶ πατρίδες πάναγνες εἴσαστ᾿ ἐσεῖς, τρεῖς Χῶρες!


Ὢ πρώτη ἐσύ, Ἱερουσαλήμ! τοῦ βασιλιᾶ προφήτη σου
μικρὴ εἶν᾿ ἡ ἅρπα γιὰ νὰ εἰπῇ τὴ νέα μεγαλωσύνη.
Τοῦ Σολομῶντα σου ὁ ναὸς μ᾿ ἀντίκρυσε, καὶ ράγισε·
καινούργια δόξα ντύθηκαν τῆς Ἰουδαίας οἱ κρίνοι.


Κ᾿ ὕστερα ὑψώθηκα σ᾿ ἐσένα, ὦ Πόλη, ἑφτάλοφο ὅραμα,
κ᾿ ἔγινα φῶς τῶν οὐρανῶν, τὸ θᾶμα τοῦ Ἰορδάνη,
τοὺς Κωνσταντίνους φώτισα καὶ τοὺς Ἡράκλειους δόξασα,
και τρικυμίες δὲν ἔσβησαν ἐμέ, μηδὲ Σουλτάνοι.


Καὶ ὕστερα, ταξιδευτής, ἦρθα σ᾿ ἐσένα, ἀσύγκριτη,
Ἀθήνα, τῶν ὡραίων πηγή, τῶν ἐθνικῶν κορῶνα,
τὸν ἄγνωστο ἔφερα Θεό, καί, ἀπόκοτος, ἀψήφησα
τὴν πολεμόχαρη Παλλάδα μέσ᾿ τὸν Παρθενώνα.


Καὶ γνώρισα τοὺς ἱλαροὺς θεοὺς καὶ στεφανώθηκα
τὴν ἀγριλιὰ τῆς Ἀττικῆς, τὴ δάφνη ἀπ᾿ τὴν Ἑλλάδα,
καὶ ὢ λόγος πρωταγροίκητος! τοῦ Γολγοθᾶ τὸ σύγνεφο
πῆρε τὴν ἄσπρη ὁμηρικὴ τοῦ Ὀλύμπου λαμπεράδα.


Τὰ εἴδωλα τ᾿ ἀφρόντιστα καὶ τὰ πασίχαρα ἔφυγαν,
ἀλλ᾿ οὔτε πιὰ μεθάει τὴ γῆ τὸ ἀσκητικὸ μεθύσι,
ἂς λάμπῃ ἡ μυστικὴ χαρὰ στὰ γαλανὰ ὑπερκόσμια·
εἶν᾿ ἐδῶ κάπου μιὰ ζωή, καὶ εἶν᾿ ἄξια γιὰ νὰ ζήσῃ.


Μὲ τὰ κλαδιὰ τῆς φοινικιᾶς νέα ὡσαννὰ λαχτάρισα
σ᾿ ἐσένα, ὦ Γῆ Πανάγια καὶ ὦ πρώτη μου πατρίδα.
Σ᾿ ἐσὲ γυρνῶ, Ἱερουσαλήμ, κ᾿ ἕνα τραγούδι φέρνω σου
Εἶναι πλασμένο ἀπὸ ψυχὴ καὶ ἀπὸ φωνὴ Ἑλληνίδα!



(1913)

Monday, 17 March 2014

Victor Hugo - Το Ελληνόπουλο - L'enfant - 1821

Τούρκοι διαβήκαν, χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τ' όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ' αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ' τα νερά.

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ' την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τι ΄θελες τάχα να 'χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν'αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ' το Ιράν που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ'το δεντρί
που μεσ' στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κι έν' άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, δε σώνει
μεσ'απ' τον ίσκιο του να βγει;

Μην το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ΄όλα τούτα τ' αγαθά;
Πες. Τ' άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
Διαβάτη,

μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Να!!

Απόδοση στα Ελληνικά: Κωστής Παλαμάς

 ................................

L'Enfant
Les turcs ont passé là. Tout est ruine et deuil.
Chio, l'île des vins, n'est plus qu'un sombre écueil,
Chio, qu'ombrageaient les charmilles,
Chio, qui dans les flots reflétait ses grands bois,
Ses coteaux, ses palais, et le soir quelquefois
Un chœur dansant de jeunes filles.

Tout est désert. Mais non ; seul près des murs noircis,
Un enfant aux yeux bleus, un enfant grec, assis,
Courbait sa tête humiliée ;
Il avait pour asile, il avait pour appui
Une blanche aubépine, une fleur, comme lui
Dans le grand ravage oubliée.

Ah ! pauvre enfant, pieds nus sur les rocs anguleux !
Hélas ! pour essuyer les pleurs de tes yeux bleus
Comme le ciel et comme l'onde,
Pour que dans leur azur, de larmes orageux,
Passe le vif éclair de la joie et des jeux,
Pour relever ta tête blonde,

Que veux-tu ? Bel enfant, que te faut-il donner
Pour rattacher gaîment et gaîment ramener
En boucles sur ta blanche épaule
Ces cheveux, qui du fer n'ont pas subi l'affront,
Et qui pleurent épars autour de ton beau front,
Comme les feuilles sur le saule ?

Qui pourrait dissiper tes chagrins nébuleux ?
Est-ce d'avoir ce lys, bleu comme tes yeux bleus,
Qui d'Iran borde le puits sombre ?
Ou le fruit du tuba, de cet arbre si grand,
Qu'un cheval au galop met, toujours en courant,
Cent ans à sortir de son ombre ?

Veux-tu, pour me sourire, un bel oiseau des bois,
Qui chante avec un chant plus doux que le hautbois,
Plus éclatant que les cymbales ?
Que veux-tu ? fleur, beau fruit, ou l'oiseau merveilleux ?
- Ami, dit l'enfant grec, dit l'enfant aux yeux bleus,
Je veux de la poudre et des balles.

8-10 juillet 1828

     Victor Hugo - Les Orientales

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki