Saturday, 25 December 2010

Η Φεγγαρένια: Παραμύθι και παιδί

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα κοριτσάκι, που ζούσε με την μαμά και τον μπαμπά της σε ένα σπιτάκι, δίπλα στην θάλασσα.
Το κοριτσάκι, κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί, ζητούσε από την μαμά της, να την αφήσει, να χαζέψει για λίγο το φεγγάρι, που καθρεφτιζότανε στα γαλήνια νερά της θάλασσας.
Έτσι και εκείνο το βράδυ, το κοριτσάκι, καληνύχτισε το φεγγάρι και ξάπλωσε στο κρεβατάκι της.Ενώ κοιμότανε, είδε ένα πολύ παράξενο όνειρο. Το φεγγαράκι, είχε αφήσει τον έναστρο ουρανό και πήγε να δει από κοντά το κοριτσάκι, που κοιμότανε γλυκά στο κρεβατάκι του.
«Γεια σου κοριτσάκι. Σε βλέπω κάθε βράδυ που με χαιρετάς πριν κοιμηθείς. Απόψε, αποφάσισα να έρθω να σε δω από κοντά ».
Το κοριτσάκι σάστισε, αλλά ήτανε και πολύ χαρούμενο.
«Έχω μια ιδέα, θέλεις να σε πάω μια βόλτα ψηλά στον ουρανό;», της είπε το φεγγαράκι.
«Ναι, το θέλω πολύ», είπε χαρούμενα το κοριτσάκι.
«Κρατήσου γερά από πάνω μου και ετοιμάσου να σου δείξω τον δικό μου κόσμο», είπε χαμογελώντας το φεγγαράκι.

Πράγματι, σε λίγο, το κοριτσάκι είχε ανέβει στην πλάτη του φεγγαριού και μαζί ταξιδεύανε στα σύννεφα.
«Αλήθεια, πως σε λένε;» ρώτησε το φεγγαράκι. Όμως το κοριτσάκι, ήτανε τόσο ενθουσιασμένο, που κοιτούσε γύρω της, χωρίς να μιλάει.
«Εντάξει, για απόψε, λοιπόν, θα είσαι η
« Φεγγαρένια» και γέλασαν και οι δύο με την ψυχή τους.
«Που πάμε τώρα;» ρώτησε το κοριτσάκι.
«Στα σύννεφα, να μόλις φτάσαμε».

Η Φεγγαρένια, τότε, πήδησε από την πλάτη του και έτρεξε πάνω στα σύννεφα. Χοροπηδούσε με την ψυχή της και γελούσε.
«Είναι τόσο όμορφα εδώ πέρα, και τα σύννεφα είναι τόσο μαλακά σαν βαμβάκι», είπε η Φεγγαρένια.
«Έλα, ανέβα πάλι να φύγουμε, έχουμε και σε άλλα μέρη να πάμε».
«Ναι, ναι, πάμε!», φώναξε η Φεγγαρένια.
«Ετοιμάσου να δεις όλα τα αστέρια του ουρανού», είπε το φεγγαράκι και της χαμογέλασε.
Η Φεγγαρένια, έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Μπροστά στα μάτια της, κείτονταν δεκάδες λαμπερά αστέρια. Ποτέ άλλοτε δεν είχε ξαναδεί τόσα πολλά μαζί. Ήθελε να τα μετρήσει, μα ζαλιζότανε από το λαμπερό φως των αστεριών.

«Είναι τόσα πολλά, αλλά που κρύβονται κάθε βράδυ τόσα αστέρια;», ρώτησε το κοριτσάκι.

«Υπάρχουν πάντα στον ουρανό, φεγγαρένια, απλώς μερικές φορές τα κρύβουνε τα σύννεφα, για αυτό δεν τα βλέπεις όλα. Άλλωστε είμαστε τόσο κοντά τώρα. Περίμενε λίγο», είπε το φεγγαράκι.

Τότε, το φεγγαράκι, άπλωσε το χέρι του και τράβηξε ένα αστέρι μικρό αλλά τόσο φωτεινό όπως όλα τα άλλα.
«Αυτό το αστέρι στο χαρίζω, είναι δικό σου Φεγγαρένια. Το βράδυ πριν κοιμηθείς να το έχεις κάτω από το μαξιλάρι σου και να θυμάσαι, ότι θα είναι εκεί μαζί σου και δεν θα φοβάσαι τίποτα πια. Όμως να το φυλάξεις καλά», είπε το φεγγαράκι.

«Θα το φυλάξω στο μπαουλάκι μου, και θα το κλειδώσω με το κλειδάκι του.
Δεν θα το χάσω ποτέ», είπε η Φεγγαρένια με δάκρυα χαράς στα ματάκια της.
«Ανέβα στην πλάτη μου, έχουμε να δούμε και κάτι άλλο», είπε το φεγγαράκι.

Η Φεγγαρένια, ανέβηκε στην πλάτη του, βάζοντας το αστέρι που της χάρισε, βαθιά μέσα στην τσεπούλα της.
Πράγματι, αμέσως μετά, φτάσανε σε μια μεγάλη πόρτα με ψηλά ξύλινα κάγκελα. Πίσω από τα κάγκελα όμως η Φεγγαρένια, διέκρινε πλήθος από πολύχρωμα λουλούδια, όλων των χρωμάτων.
«Τι είναι εδώ?» ρώτησε η Φεγγαρένια.
«Εδώ είναι ο κήπος του ουρανού. Μέσα στον κήπο, θα βρεις πολύχρωμα και μοσχομυριστά λουλούδια».
«Είναι απίστευτο! Μπορώ να τα δω από κοντά;», ρώτησε η μικρή Φεγγαρένια και πριν προλάβει να της απαντήσει το φεγγαράκι, η μικρή βρισκόταν ήδη μέσα στον τεράστιο κήπο.
«Είναι όλα τόσα όμορφα, και μυρίζουνε τόσο ωραία. Αλλά, φεγγαράκι, ποιος τα ποτίζει όλα αυτά τα λουλούδια;» είπε με απορία η Φεγγαρένια.
« Μα φυσικά τα σύννεφα. Μια φορά την ημέρα, τα σύννεφα μαζεύονται πάνω από τον κήπο και ρίχνουνε βροχή, ώστε τα λουλούδια μας, να παραμείνουνε για πάντα δροσερά και φρέσκα».

Η Φεγγαρένια, έτρεξε ανάμεσα στα λουλούδια, χώνοντας την μυτούλα της ανάμεσα στα πέταλα τους. Άρχισε να στριφογυρνάει χαρούμενα γύρω τους και να ανασαίνει δυνατά, προσπαθώντας να φυλακίσει, όσο περισσότερο μπορούσε μέσα της, από την ευωδιά των λουλουδιών.

«Αν θέλεις, μπορείς να κόψεις ένα λουλούδι, όμως πρόσεχε να διαλέξεις ένα χωρίς αγκάθια», της είπε το φεγγαράκι.

Η μικρή Φεγγαρένια, έκοψε ένα λουλουδάκι, που μύριζε υπέροχα και είχε τα χρώματα του ουράνιου τόξου πάνω του. Έμεινε να το κοιτάζει έκθαμβη και το έχωσε και αυτό στην τσεπούλα της.

«Είναι ώρα να φύγουμε», της είπε το φεγγαράκι.

Με γοργά βήματα, η Φεγγαρένια ανέβηκε για άλλη μια φορά στην πλάτη του φεγγαριού και έγειρε πάνω του. Ήταν τόσο κουρασμένη, αλλά συνάμα πολύ ευτυχισμένη. Δεν έβλεπε την ώρα, να γυρίσει στο σπίτι της και να εξιστορήσει την ωραία περιπέτεια της στην μαμά της. Όμως, τώρα που το καλοσκεφτόταν, θα την πίστευε η μαμά της;

Με όλες αυτές τις σκέψεις να περνάνε στο κεφαλάκι της και η μικρή Φεγγαρένια να χαζεύει από ψηλά τα σπίτια που ξεπρόβαλαν κάτω από τα πόδια της, την θάλασσα που χάιδευε απαλά τις δαντελένιες ακτές του νησιού της, έφτασαν και πάλι στο δωμάτιο της.

«Καληνύχτα και όνειρα γλυκά, να θυμάσαι ότι θα είσαι για πάντα η καλύτερη μου φίλη», είπε το φεγγαράκι.

« Θα σε ξαναδώ ποτέ;» ρώτησε η φεγγαρένια.
« Θα προσπαθήσω, αλλά να ξέρεις πως εγώ θα σε βλέπω και θα σε καληνυχτίζω τα βράδια πριν κοιμηθείς».

Το κοριτσάκι, άνοιξε το μπαουλάκι της και έβαλε το αστεράκι μέσα. Τότε του ψιθύρισε.

«Δεν θα σε αφήσω ποτέ μου».

Ύστερα, ξάπλωσε και έγειρε να κοιμηθεί. Θυμήθηκε όμως το λουλούδι που είχε βάλει μέσα στην τσεπούλα της πιζάμας της. Το έβγαλε και το κράτησε στα χεράκια της, μέχρι που και η ίδια αποκοιμήθηκε γλυκά, μέχρι που ο ήλιος σηκώθηκε ψηλά στον ουρανό και φώτισε το δωμάτιο του μικρού κοριτσιού.


«Καλημέρα Ελενίτσα, ξύπνα αγάπη μου, είναι ώρα να ετοιμαστείς, να πας σχολείο», άκουσε την φωνή της μαμά της.


Η μικρή Ελενίτσα, έτριψε τα μάτια της και αγκάλιασε την μαμά της χαρούμενα.


«Τι έγινε και είσαι τόσο χαρούμενη, είδες μήπως κανένα όμορφο όνειρο;», είπε χαμογελώντας η μαμά της.

«Μαμά μου, εχθές το βράδυ ήρθε το φεγγαράκι και με πήγε βόλτα», βιάστηκε να πει η μικρή Ελενίτσα.
«Ναι αγάπη μου, έλα να πιεις το γάλα σου τώρα», είπε η μαμά χασκογελώντας από την ιστορία της κορούλας της.

Η μικρή Ελενίτσα, σηκώθηκε από το κρεβάτι και έτρεξε να ακολουθήσει την μαμά της. Τότε έγινε κάτι που την συγκλόνισε. Στο πάτωμα κάτω, βρισκότανε το λουλούδι που κρατούσε το βράδυ στα χεράκια της. Η Ελενίτσα χαμογέλασε ευτυχισμένη και έτρεξε γρήγορα να ετοιμαστεί για το σχολείο της, τόσο χαρούμενη όσο ποτέ άλλοτε.
 

Παραμύθι και παιδί: Το ασημένιο κουδουνάκι


πηγή


Κάποτε σε ένα χωριό δίπλα στη θάλασσα ζούσε ένας σοφός γέροντας. Του άρεσε να κάθεται στη βεράντα του και να κοιτά τη θάλασσα. Για να μη νιώθει μοναξιά είχε κρεμάσει ένα ασημένιο κουδουνάκι στη σκεπή της βεράντας. Μόλις φυσούσε λίγο ο αέρας το ασημένιο κουδουνάκι χτυπούσε χαρούμενα. 
Ο γέροντας περνούσε ώρες και ώρες στη βεράντα του. Χάζευε τη θάλασσα,άκουγε το κουδουνάκι και χαμογελούσε ευτυχισμένος.
Στο ίδιο χωριό ζούσε κι ένας φαρμακοποιός. Ήταν πολύ δυστυχισμένος γιατί οι δουλείες του δεν πήγαιναν καλά κι ήταν τόσο λυπημένος που δεν ήξερε τι να κάνει.
Αποφάσισε λοιπόν να πάει στο γέροντα και να ζητήσει τη συμβουλή του. Όταν έφτασε σπίτι του τον είδε να κάθεται ευτυχισμένος δίπλα στη θάλασσα. Μόλις άκουσε το γλυκό ήχο του κουδουνιού κατάλαβε το γιατί.
Έτσι ζήτησε από τον γέροντα να του δανείσει για λίγο το κουδουνάκι. Γιατί όχι; -είπε εκείνος- Σε παρακαλώ όμως να μου το επιστρέψεις γιατί χωρίς αυτό είμαι δυστυχισμένος.
Ο φαρμακοποιός τον ευχαρίστησε και υποσχέθηκε να του φέρει το κουδουνάκι την άλλη μέρα.
Όταν πήγε σπίτι του έβαλε το κουδουνάκι στο κήπο του κι ο ήχος του ήταν τόσο χαρούμενος που ο φαρμακοποιός χαλάρωσε, η ζωή του φάνηκε όμορφη και άρχισε μονομιάς να χορεύει....
Την επόμενη μέρα ο φαρμακοποιός δε φάνηκε από το σπίτι του γέροντα και εκείνος είχε κιόλας χάσει το κέφι του χωρίς το κουδουνάκι του.... Κάθε λίγο και λιγάκι έβγαινε στο δρόμο και κοιτούσε μήπως ερχόταν κανείς αλλά που.
Έτσι όταν πήγε πια μεσημέρι ο γέροντας φώναξε ένα μαθητή του, τον Τσιάο και του είπε:
Πήγαινε μέχρι το σπίτι του φαρμακοποιού σε παρακαλώ. Χτες του δάνεισα το ασημένιο κουδουνάκι μου μα ξέχασε να μου το επιστρέψει. Πες του πως τον περιμένω με μεγάλη ανυπομονησία!
Ο Τσιάο έτρεξε στο σπίτι του φαρμακοποιού αλλά μόλις μπήκε στο κήπο άκουσε τη γλυκιά μελωδία από το κουδουνάκι. Είδε το φαρμακοποιό να χορεύει και αισθάνθηκε τόσο χαρούμενος που άρχισε κι αυτός να χορεύει! 
Εν τω μεταξύ είχαν περάσει κιόλας τόσες ώρες και στο σπίτι του γέροντα δεν είχε φανεί ούτε ο φαρμακοποιός ούτε ο Τσιάο.
Ο γέρο σοφός θυμωμένος φώναξε ένα άλλο μαθητή του, τον Κοτάρο και του είπε:
Τρέχα στο σπίτι του φαρμακοποιού και πες του να μου φέρει αμέσως το ασημένιο μου κουδουνάκι. Κι αν συναντήσεις στο δρόμο τον Τσιάο πες του πως πρέπει να ντρέπεται που δεν ακούει το δάσκαλο του.
Ο Κοτάρο πήγε στο σπίτι του φαρμακοποιού όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Όταν έφτασε εκεί είδε έκπληκτος τον Τσιάο και το φαρμακοποιό να χορεύουν χαρούμενοι στον κήπο. Και πριν καλά καλά το καταλάβει αισθάνθηκε τόσο ευτυχισμένος που άρχισε να χορεύει κι εκείνος.
Ο ήλιος κόντευε να δύσει και ο γέροντας ακόμα περίμενε το ασημένιο κουδουνάκι του.
Τον έπιασε μια βαθιά μελαγχολία χωρίς τον ήχο του αγαπημένου του κουδουνιού. Τελικά δεν άντεξε άλλο και πήγε ο ίδιος να δει τι συνέβαινε.
Σαν έφτασε επιτέλους στο σπίτι άκουσε τον ήχο του ασημένιου κουδουνιού και είδε στον κήπο,ανάμεσα στα λουλούδια, τον φαρμακοποιό και τους δυό του μαθητές να χορεύουν χαρούμενα.
Ο γέροντας απόρησε και δεν ήξερε τι εξήγηση να δώσει. Δεν έμεινε όμως πολύ ώρα έτσι. Η λύπη του εξαφανίστηκε και ένιωσε την επιθυμία να χορέψει. 
Πιάστηκε χέρι-χέρι με το φαρμακοποιό, τον Τσιάο και τον Κοτάρο και ευτυχισμένοι συνέχισαν να χορεύουν όλοι μαζί.
Κι όποιος περνούσε απ το σπίτι του φαρμακοποιού το έριχνε κι αυτός στο χορό.
Κι αν τύχει και περάσεις ποτέ από κει θα τους δεις ακόμα, όλους μαζί να χορεύουν. Μα δεν ξέρω αν θα γυρίσεις πίσω γιατί μπορεί κι εσύ να μείνεις εκεί και να χορέψεις μαζί τους

Friday, 24 December 2010

Γράμμα σε όσους δεν εορτάζουν...

Υπάρχουν άνθρωποι που αυτές τις μέρες δεν εορτάζουν. Υπάρχουν άνθρωποι που ενώ η ψυχή τους λαχταρά την εορτή της ζωής μένουν σιωπηλοί στην μοναξιά που τους επέβαλε το σύστημα των υποτιθέμενων «αξιών» μας. Των «ιδανικών και αρχών» μας, που δεν είναι τίποτε άλλο από ιδεολογήματα που τρέφουν την αυτοεικόνα μας, το εγώ μας, χωρίς καμία αλήθεια στην ζωή.
 
Υπάρχουν αυτές τις μέρες σπίτια με τα τζάμια θαμπά, με πόρτες που δεν χάρηκαν το πέρασμα του επισκέπτη, αυτοί οι τοίχοι οι χλωμοί και οι διάδρομοι οι σκοτεινοί που οδηγούν σε δωμάτια γεμάτα οδύνη και μοναξιά, πονούσαν πάντοτε την καρδιά μου τέτοιες μέρες.

Μα πιο πολύ, απεριγράπτως πιο πολύ, αυτά τα πρόσωπα τα μελαγχολικά, τα μάτια τα γεμάτα ερωτηματικά, οι ψυχές που διψασμένες νόημα ζητούσαν, ήταν το ημερών αυτών μια παραφωνία, αλλά ωστόσο το μόνο ζητούμενο.
-- Γιατί να γελάσω, γιατί να είμαι χαρούμενος; … μου είπε τις προάλλες ένα νεαρό άτομο από εκείνα που μεγάλωσαν και συνεχίζουν να μεγαλώνουν στις πόλεις, τα σπίτια, τα δωμάτια, όπου ο ήλιος και το φεγγάρι είναι άγνωστο κείμενο.
- Πολύ μοναξιά πάτερ…, μου ψιθύρισε με ανεμική φωνή, που μόλις και μετά βίας μπορούσε να συλλαβίσει λέξεις και να σχηματίσει προτάσεις επικοινωνίας.
Είναι βλέπεις και ξεχασμένη η γλώσσα μας, αφού κανείς πια δεν την μιλάει. Και αυτή που την προφέρουν την ξοδεύουν ανώδυνα και την κρατούν επικίνδυνα άδεια. Συνήθως για να κρύβουν την ψευτιά και να υποστηρίζουν την υποκρισία του βίου τους.
Μοναξιά, βουβαμάρα, θλίψη στο σπίτι. Η συντροφιά, οι σχέσεις και η κοινωνία με ανθρώπους πολυτέλεια στην βουβή πεζοπορία της ψυχής.
-- Γιατί βρε Ν… -τον ρωτάω- τόση θλίψη- όχι ότι δεν ήξερα αλλά ήθελα να ανοίξω την κουβέντα- μα περισσότερο την καρδιά του, που διψούσε για μια συνάντηση πέρα από τις λέξεις, από τα σύμφωνα και τα φωνήεντα. 
-- Τι γιατί πάτερ μου..., σάματι πως ξέρω και εγώ. Από την μέρα που γεννήθηκα αυτή την απάντηση ψάχνω και εγώ να δώσω. Γιατί, γιατί τόση θλίψη, τόσος πόνος στα μάτια, στην ψυχή, στις ζωές των ανθρώπων.
-- Ο πατέρας άνεργος, η μάνα ανασφάλιστη στην μαύρη εργασία, τα αδέλφια μου ο καθένας στο δικό του κόσμο, άλλος στην τηλεόραση και άλλο στο Pc. Και εγώ ψάχνω κανένα φιλαράκι να πούμε δυο κουβέντες. Αλλά οι αποστάσεις μακρινές και το χαρτζιλίκι για κανένα καφέ, καμιά βολτίτσα όλο και λιγοστεύει ή και εξαφανίζετε. Τι να πω και στην Μάνα, εδώ καλά καλά με αυτά που παίρνει δε μπορούμε να καλύψουμε τις βασικές ανάγκες. Να ζητάω και εγώ δεν λέει….. Και έτσι κάθομαι μέσα….. Τις προάλλες μας έδωσαν το επίδομα ανεργίας του πατέρα, και μαζί της τριτεκνίας, αλλά… χα χα χα… μέχρι να το πάρουμε, το δώσαμε και πάλι πίσω στο κράτος με όλα αυτά που μας παίρνουν κάθε μήνα κάθε χρόνο. Τι μας τα δίνουν και καθόλου; Σκέτη κοροϊδία. Τελικά ο μεγαλύτερος ληστής είναι το ίδιο το κράτος.
-- Κοίτα σε καταλαβαίνω, μα πάνω από όλα σε νιώθω. Και εγώ σε μια παρόμοια οικογενειακή κατάσταση μεγάλωσα. Βέβαια σήμερα τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα. Ωστόσο επειδή ακριβώς έχω περάσει και σε ένα ποσοστό περνάω ακόμη, μέσα από τέτοιες καταστάσεις θα ήθελα να σου πω μερικές σκέψεις μέσα από την καρδιά μου, με αισθήματα αλληλεγγύης και βαθιάς ανθρώπινης φιλίας:
  • Το πρώτο που έχω να σου πω, είναι αντιστάσου. Αντιστάσου όπως μπορείς σε όλο αυτό το σύστημα που βλέπεις γύρω σου και είναι έτοιμο να σε κατασπαράξει όπως κάνει καθημερινά με χιλιάδες συνανθρώπους μας. Αυτό το σύστημα σε θέλει θλιμμένο, μίζερο, αξιολύπητο και αξιοθρήνητο. Σε θέλει απελπισμένο και παραδομένο στα πλαστά και μεθοδευμένα αδιέξοδα. Τα τεχνητά αδιέξοδα που δημιούργησαν για να μας ελέγχουν. Για να ασκούν εξουσία πάνω στην ζωή μας, πάνω στην ψυχή μας. Σπάσε το σύστημα αυτό, αλλά πρόσεχε ξεκίνα πρώτα από μέσα σου. Από την ψυχή σου θα κάνεις την αρχή. Όταν θα πάρεις την απόφαση να μην τους χαρίσεις την ζωή, τον χρόνο σου, τα όνειρα σου. Δεν τους ανήκεις. Δεν είσαι μονάδα στον ισολογισμό τους. Δεν είσαι χρηστικό αντικείμενο στα σχέδια τους, δεν είσαι μονάδα παραγωγής και αποχαυνωτικής κατανάλωσης. Είσαι ανώτερη σπορά.
  • Το δεύτερο που πρέπει να κατανοήσεις είναι ότι όλοι αυτοί-κράτος-καπιταλιστική κοινωνία-πλουτοκρατία- θέλουν να σε «εκπαιδεύσουν» ώστε να νιώθεις και να αισθάνεσαι, ότι για να σε προσέχουν και για να σου δίνουν σημασία πρέπει να κλαις, να παραπονιέσαι, να ζητάς, να ζητάς συνεχώς. Ζήτουλα και κακομοίρη σε θέλουν δηλαδή. Όχι να κατακτάς. Να κερδίζεις περήφανα και αξιοπρεπώς, αλλά να επαιτείς. Να επαιτείς ένα κοίταγμα, ένα χάδι, ένα φιλί, μια αγκαλιά, μια κουβέντα, μια παρέα. Να επαιτείς μια δουλειά, μια εργασία, μια δημιουργική έκφραση, να ζεις …. Και στο τέλος να τους λες και ευχαριστώ δοξάζοντας τους.
  • Το τρίτο, είναι ότι το σύστημα σου μαθαίνει να εξαρτάσαι. Να είσαι μια εξαρτημένη ύπαρξη σε όλα τα επίπεδα. Να εξαρτάται η χαρά που θα νιώσεις, πως και που θα την νιώσεις, μέχρι πόσο και ως πόσο. Χρόνος, χώρος, ποιότητας, επιλογές όλες δικές τους.
  • Τέταρτον, είναι ότι σου μαθαίνουν ότι αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να αλλάξει και ότι εάν είναι κάτι να αλλάξει δεν θα το κάνεις εσύ, αλλά κάποιος άλλος έξω από εσένα. Έτσι ελέγχουν την ζωή σου. Έχουν εξουσία πάνω στην ιστορία σου. Σε ορίζουν και σε καθορίζουν.
Δεν σε θέλουν να πιστεύεις στις δικές σου δυνάμεις. Αυτές που υπάρχουν μέσα σαν προίκα του δημιουργού σου. Οι προδιαγραφές σου είναι για πολύ υψηλά και μεγάλα πράγματα. Είναι για την ουτοπία, για την εσχατολογία του τέλειου, για την επανάσταση, για την κοινωνία του αλλιώς.
Μάθε λοιπόν φίλε ότι όσο και εάν μας έχουν μαυρίσει την ζωή, όσο και αν μας έχουν όντως δυσκολέψει τον βίο, εμείς δεν θα παραδοθούμε σε κανένα, παρά μονάχα στην ζωή που ο Θεός μας χάρισε για να την ζήσουμε με χαρά και έκσταση.
Μη τους παραδίδεσαι, βγες έξω από τα μπουντρούμια όπου ο καπιταλιστικός καταναλωτισμός και η οικονομική δυναστεία της "ανάπτυξης" και της αστικοποίησης μας επέβαλε. Βγες από την παραμόρφωση του συστήματος και ψάξε, αναζήτησε την μεταμόρφωση. Δεν είναι φύση σου για να μαραζώνεις, για να θλίβεσαι, για να στενοχωριέσαι, ζήσε.
Βγες στους δρόμους και ας μην έχεις μια στη τσέπη. Δεν χρειάζεται. Περπάτησε, ρούφα ουρανό και αστέρια. Νιώσε την ύπαρξη, την ομορφιά του σώματος σου, καθώς περπατάει, καθώς κοιτάει, καθώς ακούει και μιλάει. Πάρε ένα φίλο μια φίλη και περπατήστε. Δεν είναι ανάγκη να καταναλώσετε, να αγοράσατε, να ξοδέψετε, να πληρώσετε, για να νιώσετε ότι υπάρχετε, αυτό δεν είναι η αλήθεια σας, είναι το ψέμα του πολιτισμού της κατανάλωσης, του κέρδους. Πάρε ένα ποδήλατο και φύγε, περπάτησε, τρέξε. Συναντήσου με άλλους ανθρώπους, μιλήστε, παίξτε, γελάστε, δοξάστε την ύπαρξη, το Θεό, την ανθρώπινη κοινωνία και επικοινωνία.
Σπάστε την ατομικότητα, ζήστε μαζί στιγμές, μοιραστείτε πράγματα, αντικείμενα, ρούχα, φαγητά, λεφτά, λέξεις, εικόνες, νοήματα, συναισθήματα, εμπειρίες, την ζωή σας. Οργανωθείτε μόνοι σας. Κάντε ομάδες κοινοτισμού. Μπείτε σε ομάδες που ζουν κοινοτικό βίο, σε ενορίες όπου υπάρχει η εκκλησία, σε συλλογικότητες αυτοοργάνωσης, μόνο μην μείνεις μόνος.
Δεν θα σε δικαιολογήσω. Σε κατανοώ, αλλά μην τους χαρίζεις την ζωή σου. Μη σε κάνουν δούλο τους κάτω από την εξουσία του χρήματος, κάτω από την δύναμη να ορίζουν το πώς θα ζήσεις. Δεν τους ανήκεις. Ανήκες μονάχα στην ζωή, ζήσε…. το μπορείς….. Ο Χριστός δεν έφερε μια νέα θρησκεία στον κόσμο των θρησκειών, αλλά ένα νέο τρόπος ζωής, ζήσε λοιπόν….. Μην χαριστείς σε κανένα.
Μην ξεχνάς δεν είσαι δυστυχισμένος. Έτσι σου έμαθαν. Έτσι σε θέλουν για να σε κατευθύνουν και να τους έχεις ανάγκη. Δεν ανήκεις σε αυτούς, είσαι άπειρος, είσαι παιδί Ανάρχου πατρός … Μπορείς να είσαι ευτυχισμένος, μη πείθεσαι ότι είσαι δυστυχισμένος. Είσαι στο ποσοστό που τους το επιτρέπεις. Είσαι στο ποσοστό που παίζεις το παιγνίδι τους. Είσαι μόνο όταν παίζεις με τους όρους του συστήματος τους, που ορίζει ως ευτυχία το κέρδος, την αφθονία, το χρήμα, την κατανάλωση. Ψάξε να βρεις την αλήθεια της φύσης σου, την αλήθεια του υπάρχω, που είναι η ελευθερία.

Καλά Χριστούγεννα φίλε - η, Καλή Χρονιά!!!!
π. Λίβυος

Αναρτήθηκε από π.Λίβυος στις Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009 4:58 μ.μ. 

Χριστός γεννάται,
η οικουμένη στο φως λουσμένη αναγεννάται.

Σε κάποια στάνη
τρέχουν και πάνε και προσκυνάνε 
φτωχοί τσοπάνοι.
Στίχοι : ΑΡΗ ΚΑΝΔΗΛΑΠΤΗ
Μουσική : ΣΠ. ΣΑΜΟΪΛΗ

Άγγελοι ψέλνουν
σ' ουράνιους τόπους και στους ανθρώπους 
μήνυμα φέρνουν.
Κάποιο αστέρι 
φωτίζει γύρω με φως πορφύρο 
τα άγια μέρη.
Χριστός γεννάται,
μες στη σπηλιά.

Στα ζώα πλάϊ
σα λουλουδάκι κάποιο παιδάκι 
χαμογελάει,
χωρίς κακία
θωρεί την πλάση, 

«ειρήνη πάσι και ευδοκία».

Λάμπουν τ' αστέρια
Θεού καντήλι, εχθροί και φίλοι 

δώστε τα χέρια.
Χριστός γεννάται,
η οικουμένη φωτολουσμένη 

αναγεννάται.

Χριστός γεννάται,
μες στη σπηλιά.

Κοιτάσματα Αγάπης υπάρχουν μέσα μας, επειδή... Κάθε Μέρα είναι Χριστούγεννα!!

Κάθε ώρα, κάθε στιγμή, κάθε τόπος είναι κατάλληλος να δείξεις την αγάπη σου, αλλά τα Χριστούγεννα παραείναι ο κατάλληλος χρόνος για να το κάνεις.
Αυτό είναι τα Χριστούγεννα, είναι γιορτή της Αγάπης.
Της ανιδιοτελούς αγάπης, της Αγάπης που δίνεται απλόχερα, χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα.
Μέγας Βασίλειος: «Τα Χριστούγεννα είναι η σωτηρία του κόσμου, η γενέθλια ημέρα της ανθρωπότητας, η κοινή γιορτή ολάκερης της κτίσης»

Ας χαμογελάμε με την καρδιά μας, ας λέμε μια καλημέρα ζωντανή, ας ψιθυρίζουμε έναν Καλό λόγο σε όποιον τον χρειάζεται.
Να σπεύδουμε να βοηθήσουμε έναν ανήμπορο να περάσει τον δρόμο, να δείχνουμε ένα δρόμο σε κάποιον που ψάχνει.
Να νοιαζόμαστε, να δείχνουμε ενδιαφέρον για τον διπλανό μας.

Όλοι μας έχουμε προβλήματα, αλλά με προθυμία να δείχνουμε το ενδιαφέρον μας σ' αυτόν που θα μας δώσει την ευκαιρία.

Τέτοιες μέρες, αλλά και κάθε μέρα, πάρτε τους φίλους σας και πάτε μια βόλτα σε ένα νοσοκομείο.
Αντί να πάτε, σήμερα ή αύριο, στο καφέ της πλατείας, πάτε μια βόλτα στο κοντινό νοσοκομείο να πείτε Καλά Χριστούγεννα.
Την πρώτη φορά είναι «δύσκολο».

Κοιτάξτε στα μάτια τον ζητιάνο, μην τον αποφύγετε με βδελυγμία, δώστε του να φάει. Πάτε τα ρούχα που δεν φοράτε στην Εκκλησία, φτιάξτε ένα δέμα με τρόφιμα και πηγαίνετέ τα εκεί που μπορούν να ταΐσουν κάποιους που πεινάνε.
Ξέρετε τι πρέπει να κάνετε, όλοι ξέρουν, κάντε το.
Όχι, γι αυτούς που πεινάνε, όχι για αυτούς που έχουν μοναξιά, αλλά για σας. Εσείς θα κερδίσετε. Εσείς θα αισθανθείτε όμορφα. Εσείς θα κοιμηθείτε καλύτερα.

Δεν θα το κάνετε για να αναγνωρίσουν την προσφορά σας. Δεν σας χρειάζεται. Έτσι κι αλλιώς εσείς θα βγείτε κερδισμένοι.

—Δεν μας παρατάς κι εσύ; Έχω τόσα προβλήματα, με τις ανάγκες των άλλων θα ασχοληθώ;
Μα για τα δικά σου προβλήματα μιλάω. Δεν υπάρχει κανείς χωρίς προβλήματα. Αυτή είναι η ζωή, έτσι είναι. Εκείνο που λέω είναι να ξεπεράσεις τα προβλήματα σου. Να πάρεις μια γερή δόση ευχαρίστησης για να μπορέσεις να αντιμετωπίσεις τα δικά σου προβλήματα.

—Δεν μου περισσεύει αγάπη, στέρεψα από αγάπη. Δεν έχω αγάπη, εμένα κανείς δεν με αγαπάει.
Έχεις Αγάπη, έχεις μέσα σου, βαθιά κρυμμένη.
Σκάψε στο ορυχείο σου και βγάλε έξω το χρυσάφι που κρύβεις.
Τα κοιτάσματα αγάπης που κουβαλάς είναι αστείρευτα, κάνε τον πακτωλό της καρδιάς σου να σε πλημμυρίσει .

Τώρα (και κάθε μέρα) είναι η γιορτή της Αγάπης.
Τώρα, τα Χριστούγεννα, τη γενέθλια μέρα της ανθρωπότητας, είναι ευκαιρία να βγάλεις έξω τους θησαυρούς της αγάπης που κρύβεις.
Μοίρασε από τα κοιτάσματα αγάπης που διαθέτεις.
Δεν τελειώνουν, όσο δίνεις τόσο πληθαίνουν.
Καλά και Ευλογημένα Χριστούγεννα!!

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki