Sunday, 15 April 2018

Έτσι ντύνουμε τέσσερα μωρά ταυτόχρονα!!

Έχει απ' όλα! Μωρά, αγάπη, θέληση και κατοικίδιο! 
Είδα και μία "φάτσα" γατούλας αριστερά του κρεββατιού! 
Μπράβο της μαμάς!!!
Katy
https://www.youtube.com/watch?v=bVNa9_TZ-DE

Το Χαμομηλάκι

Μικρό Κοριτσάκι, Ωραία Ψυχή!

Το κοριτσάκι πήγε να αγοράσει ένα σπέσιαλ παγωτό. 
Τελικά προτίμησε το απλό παγωτό, χωρίς σιρόπι και αμύγδαλα.
Δείτε το video...
https://www.youtube.com/watch?v=VTiFJNL_HGQ
Το Χαμομηλάκι

Η πορεία του ανθρώπου στη ζωή είναι γεμάτη από απώλειες

Η πορεία του ανθρώπου στη ζωή είναι γεμάτη από απώλειες, πραγματικές και συμβολικές. Από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής του πρέπει να διαπραγματευτεί την σχέση του με την πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που του είναι άγνωστη, ακατανόητη και τρομακτική.

Το παιδί, σύμφωνα με τον Piaget, κατασκευάζει το νόημα που θα το οδηγήσει στη γνώση, μέσω της αλληλεπίδρασης με τον κόσμο της εμπειρίας. [1] 

Η κατασκευή αυτή γίνεται μέσα από την απόκτηση καινούργιων γνωστικών σχημάτων και την αλλαγή και τον εμπλουτισμό των ήδη υπαρχόντων. Αυτή η γνωστική και αναπτυξιακή διαδρομή χαρακτηρίζεται από το αίσθημα της απώλειας. Σε συμβολικό επίπεδο, κάθε καινούργια γνώση προϋποθέτει την απώλεια της παλιάς, την ανάγκη να αφήσει κανείς τη σιγουριά της προηγούμενης κατάστασης, έτσι ώστε να αφουγκραστεί την νέα εμπειρία, όσο τρομακτική κι αν του φαίνεται. 
Η προσωπική ανάπτυξη του καθενός βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τη νοηματοδότηση αυτής της διαρκώς μεταβαλλόμενης και ρευστής πραγματικότητας και άρα και με τη διαχείριση της απώλειας. Η απώλεια σε πραγματικό/φυσικό επίπεδο όμως έρχεται να κλονίσει ακόμα περισσότερο τη διαμόρφωση της σχέσης με την πραγματικότητα ιδιαίτερα σε παιδιά κι εφήβους που δεν έχουν ακόμα σχηματίσει τα γνωστικά εκείνα αναχώματα που θα τους προστατέψουν. Ο θάνατος, το διαζύγιο, η μετακίνηση σε άλλο περιβάλλον μπορεί να πάρουν πελώριες διαστάσεις σε γνωσιακό/συμβολικό επίπεδο, που θα ακολουθούν το παιδί στη ζωή του με τη μορφή του τραύματος, της φοβίας και της κατάθλιψης.

Για την αντιμετώπιση της απώλειας η σύγχρονη επιστήμη της ψυχολογίας και της παιδαγωγικής έρχεται να προτείνει εκτός των άλλων και μια διαδικασία γνωστή εδώ και χιλιετίες στους ανθρώπους, την εξιστόρηση παραμυθιών κι ιστοριών.

Είναι αλήθεια ότι από τις απαρχές του ανθρώπινου λόγου οι ανθρώπινες κοινωνίες χρησιμοποιούσαν το παραμύθι, για να εξηγήσουν τον κόσμο γύρω τους και να ξεπεράσουν τους φόβους και τα ερωτηματικά τους. Η καταπραϋντική επίδραση του παραμυθιού προδίδεται και από την ετυμολογική του σχέση με το αρχαϊκό ρήμα «παραμυθοῦμαι» που σημαίνει «συμβουλεύω και παρηγορώ». Μια παρηγοριά λοιπόν, που σου δίνει ο άλλος, είτε αυτός είναι η γιαγιά στο τζάκι είτε ο συγγραφέας, που σου μιλά μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου.

Τα παραμύθια κι οι παιδικές ιστορίες είναι ένα κοινωνικό γεγονός και ως τέτοιο προσαρμόζονται κι ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας που τα παράγει. Ιστορικά, όσο πιο περίπλοκη και ζοφερή γίνεται η πραγματικότητα, τόσο πιο πολύ απομακρύνονται οι αφηγήσεις από τον διδακτικό τους ρόλο (πως πρέπει να φέρομαι) και μπαίνουν περισσότερο σε ρόλο κριτικό (γιατί πρέπει να είναι έτσι;) και συναισθηματικό (τι νιώθω και γιατί;) Από τον 19ο αιώνα και μετά τα παραμύθια και οι παιδικές ιστορίες έχουν να ανταποκριθούν σε συνθήκες σκληρές για τον πληθυσμό και ιδιαίτερα τα παιδιά, με την εκβιομηχάνιση, την ραγδαία αστικοποίηση, τη φτώχεια και την άνοδο της παιδικής εργασίας. Τέτοιες συνθήκες γέννησαν χαρακτήρες όπως τον Όλιβερ Τουίστ, και τον Ντέιβιντ Κόπερφιλντ στην Αγγλία. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού ο Χακ Φιν υφίσταται τη βία κι εκμετάλλευση του μεθύστακα πατέρα του, μέχρι που αποφασίζει να πάρει τη μοίρα στα χέρια του, βοηθώντας και τον φίλο του Τζιμ να ξεφύγει από την άγρια φυλετική δίωξη, στον δρόμο για την ελευθερία.

Οι παιδικές ιστορίες και τα παραμύθια έχουν πια ενσωματώσει τη βία που ο σύγχρονος άνθρωπος υφίσταται στην μοντέρνα εποχή προσπαθώντας να την εξηγήσουν και να δώσουν διέξοδο από αυτή, μέσα από ήρωες που δεν το βάζουν κάτω αλλά προσπαθούν να επιβιώσουν.

Με τον 20 αιώνα ξεκινά μια νέα εποχή για το παιδικό βιβλίο. Δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, καινούργια όπλα, εναέριες μάχες, βομβαρδισμοί πόλεων, ομαδικές εκτελέσεις αμάχων δεν αφήνουν πια κανέναν αμέτοχο στη φρίκη του πολέμου. Και ύστερα έρχεται το Ολοκαύτωμα, η οργανωμένη εξόντωση ολόκληρων πληθυσμών, μια γενοκτονία με θύματα περίπου 1,5 εκατομμύριο παιδιά. Πώς να μιλήσει κανείς για κάτι τόσο απάνθρωπο και βάναυσο στα παιδιά; Κι όμως μίλησε ένα 13χρονο κορίτσι που κλείστηκε και πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης το 1945, η Άννα Φρανκ. Το ημερολόγιό της γέμισε με σκέψεις και συναισθήματα, καθώς προσπαθούσε να καταλάβει αυτό που συνέβαινε γύρω της και να οριοθετήσει τον εαυτό της μέσα σε αυτό. Όπως η ίδια έγραψε «το ωραιότερο πράγμα είναι ότι μπορώ να γράψω όλες τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου, αλλιώς θα πνιγώ».

Το κορίτσι αυτό άνοιξε τον δρόμο για τη λογοτεχνία δύσκολων θεμάτων, για μια πραγματικότητα όχι απλά τρομακτική αλλά κυριολεκτικά ασύλληπτη από τον ανθρώπινο νου, τόσο τον παιδικό όσο και τον ενήλικο.

Από την περιπλάνηση μέσα στο δάσος των Χάνσελ και Γκρέτελ μέχρι τον άδικο θάνατο του Κοριτσιού με τα Σπίρτα και του Μολυβένιου Στρατιώτη, κι από το ξυλοκόπημα του Χακ Φιν από τον πατέρα του μέχρι τον εγκλεισμό ενός 13χρονου κοριτσιού σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, μια είναι η κοινή αναφορά, κι αυτή είναι η απώλεια της αθωότητας, σε μια πραγματικότητα που γίνεται με το πέρασμα του χρόνου όλο και πιο βίαιη, όλο και πιο ζοφερή.

Στην εποχή μας ο πόλεμος έχει πάρει άλλη μορφή κι η απώλεια πια είναι ολοκληρωτική ειδικά για τα παιδιά. Σε μια εποχή που ο πόλεμος δεν περιορίζεται στο πεδίο μάχης αλλά προχωρά στους σαρωτικούς βομβαρδισμούς οικιστικών περιοχών και μάλιστα με «έξυπνες» βόμβες ικανές να διεισδύουν σε καταφύγια, καταλαβαίνουμε ότι ο στόχος πια είναι απροκάλυπτα οι άμαχοι. Από τον πρώτο πόλεμο στο Ιράκ, στο όνομα εξεύρεσης τρομοκρατών κι «επικίνδυνων» στοιχείων, ισοπεδώνονται πόλεις, εξοντώνονται πληθυσμοί, ξεριζώνονται άνθρωποι. Όσοι δεν πεθάνουν στις πόλεις και τα χωριά, παίρνουν τον δρόμο της προσφυγιάς, μια «Οδύσσεια» για την επιβίωση , ένας δρόμος επικίνδυνος και εξαντλητικός που αποβαίνει μοιραίος για πολλούς από αυτούς. Όσοι καταφέρνουν να φτάσουν, κουβαλάνε μαζί τους εικόνες φρικιαστικές, εμπειρίες τραυματικές, πράγματα και συναισθήματα που δύσκολα μπορούν να εκφραστούν με λόγια. Παιδιά που έχουν χάσει κάθε σιγουριά και στήριγμα στη ζωή τους, που περιπλανώνται μόνα τους χωρίς την οικογένειά τους σε τόπους ξένους και τρομακτικούς. Πώς να απαλύνεις αυτόν τον πόνο; Πώς να παρηγορήσεις; Τι παραμύθια να πεις στο 4χρονο παιδί που τα μάτια του έχουν δει πιο πολύ πόνο από αυτόν που έχεις δει εσύ σε όλη σου τη ζωή;

Κι όμως ακόμη και τώρα το βιβλίο μπορεί να προσφέρει ένα ασφαλές λιμάνι για περισυλλογή και σκέψη, για έκφραση συναισθημάτων, για συνειδητοποίηση κι αντιμετώπιση των φόβων και των επιθυμιών μας. Συγκεκριμένα το βιβλίο μπορεί να είναι πολύ βοηθητικό στη διαχείριση του τραύματος μέσα από τη διαδικασία της ταύτισης και της κάθαρσης. Μέσα από την τέχνη της διήγησης το παιδί εισέρχεται στον χώρο της φαντασίας αφήνοντας για λίγο την πραγματικότητα που κουβαλά. Έχοντας μπει στην ιστορία βιώνει μέσα από τους χαρακτήρες τις δυσκολίες, τους φόβους και τα συναισθήματά τους, αλλά πάντα στο ασφαλές περιβάλλον που έχει δημιουργήσει η σύμβαση της ανάγνωσης, καθώς είναι ταυτόχρονα θεατής και συμμετέχων στην ιστορία που εξελίσσεται μπροστά του. [2]

Κατά τον Dreyer τρεις είναι οι διαδικασίες εκείνες που ενεργοποιούνται με το διάβασμα και μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να διαχειριστούν δύσκολες καταστάσεις. [3]

Η πρώτη είναι η διαδικασία της καθολίκευσης (universalization) κατά την οποία ο αναγνώστης συνειδητοποιεί με ανακούφιση ότι δεν είναι ο μόνος που έχει βιώσει μια τέτοια εμπειρία ή που νιώθει, όπως νιώθει. Η συνειδητοποίηση αυτή τον φέρνει πιο κοντά στους χαρακτήρες και στην ταύτιση μαζί τους, πράγμα το οποίο καθιστά δυνατή τελικά την δεύτερη διαδικασία, την κάθαρση (catharsis). Σε αυτή τη φάση ο αναγνώστης εμπλέκεται με τους χαρακτήρες μέσω της ενσυναίσθησης και της προσπάθειας εξεύρεσης λύσης στα προβλήματά τους. Αυτή η διαδικασία τελικά τον οδηγεί στην ανατροφοδότηση, στη γνώση και στη σκέψη για την κοινωνία και τον εαυτό του.[4]

Σ’ αυτόν τον αφηγηματικό χώρο η φαντασία δεν λειτουργεί ως τρόπος διαφυγής από την πραγματικότητα αλλά μάλλον ως ένας ασφαλής τρόπος επαναδιαπραγμάτευσης με αυτήν. Μέσω της ταύτισης ο αναγνώστης συνομιλεί ταυτόχρονα με τον ήρωα και με τον ίδιο του τον εαυτό του και έτσι μπορεί να επανακτήσει τη διαταραγμένη σχέση του με τον τελευταίο.

Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, πέρα από την σχέση με την πραγματικότητα και τον εαυτό του το άτομο μπορεί να επανακτήσει τη σχέση του με τον κοινωνικό του περίγυρο μέσα από το ξεκλείδωμα των εκφραστικών του μέσων, την ανάπτυξη της εμπιστοσύνης και της συζήτησης/μοιράσματος εμπειριών.

Πολύ συχνά τα άτομα που έχουν βιώσει βίαιες καταστάσεις τείνουν να εσωτερικεύουν ή να εξωτερικεύουν το τραύμα που έχουν υποστεί. Στην περίπτωση της εσωτερίκευσης το άτομο διακρίνεται από τάσεις απόσυρσης, μοναχικότητας, κατάθλιψης και φοβίας, ενώ στην περίπτωση της εξωτερίκευσης το άτομο θα εκδηλώσει θυμό, εξάρσεις, συναισθηματική αποστασιοποίηση και βίαιη ή αντικοινωνική συμπεριφορά. Και στις δύο περιπτώσεις έχουν διαρρηχθεί σοβαρά οι σχέσεις του ατόμου με τον κοινωνικό ιστό, τον οποίο δεν εμπιστεύεται πια. Το άτομο κλείνεται στον εαυτό του και ο πόνος κι η σύγκρουση μέσα του γιγαντώνονται. Όπως ακριβώς περιγράφει ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν στο παραμύθι του «μια γοργόνα δεν έχει δάκρυα, γι’ αυτό και υποφέρει περισσότερο».

Η χρήση του βιβλίου βοηθάει στη δημιουργία μιας γέφυρας επικοινωνίας που θα βοηθήσει το παιδί και τον έφηβο να ανοίξει και να εκφράσει τα συναισθήματά του στους άλλους. Αυτή η παραδοχή και το μοίρασμα του πόνου είναι το πρώτο βήμα της αντιμετώπισής του.

Η συζήτηση για το βιβλίο, ως ένα θέμα αντικειμενικό και αποστασιοποιημένο, δημιουργεί τις συνθήκες εκείνες που θα κάνουν το άτομο να αισθανθεί ασφαλές για να εκφράσει την άποψη του. Αυτό φυσικά προϋποθέτει ότι έχει δημιουργηθεί εκ των προτέρων μια ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης ανάμεσα στα άτομα που μετέχουν σ’ αυτήν την διαδικασία, είτε πρόκειται για εκπαιδευτικούς και μαθητές, είτε για ψυχολόγους/κοινωνικούς λειτουργούς και θεραπευτική ομάδα. Μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα το βιβλίο μπορεί να λειτουργήσει ως μεσάζοντας, ως αφορμή για σκέψη, επίλυση εσωτερικών συγκρούσεων, συζήτηση, έκφρασης συναισθημάτων και δημιουργία. Μπορεί να γίνει η πρώτη, κινητήρια ιστορία σε μια σειρά από προσωπικές ιστορίες και αφηγήσεις που θα δημιουργήσουν έναν προστατευτικό ιστό γύρω από τους συμμετέχοντες, οι οποίοι θα μπορούν πια να δώσουν και να πάρουν μέσα από το μοίρασμα εμπειριών και συναισθημάτων και να οδηγηθούν στην κατανόηση και επίγνωση, με στόχο την ενδυνάμωση του ατόμου και την αλλαγή σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο.

Όλες οι παραπάνω εσωτερικές κι εξωτερικές διεργασίες έχουν σαφώς να κάνουν και με το υλικό του διαβάσματος, το ίδιο το περιεχόμενο του βιβλίου. Η επιλογή βιβλίου έχει σίγουρα σχέση με την ηλικία του ατόμου, την εκτίμηση των ενδιαφερόντων του και της συναισθηματικής του κατάστασης. Προπάντων για τα μικρότερα παιδιά ιδιαίτερο ρόλο παίζει η εικονογράφηση η οποία πρέπει να αντισταθμίζει τη δυσκολία του θέματος με πιο ήπια και χαρούμενα χρώματα και μοτίβα. Θα μπορούσε, επίσης, να αναρωτηθεί κανείς αν πρέπει να απευθυνθεί στο τραύμα του πολέμου μόνο με βιβλία σχετικά με τον πόλεμο. Η απάντηση είναι σίγουρα όχι. Οι αφηγηματικοί μηχανισμοί και η ανταπόκριση του αναγνώστη βασίζονται κατά πολύ στον συμβολισμό. Ας πάρουμε για παράδειγμα ένα βιβλίο φαντασίας, όπως «Το Λιοντάρι, η Μάγισσα και η Ντουλάπα» από τη λογοτεχνική σειρά «Τα χρονικά της Νάρνια» του Κ.Σ. Λιούις, όπου περιγράφεται η προσπάθεια τεσσάρων αδελφών να σώσουν τη μαγική χώρα της Νάρνια με τα μυθικά πλάσματα και τα ζώα, που μιλούν, από την κακιά Λευκή Μάγισσα που θέλει να επιβάλλει τον αιώνιο χειμώνα. Στα βιβλία «Τα Χρονικά της Νάρνια», που είναι γραμμένα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα τέσσερα αδέλφια αναλαμβάνουν μια μεγάλη αποστολή. Να σώσουν την ομορφιά και την αθωότητα από την κακία και τη μοχθηρότητα, και παράλληλα να σώσουν τον εαυτό τους από την καταστροφή και τον τρόμο που τους επιβάλλεται. Κάπως έτσι οι ιστορίες λειτουργούν συμβολικά, μέσα από πολλά επίπεδα ερμηνείας, τα οποία ο αναγνώστης φαντάζεται και νιώθει διαισθητικά (στην περίπτωση του παιδιού) ή ξεδιπλώνει αναλυτικά (στην περίπτωση του εφήβου και ενήλικα), γεμίζοντας τα κενά με το δικό του προσωπικό νόημα.

Όσο πιο νεαρή η ηλικία τόσο πιο μεγάλη σημασία έχει το συμβολικό στοιχείο, η φαντασία και το παραμύθι. Αντιθέτως, τα μεγαλύτερα παιδιά, κι οι έφηβοι μπορούν πολύ πιο εύκολα να ταυτιστούν με ήρωες και καταστάσεις. Οι δε έφηβοι δείχνουν ιδιαίτερη εκτίμηση στην ειλικρίνεια και τον ρεαλισμό ακόμα και σε βιβλία που ανήκουν στον χώρο του φανταστικού, γιατί μόνο έτσι μπορούν να ταυτιστούν με τον ήρωα και το πρόβλημά του. Ιδιαίτερα στην περίπτωση του τραύματος που οι αντιστάσεις είναι τόσο έντονες, κάθε μορφή διδακτισμού και εξωραϊσμού της πραγματικότητας μπορεί να έχει αντίθετα αποτελέσματα.

Πολλοί ίσως αναρωτηθούν σ’ αυτό το σημείο. Αντιμετωπίζουμε δηλαδή τη βία με βία;

Κι όμως η εμπλοκή του ήρωα μιας ιστορίας σε βίαιες καταστάσεις μέσα στην κατασκευασμένη πραγματικότητα ενός βιβλίου δίνει την ικανότητα στον έφηβο να προσεγγίσει αυτή τη βία από μια απόσταση ασφαλείας κι έτσι να συγκεκριμενοποιήσει εμπειρίες και συναισθήματα που τον κατακλύζουν. Αυτή ακριβώς η αντικειμενοποίηση του τραύματος βοηθά στη διαχείρησή του. Επίσης, η απεικόνιση βίας στη λογοτεχνία μπορεί να λειτουργήσει θετικά ως προς την προβολή και συζήτηση ηθικών ζητημάτων, όπως αυτά της αδικίας, της εκμετάλλευσης, του ίδιου του πολέμου, αποκαθιστώντας μια αξιακή βάση και ισορροπία στην προσωπικότητα του ατόμου που αισθάνεται να συνθλίβεται κάτω από το βάρος μιας απάνθρωπης πραγματικότητας.

Με αυτόν τον τρόπο «το άτομο που βρίσκεται σε σύγκρουση επαναπροσδιορίζει τη θέση του στις ασταθείς κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες του πολέμου» (Miller, 2009).[5]

Ο πόλεμος και η βία είναι δυστυχώς πια σταθερές αναφορές στη ζωή των παιδιών, ακόμα κι αυτών που δεν έρχονται από εμπόλεμες ζώνες. Τα παιδιά εκτίθενται καθημερινά είτε σε πραγματική βία στα πεδία μάχης και σε πολιορκούμενες πόλεις, είτε σε εικονική βία μέσα από τις ειδήσεις στις τηλεοράσεις. Ο «μπαμπούλας» δεν είναι πια ένα τέρας κάτω από το κρεβάτι, αλλά ο άνθρωπος με το όπλο. Κι αυτό το όπλο μπορεί να στραφεί οπουδήποτε, κάτι που τα παιδιά διαισθητικά το γνωρίζουν.

Υπό αυτήν την έννοια όλα τα παιδιά είναι εν δυνάμει παιδιά του πολέμου και των συγκρούσεων, σε μια κοινωνία που ολισθαίνει προς τον ολοκληρωτισμό, τον αποκλεισμό και την αυτοκαταστροφή.

Σε αυτό το πλαίσιο η λογοτεχνία μπορεί να γίνει ένα καταφύγιο από τη φρίκη, μια γέφυρα επικοινωνίας κι έκφρασης, «ένα μικρό κερί» που θα «αψηφήσει και θα προσδιορίσει το σκοτάδι», όπως θα έλεγε η μικρή Άννα Φρανκ.

Της Σοφίας Χατζοπούλου
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ

Saturday, 14 April 2018

Daniel Goleman – Πόση σημασία μπορεί να έχει
η συναισθηματική παιδεία;

Είναι ο εφιάλτης κάθε δασκάλου: μια μέρα, ο Τομ Σράιβερ άνοιξε την τοπική εφημερίδα και διάβασε ότι ο Λαμόντ, ένας παλιός και αγαπημένος του μαθητής, πυροβολήθηκε εννιά φορές σ’ ένα δρόμο του Νιου Χέιβεν, και βρισκόταν σε κρίσιμη κατάσταση.

«Ο Λαμόντ υπήρξε μία από τις ηγετικές φυσιογνωμίες του σχολείου, ένας θεόρατος, δύο μέτρα ψηλός και εκπληκτικά δημοφιλής αμυντικός παίκτης του ράγκμπι, πάντα χαμογελαστός», θυμάται ο Σράιβερ. «Την εποχή που φοιτούσε εδώ, ο Λαμόντ είχε βρει γοητευτική την ιδέα να συμμετάσχει σε μια λέσχη ηγετών, της οποίας ήμουν υπεύθυνος, όπου μπορούσαμε να κουβεντιάζουμε ιδέες μέσα σε ένα πρότυπο εργαστήρι λύσης προβλημάτων, γνωστό ως SOCS».
Η λέξη SOCS προέρχεται από τα αρχικά των αγγλικών λέξεων Situations, Options, Consequence, Solutions (Καταστάσεις, Επιλογές, Συνέπειες, Λύσεις).
Πρόκειται για μια μέθοδο χωρισμένη σε τέσσερα στάδια: Πες ποια είναι η κατάσταση και πώς νιώθεις γι’ αυτήν. Σκέψου τις επιλογές που έχεις για να λύσεις το πρόβλημα και ποιες θα μπορούσαν να είναι οι συνέπειές τους. Διάλεξε μια λύση και εκτέλεσέ την —η μέθοδος του σηματοδότη της τροχαίας προσαρμοσμένη για ενήλικες.
Ο Λαμόντ, πρόσθεσε ο Σράιβερ, λάτρευε να σκαρφίζεται ευφάνταστους αλλά εν δυνάμει αποτελεσματικούς τρόπους για να αντιμετωπίζει τα πιεστικά διλήμματα της ζωής στο γυμνάσιο, όπως το πρόβλημα με τα κορίτσια ή η αποφυγή των συγκρούσεων.
Φαίνεται όμως ότι ξέχασε αυτά τα μαθήματα μετά το γυμνάσιο. Τριγυρίζοντας στους δρόμους, βουτηγμένος στη φτώχεια, χρήστης ναρκωτικών, ο Λαμόντ στα είκοσι έξι του χρόνια κειτόταν σ’ ένα κρεβάτι νοσοκομείου, τυλιγμένος με επιδέσμους, με το κορμί κατατρυπημένο από σφαίρες. Τρέχοντας στο νοσοκομείο, ο Σράιβερ βρήκε τον Λαμόντ σε κατάσταση που μόλις μπορούσε να μιλήσει, ενώ η μητέρα του και η φίλη του έσκυβαν με αγωνία πάνω του. Βλέποντας τον πρώην δάσκαλό του, ο Λαμόντ τού έκανε νόημα να καθίσει στα πόδια του κρεβατιού και καθώς ο Σράιβερ έγερνε πάνω του για να ακούσει, του ψιθύρισε:
«Σράιβ, όταν βγω από δω μέσα, θα ξαναδοκιμάσω τη μέθοδο SOCS».
Ο Λαμόντ είχε φοιτήσει στο γυμνάσιο του Χιλχάουζ προτού αρχίσει να διδάσκεται εκεί το μάθημα της Κοινωνικής Επάρκειας. Άραγε η ζωή του θα εξελισσόταν διαφορετικά αν είχε εκμεταλλευθεί μια τέτοια εκπαίδευση κατά τη διάρκεια των σχολικών του χρόνων, όπως κάνουν τώρα τα παιδιά στα δημόσια σχολεία του Νιου Χέιβεν; Τα σημάδια οδηγούν σε μια πολύ πιθανή καταφατική απάντηση, παρόλο που κανείς δεν μπορεί να πει κάτι τέτοιο με βεβαιότητα.

Όπως είπε ο Τιμ Σράιβερ: 
«Ένα είναι ξεκάθαρο: το πεδίο εφαρμογής της μεθόδου επίλυσης κοινωνικών προβλημάτων δεν είναι μονάχα η τάξη του σχολείου. Είναι και η καφετέρια, οι δρόμοι, το σπίτι». Λάβετε υπόψη σας τις μαρτυρίες των δασκάλων από το πρόγραμμα του Νιου Χέιβεν. Μια δασκάλα θυμάται πώς μια πρώην μαθήτριά της θα ήταν τώρα μια ανύπαντρη μητέρα «αν δεν είχε μάθει να υπερασπίζεται τα δικαιώματά της στη διάρκεια των μαθημάτων Κοινωνικής Επάρκειας στο σχολείο μας».

Μια άλλη θυμάται ότι η σχέση μιας μαθήτριας με τη μητέρα της ήταν τόσο κακή, που και η παραμικρή συζήτησή τους κατέληγε σε καβγάδες και στριγκλιές. Αφού το κορίτσι έμαθε να ηρεμεί και να σκέφτεται πριν ενεργήσει, η μητέρα ανέφερε στη δασκάλα της ότι τώρα μπορούσαν να κουβεντιάσουν χωρίς «να φθάνουν στα άκρα».
Στο σχολείο Τρουπ, μια μαθήτρια της έκτης τάξης έδωσε ένα σημείωμα στη δασκάλα κατά τη διάρκεια του μαθήματος Κοινωνικής Επάρκειας. Η καλύτερή της φίλη, έλεγε το σημείωμα, ήταν έγκυος και δεν είχε κανέναν να κουβεντιάσει το θέμα και να της πει τι να κάνει, και σκεφτόταν την αυτοκτονία —ήξερε όμως πως η δασκάλα θα ενδιαφερόταν.
Μια αποκαλυπτική στιγμή μού παρουσιάστηκε καθώς παρακολουθούσα ένα τμήμα στο οποίο διδασκόταν το μάθημα της Κοινωνικής Ανάπτυξης στα σχολεία του Νιου Χέιβεν (της έβδομης, δηλαδή της πρώτης γυμνασίου) και ο δάσκαλος ζήτησε «από κάποιον να μιλήσει για μια διαφωνία που είχε τελευταία και που τέλειωσε με ειρηνικό τρόπο».
Ένα παχουλό δωδεκάχρονο κοριτσάκι σήκωσε ζωηρά το χέρι: «Ένα κορίτσι, που υποτίθεται πως ήταν φίλη μου, μου είπαν πως ήθελε να με δείρει. Μου είπαν πως μου την είχε στημένη στη γωνιά μετά το σχολείο».
Αντί όμως να τα βάλει θυμωμένη με το άλλο κορίτσι, εφάρμοσε μια προσέγγιση που είχε μάθει στην τάξη —να μάθει δηλαδή την αλήθεια για το τι συνέβαινε πριν βγάλει συμπεράσματα: «Έτσι πήγα στο κορίτσι και το ρώτησα γιατί είπε όλα εκείνα τα πράγματα. Κι εκείνη μου απάντησε ότι ποτέ δεν τα είπε. Κι έτσι δεν τσακωθήκαμε ποτέ».
Η ιστορία μοιάζει μάλλον ασήμαντη. Με τη διαφορά ότι το κορίτσι που την αφηγείται είχε αποβληθεί από ένα άλλο σχολείο επειδή τσακωνόταν. Στο παρελθόν έκανε πρώτα την επίθεσή της και μετά τις ερωτήσεις της -ή δεν τις έκανε καν. Για εκείνο το κορίτσι, το να αντιμετωπίσει έναν πιθανό αντίπαλο με τρόπο εποικοδομητικό, αντί να καταφύγει αμέσως σε μια οργισμένη αντιπαράθεση, ήταν μια μικρή αλλά πραγματική νίκη.
Ίσως η πιο χαρακτηριστική απόδειξη της επίδρασης αυτού του μαθήματος πάνω στη συναισθηματική παιδεία είναι τα στοιχεία που πήρα από το διευθυντή του σχολείου εκείνης της μικρής δωδεκάχρονης. Εκεί ισχύει ένας κανόνας απαράβατος: τα παιδιά που συλλαμβάνονται να τσακώνονται αποβάλλονται. Καθώς όμως συνεχιζόταν η διδασκαλία των μαθημάτων συναισθηματικής παιδείας, παρατηρήθηκε μια σταθερή μείωση των αποβολών. «Πέρσι», λέει ο διευθυντής, «είχαμε 106 αποβολές. Μέχρι τώρα — φθάσαμε ήδη στο Μάρτιο— είχαμε μόλις 26».
Αυτά είναι συγκεκριμένα οφέλη. 
Αλλά πέρα από αυτά τα παραλειπόμενα ζωών που βελτιώθηκαν ή που σώθηκαν, αναδύεται ένα εμπειρικό ερώτημα: πόση σημασία έχουν πραγματικά αυτά τα μαθήματα συναισθηματικής παιδείας για όσους τα έχουν παρακολουθήσει; Τα στοιχεία δηλώνουν ότι, παρόλο που αυτά τα μαθήματα δε μεταμορφώνουν κανέναν μέσα σε μια νύχτα, καθώς εξακολουθούν να διδάσκονται στα παιδιά από τάξη σε τάξη, αρχίζουν να διαπιστώνονται εμφανείς βελτιώσεις στην ατμόσφαιρα του σχολείου και στη συμπεριφορά — όπως και στο επίπεδο της συναισθηματικής επάρκειας— των κοριτσιών και των αγοριών που το παρακολουθούν.
Υπήρξαν λιγοστές αντικειμενικές αξιολογήσεις: οι καλύτερες από αυτές προχώρησαν σε συγκρίσεις μαθητών που παρακολουθούσαν τα μαθήματα αυτά με μαθητές που δεν τα παρακολουθούσαν οι συγκρίσεις έγιναν από ανεξάρτητους παρατηρητές οι οποίοι βαθμολογούσαν τη συμπεριφορά των παιδιών.
Μια άλλη μέθοδος αξιολόγησης ήταν ο εντοπισμός αλλαγών στα ίδια παιδιά πριν και μετά τα μαθήματα, σύμφωνα με αντικειμενικές μετρήσεις της συμπεριφοράς τους· τέτοιες ήταν ο αριθμός των καβγάδων στους οποίους τα παιδιά έμπλεξαν ή των αποβολών που πήραν. Αυτές οι αξιολογήσεις αποκάλυψαν τα ευρύτατα οφέλη που είχαν από αυτά τα προγράμματα τα παιδιά, σε τομείς που αφορούσαν τη συναισθηματική και κοινωνική τους επάρκεια, τη συμπεριφορά τους εντός και εκτός σχολείου και τη μαθησιακή τους ικανότητα :

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΗ ΑΥΤΟΕΠΙΓΝΩΣΗ
  • Βελτίωση στην αναγνώριση και κατονομασία των συναισθημάτων
  • Μεγαλύτερη ικανότητα κατανόησης των αιτίων των συναισθημάτων
  • Αναγνώριση της διαφοράς μεταξύ συναισθημάτων και πράξεων
ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ
  • Μεγαλύτερη ανοχή στην απογοήτευση και αποτελεσματικότερος έλεγχος του θυμού
  • Λιγότερες φραστικές προσβολές, καβγάδες και διασπαστικές ενέργειες στην τάξη
  • Μεγαλύτερη ικανότητα εκδήλωσης του θυμού με σωστό τρόπο, χωρίς καβγάδες
  • Λιγότερες αποβολές και τιμωρίες
  • Λιγότερο επιθετική ή αυτοκαταστροφική συμπεριφορά
  • Πιο θετικά συναισθήματα για τον εαυτό, το σχολείο, την οικογένεια Καλύτερος χειρισμός του άγχους
  • Λιγότερη μοναξιά και κοινωνικό άγχος
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΧΑΛΙΝΑΓΩΓΗΣΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ
  • Περισσότερη υπευθυνότητα
  • Μεγαλύτερη εστίαση στο καθήκον και προσοχή σ’ αυτό
  • Λιγότερες παρορμήσεις, περισσότερος αυτοέλεγχος
  • Καλύτερα αποτελέσματα σε τεστ επιδόσεων
ΕΝΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ: ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΩΝ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ
  • Μεγαλύτερη ικανότητα κατανόησης των απόψεων του άλλου
  • Βελτιωμένη ενσυναίσθηση και ευαισθησία στα συναισθήματα των άλλων
  • Πιο προσεκτική ακρόαση των άλλων
ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΜΑΣ
  • Πιο ικανοί στο να αναλύουμε και να κατανοούμε τις σχέσεις μας
  • Καλύτεροι στο να λύνουμε τις διαφορές και ρυθμίζουμε τις διαφωνίες
  • Καλύτεροι στο να λύνουμε τα προβλήματα στις σχέσεις μας
  • Πιο θετικοί και πιο επιδέξιοι στην επικοινωνία
  • Πιο δημοφιλείς και εξωστρεφείς, φιλικοί και κοινωνικοί με τους συνομηλίκους
  • Πιο περιζήτητοι ανάμεσα στους συνομηλίκους Πιο συμπονετικοί και πιο ευαίσθητοι
  • Πιο «κοινωνικοί» και εναρμονισμένοι μέσα σε ομάδες Ικανότεροι στο να συνεργαζόμαστε, να βοηθάμε και να μοιραζόμαστε
  • Πιο δημοκρατικοί στη συναναστροφή μας με τους άλλους
Υπάρχει ένα στοιχείο στον προηγούμενο κατάλογο το οποίο απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή: τα προγράμματα συναισθηματικής παιδείας βελτιώνουν τη βαθμολογία και τις σχολικές επιδόσεις των παιδιών γενικότερα. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο εύρημα. Εμφανίζεται και επανεμφανίζεται σε τέτοιες μελέτες. Σε μια εποχή όπου πάρα πολλά παιδιά δεν έχουν την ικανότητα να αντιμετωπίζουν τη στενοχώρια τους, να εστιάζουν την προσοχή τους, να χαλιναγωγούν τις παρορμήσεις τους, να νιώθουν υπεύθυνα για τη δουλειά τους ή να νοιάζονται για τη μάθηση, οτιδήποτε βελτιώνει αυτές τις ικανότητες θα συμβάλει και στη μόρφωσή τους.
Με την έννοια αυτή, η συναισθηματική παιδεία ενδυναμώνει τη διδακτική ικανότητα του σχολείου. Ακόμα και σε μια εποχή επιστροφής στα πολύ στοιχειώδη και περιορισμού των δαπανών για την παιδεία από τον προϋπολογισμό, πρέπει να υποστηρίξουμε αυτά τα προγράμματα, γιατί βοηθούν να αναστραφεί αυτή η εκπαιδευτική παρακμή, και επειδή ισχυροποιούν τα σχολεία (ώστε να επιτύχουν στην κύρια αποστολή τους· επομένως, κάθε επένδυση σ’ αυτά θα πιάσει πραγματικά τόπο.
Πέρα από αυτά τα εκπαιδευτικά οφέλη, τα μαθήματα μοιάζουν να βοηθούν τα παιδιά να εκπληρώσουν καλύτερα το ρόλο τους στη ζωή, να γίνουν καλύτεροι φίλοι, μαθητές, γιοι και κόρες —και στο μέλλον είναι πιο πιθανό να γίνουν καλύτεροι σύζυγοι, καλύτεροι υπάλληλοι και καλύτεροι προϊστάμενοι, γονείς και πολίτες. Παρόλο που δεν είναι δυνατό κάθε αγόρι και κάθε κορίτσι να κατακτήσει τις ικανότητες αυτές με την ίδια σταθερότητα, στο βαθμό που θα το πετύχουν θα είναι το καλύτερο για όλους μας. «Η παλίρροια μετακινεί όλα τα καράβια», λέει οΤιμ Σράιβερ.
«Δεν είναι μόνο τα προβληματικά παιδιά που θα (ωφεληθούν από αυτά τα μαθήματα. Όλα τα παιδιά θα ωφεληθούν. Πρόκειται για ένα εμβόλιο για τη ζωή τους».
***
Αντικλείδι, antikleidi.com
Το Χαμομηλάκι

Friday, 13 April 2018

Η «ιδιαίτερη ιστορία του Greek Freak»
«Ως παιδί έψαχνε φαγητό σε κάδους σκουπιδιών...

Γιάννης Αντετοκούνμπο: Τα Σεπόλια, το NBA και η Χρυσή Αυγή
... το μπάσκετ τού άλλαξε τη ζωή»: 
Αφιέρωμα της FAZ στον Αντετοκούνμπο

Η Frankfurter Allgemeine Zeitung δημοσιεύει αφιέρωμα στον Γιάννη Αντετοκούνμπο και αναφέρεται στο success story του Έλληνα μπασκετμπολίστα. 
Η εφημερίδα της Φρανκφούρτης αναφέρεται στην «ιδιαίτερη ιστορία του Greek Freak», όπως είναι το παρατσούκλι του νιγηριανής καταγωγής Έλληνα μπασκετμπολίστα, σημειώνοντας ότι «ως παιδί ο Γιάννης Αντετοκούνμπο έψαχνε φαγητό σε κάδους σκουπιδιών. Το μπάσκετ ήταν αυτό που του άλλαξε τη ζωή.» 

Το παραμύθι ξεκίνησε μια μέρα της άνοιξης του 2007», όταν ο προπονητής Σπύρος Βελλινιάτης είδε τον Γιάννη Αντετοκούνμπο με τον αδερφό του Θανάση να παίζουν μπάσκετ στο ανοιχτό γήπεδο στα Σεπόλια. 
«Ο Γιάννης είχε κάτι το ιδιαίτερο, αυτό μπορούσε να το δει κανείς αμέσως», λέει ο προπονητής που ανακάλυψε τον Έλληνα σούπερ σταρ.
.............
η συνέχεια του άρθρου εδώ: 

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki