Showing posts with label Καλό Μήνα. Show all posts
Showing posts with label Καλό Μήνα. Show all posts

Sunday, 1 December 2024

Δεκέμβρης ο Γιορτινός!! Καλό μήνα!!

Καλό μήναααα, Χαμομηλάκια 
και Καλά Χριστούγεννα!!
.
Ποϊνσέττια ή αλεξανδρινό
Το λουλούδι του Δεκέμβρη
Μπήκε και ο Δεκέμβριος, 
ο δωδέκατος μήνας του χρόνου, ο πρώτος του Χειμώνα.

December

Λαογραφία και Δεκέμβριος
 
Το νιώθετε; Σε 24 μέρες έχουμε Χριστούγεννα και σε 30 μπαίνει το νέο έτος! 
Προς τιμήν του θεού της θάλασσας, ο μήνας Δεκέμβριος στο Αττικό αρχαιοελληνικό ημερολόγιο, ονομαζόταν Ποσειδεών.
Ο μήνας αυτός έχει διάφορες ονομασίες: Δεκέμβρης ή Δεκέμηρης, Γιορτινός (λόγω των πολλών εορτών), Αϊ-Νικολιάτης, Χριστουγεννιάτης, Χριστουγεννάς, Χιονιάς, Ασπρομηνάς. 
Είναι γεμάτος με γιορτές: της Αγίας Βαρβάρας στις 4, του Αγίου Σάββα στις 5, του Αγίου Νικολάου στις 6, της Γέννησης του Χριστού στις 25, του Εμμανουήλ στις 26, του Αγίου Στεφάνου στις 27.
 
Παροιμίες που αναφέρονται στον μήνα Δεκέμβριο:

  1. Δεκέμβριος, Χριστού γέννηση και καλός μας Χρόνος.
  2. Το τραγούδι με τον τρύγο, το Δεκέμβρη παραμύθι.
  3. Χιόνι του Δεκεμβρίου, χρυσάφι του καλοκαιριού.
  4. Να ‘ναι Χριστούγεννα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα, χαρά σ’ εκείνο το γεωργό, πού ‘χει πολλά σπαρμένα.
  5. Να ‘ναι Χριστούγεννα στεγνά, τα Φώτα χιονισμένα, και τα Λαμπρά βρεχούμενα, αμπάρια γιομισμένα.
  6. Αγία Βαρβάρα μίλησε κι ο Σάββας απεκρίθει:
  7. - Μαζέψτε ξύλα κι άχυρα και σύρτε και στο μύλο, γιατί Αι Νικόλας έρχεται στα χιόνια φορτωμένος.
  8. Χειμωνιάτικη γέννα, καλοκαιρινή χαρά.
  9. Απ’ τα Νικολοβάρβαρα αρχίζει ο χειμώνας.
  10. Γύρω γύρω του Χριστού, η κορφή του χειμωνιού.
  11. Βαρβάρα βαρβαρώνει (το κρύο), αϊ Σάββας σαβανώνει, αϊ Νικόλας παραχώνει
  12. Αγία Βαρβάρα γέννησε (το χιόνι), άη Σάββας το δέχτει κι άη Νικόλας έτρεξε να πάει να το δαφτίσει (το βάφτισε χιόνι)
  13. Αγια Βαρβάρα μίλησε και Σάββας αποκρίθει κι Αγιονικόλας έτρεξε να πάει να λειτουργήσει
  14. Άγια Βαρβάρα γέννησε και ο Σάββας το εδέχθη, και ο Αϊ Νικόλας έτρεξε να πάει να το βαφτίσει.
  15. Το Νοέμβρη και Δεκέμβρη φύτευε καταβολάδες.
από astropeleki

Tuesday, 1 October 2024

Ο μήνας Οκτώβριος - Καλό μήνα χαμομηλάκια!

Ο δεύτερος μήνας του φθινοπώρου. 

Έχει 31 ημέρες κι είναι ο πιο κατάλληλος για την καλλιέργεια και τη σπορά των χωραφιών. 
Ο ελληνικός λαός δίνει και τα ονόματα: Αϊ-Δημήτρης ή Αϊ-Δημητριάτης, Βροχάρης, Σποριάτης ή Σποριάς ή Σπαρτός, Μπρουμάρης (=ομιχλώδης, σκοτεινός) και Παχνιστής (από την πάχνη που πέφτει στους αγρούς). 
Τον θεωρεί έναν από τους μήνες κατά τους οποίους πρέπει κανείς να πίνει το κρασί ανέρωτο, γιατί τον συμπεριλαμβάνει στην παροιμία: «Όποιος μήνας έχει ΡΟ, δε θέλει στο κρασί νερό». 
Κατά το ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο 8ος μήνας, γι` αυτό κι ονομάστηκε Οκτόμπερ. 
Ήταν αφιερωμένος στον Άρη και τον παρίσταναν με μορφή κυνηγού, που έχει λαγό στα πόδια του, πουλιά πάνω απ` το κεφάλι του και ένα είδος κάδου κοντά του. 
Ο μήνας «των χειμαδιών» και ο γυρισμός των παραδοσιακών μαστόρων στις οικογενειακές εστίες.
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
  • Όργωμα και σπορά σιτηρών, κριθαριού και βρώμης.
  • Σπορά τριφυλλιού.
  • Ολοκλήρωση τρύγου και παραγωγή κρασιού.
  • Μάζεμα φθινοπωρινών φρούτων & πατάτας.
  • Κάψιμο φυτών, που έδωσαν καρπούς, για να καταστρέψουν τα αυγά των εντόμων.
  • Κατεβαίνουν οι βοσκοί από τα βουνά στους χαμηλούς κάμπους (τα χειμαδιά). 
ΓΙΟΡΤΕΣ:
  • 12 ΟΚΤΩΒΡΗ (1944). Η απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς.
  • ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (26/10). Η γιορτή αυτή θεωρείται ορόσημο του χειμώνα και συνδυάζεται με του Αγ. Γεωργίου στις 23 Απριλίου. 
  • Στο γεωργικό καλαντάρι οι 2 αυτές γιορτές αποτελούν τις χρονικές τομές που χωρίζουν το έτος σε 2 ίσα μέρη, στο χειμερινό και το θερινό εξάμηνο αντίστοιχα.
  • 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ (1940). Η επέτειος του «ΟΧΙ» στο φασισμό.
ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ:
  • «Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οκτώ σακιά δε γέμισες».
  • «Οκτώβρη και δεν έσπειρες, τρία καλά δεν έκαμες».
  • «Όποιος σπέρνει τον Οκτώβρη, έχει οκτώ σειρές στ’ αλώνι».
  • «Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια».
  • «Αϊ Δημητράκη μου, Μικρό καλοκαιράκι μου».
  • «Αν βρέξει ο Οκτώβρης και χορτάσει η γη, πούλησ' το σιτάρι σου και αγόρασε βόδια».
  • «Αν δε βρέξει, ας ψιχαλίσει, πάντα κάτι θα δροσίσει».
  • «Αν δε βρέξει, πως θα ξαστερώσει;»
  • «Αν δε χορτάσει ο Οκτώβριος τη γη, πούλησε τα βόδια σου και αγόρασε σιτάρι».
  • «Άσπορος μη μείνεις, άθερος δε μένεις».
  • «Βαθιά τ' αυλάκια να φουντώσουνε τα στάχυα».
  • «Δεύτερο αλέτρι, δεύτερο δεμάτι».
  • «Μακριά βροντή, κοντά βροχή».
  • «Ο καλός ο νοικοκύρης, ο λαγός και το περδίκι, όταν βρέχει χαίρονται».
  • «Οκτώβρη και δεν έσπειρες καρπό πολύ δεν παίρνεις».
  • «Οκτώβρης και δεν έσπειρες, σιτάρι λίγο θα 'χεις».
  • «Οκτώβρη και δεν έσπειρες λίγο ψωμί θα πάρεις».
  • «Οκτώβρης βροχερός, Οκτώβρης καρπερός».
  • «Οκτώβρης-Οκτωβροχάκης το μικρό καλοκαιράκι».
  • «Τ' άη - Δημητριού, τι είσαι ‘σύ και τι ΄μαι εγώ λέει το νιο κρασί στο παλιό».
  • «Τ’ Αϊ Λουκά σπείρε τα κουκιά».
  • «Τα σταφύλια τρυγημένα και τα σκόρδα φυτεμένα». 
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
«Η ΤΖΑΜΑΛΑ» ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ. Λέξη αραβική που σημαίνει καμήλα, μια προσωποποίηση θηλυκής οντότητας με αόριστη γονιμοποιητική σημασία. Το έθιμο αυτό, γονιμοποιητικό δρώμενο της άροσης και σποράς των αγρών, συνηθιζόταν παλαιότερα στην Θράκη, να γίνεται του Αγ. Δημητρίου στις 26/10 ή σε μια άλλη μέρα, ανάλογα με τον χρόνο σποράς, που εξαρτιόταν από τις κλιματολογικές συνθήκες.
Για την καλή χρονιά σποράς, την παραμονή του Αϊ-Δημητρίου έκαναν την Τζαμάλα. Με ξύλα έκαμναν ένα μεγάλο σκελετό καμήλας, τον τύλιγαν...  με πανιά και προβιές, έβαζαν ουρά, ένα μακρύ κοντάρι για λαιμό, με κεφάλια αλόγου ή βοδιού με δόντια, το σκέπαζαν με προβιά και το στόλιζαν με χάντρες. Πάνω στην καμήλα έριχναν μακρύ χαλί, κάτω απ’ αυτό... 
έμπαιναν 4 άντρες, περπατούσαν και φαινόταν σα να περπατούσε η τζαμάλα. Πάνω της κάθιζαν ένα ψεύτικο παιδί, που το βαστούσε ο τζαμάλης, με καμπούρα και κουδούνια στη μέση του. Ύστερα από το ηλιοβασίλεμα το γύριζαν στα σπίτια με τραγούδια και γέλια… Όσοι πήγαιναν με τη τζαμάλα φορούσαν παράξενα ρούχα, με στεφάνια κληματαριών στο κεφάλι και με λαγήνια ή με κουβάδες στα χέρια για κρασί ή ούζο. Έξω από κάθε σπίτι φώναζαν: «Ε! κερά! Καλή χρονιά, καλό μπερικέτι (=σοδειά) και πολύχρονη…». Για το έθιμο αυτό, πότε γεννήθηκε, είναι απροσδιόριστο. Μεταφέρονταν από γενεά σε γενεά. Ήταν κάτι παραπάνω από πολιτιστική εκδήλωση. Τηρούνταν με θρησκευτική ευλάβεια.

Σε καμιά περίπτωση δεν έβλεπες τους πρωταγωνιστές και στο κενό να σαχλαμαρίζουν. Παιζόταν όπως η αρχαία τραγωδία, Θέση και κίνηση παρόμοια με τους πρωταγωνιστές κρατούσε όλο το χωριό, που συνοδεύει την Τζαμάλα. Παιζόταν με τέτοιο τρόπο, που όλη η φιλοσοφία της Τζαμάλας αντικαθρεφτίζει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Το σενάριο δεν είχε στοιχεία φαντασίας. Ας εξετάσουμε το σενάριο και το ξεκίνημα της Τζαμάλας. Αρχές Οκτωβρίου, μέχρι το τέλος Οκτωβρίου όλο και ψιθυριζόταν: "Πότι θα βρέξει;" Με την πρώτη βροχή να σπείρουν. Και οι σπόροι για την εποχή ήταν, σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, σίκαλη. Όλοι οι σπόροι αυτοί προσφέρονταν να κρατηθούν αποκλειστικά άνθρωποι και ζώα στη ζωή. Και τα ζώα δίνανε στον άνθρωπο για την εποχή όλα τα αγαθά, όπως γάλα, τυρί, το μαλλί τους για ρουχισμό, το δέρμα τους για τσαρούχια, αφού για παπούτσια λόγος δεν γίνεται, και τη δύναμη τους, φυσικά, να οργώνουν τη γης, αφού η μηχανή ήταν ανύπαρκτη.

Να, λοιπόν, πόσο ανάγκη είχαν τη βροχή! Την ημέρα κοίταζαν στον ουρανό. Αυτό το διάστημα, το βράδυ βλέπανε όνειρα για βροχή. Ο σχολιασμός συνεχής: "Πότι θα βρέξει;" Όταν άρχιζε να βρέχει, η χαρά ήταν απερίγραπτη. Μικροί και μεγάλοι χόρευαν μες τη βροχή. Σε καμιά περίπτωση δεν μπαίνανε στις στέγες, φοβούμενοι μήπως παρεξηγηθεί ο θεός και σταματήσει η βροχή. Με το μπάσιμο στις στέγες, ερμηνευόταν και αλλιώς: "Φτάνει τόση βροχή: ΣΤΟΠ".
Την επόμενη ημέρα από τη βροχή δε γινόταν σπορά, αφού το χώμα είναι βαρύ. Φτιάχνανε μικρά αλέτρια στα παιδιά τους, παιχνίδια, όπως τα μεγάλα, με ζυγό και βουκένια. Στη θέση για βόδια ζευόταν δύο παιδιά και το τρίτο παιδί κρατούσε το αλέτρι. Χάραζε πρώτα τετράγωνα το χωράφι, έριχνε σπόρο, κάνοντας το σταυρό του, λέγοντας: "Έλα, χριστέ και Παναγιά". Και άρχιζε να οργώνει, σκεπάζοντας το σπόρο. Ονοματίζει και τα βόδια του, δίνοντας τα ονόματα των βοδιών τους. Όλα αυτά γινόταν στην αυλή του σπιτιού με τα χαμόγελα των γονιών τους.

Όταν τα χωράφια φέρνανε τάβι και άρχιζε ο κόσμος να σπέρνει, η οικογένεια, κάθε πρωί που ξημέρωνε, βλέπανε πρώτα τα χωράφια των παιδιών τους. Πράγματι, μέσα στις οκτώ ημέρες φύτρωνε το ευλογημένο. Εδώ η χαρά δεν περιγράφεται. Το άροτρο έως το 1920 παραμένει το πρωτόγονο σίδηρο. Έχει μόνο στη μύτη το υνί, το λεγόμενο, να σκίζει τη γης.

Οι πάντες σπέρνουν.
Υπάρχουν φτωχοί και το περισσότερο χωριό δεν έχουν ζευγάρια. Η αιτία, ο πόλεμος, τα σεφέρ (μπεηλίκι). Οι πάντες, αυτοί που γλίτωσαν από τον πόλεμο, αισθάνονται την υποχρέωση να διακόψουν τη δική τους σπορά, να βοηθήσουν και τα θύματα. Το φιλότιμο και η ανθρωπιά είναι αναλλοίωτα. Ο μοναδικός τους στόχος είναι το πως θα κρατηθεί η κοινωνία τους στη ζωή. Μέσα σε αυτήν την κατάσταση, μαζί με τη σπορά, παρακολουθώντας να βγάζουν όλοι σπόρο στο χωράφι.
Έτσι ερμήνευαν τη σπορά.
Αμέσως στο ίδιο καθήκον επαγόταν η ΤΖΑΜΑΛΑ.
Τη θεωρούσαν προσευχή. Αμέσως σχηματιζόταν επιτροπή. Με σοβαρότητα συνεδρίαζε, εξέταζε ένα-ένα τα σπίτια του χωριού. Εάν έβγαζε σπόρο, αυτό ερμηνευόταν. Έστω και ένα στρέμμα να έσπερνε το κάθε σπίτι, η Τζαμάλα έπρεπε να παίξει. Τότε η επιτροπή, το δεύτερο μέτρο, προσδιορίζει την ημέρα που θα παίξει. Τρίτο, ποιοι θα αποτελούν το θίασο. Εδώ πρόσεχαν πολύ, κάνοντας συζήτηση με όλους. Αυτοί που θα προταθούν, να έχουν την έγκριση από όλο το χωριό. Τα πρόσωπα που θα απαρτίζουν το θίασο, οι πρωταγωνιστές, να είναι δοκιμασμένα άτομα. Αυτό είχε μεγάλη σημασία για την επιτυχία της Τζαμάλας. Παιζόταν ένα σοβαρό δράμα..
Αφού γινόταν η επιλογή των ατόμων και η ημερομηνία, ο τόπος της συγκέντρωσης οριζόταν πάντα στην άκρη του χωριού και έξω από το χωριό. Διαφορετικά δε γινόταν, αφού εσώκλειστος χώρος δεν υπήρχε για την εποχή. Και εάν τον είχε, ήταν δύσκολο να χωρέσει ένα χωριό μικρούς και μεγάλους, συν αυτά στη μέση. Χρειαζόταν μεγάλη αλάνα για να γίνει η πρόβα. Και γι' αυτό, επέλεγαν υπαίθριος χώρος.
Η συγκέντρωση του κόσμου γινόταν την ώρα που σκοτείνιαζε. Οι απαιτούμενες ενδυμασίες, κουδούνια μεγάλα, όπλο κλπ, όπως ανέφερα παραπάνω, χρειαζόταν την έγκριση 100% των κατοίκων. Τυχόν παρεξήγηση δεν επιτρεπόταν σε καμιά περίπτωση. Εάν γίνει και παιχτεί δεύτερος θίασος Τζαμάλα, αυτό είχε επιχειρηθεί στο παρελθόν, πολύ παλιά και είχε γίνει φόνος, μεγάλο κακό. Θεωρούνταν γελοιοποίηση της λειτουργίας.
Το έθιμο της Τζαμάλας πρέπει να έρχεται σίγουρα από τα βάθη των αιώνων. Αυτό φαίνεται από όλες τις θέσεις και αντιδράσεις, όταν ανακάλυψαν το σίδηρο και βάλανε το δόρυ στο τόξο, όπως και το υνί, τη μύτη στο άροτρο, δίνοντας τη δυνατότητα να σκίζει το χώμα, σκεπάζοντας πολύ σπόρο. Και βλέποντας οι άνθρωποι την παραγωγή, με τη χαρά τους άρχιζαν να πανηγυρίζουν.
Ακόμα και τα ενδύματα που φοράνε, δέρματα, προβιές και γούνες από ζώα.
Ο θίασος αποτελούνταν και παιζόταν από τρία άτομα, ήταν οι πρωταγωνιστές.
Πρώτος, ένα νέος υψηλός, λεβέντης. Αυτός φορούσε τη γούνα στο κεφάλι, καπέλο με δέρμα, στα πόδια τσαρούχια, στη μέση κουδούνια κρεμασμένα, ο λεγόμενος Τζαμαλάρης.
Δεύτερο πρόσωπο, πάλι νέος, κοντότερος άνδρας. Ντύνεται, προσποιείται τη γυναίκα.
Ο εγωισμός του και η ζήλια δεν τον αφήνουν. Το επαναλαμβάνει με πιο άγριες διαθέσεις. Στις δύο - τρεις το ίδιο επαναλήψεις, αφού η Γκαντίνα του γυρίζει την πλάτη, τότε επεμβαίνει ο Τζαμαλάρης. Τον απωθεί, σπρώχνοντάς τον με δύναμη. Παρά λίγο να πέσει. Ο κόσμος φωνάζει "ο. ο ..Γκια Τζαμάλα, Γκια".
Τώρα ο γέρος γίνεται κάτι άλλο, ρεζίλι. Χάνει τον έλεγχό του, κατεβάζει το όπλο του από την πλάτη. Το ανοίγει, όμως δεν έχει σφαίρες να σκοτώσει τον Τζαμαλάρη. Οι νέοι χορεύουν αδιάκοπα. Ο γέρος καμπουριαστά πλησιάζει προς τους νοικοκυραίους, λέγοντάς τους με άγρια και δυνατή φωνή, προτάσσοντας τους το όπλο: "Βάλτε μέσα στο όπλο μου σφαίρα, βάλτε". Αυτοί απαντούν: "Δεν έχομι". Αυτός φωνάζει: "Βάλτε σφαίρα".
Στην επιμονή του γέρου βγάζει ο νοικοκύρης από την τσέπη του επιδειχτικά μια σφαίρα, τη βάζει μέσα στο όπλο. Όπως το κρατά ο γέρος και με αργά βήματα, κορδωμένος, σαν να έλεγε: "Τώρα εγώ θα σας δείξω", παίρνει θέση γονατιστός και σκοπεύει.
Η Γκαντίνα μπαίνει μπροστά στον Τζαμαλάρη, κάνει προστατευτικό τείχος να τον προφυλάξει από τη σφαίρα. Ο γέρος με διάφορες κινήσεις και ελιγμούς προσπαθεί να ξεγελάσει την Γκαντίνα. Και το πετυχαίνει, κερδίζοντας παιδιού βολές. Πατά τη σκανδάλη. Το όπλο δεν παίρνει φωτιά.
Ο γέρος εξοργίζεται. Κατάλαβε ότι ο νοικοκύρης του έβαλε άδεια σφαίρα μέσα στο όπλο του. Και στην επιμονή του, για δεύτερη φορά εντονότερα, του βάζει πάλι σφαίρα. Επαναλαμβάνονται ίδιες οι κινήσεις, όπως και στην πρώτη φορά.
Τώρα, με αυτόν τον πυροβολισμό ο νέος πέφτει κάτω νεκρός.
Η γκάιντα σταματά να παίζει. Φωνή δεν ακούγεται. Νεκρική σιγή. Η Γκαντίνα σπαράζει από κλάματα επάνω στο πτώμα του συντρόφου της. Ο Γέρος παίρνει βαθιά ανάσα και με αργά βήματα, κορδωμένος, προχωρεί. Αρπάζει την Γκαντίνα με ορμή, με δύναμη από το μπράτσο. Την έσυρε έως έξω από την αλάνα, σπρώχνοντας την με δύναμη στο περιθώριο.
Γυρίζει πίσω, φέρνει βόλτα, τριγυρίζει γύρω από το πτώμα του Τζαμαλάρη, βλέποντάς τον με επιφύλαξη εάν είναι ζωντανός ή πεθαμένος. Τον σκουντά με το πόδι, μήπως κουνηθεί. Και αφού πείθεται ότι είναι νεκρός, τότες τον αρπάζει από το πόδι και με το ένα χέρι τραβά το μαχαίρι το από το ζωνάρι.
Γυρίζει το κεφάλι του προς τους νοικοκυραίους και με ζωηρή φωνή ρωτά: "Θα του γδάρω το τομάρι του. Πώς το θέλετε, προβιά να γίνει ή τουλούμι να βάλετε τυρί;" Ο νοικοκύρης με τη γυναίκα του ανταλλάσσανε γνώμη πώς το θέλουν. Επικράτησε η γνώμη της γυναίκας και αποκρίνονται φωναχτά: "Προβιά το θέλουμε, να καθόμαστε". Και τον γδέρνει. Πάλι ο γέρος τους ξαναρωτά εάν έχουν σκυλιά ή όχι. Απάντηση ήταν: "Έχουμε". Και οπότε ο γέρος φωνάζει τα σκυλιά, λέγοντας: "ω. ω. ω καραμάν".
Δεν πρόλαβε, όμως, να τον σβαρνίσει από το πόδι. Πετιέται ο νέος, ανασταίνεται, αρπάζει το γέρο σαν σκουπίδι, τον απωθεί, κλωτσώντας τον έξω από την αλάνα. Άρχισαν ζητωκραυγές, η γκάϊντα να παίζει.
Παρουσιάζεται η Γκαντίνα, δίπλα στον Τζαμαλάρη και χορεύοντας, ξεκινούν για το επόμενο σπίτι. Τότε και ο νοικοκύρης, όπως σταματά χαρούμενος με τη γυναίκα του, περνούν από μπροστά οι παραλήπτες, που παίρvουv το δικαίωμα σέρνοντας το γαϊδούρι που κουβαλά το σιτάρι, λέγοντας: "Και το χρόνο με υγεία".
Είναι αλήθεια πόσο σωστή είναι η φιλοσοφία της Τζαμάλας. Εξετάζοντας τα πλάνα του θιάσου, πως είναι δυνατόν ο γέρος να σκοτώνει το νέο και αυτός να ανασταίνεται; Δείχνει καθαρά ότι το νέο, η πρόοδος, η εξέλιξη δεν πεθαίνει. Συνεχίζοντας η Τζαμάλα το γύρο στο χωριό, τύχαινε σε σπίτι που ο νοικοκύρης δεν έβγαζε σπόρο για διάφορους λόγους, η Τζαμάλα σε καμιά περίπτωση δεν έπαιζε. Υπήρχε σεβασμός, με την έννοια ότι δε θα 'ταν καλό στην παραγωγή. Παρόλα αυτά, η Τζαμάλα έφερνε ένα γύρο μες την αυλή. Με την είδηση: "δεν έσπειρε", οι πάντες αποχωρούσαν με σεβασμό.
Στην αντίθετη περίπτωση, όταν ο νοικοκύρης έβγαζε σπόρο και δε δεχόταν να παίξει η Τζαμάλα προσωπικά, σε καμία περίπτωση δεν τολμούσε να πει ότι: "Εγώ, φερειπείν, δε θέλω να παίξει η Τζαμάλα στο σπίτι μου".
Αντιδρούσε διαφορετικά. Δήθεν ότι δεν είναι κανείς στο σπίτι. Σώνει και καλά ότι απουσίαζαν. Ήταν δύσκολα να αρνηθεί κανείς, γιατί είχε να αντιμετωπίσει την οργή όλου του κόσμου.
Και δεύτερο, είχε να εισπράξει ταπεινωτικές ενέργειες, όπως πρώτον: ανατροπή του κάρου του επάνω στη σορό, στην κοπριά ή στη σορό τα πουρνάρια, που χρησίμευαν για καψόξυλα στο φούρνο. Και αυτό ήταν δύσκολο να το κατεβάσει, γιατί ήταν αναποδογυρισμένο οι τέσσερις ρόδες προς τα πάνω, σατιρίζοντας δήθεν, έχουν κάνει αερόμυλο.
Αυτή η πράξη της ανατροπής του κάρου γινόταν μεγάλη πλάκα, γέλια. Όπως το κάρο είναι αναποδογυρισμένο στη σορό επάνω, άλλοι γύριζαν τις ρόδες φωνάζοντας: "Άντε χωριανοί, ο μύλος βγάζει ψιλό αλεύρι, ελάτι να αλέσιτι". Γέλια πολλά και την επόμενη ημέρα ακόμα γελούν σχολιάζοντας.
Με το τέλος της Τζαμάλας το σιτάρι το πουλάν. Τα λεφτά που παίρνουν την πρώτη Κυριακή ορίζουν γλέντι στην πλατεία του χωριού. Χορός, τραγούδια, ευχές, καλή χρονιά, καλή σοδιά και το χρόνο με υγεία.
Την Τζαμάλα οι παλιοί την πήγαιναν και την έπαιζαν στην πατρίδα και σε διπλανά χωριά, ακόμα και στα τούρκικα. Ντύνονταν Τζαμάλα μέχρι και ηλικιωμένοι πενηντάρηδες. Άλλοι μάζευαν "το δίκιο", στάρι που τους έδιναν οι νοικοκυραίοι για το παίξιμο παν στο γαϊδούρι.
Κατά την τελετουργική περιφορά της, μάλιστα, τραγουδούσαν το ακόλουθο ελληνοτουρκικό τραγούδι, που διεκτραγωδεί την ασθένειά της και την άσχημη κατάσταση στην οποία βρίσκεται:

Βερίριμ σαμανί, γεμές (της δίνω άχυρο, δεν τρώγει)
Μπεν τσεκέριμ, ο γκελμές (την τραβώ, δεν έρχεται)
Τζαμάλα, τζαμάλα, χούντισι (εμπρός)
Ντι -ντίλι, μάντιλι, ντι -ντίλι,
τση τζαμάλας το παιδί
έβγαλε κακό στο φτι (ή έκαμε κακό στο φτι)
και γυρεύ' να παντρευτεί!
Μπεν τσεκέριμ γετελέ (εγώ τραβάω στο κρεβάτι)
μπου γκιντίορ χεντεγιά (αυτή πηγαίνει στο χαντάκι)
Τζμάλα, τζαμάλα, χούντσισί (εμπρός)
Αφού έκαμναν το γύρο του χωριού έπαιρναν τα όργανα και διασκέδαζαν στο καφενείο ως το πρωί.
Σήμερα το έθιμο συνηθίζεται σε πολλά μέρη της πατρίδας μας, κυρίως τις Απόκριες.


vaxtsavanis

Sunday, 1 October 2023

Ο μήνας Οκτώβριος ή Οκτώβρης - Καλό Μήνα!!

 Καλό μήνα χαμομηλάκια!!
Ο λαός κατά τα συνηθισμένα τού έδωσε και τα δικά του ονόματα: τον λέει Αγιοδημήτρη ή Αι-δημητριάτη, αφού η πιο μεγάλη γιορτή είναι του Αγίου Δημητρίου, και Σπαρτό, είναι ο μήνας που θ' αρχίσει η σπορά. 
Λέμε θ' αρχίσει, γιατί η σπορά δεν γίνεται μόνο τον Οκτώβρη, αλλά προετοιμάζεται απ' το Σεπτέμβρη και συνεχίζεται μέχρι τα Χριστούγεννα.
Αγροτικές εργασίες: Σπορά δημητριακών (κριθάρι, βρόμη, στάρι) και συγκομιδή εσπεριδοειδών.

Ονομασία του μήνα Οκτώβρη: Από τη λατινική λέξη octo, που σημαίνει οχτώ, πήρε ο Οκτώβρης τ' όνομά του, γιατί πραγματικά στο παλιό-ρωμαϊκό ημερολόγιο, που άρχιζε από το μήνα Μάρτη, κρατούσε την όγδοη θέση. Όταν το 46 π.χ. τα πρωτεία του χρόνου τα πήρε ο Γενάρης, τότε ο Οκτώβρης έγινε ο δέκατος μήνας.

Αττικός μήνας: ΠΥΑΝΕΨΙΩΝ 14 Οκτωβρίου - 12 Νοεμβρίου. Ήταν ο τέταρτος μήνας του αττικού έτους. Ονομάστηκε Πυανεψιών από τα ιερά Πυανέψια ή Πυανόψια, γιορτή προς τιμήν του Απόλλωνα.
Ετυμολογία: Ο Πυανεψιών παράγεται από τις πυάνους (κυάμους: κουκιά) + έψειν (έψω=ψήνω, βράζω).

 
Ιερά Πυανέψια: Κάθε χρόνο στις 7 Πυανεψιώνα (Οκτωβρίου), γιορτή του Απόλλωνα, οι Αθηναίοι έβραζαν κουκιά μαζί με άλλα όσπρια προσφέροντάς τα σε κοινή συνεστίαση ευχόμενοι καλή σπορά. Περιέφεραν ακόμα την Ειρεσειώνη δηλαδή ένα κλαδί ελιάς στολισμένο με μαλλί γεμάτο από καρπούς, τραγουδώντας:
«Η Ειρεσειώνη σύκα φέρνει και παχιά ψωμιά και στα βάζα μέλι και λάδι και κρασί δυνατό...» (Πλούταρχος).

Έθιμα Αγίου Δημητρίου το μήνα Οκτώβριο

Δημήτρηδες υπάρχουν σχεδόν όσοι και Γιώργηδες, γιατί και οι δύο Άγιοι έχουν τιμηθεί εξαιρετικά απ' τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους, που αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού πληθυσμού.
Καβάλα στ' άλογά τους -άσπρο, κάτασπρο του Αι-Γιώργη, κοκκινωπό του Αι-Δημήτρη- δείχνουν με τα όπλα που κρατούν πως είναι αποφασισμένοι να προστατέψουν τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους από κάθε κακό.
Τους ίδιους και τις φαμίλιες τους, τα ζώα και τα χωράφια, ολόκληρο το βιος τους.
Στο Τζαντό της Θράκης μεταμφιεσμένοι κρατώντας Ειρεσειώνες συνόδευαν την ξύλινη τζαμάλα (καμήλα) σε όλα τα σπίτια, ευχόμενοι «καλή σπορά».

από paidika

Saturday, 1 July 2023

Ο μήνας Ιούλιος, ο Σείριος και τα Κυνικά Καύματα

Καλό μήνα χαμομηλάκια 🌞
Ο Ιούλιος είναι ο έβδομος μήνας του έτους κατά το Γρηγοριανό ημερολόγιο. 
Σύμφωνα με το ρωμαϊκό ημερολόγιο ονομαζόταν Quintilis, που θα πει πέμπτος. 

Σε «Ιούλιο» από «Κουϊντίλιος» μετονομάσθηκε το 44 π.Χ. από τον Μάρκο Αντώνιο, στενό φίλο του Ιουλίου Καίσαρα, σε ανάμνηση των υπηρεσιών που ο τελευταίος πρόσφερε στη Ρώμη.
🌞
According to the Gregorian calendar, July is the seventh month. On the Roman calendar, it was the fifth month and it was called 'Quintilis', menaing 'fifth'.
Julius Ceasar gave the month 31 days in 46 B.C. The Roman Senate named it 'Julius', in honor of Caesar.
July is usually the hotest month of the year in the Northern Hemisphere.
July is one of the winter months...
more 
🌞
Ο Ιούλιος αντιστοιχεί στον αρχαίο μήνα Κρόνιο ή Εκατομβαιώνα
Το χρονικό διάστημα μεταξύ της 21ης και του τέλους του μηνός κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν Κυνάδες μέρες, απ’όπου προέρχεται και ο όρος «κυνικά καύματα». 

Η ονομασία τούτη προέρχεται από το γεγονός ότι τις μέρες αυτές ο φωτεινότατος αστέρας Σείριος (ανήκει στον αστερισμό του Μείζονος Κυνός) ανατέλλει συγχρόνως με τον ήλιο, κάνοντας τις μέρες ακόμη πιο θερμές.

Ο Ιούλιος είναι ο μήνας του αλωνισμού και της χαράς του γεωργού γι’αυτό και προσωνυμείται Αλωνάρης, Αλωνευτής, Αλωνιάτης, Αλωνιστής. 
Τον λένε ακόμη Χορτοκόπο γιατί στον Πόντο τότε κόβουν το χόρτο, Γιαλιστή και Γυαλινό γιατί τότε ωριμάζουν τα σταφύλια και «γυαλίζουν», Φουσκόμηνα γιατί φουσκώνουν τα σύκα.

Τέλος, είναι γνωστός και με τις ονομασίες Δευτερογιούλης, Λιοτρόπης και Χορτοθέρης.
Χαρακτηριστικό της βαριάς δουλειάς του αλωνισμού είναι και το παρακάτω κυπριακό τετράστιχο:

«Βόδι να μην αλώνιζε,
κόρη να μην εγέννα
και νιος να μην εθέριζε,
ποτέ του δεν εγέρνα.»

Τραγούδια στα αλωνίσματα δεν ακούγονταν. Κυριαρχούσαν οι φωνές των αλωνιστάδων προς τα ζώα τους. 
Στο λίχνισμα πάλι, ο άνεμος ήταν το κύριο μέλημα και οι σβέλτες κινήσεις των λιχνιστάδων δεν σήκωναν τραγούδι. 
Έπειτα η αχυροπάσπαλη κι ο κουρνιαχτός από τα φροκαλίσματα έκλειναν το στόμα.
Έχουμε όμως τραγούδια παλιά με γραφικές σκηνές αλωνίσματος, που μπορούσαν να τραγουδούν στις μετέπειτα ώρες της ξεκούρασης:

🌞
Εγώ περνάω κι αντιπερνάω στης Μαυρουδής τ’ αλώνι, 
όπου αλωνίζουν δώδεκα κι όπου συμπάζουν δέκα,
 κι η Μάρω με τη μάνα της τριγύρω λαγανίζει. 
Κι η μάνα της της έλεγε κι η μάνα της της λέει: 
-Φεύγα Μαριώ απ’ τον κουρνιαχτό, φεύγα κι από τον ήλιο. 
-Μάνα τον ήλιο αγαπώ, τον κουρνιαχτό τον θέλω 
τον γιο του πρωτολιχνιστή, άντρα θε να τον πάρω. 
-Ο γιος του πρωτολιχνιστή πολλά προικιά γυρεύει. 
-Σαν τα γυρεύει δώστε τα, καλός είν’ κι ας τα πάρει. 
-Γυρεύει βόδια του ζυγού, φοράδα της καβάλλας, 
γυρεύει κι ανεμόπαχτο να τρώει η φοράδα μέσα, 
γυρεύει αμπέλια ατρύγητα, χωράφια με τα στάχυα κι αλώνια καλοπέτρινα και μαρμαροστρωμένα. 
-Σαν τα γυρεύει δώστε τα, καλός είν’ κι ας τα πάρει.
🌞
Το πρώτο ψωμί που θα ζυμωθεί με το καινούργιο στάρι έχει διάφορες κατά τόπους ονομασίες: τζιτζιροκούλικο, μπουγάτσα.
Απ’ αυτό το πρώτο ζυμάρι ζύμωναν και μία κουλούρα που την κρεμούσαν στη βρύση για να τρέξουν τα καλά, όπως το νερό. 
Όποιος πήγαινε πρώτος να πάρει νερό από τη βρύση, έπαιρνε και την κουλούρα.

Η απειλή όμως από τους κινδύνους (φωτιά, βροχή, χαλάζι) ήταν μεγάλη για τα χωράφια και γι’αυτό οι γεωργοί επιζητώντας τη θεϊκή προστασία τιμούσαν με αργία τους αγίους που εορτάζουν τότε. 
Την Παναγία των Βλαχερνών (2), που προσονομάζεται απ’την τιμωρία όσων δεν τηρούσαν την αργία της Καψοδεματούσα, Καψοχεροβολού, Καψαλωνού, Βουλιάχτρα. 
Την αγία Κυριακή (7), 
την αγία Μαρίνα (17).

Ο Ιούλιος ήταν επικίνδυνος μήνας και για τους ανθρώπους κι έτσι οι ιαματικοί του άγιοι τιμούνταν με μεγάλοι ευλάβεια.

Οι Άγιοι Ανάργυροι (1),
η Αγία Παρασκευή (26),
ο Άγιος Παντελεήμονας (27).
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η γιορτή του Προφήτη Ηλία (20), ο οποίος θεωρείται έφορος της βροχής και ρυθμιστής των μετεωρολογικών φαινομένων.
Τα εκκλησάκια του βρίσκονται συνήθως πάνω σε υψώματα και βουνοκορφές.

Σύμφωνα με την παράδοση που έχει τις ρίζες της στον εξιλασμό του Οδυσσέα (λ 120-136), ο Αη-Λιας ήταν ναύτης που η θάλασσα προσπάθησε πολλές φορές να τον πνίξει.
..............
η συνέχεια εδώ
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 1 March 2021

Ο κατεργάρης Μάρτης (Η κατεργαριά του Μάρτη)

Στα πολύ παλιά χρόνια ο Μάρτης ήταν ο πρώτος μήνας του έτους. Μια κατεργαριά όμως που έκαμε σε βάρος των άλλων μηνών που ήταν τα αδέλφια του στάθηκε αιτία για να του πάρει την πρωτοκαθεδρία ο Γενάρης.
«Μια φορά κι έναν καιρό αποφασίσανε οι δώδεκα μήνες να φτιάξουνε κρασί σε ένα βαρέλι ώστε να μπορούν να πίνουν, όποτε τους ερχόταν η όρεξη.

Έτσι λοιπόν είπε ο Μάρτης:
- Εγώ θα ρίξω πρώτος μούστο στο βαρέλι για να γίνει κρασί και ύστερα ρίχνετε κι εσείς.
- Καλά, ρίξε εσύ πρώτος του είπαν οι άλλοι.

Έτσι και έγινε. Έριξε πρώτα εκείνος στο βαρέλι το μούστο και ύστερα ακολούθησαν και οι άλλοι μήνες.
Όταν λοιπόν ζυμώθηκε ο μούστος και έγινε το κρασί, είπε πάλι ο Μάρτης.
- Εγώ που έριξα πρώτος το μούστο, πρώτος θ' αρχίσω και να πίνω.
-Βέβαια, είπαν οι άλλοι, έτσι είναι το σωστό.

Έτσι λοιπόν τρύπησε το βαρέλι στο κάτω μέρος, και άρχισε να πίνει, ως που ήπιε όλο το κρασί και δεν άφησε ούτε στάλα. 

Κατόπιν ήρθε η σειρά του Απρίλη να πάει να πιει κρασί. Πηγαίνει και το βρίσκει άδειο. Θυμώνει, το λέει στους άλλους. 
Τ' ακούνε εκείνοι θυμώνουνε και σκέφτονται τι να κάνουν. 
Συμφωνούν όλοι λοιπόν να τον τιμωρήσει ο Γενάρης που ήταν και ο μεγαλύτερος αδελφός. Τον πιάνει λοιπόν ο Γενάρης και του τραβάει ένα γερό χέρι ξύλο. Του αφαιρεί και το πρωτείο που είχε, να αρχίζει δηλαδή το έτος κάθε Μάρτη, και έγινε να αρχίζει το έτος από το Γενάρη.

Από τότε όταν ο Μάρτης θυμάται το παιχνίδι που έκανε στα αδέλφια του και τους ήπιε όλο το κρασί, γελάει και ο καιρός ξαστερώνει. Όταν πάλι θυμάται το ξύλο που έφαγε κλαίει και βρέχει».

Η παράδοση, που με μικρές παραλλαγές τη συναντάμε και αλλού είναι αιτιολογική και σκοπεύει στην εξήγηση της ακαταστασίας του καιρού που συνήθως χαρακτηρίζει το Μάρτη.

Monday, 1 August 2016

Καλό Μήνα, χαμομηλάκια!
Καλό Δεκαπενταύγουστο και Καλή Παναγιά!

Ιταλοβυζαντινό (;) αντίγραφο του 13ου αιώνα της Παναγίας Αγιοσορίτισσας.
Διαστάσεις 65 Χ 103 εκ. Σήμερα βρίσκεται στην εκκλησία
Chiesa di Santa Maria Maggiore, Τίβολι.
Μαρία καθαρώτατον, 
χρυσοῦν θυμιατήριον, 
τῆς ἀχωρήτου Τριάδος, 
δοχεῖον ὄντως ἐγένου, 
ἐν ᾧ Πατὴρ ηὐδόκησεν, 
ὁ δὲ Υἱὸς ἐσκήνωσε, 
καὶ Πνεῦμα τὸ Πανάγιον, 
ἐπισκιάσαν σοι Κόρη, 
ἀνέδειξε Θεοτόκον.

Wednesday, 1 June 2016

«Ουφ, δύσκολη που γίνεται σιγά-σιγά η ζωή βρε μαμά!»
Καλημέρα σας και καλό μήνα...

"Δύσκολη που γίνεται σιγά σιγά η ζωή βρε μαμά!"

Η ώρα είναι 16:30. Έχουμε όλοι γυρίσει στο σπίτι από δουλειές και σχολεία. Ο Άρης ετοιμάζεται να διαβάσει γιατί το απόγευμα έχουμε κανονίσει παιχνίδι με έναν φιλαράκο του από την γειτονιά. 
Παίρνει την ασήκωτη αυτή τσάντα, που έπρεπε να κουβαλάμε όλη την χρονιά από το σπίτι στο σχολείο και από το σχολείο πίσω στο σπίτι και ξεφυσάει:
Άρης: "Ουφ, δύσκολη που γίνεται σιγά σιγά η ζωή βρε μαμά!"
Εγώ: "Γιατί αγάπη μου το λες αυτό; Τι έπαθες;"

Άρης: "Δεν έπαθα κάτι. Να απλά, κάθε χρόνος που περνάει η ζωή των παιδιών γίνεται όλο και πιο δύσκολη. 
Ξεκινήσαμε από το μικρό σχολείο, που όλα ήταν τόσο ωραία. Παίζαμε, τραγουδούσαμε, τρέχαμε στην αυλή, ζωγραφίζαμε, ξαναπαίζαμε, είχαμε την κυρία Δήμητρα που είναι η καλύτερη δασκάλα όλου του κόσμου. 
Μετά πήγαμε στο μεσαίο σχολείο. Κι εκεί άρχισαν οι κυρίες να μη μας αφήνουν να τρέχουμε, διάβασμα δεν είχαμε, αλλά κάναμε εργασίες, παίζαμε λιγότερο. 
Και τώρα στο δημοτικό, ξεκινήσαμε ωραία, μάθαμε γράμματα, παίζαμε πιο λίγο βέβαια, άρχισαν να έρχονται πιο πολλά βιβλία και κάναμε μαθηματικά και παίζαμε πιο λίγο και κάναμε λίγη ζωγραφική, κάναμε γυμναστική αλλά δεν μπορούσαμε να τρέχουμε όπως μας αρέσει. 
Και ξαφνικά έχουμε διάβασμα, λιγότερο βέβαια από την διπλανή τάξη που έχουν πάντα 3 φωτοτυπίες. Αλλά μαμά σκέψου, μετά θα πάω στο Λύκειο κι εκεί σίγουρα θα έχω μόνο διάβασμα και μετά θα πάω στο Γυμνάσιο κι εκεί θα κάνουμε πολλή γυμναστική που δε νομίζω να έχει καθόλου παιχνίδι και μετά θα πάω και στο Πανεπιστήμιο αν θέλω, αλλά κι εκεί μόνο διάβασμα θα έχω... Για αυτό σου λέω, δεν γίνεται κάθε χρόνο και πιο δύσκολη η ζωή;"
Δεν θα σχολιάσω πολλά... Θα κρατηθώ, θα πάρω βαθιές ανάσες και θα προσπαθήσω να μιλήσω με το παιδί μου και να του προσφέρω ένα καλοκαίρι γεμάτο παιχνίδι.
Αλλά αν αυτό που περιγράφει ο Άρης δεν είναι η αποτυχία του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, τότε τι είναι;

Καλημέρα σας και καλό μήνα...


kathemeragoneis

Thursday, 30 April 2015

Άνοιξε το παράθυρο να μπει / δροσιά να μπει του Μάη / εμείς γι' αλλού κινήσαμε γι' αλλού / κι αλλού η ζωή μας πάει

Καλή Πρωτομαγιά χαμομηλάκια
Στίχοι: Ερρίκος Θαλασσινός
Μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος

Τα λόγια ήτανε καλά
καλά και τιμημένα
μαλαματένιος ο σταυρός
χωρίς καδένα

Άνοιξε το παράθυρο να μπει
δροσιά να μπει του Μάη
εμείς γι' αλλού κινήσαμε γι' αλλού
κι αλλού η ζωή μας πάει

Οι βέρες ήτανε χρυσές
χρυσές κι οι αλυσίδες
που δέσανε τα νιάτα μας
πως δεν τις είδες

Άνοιξε το παράθυρο να μπει
δροσιά να μπει του Μάη
εμείς γι' αλλού κινήσαμε γι' αλλού
κι αλλού η ζωή μας πάει

Sunday, 1 March 2015

Ο Μάρτης χείλη έσκασε, στον ήλιο να γελάσει...

Καλό Μήνα χαμομηλάκια!!

Ο Μάρτης χείλη έσκασε, στον ήλιο να γελάσει
είπε θ' αργήσει, μα θα' ρθεί ο κόσμος να χαλάσει.
Θα βάλει τ' Ανοιξιάτικα να ομορφύνει η πλάση,
στα μπλε και στα κατάλευκα θα βγει να παρελάσει.

Ό,τι αργεί κι ό,τι στη Γη είναι βαθιά κρυμμένο,
πάλι στο φως θα βαφτιστεί και θα' ρθει ευλογημένο...
ΜΗΠΩΣ ΞΕΧΑΣΑΤΕ ΝΑ ΦΟΡΕΣΕΤΕ ΜΑΡΤΗ;

Κατά τις ηλιόλουστες ημέρες του Μαρτίου που ακολουθούσαν τα κρύα του χειμώνα, τα παιδιά έβγαιναν από τα σπίτια και έπαιζαν έξω στις αυλές. Οι μητέρες, για να τα προφυλάξουν από τις ακτίνες του μαρτιάτικου ήλιου που θεωρούνται επικίνδυνες, έφτιαχναν και φορούσαν στο χέρι ή στο πόδι των παιδιών τον "Μάρτη", ένα κορδόνι από λευκό και κόκκινο νήμα.

περισσότερα για τον Μάρτη 
εδώ: hamomilaki κι εδώ:  hamomilaki

Sunday, 1 June 2014

Καλό Μήνα, χαμομηλάκια!! Ιούνης ο Θεριστής...

«Στο Λιδωρίκι μπαίνονας ο Iούνης, η ζέστη και η λάβρα, όπως τη λέγανε άρχιζε ν' ανεβαίνει σιγά σιγά, ενώ τα ανέμελα τζιτζίκια έστηναν τρελλό πανηγύρι προδιαγράφοντας κι αυτά «καυτερές μέρες».
Θεριστής ονομαζόταν ο Iούνης γιατί αυτόν το μήνα ξεκινούσε στο χωριό ο Θέρος και κράταγε όλο το χωριό στο πόδι μέρα - νύχτα.
Tο χωριό κατά βάση φτωχό είχε πρώτο μέλημα να εξασφαλιστεί το «σόδιμα», για να μπει στ' αμπάρι να θρέψει τη φαμελιά. Δεν υπήρχε πεζούλα ή άκρη που να μην σπείρουν οι χωριανοί.
"Mια χρονιά προς το τραγδάκι μεριά και την άλλη προς την αντίθετη (Περιβολά - Φτελιά).

Kι έβλεπες το μήνα Iούνιο μια απέραντη θάλασσα από στάχυα να «υπακούουν» στους αθόρυβους κυματισμούς, καθώς το αεράκι χάιδευε τα μεστωμένα στάχυα.

Ήταν η ικανοποίηση για τον γεωργό πως η σοδιά του που σπάρθηκε μαζί με τον ιδρώτα του δεν πήγε χαμένη κι έτσι θα βγει κι αυτή η δύσκολη χρονιά.

Eτοιμασίες λοιπόν, και πρώτα πρώτα τα δεμάτια. Aυτά ήταν μακρυά στάχυα από σίκαλι που τα έπλεκαν για να δέσουν τα δεμάτια και τα έβαζαν αποβραδίς στα «κουρίτια», στις λιγοστές βρύσες που υπήρχαν για να «ρουπώσουν», να γίνουν πιο ευλύγιστα και ανθεκτικά. Mε την αυγούλα, σύθαμπα και πριν σκάσει ο ήλιος, άρχιζε ο θέρος.
Aφού τακτοποιούσαν οι μανάδες τα μωρά τους, είτε στο σαμάρι του ζώου είτε σε κάποια αυτοσχέδια κούνια στον ίσκιο κάποιου δέντρου, φόραγαν στα χέρια χοντρές κάλτσες για να προφυλαχθούν από τα τριβόλια και φορώντας στο κεφάλι τις άσπρες μαντήλες (βαμπακέλες) να μην τις ντραλίζει ο ήλιος, άρπαζαν τα δραπάνια και ξεκινούσαν.
Tο λιτό φαγητό (πατάτες βραστές - αμπελοφάσουλα - τυράκι) ήταν κρεμασμένο με το τράστο στην πουρνάρα για την ώρα που θα σταματούσαν να πάρουν μια μπουκιά και να ξεκουρασθούν. 

Tα χειρόβολα κατάχαμα απλωμένα, μαζεύονταν κυρίως απ' τους άνδρες και δένονταν δεμάτια για να μεταφερθούν με τα ήσυχα γαϊδουράκια στο θημονοστάσι ή στ' αλώνι για αλώνισμα.
Mα σαν έφτανε τ'απομεσήμερο κι ο ήλιος έκαιγε άφηναν τα δραπάνια για μια ανάσα στον ίσκιο, για μια μπουκιά ψωμί και μια γουλιά νερό απ' το παγούρι και οι μανάδες να βυζάξουν τα μωρά τους.
Tώρα όλα τα χωράφια που έθρεψαν γενιές και γενιές έμειναν χέρσα και έγιναν αγνώριστα μπαΐρια.»


Το αλώνισμα ήταν σωστό πανηγύρι καθώς τ' άλογα μέσα στο λιοπύρι με τους ατέλειωτους κύκλους ξεσπύριζαν τα στάχια να ξεχωρίσει ο καρπός που θα κατέληγε στ' αμπάρι για το θρέψιμο της φαμελιάς. Άντε και τα κεράσματα... άντε και λίγος αλευρίσιος χαλβάς... βοήθαγαν στ' αλώνισμα.
O βαλμάς με το καμτσίκι στο χέρι «μαστίγωνε» τ' άλογα στους συνεχείς και χωρίς σταματημό κύκλους μέχρι να ξεχωρίσει ο καρπός απ' τα άχυρα, και δόσ' του με τα βκούλια να συμμαζεύουν τα σκόρπια χερόβολα.
Όταν όλα τελείωναν, τότε άρχιζε το μαρτύριο του λιχνίσματος. Παρακαλούσαν να φυσήξει λίγος αέρας για να λιχνίσουν το αλωνισμένο στάρι να ξεχωρίσει από τα άχυρα. Tα ξύλινα φτυάρια ανεβοκατέβαιναν ψηλά λιχνίζοντας το γέννημα. Και οι ευχές έδιναν και έπαιρναν... άντε καλά μπερεκέτια... καλοφάγωτο... και του χρόνο τρανίτερο...

........................................
περισσότερα εδώ: paidika

Saturday, 1 March 2014

Μάρτιος - Μάρτης: Καλό Μήνα !!

ΜΗΠΩΣ ΞΕΧΆΣΑΤΕ ΝΑ ΦΟΡΈΣΕΤΕ ΜΆΡΤΗ;
Από τη 1η ως τις 31 του Μάρτη, συνηθίζεται να φοριέται στον καρπό του χεριού ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον «Μάρτη» ή «Μαρτιά». Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο «Μάρτης» φοριέται κυρίως από τα παιδιά για να προστατεύει τα πρόσωπά του από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, για να μην καούν.
Ο «Μάρτης» φτιάχνεται την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου και φοριέται είτε σαν δαχτυλίδι στα δάχτυλα, είτε στον καρπό του χεριού σαν βραχιόλι. Καμιά φορά φοριέται ακόμα και στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, ώστε να μην σκοντάφτει ο κάτοχός του.
«Μάρτη» δεν φορούσαν μόνο οι άνθρωποι. Σε κάποιες περιοχές της χώρας κρεμούσαν την κλωστή όλη τη νύχτα στα κλαδιά μιας τριανταφυλλιάς για να χαρίσουν ανθοφορία, ενώ σε άλλες περιοχές την έβαζαν γύρω από τις στάμνες για να προστατέψουν το νερό από τον ήλιο και να το διατηρήσουν κρύο. Σε άλλες περιοχές το φορούσαν μέχρι να φανούν τα πρώτα χελιδόνια, οπότε και το άφηναν πάνω σε τριανταφυλλιές, ώστε να τον πάρουν τα πουλιά για να χτίσουν τη φωλιά τους. Αλλού πάλι το φορούν ως την Ανάσταση, οπότε και το δένουν στις λαμπάδες της Λαμπρής για να καεί μαζί του.
Ο «Μάρτης» ή «Μαρτιά» είναι ένα παμπάλαιο έθιμο εξαπλωμένο σε όλα τα Βαλκάνια, λόγω της υιοθέτησης του από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι και το διατήρησαν. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια, επειδή οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων συνήθιζαν να δένουν μια κλωστή, την «Κρόκη», στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι.

«ΜΑΡΤΗΣ»
Κατά τις ηλιόλουστες ημέρες του Μαρτίου που ακολουθούσαν τα κρύα του χειμώνα, τα παιδιά έβγαιναν από τα σπίτια και έπαιζαν έξω στις αυλές. Οι μητέρες, για να τα προφυλάξουν από τις ακτίνες του μαρτιάτικου ήλιου που θεωρούνται επικίνδυνες, έφτιαχναν και φορούσαν στο χέρι ή στο πόδι των παιδιών τον «Μάρτη», ένα κορδόνι από λευκό και κόκκινο νήμα.
Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ ΜΑΡΤΗ
Ο ήλιος το Μάρτιο συνήθως καίει και μαυρίζει τα πρόσωπα των παιδιών: “Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε δεν ξεβάφει”. Η μαυρίλα όμως σήμαινε και ασχήμια, προπάντων για τα κορίτσια που η παράδοση τα ήθελε άσπρα και ροδομάγουλα:  «Ο πόχει κόρη ακριβή, το Μάρτη ο ήλιος μη την ιδεί». Για να αποτρέψουν την επίδραση του ήλιου λοιπόν, έφτιαχναν και φορούσαν τον «Μάρτη», ώστε να προστατεύσει τα πρόσωπα των παιδιών από τον ήλιο και να μην καούν. Όταν τον έβγαζαν τον κρεμούσαν σε τριανταφυλλιές, ώστε να γίνουν τα μάγουλά τους κόκκινα σαν τριαντάφυλλα.
Ο "Μάρτης" ουσιαστικά αποτελείται από δύο κλωστές, άσπρη και μία κόκκινη, στριμμένες μεταξύ τους, που συμβόλιζαν την αγνότητα και τα χαρά. Σε κάποιες παραδόσεις αναφέρεται και μία χρυσή κλωστή ώστε να συμβολίζεται και η αφθονία.
Συνηθίζεται να φοριέται μέχρι το τέλος του μήνα. Σε ορισμένες περιοχές το μαρτιάτικο βραχιολάκι θεωρείται ιερό από τη λαϊκή παράδοση που δεν είναι πρέπον να πεταχτεί. Για αυτό το φορούσαν μέχρι το Πάσχα και το έδενα στην Αναστάσιμη λαμπάδα για να καεί. Σε άλλες περιοχές έκαιγαν το  βραχιολάκι στις φωτιές που άναβαν για να κάψουν τον Ιούδα.
Η πιο διαδεδομένη όμως αντίληψη φέρει το "Μάρτη" να φοριέται μέχρι να εμφανιστούν τα πρώτα χελιδόνια. Τότε έβγαζαν το Μάρτη και τον αφήναν σε κλαδιά για να τον πάρουν τα πουλιά και να το χρησιμοποιήσουν στην κατασκευή της φωλιάς τους.

Οι Δρίμες του Μάρτη
Η παράδοση θεωρεί τις Δρίμες ως ημέρες γρουσούζικες και κακότυχες, τις λεγόμενες και ως αποφράδες. Θεωρείται ότι δαιμονικά όντα τριγυρίζουν τον κόσμο αυτές τις ημέρες και έκαναν κακό σε όποιον συναντούσαν. Δρίμες είναι όλο το Δωδεκαήμερο από τα Χριστούγεννα μέχρι και τον Αγιασμό των Φώτων (την περίοδο δηλαδή  που αλωνίζουν οι Καλικάντζαροι), όλα τα Σάββατα του Μαρτίου, όλες οι Δευτέρες του Αυγούστου, οι έξι πρώτες ημέρες τ' Αυγούστου (τις ημέρες που κοιτάνε τα μερομήνια), οι τρεις πρώτες αλλά και οι τρεις τελευταίες ημέρες του Μαρτίου (που λέγονται και ημέρες της γριάς)
Αυτές τις ημέρες οι άνθρωποι προσπαθούσαν να προφυλαχθούν για να μην πάθουν κανένα κακό, είτε αυτοί οι ίδιοι, είτε η οικογένεια και το βιος τους. Έμεναν λοιπόν στα σπίτια τους, δεν πήγαιναν στα χωράφια, και δεν έκαναν καμιά δουλειά που μπορούσε να γίνει άλλες ημέρες. Όποιος πήγαινε για δουλειά πάθαινε κάποιο ατύχημα. Εάν πήγαινες στα χωράφια, η σοδειά θα καταστρεφόταν. Ό,τι πλύνεις αυτές τις ημέρες θα λιώσει, όσα ξύλα και να κόψεις θα σαπίσουν, αν λουστείς θα πάθεις κακό. Γι' αυτό ή αποφεύγουν ολότελα να πλύνουν τις μέρες αυτές ρούχα ή, αν πλύνουν, ρίχνουν στο νερό πέταλο, γιατί το σίδερο, όπως πιστεύεται, είναι γιατρικό και αποτρέπει τα δαιμόνια.

ΠΩΣ ΓΊΝΕΤΑΙ
Η κατασκευή του "Μάρτη" είναι πολύ απλή. Χρειάζονται μόνο δύο κλωστές κεντήματος, μία κόκκινη και μία άσπρη. Κάνεις από έναν κόμπο στη μία άκρη της καθεμιάς, τη στερεώνεις κάπου με μια καρφίτσα και βάζοντάς την ανάμεσα στις παλάμες σου τη στρίβεις όσο γίνεται περισσότερο. Όταν στριφτεί καλά την κομπιάζεις και απ’ την άλλη άκρη της. Επαναλαμβάνεις με τη δεύτερη κλωστή. Όταν είναι έτοιμες οι στριμμένες τις πιάνεις μαζί -κόκκινη και άσπρη- και τις τεντώνεις. Σε μια στιγμή, τις αφήνεις απ' τη μια άκρη και μπλέκονται από μόνες τους.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Ο Μάρτης πήρε το όνομα του από το λατινικό όνομα του θεού Άρη (Mars = Άρης). Είναι ο πρώτος μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου και αντιστοιχεί με τον Ελαφηβολιώνα των Αρχαίων Ελλήνων.
Στο Βυζάντιο γιόρταζαν την πρώτη Μαρτίου με σπουδαίες δραστηριότητες. Ο μεγάλος λαογράφος Λουκάτος αναφέρει τα «χελιδονίσματα» που προέρχονται από την αρχαιότητα. Την Πρώτη Μαρτίου οι μικροί έφτιαχναν ένα ομοίωμα χελιδονιού και τραγουδώντας το ανάλογο τραγούδι πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι για να μαζέψουν αυγά.
Το έθιμο του Μάρτη γιορτάζεται ίδιο και απαράλλαχτο στα Σκόπια με την ονομασία «Μάρτινκα» και στην Αλβανία ως «Βερόρε». Οι κάτοικοι των δυο γειτονικών μας χωρών φορούν βραχιόλια από κόκκινη και άσπρη κλωστή για να μην τους «πιάσει» ο ήλιος, τα οποία και βγάζουν στα τέλη του μήνα ή όταν δουν το πρώτο χελιδόνι. Άλλοι πάλι, δένουν τον «Μάρτη» σε κάποιο καρποφόρο δέντρο, ώστε να του χαρίσουν ανθοφορία, ενώ μερικοί τον τοποθετούν κάτω από μια πέτρα κι αν την επόμενη ημέρα βρουν δίπλα της ένα σκουλήκι, σημαίνει ότι η υπόλοιπη χρονιά θα είναι πολύ καλή.
Τηρώντας παραδόσεις και έθιμα αιώνων, οι Βούλγαροι, την πρώτη ημέρα του Μάρτη, φορούν στο πέτο τους στολίδια φτιαγμένα από άσπρες και κόκκινες κλωστές που αποκαλούνται «Μαρτενίτσα». Σε ορισμένες περιοχές της Βουλγαρίας, οι κάτοικοι τοποθετούν έξω από τα σπίτια τους ένα κομμάτι κόκκινου υφάσματος για να μην τους «κάψει η γιαγιά Μάρτα» (Μπάμπα Μάρτα, στα βουλγαρικά), που είναι η θηλυκή προσωποποίηση του μήνα Μάρτη. Η «Μαρτενίτσα» λειτουργεί στη συνείδηση του βουλγαρικού λαού ως φυλαχτό, το οποίο μάλιστα είθισται να προσφέρεται ως δώρο μεταξύ των μελών της οικογένειας, συνοδευόμενο από ευχές για υγεία και ευημερία.
Το ασπροκόκκινο στολίδι της 1ης του Μάρτη φέρει στα ρουμανικά την ονομασία «Μαρτιζόρ». Η κόκκινη κλωστή συμβολίζει την αγάπη για το ωραίο και η άσπρη την αγνότητα του φυτού χιονόφιλος, που ανθίζει τον Μάρτιο και είναι στενά συνδεδεμένο με αρκετά έθιμα και παραδόσεις της Ρουμανίας. Σύμφωνα με την μυθολογία, ο Θεός - Ήλιος μεταμορφώθηκε σε νεαρό άνδρα και κατέβηκε στη Γη για να πάρει μέρος σε μια γιορτή. Τον απήγαγε, όμως, ένας δράκος, με αποτέλεσμα να χαθεί και να βυθιστεί ο κόσμος στο σκοτάδι. Μια ημέρα ένας νεαρός, μαζί με τους συντρόφους του σκότωσε τον δράκο και απελευθέρωσε τον Ήλιο, φέροντας την άνοιξη. Ο νεαρός έχασε τη ζωή του και το αίμα του -λέει ο μύθος- έβαψε κόκκινο το χιόνι. Από τότε, συνηθίζεται την 1η του Μάρτη όλοι οι νεαροί να πλέκουν το «Μαρτισόρ», με κόκκινη κλωστή που συμβολίζει το αίμα του νεαρού άνδρα και την αγάπη προς τη θυσία και άσπρη που συμβολίζει την αγνότητα.

ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ
Η λαϊκή φαντασία έδωσε στο Μάρτιο ένα σωρό παρατσούκλια, όπως Ανοιξιάτης (γιατί είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης), Γδάρτης, Παλουκοκάφτης, Κλαψομάρτης, Πεντάγνωμος (για το ευμετάβλητο του καιρού), Βαγγελιώτης (λόγω της γιορτής του Ευαγγελισμού), Φυτευτής, και άλλα δηλωτικά της φυσιογνωμίας του, που έχουν σχέση με ιδιότητες ή πράξεις που του αποδίδονται.
Τα πιο πολλά από αυτά βρίσκονται μέσα στις παραδόσεις και τις παροιμίες που έπλασε ο λαός για να εξηγήσει τις απότομες μεταβολές του καιρού ή τις βαρυχειμωνιές που παρατηρούνται μέσα στο Μάρτη και που πάντα είναι επικίνδυνες για τη γεωργία και την κτηνοτροφία.
«Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης,
τα παλιά παλούκια καίει, τα καινούργια ξεριζώνει».
στην οποία και χρωστάει τα παρατσούκλια γδάρτης και παλουκοκαύτης.
Για τις μεγάλες του παγωνιές λένε: «Τον Μάρτη χιόνι βούτυρο, μα σαν παγώσει μάρμαρο».
ενώ για την αντιμετώπιση του κρύου άλλες παροιμίες συμβουλεύουν:
«Φύλλα ξύλα για το Μάρτη να μην κάψεις τα παλούκια».
«Το Μάρτη φύλα άχερα μη χάσεις το ζευγάρι».
«Τσοπάνη μου την κάπα σου το Μάρτη φύλαγε την».
«Ο Αύγουστος για τα πανιά κι ο Μάρτης για τα ξύλα».

Η ΚΑΤΕΡΓΑΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ
Στα πολύ παλιά χρόνια ο Μάρτης ήταν ο πρώτος μήνας του έτους. Μια κατεργαριά όμως που έκαμε σε βάρος των άλλων μηνών που ήταν τα αδέλφια του στάθηκε αιτία για να του πάρει την πρωτοκαθεδρία ο Γενάρης.
«Μια φορά κι έναν καιρό αποφασίσανε οι δώδεκα μήνες να φτιάξουνε κρασί σε ένα βαρέλι ώστε να μπορούν να πίνουν όποτε τους ερχόταν η όρεξη.
Έτσι λοιπόν είπε ο Μάρτης:
- Εγώ θα ρίξω πρώτος μούστο στο βαρέλι για να γίνει κρασί και ύστερα ρίχνετε κι εσείς.
- Καλά, ρίξε εσύ πρώτος του είπαν οι άλλοι.
Έτσι και έγινε. Έριξε πρώτα εκείνος στο βαρέλι το μούστο και ύστερα ακολούθησαν και οι άλλοι μήνες.
Όταν λοιπόν ζυμώθηκε ο μούστος και έγινε το κρασί, είπε πάλι ο Μάρτης.
- Εγώ που έριξα πρώτος το μούστο, πρώτος θ' αρχίσω και να πίνω.
-Βέβαια, είπαν οι άλλοι, έτσι είναι το σωστό.
Έτσι λοιπόν τρύπησε το βαρέλι στο κάτω μέρος, και άρχισε να πίνει, ως που ήπιε όλο το κρασί και δεν άφησε ούτε στάλα. Κατόπιν ήρθε η σειρά του Απρίλη να πάει να πιει κρασί. Πηγαίνει και το βρίσκει άδειο. Θυμώνει, το λέει στους άλλους. Τ' ακούνε εκείνοι θυμώνουνε και σκέφτονται τι να κάνουν. Συμφωνούν όλοι λοιπόν να τον τιμωρήσει ο Γενάρης που ήταν και ο μεγαλύτερος αδελφός. Τον πιάνει λοιπόν ο Γενάρης και του τραβάει ένα γερό χέρι ξύλο. Του αφαιρεί και το πρωτείο που είχε, να αρχίζει δηλαδή το έτος κάθε Μάρτη, και έγινε να αρχίζει το έτος από το Γενάρη.
Από τότε όταν ο Μάρτης θυμάται το παιχνίδι που έκανε στα αδέλφια του και τους ήπιε όλο το κρασί, γελάει και ο καιρός ξαστερώνει. Όταν πάλι θυμάται το ξύλο που έφαγε κλαίει και βρέχει».
Η παράδοση, που με μικρές παραλλαγές τη συναντάμε και αλλού είναι αιτιολογική και σκοπεύει στην εξήγηση της ακαταστασίας του καιρού που συνήθως χαρακτηρίζει το Μάρτη.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ
Το ίδιο φαινόμενο εξηγούν και άλλες παραδόσεις που αναφέρονται στη γυναίκα του Μάρτη.
Κάποτε οι μήνες αποφάσισαν να παντρευτούν. Ο καθένας βρήκε μια γυναίκα που του άρεσε και την παντρεύτηκε. Ο Μάρτης δε φρόντισε το ζήτημα μόνος του και έβαλε προξενητές να του βρούνε μια γυναίκα. Εκείνοι του φέρανε μια κοπέλα η οποία ήταν τυλιγμένη με ένα μαντίλι και του είπαν ότι είναι πολύ όμορφη. Ευκολόπιστος όπως ήταν, την παντρεύτηκε.
Όταν όμως έμειναν μόνοι και έβγαλε το μαντίλι της, τι να δει; Δεν υπήρχε πιο άσχημη στον κόσμο!
Από τότε κάθε φορά που τη θυμόταν άστραφτε, βροντούσε, έβρεχε, έριχνε μπόρες, έκανε παγωνιές. Μόνο όταν ξεχνιόταν μερικές φορές, ηρεμούσε, γαλήνευε κι έκανε καλό καιρό!
Στη Μεσσηνία, λόγου χάρη, λένε ότι η γυναίκα που παντρεύτηκε ο Μάρτης, από μπροστά ήταν πολύ άσχημη, ενώ από πίσω ήταν πολύ όμορφη. Όταν ο Μάρτης τη βλέπει καταπρόσωπο κλαίει και ο καιρός χαλάει, όταν όμως την κοιτάζει από τις πλάτες ευχαριστιέται και ο καιρός καλοσυνεύει.
Γι' αυτό λέγεται και η παροιμία: «Ο Μάρτης πότε κλαίει και πότε γελάει».
Σε άλλες περιοχές η παράδοση θέλει το Μάρτη να έχει δύο γυναίκες, τη μια πολύ όμορφη και φτωχή και την άλλη πολύ άσχημη και πλούσια. Ο Μάρτης κοιμάται στη μέση και όταν γυρίζει κατά την άσχημη, κατσουφιάζει και ο καιρός χαλάει, όταν όμως γυρίζει κατά την όμορφη, χαίρεται και γελάει, και ο καιρός είναι καλός. ζεστός με ήλιο. Τις περισσότερες φορές όμως γυρίζει κατά την άσχημη επειδή αυτή είναι η πλούσια που τρέφει και την φτωχή, την όμορφη.
Έτσι άλλωστε προτιμούν το Μάρτιο και οι χωρικοί, βροχερό, επειδή η σοδειά τους θα είναι καλύτερη. Άλλωστε το βεβαιώνουν και αρκετές παροιμίες.
«Μάρτης έβρεχε, θεριστής χαιρότανε».
«Μάρτης βρέχει; Ποτέ μην πάψει».
«Κάλλιο Μάρτης στις γωνιές παρά Μάρτης στις αυλές».
«Κάλλιο Μάρτης καρβουνιάρης παρά Μάρτης λιοπυριάρης».
«Μάρτης βροχερός θεριστής κουραστικός».
«Μάρτης κλαψής θεριστής χαρούμενος».
«Μάρτης πουκαμισάς δεν σου δίνει να μασάς».
«Σαν ρίξει ο Μάρτης μια βροχή κι Απριλης αλλη μία,
να δεις κουλούρες στρογγυλές και πίττες σαν αλώνι».
και η πασίγνωστη, που είναι παραλλαγή της προηγούμενης:
       «Σαν ρίξει ο Μάρτης δυο νερά κι Απρίλης άλλο ένα,
         χαράς σ' εκείνο το ζευγά πόχει πολλά σπαρμένα».


Η παράδοση της λιθωμένης γριάς
Τα απρόοπτα της βαρυχειμωνιάς που συνήθως επιφυλάσσουν οι τελευταίες ημέρες του Μάρτη, οι «μέρες της γριάς» όπως λέγονται, θέλει να εξηγήσει η παράδοση της «λιθωμένης γριάς».
"Ήτανε μια φορά μια γριά κι είχε κάτι κατσικάκια. Ο Μάρτης τότε είχε εικοσιοκτώ ημέρες και ο Φλεβάρης τριανταμία.
Ήρθε λοιπόν εκείνη την εποχή ο Μάρτης και πέρασε χωρίς να κάμει χειμώνα και η γριά από τη χαρά της που βγήκανε πέρα καλά τα πράματα της, ξεγελάστηκε και είπε:
«Πρίτσι Μάρτη μου, στην πομπή σου. Μπήκες, βγήκες τίποτα δε μου έκανες. Τα αρνάκια και τα κατσικάκια μου τα ξεχείμασα».
Τότε ο Μάρτης πείσμωσε και δανείστηκε τρεις ημέρες απ' το Φλεβάρη και έριξε χιόνια πολλά.
Ήταν τόσο άσχημος ο καιρός, που η γριά και τα ζωντανά της πέτρωσαν από το κρύο.
Για αυτό που έπαθε εκείνη η γριά, τις τρεις τελευταίες ημέρες του Μάρτη τις λένε ημέρες των γριών.
Σε κάποια χωριά ονοματίζουν κάθε μία από αυτές τις ημέρες με το όνομα μίας από τις πιο ηλικιωμένες γριές του χωριού. Αν τύχει καλή ημέρα θεωρούν πως η γριά είναι καλή, ενώ αν τύχει κακοκαιρία λένε πως έγινε από την κακία της γριάς.
Από τότε λένε ότι έχει ο Μάρτης τριανταμία ημέρες και ο Φλεβάρης εικοσιοκτώ. Για αυτό άλλωστε το λένε κουτσό και κουτσοφλέβαρο.


© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki