Saturday, 23 April 2016

Μουστοκούλουρα μαλακά με πετιμέζι και τέλεια κουλουράκια με χουρμάδες και ταχίνι!!

Υλικά
½ κούπα ελαιόλαδο
¼ κούπας χυμό πορτοκαλιού
¾ κούπας πετιμέζι
¼ κούπας ζάχαρη
½ κ. γ. σόδα
1 κ. γ. μπέικιν πάουντερ
1 κ. γ. κανέλλα
¼ κ. γ. γαρίφαλο
½ κιλό αλεύρι που φουσκώνει μόνο του

για την εκτέλεση της συνταγής, κλικ στη
μητερούλα

Τέλεια κουλουράκια με χουρμάδες και ταχίνι!!
Μια πολύ νόστιμη συνταγή για κουλουράκια που περιέχει δύο εξαιρετικά συστατικά: χουρμάδες και ταχίνι!!

Μερίδες: 18-20 κουλουράκια
Χρόνος: 30 λεπτά

Γέμιση
½ φλιτζάνι χουρμάδες χωρίς τα κουκούτσια
1/3 φλιτζανιού νερό
2 κ.σ σιρόπι σφενδάμου*

Ζύμη
½ φλιτζάνι ταχίνι
2 κ.σ λάδι
¼ φλιτζανιού σιρόπι σφενδάμου
1 κ.γ βανίλια
1 φλιτζάνι αλεύρι ολικής άλεσης για γλυκίσματα
....................... 
για την εκτέλεση της συνταγής, κλικ στη μητερούλα
 
* στο Βασιλόπουλο υπάρχει σιρόπι σφενδάμου

Το Σάββατο του Λαζάρου... κάποτε...

Το Σάββατο του Λαζάρου βρίσκεται πάντα μέσα στις ωραιότερες μέρες της άνοιξης και είναι ένας προάγγελος της μεγάλης γιορτής του Πάσχα. 
Η ανάσταση του Λαζάρου γιορτάζεται σε μία εποχή που υπάρχει έντονη βλάστηση στην γη από λουλούδια και την ζεσταίνει ένας χρυσός ήλιος. Τα παιδιά από την Παρασκευή κρατώντας ένα συμβολικό ομοίωμα του Λαζάρου και χτυπώντας κουδούνια ψάλλουν τα κάλαντα.
Ήρθε ο Λάζαρος, ήρθαν τα βάγια
ήρθε των βαγιών η εβδομάδα.
Ξύπνα Λάζαρε και μην κοιμάσαι,
ήρθε η μέρα σου και η χαρά σου.

— Πού ήσουν Λάζαρε ; Πού ήσουν κρυμμένος;
— Κάτω στους νεκρούς, στους πεθαμένους.
Δε μου φέρνετε λίγο νεράκι
πουν' το στόμα μου πικρό φαρμάκι ;
Δε μου φέρνετε λίγο λεμόνι
πουν' το στόμα μου σαν περιβόλι;

Οι προετοιμασίες στο χωριό αρχίζουν από το Σάββατο του Λαζάρου. Οι γυναίκες θα καθαρίσουν το σπιτικό τους, και θα πλύνουν τα χοντρόρουχα στη νεροτριβή . Τα παρτέρια και οι γλάστρες ξεχειλίζουν από τα χρώματα των λουλουδιών. Τα πάντα είναι φροντισμένα και λάμπουν από πάστρα.
Οι κήποι γύρω από τα σπίτια φρεσκοσπαρμένοι για να έχουν οι κάτοικοι το καλοκαίρι τα ζαρζαβατικά τους.
Τα μικρά κορίτσια από έξι έως δέκα ετών, που έχουν από την προηγούμενη μέρα στολίσει καλαθάκια με κισσό και αγριολούλουδα, θα πάνε από σπίτι σε σπίτι να πουν τα παρακάτω κάλαντα.: 
«Ήρθε ο Λάζαρος βαβάμ΄(γιαγιά) το καλαθάκι μ' θέλει αυγά, οι τσεπούλες μ' κουκουσούλες,τα χεράκια μου τα δυο θέλουν πενηνταρούλες».
 
prassia-eyrytanias 

Ναι, από μάνα στάθηκα τυχερή. - Μια αγάπη για πάντα!

Έχω διαβάσει πολλά άρθρα για υπέροχες μάνες που δεν βρίσκονται πια στη ζωή, άρθρα γραμμένα από κόρες που μετάνιωσαν γιατί δεν πρόλαβαν να πουν ευχαριστώ όσο είχαν καιρό.

Υποθέτω πως εγώ είμαι τυχερή γιατί πρόλαβα. Προτείνω τώρα να πάτε να κάνετε κι εσείς το ίδιο.



Δεν ξέρω τι έχω κάνει για να αξίζω τέτοια μάνα.

Αλλά θυμάμαι σίγουρα τι έχω κάνει για να μην την αξίζω: 
άνοιξα τρύπες με το ψαλιδάκι των νυχιών στον ολοκαίνουργιο εμπριμέ καναπέ μας, πέταξα νευριασμένη στο πάτωμα το χριστουγεννιάτικο δώρο που μου πήρε (ήταν επιτραπέζιο κι εγώ περίμενα Bibi-Bo) και μια φορά είπα ένα μυστικό της, που μάλλον δεν έπρεπε, στην πεθερά της. 
Η μοναδική -φτηνή- δικαιολογία μου είναι ότι όλα τα παραπάνω συνέβησαν πριν κλείσω τα 11.

Αλλά θυμάμαι σίγουρα τι έχω κάνει για να μην την αξίζω: άνοιξα τρύπες με το ψαλιδάκι των νυχιών στον ολοκαίνουργιο εμπριμέ καναπέ μας, πέταξα νευριασμένη στο πάτωμα το χριστουγεννιάτικο δώρο που μου πήρε (ήταν επιτραπέζιο κι εγώ περίμενα Bibi-Bo) και μια φορά είπα ένα μυστικό της, που μάλλον δεν έπρεπε, στην πεθερά της. Η μοναδική -φτηνή- δικαιολογία μου είναι ότι όλα τα παραπάνω συνέβησαν πριν κλείσω τα 11.

Δεν ξέρω τι έχω κάνει για να αξίζω τέτοια μάνα και αυτήν τη σκέψη την έκανα δυστυχώς για πρώτη φορά πολύ αργά, μόλις πρόσφατα, ένα βράδυ που γύρισα στο σπίτι μετά τη δουλειά και υπήρχε ζεστό φαγητό στην κατσαρόλα, σπιτικό κέικ στο τραπέζι και λουλούδια στο βάζο, ανεμώνες και κρινάκια που αγοράζει καμιά φορά από τα φανάρια. Είχε φύγει από το σπίτι μου λίγο πριν, δεν την πρόλαβα, σκέφτηκα να την πάρω τηλέφωνο επιτόπου και να της πω ευχαριστώ για όλα αυτά αλλά μετά κάτι μου απέσπασε την προσοχή και δεν το έκανα, γιατί τέτοιος τύπος είμαι, και τελικά της τηλεφώνησα με ενοχές ώρες μετά, μπορεί και την επομένη, θα σας γελάσω. 
Το ζήτημα πάντως είναι ότι ακόμα και τώρα, που είμαι μια παντρεμένη γυναίκα με ένα μικρό παιδί, η μάνα μου εξακολουθεί να είναι ο άνθρωπος που κάνει περισσότερα για μένα απ’ ό,τι εγώ για εκείνη. Βασικά είναι ο άνθρωπος που σήμερα κάνει περισσότερα για μένα από κάθε άλλον. 
Εγώ, ο 37 ετών ενήλικας είμαι για εκείνη ακόμα «το κοριτσάκι» της, το «καημένο» που δουλεύει τόσο σκληρά, το «όμορφο», ακόμα και τις μέρες που, αν με πετύχεις έξω από το σούπερ μάρκετ, μπορεί κατά λάθος να μου δώσεις ψιλά για ελεημοσύνη. 
Είναι πάντα πρόθυμη να μπει στο αυτοκίνητό της και να οδηγήσει μισή ώρα από το σπίτι της ως το δικό μου, να με βοηθήσει πριν ακόμα της το ζητήσω, στην πρώτη δική μου υπόνοια ότι δεν προλαβαίνω να κάνω κάτι, χωρίς καμία απολύτως γκρίνια και χωρίς να περιμένει κανένα αντάλλαγμα. 
Σιγά την είδηση, θα μου πείτε, για όλες τις μάνες ισχύει αυτό, σωστά; 
Μπα, δεν θα το ‘λεγα.

YES, MOMMΙΕ DEAREST

Όταν είπα ότι θα γράψω ένα κομμάτι για τη μάνα μου οι περισσότεροι κούνησαν το κεφάλι με συγκατάβαση εννοώντας περίπου «άσε, είναι όλες τρελές» και «πέσ’ τα αλλά πρόσεξε μη δεν σου ξανακρατήσει ποτέ το παιδί». 
Και τότε κατάλαβα. Η τύχη μου είναι ότι πραγματικά όλα αυτά τα χρόνια δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το τι ακριβώς εννοούν τα άρθρα για «μητέρες ανταγωνιστικές και πώς να τις αντιμετωπίσεις», ότι ευτυχώς αδυνατούσα να χωνέψω την ύπαρξη τόσων και τόσων κινηματογραφικών και λογοτεχνικών γκραν γκινιόλ μαμάδων που δέρνουν τα παιδιά τους με συρμάτινες κρεμάστρες, όπως η Τζόαν Κρόφορντ τη μικρή κόρη της στοΜommie Dearest, την αμφιλεγόμενη βιογραφία-μπεστ-σέλερ που η υιοθετημένη Κριστίνα έγραψε για να ξεμπροστιάσει τη σταρ και μεταφέρθηκε στο σινεμά με τη Φέι Νταναγουέι, οπότε η σκηνή με την κρεμάστρα έγινε κλασική, βρίσκεις πια δεκάδες βερσιόν της στο youtube.
Η σχέση μαμάς-κόρης έχει αναλυθεί όσο δεν πάει άλλο, άνισα και σχεδόν πάντα από αυτήν τη σκοτεινή πλευρά. Η οποία όπως φαίνεται δεν είναι μύθος. Δουλεύοντας με γυναίκες όλα αυτά τα χρόνια έχω γίνει μάρτυρας πολλών τηλεφωνημάτων μεταξύ μαμάδων και εργαζόμενων θυγατέρων που τερματίζονται συνήθως με φωνές που ακούει όλος ο όροφος, βουρκωμένα μάτια και νεύρα που ξεσπούν σε ένα ταλαίπωρο κινητό. 
Mάνες της διπλανής πόρτας με αδυναμίες, όχι απαραίτητα τόσο διπολικές όπως η Τζόαν Κρόφορντ αλλά, όσο να πεις, με μια εύκολη υστερία για το παραμικρό, ένα μικρό απωθημένο εδώ κι εκεί για όσα δεν έκαναν οι ίδιες που τις δηλητηριάζει για πάντα, μάνες νάρκισσους, μάνες που κριτικάρουν τον άνδρα σου ή τον τρόπο που μεγαλώνεις το παιδί σου, μάνες στην «κοσμάρα» τους τύπου Πασταφλόρα, μάνες σαν μικρά παιδιά. Νομίζω δεν χρειάζονται άλλες εξηγήσεις, όλοι έχουμε και από μία φίλη που σήμερα πλέον έχει γίνει η ίδια γονιός για τη μαμά της.

Ναι, από μάνα στάθηκα τυχερή. Διότι κοιτάζοντας μέχρι στιγμής πίσω, όχι μόνο είναι ο άνθρωπος που δεν με έχει απογοητεύσει ποτέ, όχι μόνο με έχει καλύψει και ξελασπώσει κάθε, μα κάθε φορά που τη χρειάστηκα (είτε αυτό ήταν χρήματα τη στιγμή που τα καίγομαι, δανεικά και αγύριστα, είτε ένα σπίτι να μείνω για όσο θέλω όταν χωρίζω είτε ένα σωρό γραφειοκρατικά θελήματα και αγγαρείες) αλλά γιατί υπήρξε αυτό που στα μάτια των παιδιών οφείλει να είναι μια μάνα: πιο ώριμη από σένα. 
Μόνο πριν από δύο χρόνια, και για πρώτη φορά στην ιστορία, έγινα για μερικές ημέρες μαμά για τη μαμά μου. Την κράτησα στην αγκαλιά μου και την άφησα να κλάψει ενώ είχα παγώσει από ένα μείγμα φόβου και θλίψης για δύο λόγους ταυτόχρονα: ο πρώτος ήταν ο αβάσταχτος για όλους μας χαμός του συζύγου της. Ο δεύτερος ήταν ότι η μαμά μου έκλαιγε και αυτό το γεγονός από μόνο του με είχε παγώσει. 
Διότι μέχρι εκείνη τη στιγμή εκπλήρωνε στο έπακρο αυτό που κάθε πλάσμα του πλανήτη περιμένει από τον άνθρωπο που το γέννησε: να το προστατεύσει. Κι εκείνη το έκανε, σ’ εμένα και στον αδελφό μου, σε όλη τη ζωή της με έμφυτο ταλέντο. Το έκανε όταν έπαιρναν διαζύγιο με τον πατέρα μας, το έκανε όταν είχε προβλήματα, το έκανε χαμογελώντας ακόμα και τις εκατοντάδες ώρες που πέρασε στο προσκέφαλο του δεύτερου άνδρα της που πάλευε τον καρκίνο σε νοσοκομεία στην Ελλάδα και στην Αμερική. 
Με προστάτευε από τις κακές ειδήσεις αντί να μου λέει τη σκληρή αλήθεια, ποτέ δεν παραπονέθηκε ότι δεν τους επισκεπτόμουν συχνά (ξέρουμε και οι δύο πως δεν το έκανα όσο θα έπρεπε), ποτέ δεν έγινε μία από αυτές τις δυσάρεστες γυναίκες που μιλούν για αρρώστιες -ενώ έζησε τόσο πολύ μέσα σε αυτές. Έχασε νέα τη μητέρα της, πολύ πριν εγώ γεννηθώ, έχασε πρόωρα τη μοναδική αδελφή της. 
Και πάντα ρωτούσε τι κάνουμε εμείς. Πρώτα, πάντα, ήμαστε εμείς. Οι ρόλοι ήταν ξεκάθαροι. Εκείνη ήταν η δυνατή, η ψύχραιμη, η βεβαιότητα ότι όλα θα πάνε καλά. Εμείς μπορούσαμε να κάνουμε λάθη.

ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ ΜΑΝΟΛΙΕΣ

Απ’ όλα τα προσόντα μιας μαμάς νομίζω ότι εκτιμώ περισσότερο αυτό, τώρα που κι εγώ έγινα μάνα. Γι’ αυτό δεν θα σταθώ στα τόσα άλλα, στα άπειρα γλυκά πράγματα που εκείνη κάνει τόσο τέλεια: τον τρόπο με τον οποίο κόβει μια ίσια, σωστού πάχους φλούδα από φρέσκο βούτυρο για να την τοποθετήσει -παρά αλείψει- πάνω σε ένα κομματάκι ψωμιού όπου μετά προσθέτει την ακριβή ποσότητα μελιού χωρίς να τα ανακατέψει καθόλου. 
Ούτε ότι κατέχει την τέχνη του σωστού στρωσίματος των κρεβατιών καλύτερα και από καμαριέρα του Four Seasons ή το savoir-vivre ενός δείπνου τριών πιάτων. Δεν θα περιγράψω όλες εκείνες τις άγραφες, εκατοντάδες λεπτομέρειες που σου μεταδίδει σιωπηλά η μάνα σου και που χρόνια αργότερα μεταμορφώνονται σε δικές σου πια ικανότητες. Δεν θα πω καν για την απέραντη φροντίδα, την καθημερινή τηλεφωνική επαφή, την παραδοχή μου πια ότι δεν θα καταφέρω να αγγίξω ποτέ το δικό της επίπεδο αγιοσύνης να μη λέω ποτέ κακίες για άλλους.
Φαντάζομαι βέβαια ότι τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Η μαμά μου με έκανε στα 25 και αν τη ρωτήσεις θα σου πει ότι το μυαλό της τότε ήταν μάλλον στις βόλτες παρά στα μωρά. Ήταν μια νέα, μοντέρνα κοπέλα με κοτλέ παντελόνια και ζιβάγκο και όμορφα σπαστά, καστανά μαλλιά. Μια εικόνα που όταν απέκτησα άποψη για τον κόσμο, εκεί γύρω στα 10, αποφάσισα ότι δεν ...

Friday, 22 April 2016

Απόπειρα αρπαγής μαθητή στην Αργυρούπολη

Μεγάλη αναστάτωση στη σχολική κοινότητα της Αργυρούπολης, έχει προκαλέσει η απόπειρα αρπαγής ενός 13χρονου μαθητή, την ώρα που πήγαινε στο σχολείο του (στο 3ο Γυμνάσιο)

Ένα λευκό βαν με φιμέ τζάμια πλησίασε τον μαθητή και μια ηλικιωμένη που καθόταν στη θέση του συνοδηγού, βγήκε και άρχισε να κάνει του κάνει ερωτήσεις. Ο 13χρονος κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά και προσπάθησε να φύγει. 

Η γυναίκα τον έπιασε από το λαιμό και προσπάθησε να τον βάλει στο βαν αλλά το παιδί την έριξε κάτω με μια αγκωνιά και κατάφερε να ξεφύγει. Ενημερώθηκε η αστυνομία και από το σχολείο μοίρασαν σε όλους τους γονείς μια ανακοίνωση που γράφει:
Θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι σήμερα το πρωί, άγνωστοι που επέβαιναν σε λευκό βαν, προσπάθησαν να προσεγγίσουν μαθητή μας με σκοπό να τους ακολουθήσει. Παρακαλούμε όπως ενημερώσετε ξανά τα παιδιά σας για τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιων περιστατικών. Το περιστατικό γνωστοποιήθηκε στην Ασφάλεια Αργυρούπολης η οποία έθεσε το σχολείο υπό επιτήρηση.
Δείτε πως περιγράφει την επίθεση στον 13χρονο μαθητή, μια μητέρα που είναι φίλη της οικογένειάς του:

“Το περιστατικό έγινε τη Τετάρτη το πρωί στη περιοχή της Αργυρούπολης, την ώρα που το αγόρι της Α΄Γυμνασίου πήγαινε στο σχολείο του. Σταμάτησε μπροστά του ένα Βαν χρώματος άσπρο με φιμέ τσάμια και από μέσα βγήκε μια ηλικιωμένη γυναίκα ψηλή και άρχισε να το ρωτάει διάφορα πράγματα.

Το παιδί στην αρχή απαντούσε στις ερωτήσεις της, μετά από λίγο κατάλαβε ότι κάτι δε πάει καλά και προσπάθησε να φύγει.
Τότε εκείνη το έπιασε από το λαιμό, με σκοπό να το βάλει μέσα στο βαν, αλλά εκείνο κατάφερε να της δώσει μια αγκωνιά. Η ηλικιωμένη γυναίκα έπεσε κάτω και ευτυχώς το παιδί πρόλαβε και το έσκασε μπαίνοντας σε ένα κατάστημα της περιοχής.
Αμέσως ενημερώθηκε η αστυνομία όμως οι δράστες κατάφεραν να εξαφανιστούν. Δε πτοήθηκαν όμως γιατί την επόμενη μέρα, όπως έμαθα, προσπάθησαν να αρπάξουν παιδί δημοτικού, αυτή τη φορά στη περιοχή της Ηλιούπολης”
--------------------
http://geitoniamou.gr

Παιδί μου, είμαι η μαμά σου, είμαι η γιαγιά τους, δεν είμαι η babysitter σας!

Οι μέρες που ξυπνούσα αλαφιασμένη, στις 6.40 για να σε ντύσω,να σε χτενίσω, να σου φτιάξω πρωινό και να σε πάω στο σχολείο μοιάζουν με ένα μακρινό όνειρο. 
Οι μέρες που ξημεροβραδιαζόμουν πάνω από τον πυρετό σου, τα βασιλεμένα σου μάτια από την γρίπη, με βρεγμένες πετσέτες να σου δροσίζουν το μέτωπό, ανήκουν σε ένα όμορφο παρελθόν, που όμως είναι παρελθόν. 
Τα ποδοβολητά σου μέσα στο σπίτι, και των φίλων σου επίσης, οι σοκολάτες στις κουρτίνες, τα ατελείωτα άπλυτα από τα παιδιά σου πάρτι, τα κομφετί στα χαλιά από τα αποκριάτικα και οι πευκοβελόνες από τα χριστουγεννιάτικα δέντρα, που ποτέ δεν γούσταρα, αλλά στόλιζα για να χαίρεσαι, και χαιρόμουν κι εγώ μαζί σου, δεν το κρύβω, ανήκουν σε ένα όμορφο χθες, σε έναν ρόλο μαγικό που έζησα χάρη σε εσένα, αυτόν την μάνας.

Και μετά η αγωνία για τους έρωτές σου, τα δάκρυά σου πάνω στο μαξιλάρι σου, μέσα στην αγκαλιά μου, κάτω από τη μασχάλη μου, όπου σκουπιζόσουν με το μανίκι μιας πιδεκένιας ρόμπας που μου είχε φέρει ο πατέρας σου από το εξωτερικό και την έβρισκες γελοία.

Και μετά διάβασμα, πανελλήνιες, σπουδές. Πέρασες στην επαρχία, άντε να τρέχουμε για σπίτια, ενοίκια, και εγώ να στέλνω τα τάπερ με το Κτελ γιατί όσο μοντέρνα και αν ήθελα να λέγομαι, ήθελα να έχεις λίγη σπιτίσια μυρωδιά στο ψυγείο σου, λίγη από “μαμά» στο πιάτο σου.Μια φροντίδα που ταξίδευε 400 χιλιόμετρα σκεπασμένη με αλουμινόχαρτα, σε κεσέδες από φέτα και κουτιά από φυτίνη, μια φόρμα κέικ τυλιγμένη σε μεμβράνη και ένα φακελάκι με ένα μικρό χαρτζιλίκι. Ο πατέρας σου ήθελε να σου βάζουμε και αυγά, και του έλεγα “παιδί μου εκείνη είναι στην επαρχία όχι εμείς».

Και μετά γνώρισες τον έρωτα της ζωής σου, μας τον έφερες σπίτι, τον κάναμε παιδί μας, γιο μας, και τους γονείς του συγγενείς μας και γιορτάσαμε τη νέα σου ζωή με μια σεμνή τελετή, όπως την ήθελες σε ένα ξωκλήσι στο πουθενά, πάνω σε κάτι βράχους, όπου ήταν απαγορευτικό το τακούνι, κι αυτό στο κρατάω ακόμα παράπονο, γιατί δεν ήμουν ποτέ ψηλή.
Την ημέρα που θα κοιμόσουν πια και επίσημα εκτός σπιτιού την πρώτη μέρα του γάμου σου, την ημέρα αυτή και τις επόμενες που ακολουθούν, που υποτίθεται ότι ακολουθεί το άδειασμα της φωλιάς και η μελαγχολία, εγώ ένιωσα ελεύθερη. 
Ικανοποιημένη, γεμάτη. Πλήρης, πως το λένε. Άρχισα να ασχολούμαι πιο συστηματικά με τα λουλούδια μου, να διαβάζω τα βιβλία μου, να πηγαίνω εκδρομές με τον πατέρα σου, να παίζουμε μπιρίμπες με φίλους στη βεράντα με γέλια, σόκιν ανέκδοτα και παγωμένη σουμάδα. Κάποιες φορές ερχόσασταν τις Κυριακές με τον άντρα σου για φαγητό, αλλά δεν ήθελα να γίνει αυτό συνήθεια, δεν μου άρεσε το επιβεβλημένο του πράγματος και το είχα ξακαθαρίσει.

Και έπειτα έμεινες έγκυος έκανες το πρώτο σου μωρό και έγινα επίσημα γιαγιά. Επέμενες να βγάλετε το όνομά μου, αλλά εγώ δεν ήθελα. Όπως κι εσένα σε βάφτισα Μυρσίνη, γιατί μου είχε κολλήσει από ένα μυθιστόρημα κι ας ήθελε η μάνα μου να σε βγάλουμε Ιζαμπέλα και να σε φωνάζουμε Λέλα, αν είναι δυνατόν. Κάναμε να μιλήσουμε 3 μήνες θυμάμαι με τη γιαγιά σου, για εκείνο το “Λέλα». Ξενύχτια στο σπίτι, να σου δείξω και να βοηθήσω πώς θηλάζουν, πως ταΐζουν, πως αλλάζουν, πως κοιμίζουν, πώς φτιάχνουν την κρέμα… Φώναζε ο πατέρας σου ότι έγινε εργένης, αλλά εγώ ήθελα να είμαι δίπλα σου σε αυτές τις μαγικές στιγμές, όχι μόνο για σένα, αλλά και για μένα. Ήταν η επίσημη βάφτισή μου σαν γιαγιά.
Ήρθε και δεύτερο μωρό, τώρα ήσουν πιο έμπειρη, πιο δυνατή, πιο εσύ. Τα μωρά μεγάλωσαν περισσότερο και άρχισες να τα φέρνεις στο σπίτι, να τα κρατάω, να τα φροντίζω για να πηγαίνεις στη δουλειά σου. Το έκανα για τρία χρόνια. Έγινα πάλι μάνα, χωρίς τις απαιτούμενες αντοχές. Γύρισα τον χρόνο πίσω, και έφτιαχνα πάλι κρέμες, έλεγα πάλι παραμύθια, και μάζευα ψίχουλα και παιχνίδια από τα χαλιά, έκανα ζωγραφιές, τον καραγκιόζη και ό,τι κάνει μια γιαγιά. Αν μπορούσαν να με κόψουν μικρά κομματάκια και να με μασουλήσουν τραγανιστή θα το έκαναν αυτά τα μικρά τερατάκια, και θα το χαιρόμουν. 
Όταν γυρνούσες από τη δουλειά το απόγευμα ερχόσουν να τα πάρεις και δύο ώρες μετά με έπαιρνες τηλέφωνο για να μου πεις “γιατί έδωσα τρία σοκολατάκια στον μικρό», “γιατί τους έβαλα να κάνουν προσευχή πριν το φαγητό», “γιατί δεν τους άφησα να μαζέψουν μόνοι τους τα πιάτα τους» “γιατί τους πήγα στο πάρκο ενώ έκανε κρύο», “γιατί δεν τους έβαλα καπέλο ενώ έκανε ζέστη".
Κάπου εκεί σου είπα πως ήρθε η ώρα να σταματήσει όλο αυτό. Σου πρότεινα να πάρετε μια κοπέλα, να κρατάει τα παιδιά, και μου είπες πως δεν θέλεις να τα μεγαλώνουν ξένοι άνθρωποι. Εγώ όμως κουράστηκα. Κουράστηκα να μεγαλώνω παιδιά, είναι κάτι που έκανα, και το έκανα καλά. Τώρα θέλω να ξεκουραστώ, να χαλαρώσω, να ζήσω τις μέρες που έχω ακόμα. Αγαπώ τα εγγόνια μου, αλλά αγαπώ και εμένα. Και τα παιδιά αυτά, δεν είναι δική μου ευθύνη, είναι δική σου. Είμαι δίπλα σου, ακοίμητος φρουρός, αλλά δεύτερη φορά μάνα δεν θέλω να γίνω.
Μου μίλησες για τις άλλες γιαγιάδες που κρατάνε τα παιδιά από το πρωί μέχρι το βράδυ, που ζουν και αναπνέουν για τα εγγόνια τους, που η ζωή τους είναι μόνο αυτά, που του παιδιού μου το παιδί, δυο φορές παιδί μου. Είναι άδικο να με συγκρίνεις με τους άλλους. Δεν είμαι σαν τις άλλες γιαγιάδες, όπως δεν ήμουν σαν τις άλλες μαμάδες. Αυτό μου έλεγες και τότε καμάρωνες. Τώρα έγινε μειονέκτημα.
Δεν είμαι άνθρωπος σύνταξη και κουβερτάκι και το ξέρεις. Έχω πολλά ακόμα να κάνω και να δω. Με είπες "εγωίστρια". 
Μπορεί και να είμαι. 
Αγάπα με όπως είμαι. Αυτό, άλλωστε, είναι από τα πρώτα πράγματα που σου έμαθα σε αυτή τη ζωή.

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki