Thursday, 27 December 2012

Ο πιο διάσημος πίνακας για τα κάλαντα και η ιστορία του

Προκαλεί συγκίνηση και θαυμασμό ο πίνακας που ζωγράφισε το 1872 ο Νικηφόρος Λύτρας αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα.
.
Το έργο αυτό θεωρείται ως η κορυφαία στιγμή 
στην ηθογραφική ζωγραφική της Ελλάδας.
«Τα κάλαντα» Νικηφόρος Λύτρας, 1873

Νικηφόρος Λύτρας:
«
ο ζωγράφος των Χριστουγέννων»
Αρκούσε αυτό το έργο για να αποδοθεί στον κορυφαίο Έλληνα καλλιτέχνη ο τίτλος «ο ζωγράφος των Χριστουγέννων». Το έργο αυτό θεωρείται ως η κορυφαία στιγμή στην ηθογραφική ζωγραφική της Ελλάδας. 
Είναι προφανές ότι ξεπερνά την απλή απεικόνιση ενός εθίμου, έχει προκαλέσει πολλές συζητήσεις για τους συμβολισμούς του.

Ενδιαφέρουσα η ανάλυση της επιμελήτριας της Εθνικής Πινακοθήκης, Μαριλένας Κασιμάτη: 


«Τα ποιητικότατα Κάλαντα διαφεύγουν με την εσωτερικότητα και την επινόηση του χρόνου στην ελληνικότατη ηθογραφική αυτή σκηνή, από κάθε κοινοτοπία. Τα σύμβολα που εισάγει, χωρίς τυμπανοκρουσίες -το μαρμάρινο θωράκιο της Νίκης, που δένει το σανδάλι της, αλλά ειρωνικά σχεδόν, βαλμένο δίπλα σε μια χορταρένια σκούπα, το γυάλινο ποτήρι με το νερό, που παραπέμπει στην κάθαρση που έρχεται από τα Ελληνόπουλα, που δεν εμφανίζονται ως γραφικά δείγματα μιας γνωστής τυπολογίας φορεσιών, το ξερό, άνυδρο δέντρο που δηλώνει την υφέρπουσα φτώχεια στο πρόσωπο της σκοτεινής μορφής, που μόλις φαίνεται πίσω από τον τοίχο».

το βρήκαμε στο Στο τελευταίο θρανίο της Πάτρας
Πηγή: iefimerida.gr

Δυο μωρά σε μια φάτνη !

Διαβάστε την ΙΣΤΟΡΙΑ ΖΩΗΣ!!!!

Η ιστορία αυτή είναι διασκευή από ένα ισπανικό βιβλίο που προέκυψε από μία επίσκεψη δυο εκπαιδευτικών σε ένα ορφανοτροφείο!!!


Το 1994 δυο εκπαιδευτικοί Αμερικανοί,ανταποκρίθηκαν σε μία πρόσκληση για να διδάξουν ηθική στις δημόσιες σχολές ,στηριζόμενοι στις βιβλικές αρχές.
Είχαν διδάξει σε φυλακές,σε επιχειρήσεις, στην αστυνομία και στο τέλος πήγαν σ ένα μεγάλο ορφανοτροφείο της Ισπανίας.
Σε αυτό το ορφανοτροφείο ήταν 100 παιδάκια εγκαταλελειμμένα.
Πλησίαζαν οι γιορτές του 1994  και τα παιδιά του ορφανοτροφείου, άκουγαν για πρώτη φορά απο τους δυο Αμερικανούς την ιστορία της γέννησης του Χριστού.
Έμαθαν για τη άφιξη της Παρθένου Μαρίας και του Ιωσήφ στη Βηθλεέμ που δεν βρήκαν τόπο σε κανένα πανδοχείο και έτσι πήγαν σε έναν στάβλο και εκεί γεννήθηκε ο μικρός Ιησούς και τον έβαλαν σε μία φάτνη.
Christmas Comments Pictures
Κατά τη διάρκεια της αφήγησης,τα παιδιά δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν την κατάπληξή τους. Προσπαθούσαν να μη χάσουν ούτε μια λέξη απο αυτή την αφήγηση.
Όταν τελείωσαν την αφήγησή τους οι δυο Αμερικάνοι, έδωσαν στα παιδιά τρία κομμάτια χαρτόνι για να φτιάξουν μια φάτνη. Τους έδωσαν επίσης χρωματιστές κίτρινες πετσέτες όπου κόβοντας τις έβαλαν για άχυρο. Λίγη τσόχα καφέ  για να φτιάξουν τη φιγούρα του μωρού και ένα μικρό κουρελάκι για κουβέρτα.
Όλα λοιπόν τα ορφανά άρχισαν να φτιάχνουν βιαστικά τις φάτνες και να τις δείχνουν. Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που έφτασε η ώρα ενός μικρού παιδιού για να δείξει και εκείνο τι είχε κάνει.
Φαινόταν μέχρι έξι χρονών και είχε τελειώσει πρώτος τη φάτνη.
Τον πλησίασαν οι δύο Αμερικάνοι για να δουν τη φάτνη που είχε φτιάξει. Έκπληκτοι κοιτάζοντας τη φάτνη είδαν μέσα δυο μωρά αντί για ένα.Κοίταγαν συνέχεια απορημένοι και στο τέλος φώναξαν έναν διερμηνέα για να ρωτήσει το μικρό παιδάκι τι είχε συμβεί.

Ο μικρός σταύρωσε τα χέρια του και παρατηρώντας τη φάτνη  άρχισε να διηγείται την ιστορία της γέννησης.
Η αφήγηση της ιστορίας για ένα τόσο μικρό παιδί που την είχε ακούσει για πρώτη φορά, ήταν εκπληκτική, μέχρι που έφτασε  στο σημείο όπου η Παρθένος Μαρία έβαλε το μωρό στη φάτνη.
Εκεί ο μικρός άρχισε να επινοεί το δικό του τέλος για την ιστορία και άρχισε να λέει:

Και όταν η Παρθένος Μαρία άφησε το μωρό μέσα στη φάτνη, ο Ιησούς με κοίταξε και με ρώτησε εάν είχα μέρος για να μείνω. Εγώ τότε του είπα ότι δεν είχα γονείς και γι αυτό δεν έχω που να μείνω. Τότε ο Ιησούς με κοίταξε χαμογελαστά και μου είπε ότι μπορούσα να μείνω εκεί μαζί του. Του απάντησα ότι δεν μπορούσα ,διότι δεν είχα να του προσφέρω κάποιο δώρο, όπως έκαναν όλοι. Σκέφτηκα  να του προσφέρω τη ζεστασιά μου  αφού ήταν μικρός και μόνος σε μια φάτνη.
Γι αυτό τον ρώτησα πάλι: Εάν σου προσφέρω ζεστασιά, αυτό θα είναι καλό δώρο για σένα;
Ο Ιησούς τότε μου είπε: Εάν εσύ μου προσφέρεις ζεστασιά, αυτό θα είναι το καλύτερο και το ομορφότερο δώρο που θα μου έχουν δώσει.
Έτσι λοιπόν μπήκα και γω μέσα στη φάτνη, είπε το μικρό παιδάκι, αφού ο ίδιος ο Ιησούς μου είπε ότι θα μπορούσα  να μείνω εκεί για πάντα ώστε να μην είμαι μόνος μου!!!!!!!!!
Όταν λοιπόν ο μικρός τελείωσε  τη δική του ιστορία,τα ματάκια του έλαμπαν γεμάτα από τα δάκρυα, τα οποία του μούσκευαν τα μάγουλά του. Σκέπασε το πρόσωπό του και έσκυψε το κεφάλι του.
Το μικρό ορφανό συνάντησε επιτέλους κάποιον ο οποίος ποτέ δεν θα το εγκατέλειπε, ούτε θα το εκμεταλλευόταν.
Κάποιον που θα ήταν μαζί του για πάντα, αφού ο Ίδιος ο Ιησούς ΉΤΑΝ Η ΖΩΉ που δεν είχε!!!!!!
Και έγραψε ο αγαπημένος SKROYTZAKOS:
ΧΡΙΣΤΟΎΓΕΝΝΑ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΤΑ Φώτα, ΟΙ Γιρλάντες, ΤΑ Δώρα, ΤΑ Γέλια, Η Μουσική, ΤΟ Γιορτινό Τραπέζι. Είναι Κάτι Περισσότερο Από Αυτά ΤΑ Υλικά.
Είναι ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΜΕΣΑ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΞΟΥΜΕ ΣΥΜΠΟΝΟΙΑ, ΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΣΤΟΥΣ ΓΥΡΩ ΜΑΣ. ΕΥΧΟΜΑΙ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ ΟΛΕΣ!!!!!!!!

Τα καλύτερα παιχνίδια είναι ... δωρεάν!

Όταν πλέον ακόμα και το ένα ευρώ μοιάζει με θησαυρό, είμαστε υποχρεωμένοι να βρίσκουμε εναλλακτικές λύσεις για όλα. «Κόβουμε» από τις εξόδους, τα ρούχα... Μπορούμε, όμως, να στερήσουμε από τα παιδιά μας τα παιχνίδια; Και όμως, τα αγγελούδια μας δεν ασχολούνται με τις τιμές των παιχνιδιών τους... 
Why Some Experts Say the Best Toys
Are Free
Σε τέτοιες περιόδους, όταν ακόμα και το ένα ευρώ μοιάζει με θησαυρό, είμαστε υποχρεωμένοι να βρίσκουμε εναλλακτικές λύσεις για όλα. «Κόβουμε» από τις εξόδους, τα ρούχα, ακόμα και από το φαγητό. Μπορούμε όμως να στερήσουμε από τα παιδιά μας τα… παιχνίδια;  
Και όμως τα αγγελούδια μας δεν ασχολούνται με τις τιμές των παιχνιδιών τους. Θέλουν μόνο να έχουν παιχνίδια για να περνούν την ώρα τους ευχάριστα. 

Δείτε ορισμένα με σχεδόν μηδενικό κόστος, λοιπόν...

ΧΑΡΤΙ
Δώστε στο παιδί σας μία λευκή κόλλα χαρτί. Θα δείτε ότι για αρκετή ώρα θα την κουνά αριστερά-δεξιά ή θα προσπαθεί να την κάνει χίλια κομμάτια. Και είναι και δημιουργικό αυτό το παιχνίδι, καθώς βοηθά στη λεπτή κινητικότητα του παιδιού.
 

ΑΝΟΞΕΙΔΩΤΑ ΜΠΟΛ
Είναι εκπληκτικά. Και κάνουν θόρυβο, όταν τα χτυπούν μεταξύ τους ή όταν τα πετούν στο πάτωμα, αλλά και λειτουργούν σαν καθρέπτης. Το μόνο πρόβλημα είναι εάν αντέχουν τα αυτιά σας τη φασαρία.
 

ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΙΟ Η/Υ
Οι περισσότεροι έχετε φυλάξει στο ντουλάπι ή την αποθήκη το παλιό πληκτρολόγιο από το PC σας. Ήρθε η ώρα να του δώσετε «αξία». Τα μικρά παιδιά διασκεδάζουν πάρα πολύ με το να πατούν κουμπιά και να ακούν αυτόν τον ανεπαίσθητο ήχο.
 

ΜΠΑΛΑ
Πλαστική, ποδοσφαίρου, μπαλόνι. Οποιαδήποτε, που να είναι αρκετά μεγάλη ώστε να μην την καταπιεί, θα είναι ένα ενδιαφέρον παιχνίδι για το μωρό σας. Εάν είναι μεγαλύτερο των έξι μηνών, θα διασκεδάζει πετώντας την μπάλα προς το μέρος σας.
 

ΧΕΙΡΙΣΤΗΡΙΟ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ:  
Λατρεμένο παιχνίδι και αυτό. Τρελαίνονται να πατούν τα πλήκτρα του και να βλέπουν το κόκκινο φωτάκι στο χειριστήριο να αναβοσβήνει. Εάν έχετε και ένα παλιό, ακόμα καλύτερα. Δεν πρόκειται να σας σπάσουν τα νεύρα από το zapping. Ίσως, όμως, να το παρατήσει πιο γρήγορα.
 

ΑΔΕΙΑ ΠΛΑΣΤΙΚΑ ΜΠΟΥΚΑΛΙΑ:
Αυτά κι αν είναι. Κάνουν θόρυβο, αλλάζουν σχήμα (εάν ξεβιδώσετε ελαφρά το πώμα), ενώ έτσι σιγά-σιγά μπορείτε να εντάξετε το μωρό σας στην ιδέα της ανακύκλωσης.
 

ΧΑΡΤΟΝΙ ΑΠΟ ΡΟΛΟ ΚΟΥΖΙΝΑΣ / ΥΓΕΙΑΣ: 
Υπάρχει σε όλα τα σπίτια και μάλιστα σε αφθονία. Τα παιδιά το αγαπούν, γιατί με μεγάλη ευκολία μπορούν να το «καταστρέψουν», χωρίς να πάθουν το παραμικρό και χωρίς να σας στενοχωρήσουν.
 

ΕΣΕΙΣ!: 
Και φυσικά, το καλύτερο παιχνίδι για εκείνα είστε εσείς. Μην χάνετε ευκαιρία να ξαπλώσετε μαζί του επάνω στο διπλό κρεβάτι, να το χαϊδέψετε, να το γαργαλήσετε, να του κάνετε μορφασμούς και διάφορους ήχους. Θα ξεκαρδιστεί στα γέλια και θα νιώσει την αγάπη σας.

Και όλα αυτά με ΜΗΔΕΝ κόστος!!!

© mother.gr
women.gr

Wednesday, 26 December 2012

«Ο Θεός δεν κάνει ποτέ λάθος» - Το πιο συγκινητικό video

Τα λόγια δεν μπορούν να περιγράψουν
αυτές τις σκηνές

Κάνει τον γύρο του διαδικτύου και ειδικά στο face book δεν σταματούν οι κοινοποιήσεις!
Το βιντεο που θα δείτε έχει τον τίτλο: «Ο Θεός δεν κάνει ποτέ λάθος».
Δείτε την τρυφερότητα, την επιμονή, την αγάπη που δείχνει το σκυλάκι της φωτογραφίας σε ένα παιδί με σύνδρομο down που ούτε στον ύπνο του δεν θα συναντήσει από άλλους ανθρώπους.


Οι δώδεκα μήνες - Λαϊκό παραμύθι

Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα και πολύ φτωχιά είχε πέντε παιδιά κι ήταν τόσο φτωχιά, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Και δεν έβρισκε και δουλειά για να δουλέψει, μόνο μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, και της ζύμωνε το ψωμί της και της έδινε για τον κόπο της μηδέ κάν ένα γωνιάδι ψωμί να πάει στα παιδιά της να φάνε· μόν’ έφευγε η καημένη με τα ζυμάρια στα χέρια κι ερχότανε στο σπίτι της κι εκεί τα έπλυνε με παστρικό νερό και κείνο το νερό το έβραζε και γινόταν κομμάτι σαν χυλός και τρώγανε τα παιδιά της. Και μ’ αυτόν το χυλό ήταν όλη την εβδομάδα χορτάτα, όσο να ξαναζυμώσει πάλι η μάνα τους στην αρχόντισσα και νά ’ρθει πάλι η μάνα τους με τ’ άνιφτα τα χέρια και να τους κάνει πάλι χυλό. 

"Twelve Months" by M. Pichugina
Και τα παιδιά της αρχόντισσας με τόσα και τόσα φαγιά, πολλά και παχιά, και με το αφράτο το ψωμί δε θρεβότανε, μόν’ ήτανε σαν τσίροι. Τα παιδιά όμως της φτωχιάς θρεβότανε και παχαίνανε και ήτανε σαν μπαρμπουνάκια. Και σάστιζε η αρχόντισσα και το ’κανε κουβέντα στις φιλενάδες της κι οι φιλενάδες της τής είπαν: 
Θρέβονται και παχαίνουν τα παιδιά της φτωχιάς, γιατί παίρνει την τύχη των παιδιών σου στα χέρια της και την πηγαίνει στα δικά της τα παιδιά. Γι’ αυτό κείνα παχαίνουν και τα δικά σου ξεπέφτουν και χαλούν.
  Το πίστεψεν η αρχόντισσα και, όταν ήρθε η μέρα για να ζυμώσει πάλι, δεν την άφησε τη φτωχιά να φύγει με άνιφτα χέρια, μόνο την έβαλε και νίφτηκε καλά καλά, για ν’ απομείνει η τύχη μέσ’ στο σπίτι της. Κι η φτωχιά ήρθε στο σπίτι της με τα δάκρυα στα μάτια.
  Τα παιδιά της, άμα την είδαν και δεν είχαν τα χέρια της ζυμάρια, αρχίσανε να κλαίνε. Κι από ένα μέρος κλαίγανε τα παιδιά κι από τ’ άλλο η μάνα. Τέλος αυτή σα μεγάλη έκανε σίδερο την καρδιά της και μέρωσε και είπε στα παιδιά της: 

Μερώστε, παιδιά μου, και μην κλαίτε και θα σας βρω ένα κομμάτι ψωμί να σας φέρω.
  Και πήγε από πόρτα σε πόρτα και τρόμαξε να βρει να της δώσουν ένα ξερογώνιαδο και το μούσκεψε καλά καλά με το νερό και το μοίρασε στα παιδιά της, κι αφού φάγανε, τα έβαλε και πλαγιάσανε και κοιμηθήκανε. Κι αυτή απάνω στα μεσάνυχτα παίρνει τα μάτια της και φεύγει, για να μην ιδεί τα παιδιά της να πεθαίνουν από την πείνα.
  Κει που πήγαινε στην έρημο τη νύχτα, βλέπει σ’ ένα ψήλωμα ένα φέξος και πήγαινε πάνω σ’ αυτό. Κι όταν πήγε κοντά, είδε πως ήταν τέντα και στη μέση της τέντας κρεμότανε ένας μεγάλος πολυέλαιος με λαμπάδες και αποκάτω από τον πολυέλαιο κρεμότανε ένα πράγμα στρογγυλό σαν τόπι. Μπήκε μέσα στην τέντα εκείνη, κι είδε και καθότανε δώδεκα παλληκάρια και μιλούσανε για μιαν υπόθεση πώς πρέπει να την κάμουν.
  Η τέντα ήταν στρογγυλή και στο έμπασμα της τέντας από δεξιά καθότανε τρία παλληκάρια κι είχαν τα στήθια τους ανοιχτά και στα χέρια τους βαστούσαν τρυφερά χορτάρια κι άνθια από τα δέντρα.
  Παρακάτω από αυτά τα παλληκάρια καθότανε άλλα τρία κι ήταν ανασκουμπωμένα ώς τους αγκώνες και χωρίς επανωφόρι και βαστούσαν στα χέρια τους στάχυα ξερά.
  Παρακάτω καθότανε άλλα τρία παλληκάρια και βαστούσαν στο χέρι τους από ένα τσαμπί σταφύλι.
  Παρακάτω καθότανε και άλλα τρία παλληκάρια παραμαζωμένα και φορούσαν από μια γούνα μακριά από το λαιμό ώς κάτω από τα γόνατα.

  Άμα την είδαν τα παλληκάρια τη γυναίκα, είπαν:
Καλώς τη θείτσα, κάθησε.
  Κι η γυναίκα, αφού τα χαιρέτησε, κάθησε. Κι αφού κάθησε τη ρωτήσανε πώς ήταν και πήγε σε κείνα τα μέρη. Κι η καημένη η χήρα αφηγήθηκε την κατάστασή της και τα βάσανά της κι επειδή τα παλληκάρια καταλάβανε πως πεινά η φτωχιά, σηκώθηκεν ένας από εκείνους που φορούσαν τις γούνες και της έβαλε τραπέζι κι έφαγε· κι είδε πως ήταν κουτσός.
  Αφού έφαγεν η γυναίκα και χόρτασε, αρχίσανε τα παλληκάρια να τη ρωτούν για λογής λογής πράματα της χώρας κι η γυναίκα αποκρινότανε ό,τι ήξερε. Στα υστερινά τής λένε τα τρία παλληκάρια, που είχαν τα στήθια τους ανοιχτά:
 

Ε, θείτσα, πώς περνάτε με τους μήνες του χρόνου; Πώς σας φαίνεται ο Μάρτης, ο Απρίλης κι ο Μάης;
 — Καλά περνούμε παιδιά μου, αποκρίθηκεν η χήρα και μάλιστα, αφού έρθουν αυτοί οι μήνες, πρασινίζουν τα βουνά κι οι κάμποι και στολίζεται η γης με λογιών των λογιών λουλούδια και βγαίνει μια μοσκοβολάδα, που ανασταίνεται ο άνθρωπος. Αρχίζουν και κελαηδούν όλα τα πουλιά. Βλέπουν οι ζευγίτες τα χωράφια τους πράσινα και χαίρεται η καρδιά τους κι ετοιμάζουν τις αποθήκες τους. Ώστε δεν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε για το Μάρτ’ Απρίλη και Μάη, γιατί ρίχνει ο Θεός φωτιά και μας καίει για την αχαριστιά μας.
  Ύστερα της είπαν και τα άλλα τρία τα παλληκάρια, που ήταν ανασκουμπωμένα και βαστούσαν στάχυα:
Εμ, ο Θεριστής, ο Αλωνιστής κι ο Αύγουστος πώς σας φαίνονται;
  Κι η φτωχιά αποκρίθηκε:

  – Και γι’ αυτούς τους μήνες δεν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε, γιατί με τη ζέστα που κάνουν, ωριμάζουν τα γεννήματα και όλα τα οπωρικά. Τότε θερίζουν οι ζευγίτες τα σπαρτά τους κι οι περιβολαρέοι συμμαζεύουν τα οπωρικά τους. Και μάλιστα οι φτωχοί πολύ είναι ευχαριστημένοι απ’ αυτούς τους μήνες, γιατί δεν χρειάζονται πολλά και ακριβά ρούχα.
  Ύστερα τη ρωτήσανε τ’ άλλα τα τρία τα παλληκάρια, που βαστούσαν τα σταφύλια:

 Με τους μήνες Σεπτέμβρη, Οκτώβρη και Νοέμβρη πώς τα πάτε;
Αυτούς τους μήνες, αποκρίθηκεν η γυναίκα, μαζεύουν οι άνθρωποι τα σταφύλια και τα κάνουν κρασί. Κι αλλιώς έχουν αυτό το καλό που δίνουν είδηση πως έρχεται ο χειμώνας και φροντίζουν οι άνθρωποι για ξύλα, για κάρβουνα και για βαριά φορέματα, για να ζεσταίνονται.
  Ύστερα τη ρωτήσανε και τα παλληκάρια, που είχαν τις γούνες:

 Eμ, με τους μήνες Δεκέμβρη, Γενάρη και Φλεβάρη πώς περνάτε;
A! αυτοί οι μήνες πολύ μας αγαπούν, είπεν η φτωχιά, κι εμείς πολύ τους αγαπούμε. Mα θα ρωτήσετε γιατί; Nά γιατί! επειδή οι άνθρωποι είναι φυσικά αχόρταγοι και θέλουν να δουλεύουν χρονικίς, για να κερδαίνουν πολλά, έρχονται αυτοί οι μήνες του χειμώνα και μας περιμαζώνουν τριγύρω στη γωνιά και μας ξεκουράζουν απ’ τις δουλειές του καλοκαιριού. Τους αγαπούν κι οι άνθρωποι, γιατί με τις βροχές τους και με τα χιόνια τους μεγαλώνουν όλα τα σπαρτά και όλα τα χορτάρια. Ώστε, παιδιά μου, όλ’ οι μήνες καλοί κι άξιοι είναι και κάνουν κάθε ένας τη δουλειά, που τον πρόσταξεν ο Θεός. Εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε καλοί.
  Τότε τα έντεκα τα παλληκάρια γνέψανε στον πρώτο από κείνους που βαστούσαν τα σταφύλια και βγήκεν όξω και σε λίγο ήρθε πάλι μέσα και βαστούσε στα χέρια του μια λαγήνα ταπωμένη και την έδωκε στη γυναίκα και της είπαν:
Άιντε τώρα θείτσα, πάρε αυτήν τη λαγήνα και πήγαινε στο σπίτι σου να ζήσεις τα παιδιά σου.
  Φορτώθηκε τη λαγήνα η γυναίκα με τη χαρά και είπε στα παλληκάρια:
Πολλά τα έτη σας, παιδιά μου.
Ώρα καλή σου, θείτσα, της αποκρίθηκαν κι έφυγε.
  Και ίσια ίσια την ώρα που χάραξε, ήρθε κι αυτή στο σπίτι της κι ηύρε τα παιδιά της ακόμα και κοιμόντανε. Κι άπλωσε ένα σεντόνι κι άδειασε τη λαγήνα κι είδε πως ήταν γεμάτη φλουριά και κόντεψε να τα χάσει από τη χαρά της.
  Αφού έφεξε καλά, πήγε στο φούρνο της αγοράς κι αγόρασε πεντ’ έξι ψωμιά και καμιάν οκά τυρί και ξύπνησε τα παιδιά της, τα ένιψε, τα συγύρισε, τα ’βαλε κι είπαν την προσευχή τους κι ύστερα τους έδωσε ψωμί και τυρί και φάγανε τα καημένα και χορτάσανε καλά.
  Ύστερα αγόρασε ένα κιλό σιτάρι και το πήγε στο μύλο και το άλεσε, το ζύμωσε και πήγε τα ψωμιά στο φούρνο και ψηθήκανε.
  Και την ώρα που γύριζε απ’ το φούρνο με την πινακωτή τα ψωμιά στον ώμο και πήγαινε στο σπίτι της, την είδεν η αρχόντισσα κι υποψιάστηκε πως κάτι τι της έτυχε κι έτρεξε καταπόδι της, για να μάθει πού ηύρε τ’ αλεύρι και ζύμωσε. Η αγαθή η φτωχιά είπεν όλη την αλήθεια.

  Ζήλεψε η αρχόντισσα κι έβαλε στο νου της να πάει και κείνη σε κείνα τα παλληκάρια.
  Τη νύχτα λοιπόν, αφού αποκοίμισε τον άντρα της και τα παιδιά της, βγήκε από το σπίτι της και πήρε το δρόμο και πάει κι ηύρε την τέντα, που ήτανε οι δώδεκα μήνες, και τους χαιρέτησε. Κι αυτοί της είπαν:
Καλώς την κοκώνα, πώς ήταν και καταδέχτηκες και μας ήρθες;
Είμαι φτωχιά, αποκρίθηκε, κι ήρθα να με βοηθήσετε.
Πολύ καλά, είπαν· πεινάς; θέλεις να φας;
Όχι, σας ευχαριστώ, είπε, είμαι χορτάτη.
Πολύ καλά, είπαν τα παλληκάρια, και πώς περνάτε στη χώρα;
Μη χειρότερα, αποκρίνεται.
Εμ, πώς περνάτε με τους μήνες; ξαναρωτήσανε.
Πώς να περάσουμε, αποκρίθηκεν εκείνη. Ο κάθε ένας τους έχει και την οργή του. Ενώ από τον Αύγουστο είμαστε συνηθισμένοι στη ζέστα, έρχεται μάνι-μάνι ο Σεπτέμβρης, ο Οκτώβρης κι ο Νοέμβρης και μας κρυώνουν και άλλον τον πιάνει παροξυσμός και άλλος πουντιάζει. Ύστερα μπαίνουν οι χειμωνιάτικοι οι μήνες Δεκέμβρης, Γενάρης και Φλεβάρης και μας παγώνουν και γεμίζουν οι δρόμοι χιόνια και δεν μπορούμε να βγούμε όξω και μάλιστα κείνος ο Κουτσοφλέβαρος!… (Τ’ ακούει ο καημένος ο Φλεβάρης). Αμ’ κείνοι πάλι οι ξεμωραμένοι μήνες, Μάρτης, Απρίλης και Μάης! Δεν το νιώθουν πως είναι καλοκαιρινοί μήνες, μόν’ θέλουν να κάνουν κι αυτοί σαν τους χειμωνιάτικους, ώστε αυτοί καταντούν τον χειμώνα εννιά μήνες. Και δε μπορούμε να βγούμε όξω την Πρωτομαγιά να πιούμε τον καφέ με το γάλα και να κυλιστούμε στα χορτάρια. Ύστερα έρχονται ο μήνες Θεριστής, Αλωνιστής και Αύγουστος. Αυτοί πάλι έχουν μανία να μας πνίγουν στον ίδρωτα με τη ζέστα που κάνουν. Και μάλιστα απ’ τη ζέστα του Δεκαπενταύγουστου μας πιάνει παροξυσμός και έρχονται κι οι δρίμες και μας χαλνούν τ’ ασπρόρουχα στις απλωστεριές. Τι να σας πω, παλληκάρια. Περνούμε με τους μήνες (που να μη λαχαίνανε κατάρα) μια ζωή ξεσκισμένη.
  Δεν είπαν τίποτα τα παλληκάρια, μόν’ γνέψανε κείνον, που καθότανε στη μέση κεινών που ήτανε ανασκουμπωμένοι και βαστούσαν στάχυα. Κι αυτός σηκώθηκε κι έφερεν ένα λαγήνι ταπωμένο και το ’δωσε στη γυναίκα και της είπε:
Πάρε αυτό το λαγήνι, κι όταν θα πας στο σπίτι σου να σφαλιστείς μόν’ μονάχη σ’ ένα δωμάτιο και να τ’ αδειάσεις. Στο δρόμο μην τύχει και τ’ ανοίξεις.
Όχι, δεν τ’ ανοίγω, είπε και έφυγε η γυναίκα και ήρθε με τη χαρά στο σπίτι, προτού ακόμα ξημερώσει.
  Και σφαλίστηκε σ’ ένα δωμάτιο ολομόναχη και άπλωσε ένα σεντόνι και ξετάπωσε το λαγήνι και το άδειασε. Και τι ν’ αδειάσει; Όλο φίδια! Και χυθήκανε απάνω της και την φάγανε ολοζώντανη. Κι άφησε τα παιδιά της ορφανά, γιατί δεν είναι καλό να κατηγορεί κανείς τον άλλον.  

Η φτωχιά όμως με την αγαθή της την καρδιά και με την γλυκειά της τη γλώσσα αρχόντυνε και γίνηκε μεγάλη κοκώνα και πρόκοψε και τα παιδιά της. Νά! αυτό είναι που λένε «καλά υστερνά».

(από το βιβλίο: Γ.Α. Μέγας, Ελληνικά Παραμύθια, A΄, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» I.Δ. Kολλάρου και Σια A.E., 1994) 

πηγή

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki