Showing posts with label Παραμύθι. Show all posts
Showing posts with label Παραμύθι. Show all posts

Sunday, 5 January 2025

Το παραμύθι της Ελιάς

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια φτωχογειτονιά ένα φτωχό μα πολύ καλόκαρδο κορίτσι που το έλεγαν Ελιά.
Κάθε μέρα η Ελιά γύριζε τη γειτονιά της, έβλεπε τον κόσμο να ζει φτωχός και δυστυχισμένος και γύριζε στο σπίτι της πολύ στενοχωρημένη. 
Κάτι πρέπει να κάνω να τους βοηθήσω, σκεφτόταν. Κι από την άλλη μέρα κιόλας άρχισε. Βγήκε στη γειτονιά, κράτησε τα παιδιά της γειτόνισσας για να πάει να δουλέψει και να μπορεί να φέρει στα παιδιά της λίγο φαΐ.
Μια άλλη μέρα πήγε στη γριούλα που ήταν άρρωστη, της μαγείρεψε, της σκούπισε το σπίτι, την έπλυνε, την ταΐσε. Την άλλη μέρα πάλι έβγαλε τον παράλυτο γέρο με το καρότσι του βόλτα, για να πάρει αέρα και ήλιο.
Τα βράδια γύριζε κατάκοπη, μα ευχαριστημένη που είχε καταφέρει να δώσει λίγη χαρά στους φτωχούς ανθρώπους.
Οι μέρες περνούσαν κι η Ελιά όλο δούλευε, όσο αδυνάτιζε. Μα έβλεπε πως ότι κι αν έκανε, ο κόσμος ήταν πάντα φτωχός και δυστυχισμένος.
Αυτό τη στενοχωρούσε πάρα πολύ κι έτσι στενοχωρημένη κάθισε στην αυλή του σπιτιού της και συλλογιζόταν.
Τι να κάνω, τι να κάνω. Δεν μπορώ να βλέπω τόση δυστυχία.
Το σπουργίτι που την είδε τόσο στενοχωρημένη - και που την αγαπούσε γιατί κάθε μέρα του έριχνε σπόρους και ψίχουλα - δεν άντεξε και πέταξε βαθιά στο δάσος.

Εκεί βρήκε την καλή νεράιδα και της είπε:
Τρέξε, καλή νεράιδα, η Ελιά είναι πολύ στενοχωρημένη, χλωμή κι αδύνατη.
Η καλή νεράιδα ανήσυχη έτρεξε στην αυλή της Ελιάς και τη ρώτησε:
Τι έχεις, Ελιά μου, κι είσαι τόσο λυπημένη;
Αχ, καλή μου νεράιδα. Δεν μπορώ να βλέπω τόση φτώχεια και δυστυχία γύρω μου.
Και τι θέλεις, δηλαδή;
θέλω να τους γίνω χρήσιμη, θέλω να τους προσφέρω κάτι πολύτιμο που να τους δώσει ζωή και χαρά.
Το θέλεις αλήθεια τόσο πολύ;
Και βέβαια το θέλω, δε βλέπεις πως έλιωσα από τη στενοχώρια μου;
Τότε σταμάτησε να στενοχωριέσαι, θα σε κάνω αυτό που θέλεις. 
Και τσουπ! την άγγιξε με το ραβδάκι της κι αμέσως η Ελιά έγινε ένα μεγάλο δέντρο, που έβγαλε φύλλα, λουλουδάκια άσπρα, που έγιναν ελιές πράσινες, μοβ, μαύρες.
Έπεσαν στη γη, τα κουκούτσια φύτρωσαν, έγιναν δεντράκια και σχημάτισαν ένα μεγάλο ελαιώνα.
Ήρθαν οι γείτονες, μάζεψαν τις ελιές,έβγαλαν λάδι,
έφαγαν, χόρτασαν, ρόδισαν τα μαγουλά τους, ζωήρεψαν κι άρχισαν να χαμογελούν και να ζουν ευτυχισμένοι.
Για να ευχαριστήσουν την ελιά και να της δείξουν την αγάπη τους, πήραν το λάδι τους, το έβαλαν στο καντήλι, για να θυμίζουν στην Παναγιά και στο Χριστό, την καλοσύνη της ελιάς και την αγάπη της για τον κόσμο.
Κι η Παναγιά με τη σειρά της την ευλόγησε. Κι ο Χριστός κάτω απ' την ελιά ήρθε και ξεκουράστηκε.
Κι εκείνη καμάρωνε ευχαριστημένη στη μέση στον ελαιώνα και φρόντιζε, όταν έρχονται οι άνθρωποι να τη μαζέψουν να 'ναι γεμάτη ελιές, να χορταίνουν οι φτωχοί, και να φωτίζονται απ' τις καντήλες όλες οι εκκλησιές.

Saturday, 4 January 2025

Ο Αίσωπος και οι Μύθοι του -- Aesop’s Fables

Ο Αίσωπος γεννήθηκε στην περιοχή της Φρυγίας το 600 περίπου π.Χ. και πέθανε στα 564 π.Χ. Ήταν άσχημος και δούλευε σε κάποιον κτηματία σαν δούλος - βοσκός. 
Μια μέρα, που είδε τον επιστάτη να χτυπάει άδικα έναν δούλο, έτρεξε να τον βοηθήσει κι έτσι ο επιστάτης για να τον εκδικηθεί τον κατηγόρησε στο αφεντικό - κτηματία - που τον πήγε στην αγορά της Εφέσσου να τον πουλήσει!
    Εκεί, τον αγόρασε ο σοφός Ξάνθος από την Σάμο, που εκτίμησε το έξυπνο βλέμα του και τον πήρε μαζί του σαν δούλο. Μαζί του, ο Αίσωπος, άρχισε να ταξιδεύει και να γνωρίζει τον κόσμο. Κάποτε έφθασαν και στην περιοχή των Δελφών όπου επισκέφθηκαν το περίφημο Μαντείο. 
Ο Αίσωπος ειρωνεύτηκε τους ιερείς του Μαντείου ότι μαντεύουν για να πλουτίζουν και τους κατοίκους των Δελφών ότι αντί να καλλιεργούν τα κτήματά τους και να φροντίζουν τα ζώα τους ζούσαν από τα αφιερώματα των προσκυνητών του Μαντείου. 
Αυτό του το θράσος εξόργισε τους ιερείς του Μαντείου οι οποίοι τον παγίδευσαν, βάζοντας ένα χρυσό ποτήρι στις αποσκευές του, και κατόπιν τον κατηγόρησαν για κλέφτη κι ιερόσυλο! Έτσι τον δίκασαν άδικα και τον καταδίκασαν σε θάνατο, ρίχνοντας τον από τις κορυφές των Φαιδρυάδων, κάποια απόκρημνα βράχια. 
Σύμφωνα με την παράδοση, ο Απόλλωνας τιμώρησε την αδικία τους στέλνοντας στους κατοίκους των Δελφών μεγάλη πείνα και λιμό, που θέρισαν πολλούς κατοίκους. Αυτοί τότε για να εξιλεωθούν, έστησαν μια μαρμάρινη στήλη προς τιμήν του Αισώπου.
    Λέγεται ότι ο Αίσωπος είπε τους μύθους του αυτούς όχι μόνο στη διάρκεια της ζωής του αλλά και με σκοπό να υποστηρίξει την αθωότητά του στο δικαστήριο. Μέσα από τους μύθους του διακρίνεται το ευρύ, παρατηρητικό του πνεύμα κι η ικανότητά του να διδάσκει με μικρές απλές ιστορίες, που πάντα έχουν στο τέλος κάποιο ηθικό δίδαγμα. 
    Ο Αίσωπος συνήθιζε με την παρατηρητικότητα και την βαθειά σοφία του να πλάθει τέτοιες ιστορίες και να τις λέει γύρω του. Με τον καιρό απέκτησε μεγάλη φήμη κι όλοι έτρεχαν κοντά του να ακούσουν κάποιο μύθο του σχετικά με κάποιο πρόβλημα που τους απασχολούσε. Σιγά - σιγά οι μύθοι του άρχισαν να μεταδίδονται από στόμα σε στόμα μεταξύ των ανθρώπων, μέχρι την ελληνιστική εποχή οπότε συγκεντρώθηκαν και παρουσιάστηκαν σαν ένα βιβλίο, αιώνες αργότερα.
    Οι Μύθοι του Αισώπου έχουν μια ιδιαίτερη χάρη, μια θαυμαστή απλότητα και άφταστη διδακτικότητα! Είναι παρμένοι από την καθημερινή ζωή και την φύση. Ο Αίσωπος έχει μια μοναδική δυνατότητα να δίνει στα ζώα ανθρώπινες ιδιότητες, ψυχή και λαλιά, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείς ότι αυτή ήταν κάποτε η πραγματικότητα και όλα αυτά που διηγείται έχουν συμβεί.


πηγή:
 [Πηγή: Pathfinder.gr]

.
Ο Βοριάς κι ο Ήλιος
Οι οδοιπόροι και το τσεκούρι
Ο γάτος και τα ποντίκια
Η γυναίκα και οι δουλειές
Ο δουλευτάρης και ο ακαμάτης
Το παιδί που έκλεβε
Το λιοντάρι και ο κυνηγός
Το λιοντάρι και το ποντίκι
Ο κάβουρας κι η αλεπού
Ο γάιδαρος και το αλάτι
Ο άνθρωπος και τα χρόνια του
Το λιοντάρι, ο Προμηθέας και ο ελέφαντας

Sunday, 29 December 2024

Παραμύθι: Πες μου, πώς να νικήσω το κρύο;

Ο μικρούλης χιονάνθρωπος με την ξύλινη πίπα και το μουλιασμένο από το χιόνι σκουφί, μέρες τώρα πάγωνε στη μέση του αγρού. Τουρτούριζε από το κρύο και δεν ήξερε τι να κάνει.
Ένα πρωινό λοιπόν, αποφάσισε να πάει βόλτα στην εξοχή και να ανακαλύψει πώς να νικήσει το κρύο.
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει…
Φτάνει στην άκρη του δάσους. Βλέπει ένα παρδαλό πουλί να κάθεται σε ένα γυμνό παγωμένο κλαδί.
- Όμορφό μου πουλί, πες μου σε παρακαλώ, πώς να νικήσω το κρύο;
- Να σφυρίζεις καλέ μου φίλε. Να σφυρίζεις συνέχεια όπως σφυρίζω κι εγώ.
- Πολύ αστεία η ιδέα σου καλό μου πουλί. Στ’ αλήθεια πολύ αστεία. Ευχαριστώ πάντως, θα το σκεφτώ.

Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει….
Φτάνει στην άκρη ενός παγωμένου βάλτου. Βλέπει ένα βάτραχο τυλιγμένο με το τεράστιο κασκόλ του.
- Αρχοντικέ μου βάτραχε, πες μου σε παρακαλώ πώς να νικήσω το κρύο;
- Να κάνεις πατινάζ γλυστρώντας στον πάγο καλέ μου φίλε. Κοίταξέ με, όπως κάνω κι εγώ.
- Αμφιβάλλω αν θα πετύχει πράσινέ μου βάτραχε. Ευχαριστώ για την ιδέα σου, θα το σκεφτώ…

Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει…
Φτάνει σε ένα παγωμένο λιβάδι. Βλέπει ένα βιαστικό λαγό που έσκαβε για να φτιάξει τη φωλιά του.
- Κύριε λαγέ, πες μου σε παρακαλώ πώς να νικήσω το κρύο;
- Να σκάβεις καλέ μου φίλε, να σκάβεις για να ζεσταθείς.
-Οπωσδήποτε με κοροϊδεύουν, είπε ο μικρός χιονάνθρωπος….και κρυώνω τόσο πολύ.

Ο μικρός χιονάνθρωπος νιώθει πολύ μπερδεμένος. Προχωρά λίγο πιο κάτω. Το σκέφτεται, το ξανασκέφτεται, και αποφασίζει να δοκιμάσει…Σφυρίζει, γλιστρά στον πάγο, κάνει σωρούς από χώμα…και πέφτει ξερός από την κούραση. Απογοητευμένος και κρυωμένος, ο μικρός μας χιονάνθρωπος παίρνει ξανά το δρόμο του. Έχει πια νυχτώσει. Και τότε, μακριά, στο βάθος του δάσους, βλέπει μια καλύβα με φως.

Πλησιάζει, ανοίγει την πόρτα και προχωρά προς τη δυνατή φωτιά που καίει στο τζάκι.
- Επιτέλους ζέστη, λέει και νιώθει να ιδρώνει. Χοντρές σταγόνες νερού άρχισαν να κυλούν στο πρόσωπό του και στο σώμα του. Αισθάνεται τόσο ωραία, που αποκοιμιέται στην πολυθρόνα, χωρίς να καταλάβει ότι αλλάζει το σχήμα του και γίνεται όλο και μικρότερος…

- ΠΡΟΣΟΧΗΗΗΗΗΗ!!!!!! Λιώνεις! φωνάζουν δυνατά το πουλί, ο βάτραχος και ο λαγός. Δεν θα μείνει τίποτα από σένα. Μόνο η πίπα και το σκουφί σου θα μείνουν.
Όμως ο μικρός χιονάνθρωπος δεν ακούει πια τίποτα. Έχει τόσο πολύ λιώσει, που κανείς δεν καταλαβαίνει πώς ήταν πριν.
- Ίσως είναι πολύ αργά… λέει ο βάτραχος και κλαίει.

Ξαφνικά, ο μικρός χιονάνθρωπος κούνησε λίγο ό,τι είχε απομείνει από το ένα του χέρι. Τότε ο βάτραχος, το πουλί και ο λαγός τον αρπάζουν και τον βγάζουν έξω από την καλύβα. Μαζεύουν γρήγορα γρήγορα χιόνι, το στρώνουν στο κεφάλι του και τον κάνουν χοντρό όπως πριν. Ύστερα γεμίζουν την κοιλιά του και την κάνουν ολοστρόγγυλη όπως πριν.

Τότε, ο μικρός χιονάνθρωπος ξυπνά και…θαύμα! Δεν κρυώνει πια.
Οι μικροί του φίλοι είναι εκεί, χαρούμενοι που τον ζωντάνεψαν. Χοροπηδάνε γύρω του και τον κοιτάζουν με θαυμασμό.
Κι ο μικρός μας χιονάνθρωπος τους κοιτάζει και καταλαβαίνει ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη ζεστασιά από τη ζεστασιά της φιλίας…

ΠΗΓΗ: Γέφυρες, τ.37

Tuesday, 24 September 2024

Παραμυθάκι για το Πρωινό Ντύσιμο - Καλημέρα σας :)

Κάτσε, χρυσό μου, φρόνιμα, να σε πλύνω! είπε η μαμά.
— Παιδί μου, πρέπει να σταθείς ήσυχο, έκανε το νερό.
Αν δεν τριφτείς καλά με το σαπούνι, δε θα βγουν οι μουντζούρες! είπε ο τρίφτης.
Το ένα αυτί το σκουπίσαμε, τώρα η σειρά του άλλου! έκανε η πετσέτα. 
Λίγο βούρτσισμα ακόμη και θα είμαστε χτενισμένοι! είπαν η βούρτσα και το χτένι.
Πρώτα το ένα χεράκι κι ύστερα το άλλο! συμβούλεψε το πουκάμισο.
Όσο πάνε, τα γαμπάκια μας παχαίνουν! αναστέναξαν οι κάλτσες.
Ό,τι αξίζει όλο το ντύσιμο, αξίζουν τα παπούτσια! καμάρωσαν τα μαύρα γυαλιστερά μποτάκια.
Τώρα φόρεσέ με δίχως να ξεχτενιστείς! είπε το κόκκινο πουλοβεράκι.
Και το τελευταίο εγώ! έκανε το μακρύ βελουδένιο παντελόνι.
Τώρα δε μένει παρά να σου σκουπίσω τη μυτούλα! πρόσθεσε το κάτασπρο μαντιλάκι.
Έτοιμοι! έτοιμοι! φώναξαν όλα μαζί.
Τίποτε δεν είναι έτοιμο, αν δε φιλήσω εγώ το παιδάκι μου! είπε η μανούλα και έδωσε ένα ζεστό ζεστό φιλί στο μαγουλάκι.

Γεωργία Ταρσούλη
paidika

Tuesday, 27 August 2024

Αίσωπος - Η αλεπού με την κομμένη ουρά

Μια αλεπού τριγύριζε μέσα στο δάσος πεινασμένη… Είχε τρεις μέρες να φάει και τα μάτια της γυάλιζαν από την πείνα…
Αν πεις για τα σάλια της, δεν μπορούσε να τα κρατήσει μέσα στο στόμα της, καθώς η γλώσσα της κρεμόταν δυο πιθαμές.
Αλλά να ένας λαγός που η φουντωτή ουρά του ξεπρόβαλε μέσα από τους θάμνους! Ορμάει δίχως να σκεφτεί στον αναπάντεχο μεζέ. Μα… χραααπ! Μέσα στη χαρά της που θα γλίτωνε από την απελπισμένη πείνα δεν πρόσεξε το δόκανο ενός κυνηγού. Ευτυχώς που πιάστηκε μόνο η φουντωτή ουρά της, λάφυρο για τον άτυχο κυνηγό. Όσο για τον λαγό, έγινε καπνός μόλις άκουσε το βογκητό της αλεπούς.
Τώρα δεν έφτανε που ήταν πεινασμένη, ήτανε και κολοβή, το ρεζίλι δηλαδή των αλεπούδωνΜπροστά της έβλεπε όλες τις φίλες της αλεπούδες να σκάνε στα γέλια με το πάθημά της και να κουνάνε τις ουρές τους περήφανες και καμαρωτές… Ε, όχι!
- Κορίτσια, κορίτσια, ελάτε, μαζευτείτε κι έχω φοβερά νέα να σας πω! Ελάτε στο ξέφωτο για να δείτε την καινούρια μόδα για τη γούνα μας…
Η αλεπού μας καμώθηκε πως διαφημίζει καινούρια αλεπουδοεμφάνιση πιο άνετη, πιο δροσερή, πιο ανάλαφρη.
- Βλέπετε εμένα; Είμαι ξαλαφρωμένη, τρέχω πιο γρήγορα, δε λαχανιάζω και σίγουρα δε σκέφτομαι πια πώς να προφυλάξω την ουρά μου! Τέρμα λοιπόν στις αλεπουδοουρές, μέσα στη μόδα και μεις
Έγινε ένα σούσουρο και οι αλεπούδες την κοιτούσαν μ΄ απορία και προσπαθούσαν να βρουν δίκιο στα λόγια της.
- Μα εσένα σε συμφέρει αυτή η εμφάνιση, για να μη φαίνεσαι πως είσαι κολοβή. Θέλεις και μεις να κόψουμε τις ουρές μας για να μη φανεί το δικό σου κουσούρι. Ακούς εκεί! Πάμε κορίτσια και μην ακούτε τις αηδίες που μας λέει. Το συμφέρον της κοιτάει. Είμαστε αλεπούδες κι έχουμε τις ωραιότερες φουντωτές ουρές!
Η αλεπού μας κοκκίνισε, πρασίνισε και δεν είχε και ουρά να βάλει μες στα σκέλια της. Έφυγε ταπεινωμένη και ντροπιασμένη, γιατί όλοι κατάλαβαν πως δεν συμβούλευε τους άλλους επειδή πραγματικά ενδιαφερόταν για το καλό τους, αλλά γιατί ήθελε να εξυπηρετήσει το δικό της προσωπικό συμφέρον
- Πόσο πρέπει να προσέχουμε από κάποιους σαν κι αυτή και τις συμβουλές τους, λέγανε μετά οι αλεπούδες στα παιδάκια τους.
Πραγματικά υπάρχουν πολλοί που τα ελαττώματά τους τα παρουσιάζουν προτερήματα, για να καλύψουν την ασχήμια τους. Και αντί να αισθάνονται ντροπή, προσπαθούν να μας πείσουν να συμπεριφερθούμε και μεις λανθασμένα, για να κρύψουν τη δική τους κακή στάση και συμπεριφορά .
Απόδοση: Δ.Σ.
pemptousia

Ο Αίσωπος
Οι Μύθοι του Αισώπου έχουν μια ιδιαίτερη χάρη, μια θαυμαστή απλότητα και άφταστη διδακτικότητα! Είναι παρμένοι από την καθημερινή ζωή και την φύση. Ο Αίσωπος έχει μια μοναδική δυνατότητα να δίνει στα ζώα ανθρώπινες ιδιότητες, ψυχή και λαλιά, σε τέτοιο βαθμό που να θεωρείς ότι αυτή ήταν κάποτε η πραγματικότητα και όλα αυτά που διηγείται έχουν συμβεί.
Ο Αίσωπος γεννήθηκε στην περιοχή της Φρυγίας το 600 περίπου π.Χ. και πέθανε στα 564 π.Χ. Ήταν μαυριδερός κι άσχημος και δούλευε σε κάποιον κτηματία σαν δούλος - βοσκός. Μια μέρα, που είδε τον επιστάτη να χτυπάει άδικα έναν δούλο, έτρεξε να τον βοηθήσει κι έτσι ο επιστάτης για να τον εκδικηθεί τον κατηγόρησε στο αφεντικό - κτηματία - που τον πήγε στην αγορά της Εφέσσου να τον πουλήσει!

Εκεί, τον αγόρασε ο σοφός Ξάνθος από την Σάμο, που εκτίμησε το έξυπνο βλέμα του και τον πήρε μαζί του σαν δούλο. Μαζί του, ο Αίσωπος, άρχισε να ταξιδεύει και να γνωρίζει τον κόσμο. Κάποτε έφθασαν και στην περιοχή των Δελφών όπου επισκέφθηκαν το περίφημο Μαντείο.
Ο Αίσωπος ειρωνεύτηκε τους ιερείς του Μαντείου ότι μαντεύουν για να πλουτίζουν και τους κατοίκους των Δελφών ότι αντί να καλλιεργούν τα κτήματά τους και να φροντίζουν τα ζώα τους ζούσαν από τα αφιερώματα των προσκυνητών του Μαντείου. Αυτό του το θράσος εξόργισε τους ιερείς του Μαντείου οι οποίοι τον παγίδευσαν, βάζοντας ένα χρυσό ποτήρι στις αποσκευές του, και κατόπιν τον κατηγόρησαν για κλέφτη κι ιερόσυλο!
Έτσι τον δίκασαν άδικα και τον καταδίκασαν σε θάνατο, ρίχνοντας τον από τις κορυφές των Φαιδρυάδων, κάποια απόκρημνα βράχια. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Απόλλωνας τιμώρησε την αδικία τους στέλνοντας στους κατοίκους των Δελφών μεγάλη πείνα και λιμό, που θέρισαν πολλούς κατοίκους. Αυτοί τότε για να εξιλεωθούν, έστησαν μια μαρμάρινη στήλη προς τιμήν του Αισώπου.
Λέγεται ότι ο Αίσωπος είπε τους μύθους του αυτούς όχι μόνο στη διάρκεια της ζωής του αλλά και με σκοπό να υποστηρίξει την αθωότητά του στο δικαστήριο. Μέσα από τους μύθους του διακρίνεται το ευρύ, παρατηρητικό του πνεύμα κι η ικανότητά του να διδάσκει με μικρές απλές ιστορίες, που πάντα έχουν στο τέλος κάποιο ηθικό δίδαγμα.
Ο Αίσωπος συνήθιζε με την παρατηρητικότητα και την βαθειά σοφία του να πλάθει τέτοιες ιστορίες και να τις λέει γύρω του.
Με τον καιρό απέκτησε μεγάλη φήμη κι όλοι έτρεχαν κοντά του να ακούσουν κάποιο μύθο του σχετικά με κάποιο πρόβλημα που τους απασχολούσε.
Σιγά - σιγά οι μύθοι του άρχισαν να μεταδίδονται από στόμα σε στόμα μεταξύ των ανθρώπων, μέχρι την ελληνιστική εποχή οπότε συγκεντρώθηκαν και παρουσιάστηκαν σαν ένα βιβλίο, αιώνες αργότερα.

Friday, 26 April 2024

Πυρετός: Ένας... καλός φίλος στην αρρώστια μας!

Το διδακτικό αυτό Παραμύθι απευθύνεται σε όλα τα παιδάκια και τους γονείς τους.
    Το έγραψε ο Παναγιώτης Σπυρίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Παιδιατρικής.
Ο πυρετός στα παιδιά...
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Αναρτήσεις από τον κ. Σπυρίδη:

Thursday, 7 March 2024

Η ιστορία του Αρλεκίνου

Μια φορά κι έναν καιρό στην πόλη με τις γόνδολες, τη Βενετία, ζούσε ένα φτωχό παιδάκι, ο Αρλεκίνος. Τις μέρες της Αποκριάς, στη Βενετία γιορτάζουν το καρναβάλι με παρελάσεις και γιορτές. Όλοι ντύνονται μασκαράδες και κρυμμένοι πίσω από τις μάσκες τους γλεντάνε μέχρι το πρωί.
Ένωσε τα μικρά κομματάκια, έκανε ένα μεγάλο
πολύχρωμο πανί και μ’ αυτό έραψε 
μια φανταχτερή στολή, που άλλη δεν είχε ξαναγίνει !
Ο μικρός Αρλεκίνος, κάθε απόγευμα, καθόταν στο παράθυρο, έβλεπε τους γελαστούς μασκαράδες που περνούσαν παρέες παρέες κάτω από το σπίτι του και μερικές φορές ένα δάκρυ κυλούσε στο μαγουλάκι του. Θυμόταν πώς ντυνόταν κι αυτός μασκαράς μαζί με τον πατέρα του και τη μητέρα του και κάνανε βόλτες στην πλατεία το Αγίου Μάρκου με τα περιστέρια.
Τώρα πια όλα ήταν διαφορετικά! Ο πατέρας είχε πεθάνει και η καημένη η μητέρα του με μεγάλη δυσκολία κατάφερνε να πληρώνει τα έξοδά τους.
Σκούπιζε, λοιπόν, το δάκρυ του και χαιρετούσε τους γελαστούς μασκαράδες που του φώναζαν να κατέβει μαζί τους στο γλέντι.

Η μαμά του είδε το κρυφό δάκρυ του Αρλεκίνου και ανέβηκε στη σοφίτα αποφασισμένη να βρει κάτι, έστω κι ένα παλιό ρούχο, για να μασκαρέψει το λυπημένο παιδί της. Κάτι μικρά κουρελάκια από υφάσματα της έδωσαν την ιδέα ! Τα μάζεψε όλα, πήρε τα ραφτικά της και δούλεψε μέχρι το πρωί. Ένωσε τα μικρά κομματάκια, έκανε ένα μεγάλο πολύχρωμο πανί και μ’ αυτό έραψε μια φανταχτερή στολή, που άλλη δεν είχε ξαναγίνει !

Ξύπνησε χαρούμενη το Αρλεκίνο και τον έντυσε με τη στολή. Φούντωσε τα κατσαρά καστανά μαλλάκια του παιδιού και, σαν τελευταία πινελιά, άνοιξε δυο τρύπες με το ψαλίδι της σε μια μαύρη βελούδινη λωρίδα και την έδεσε στα μάτια του παιδιού για μάσκα ! Το αποτέλεσμα ήταν θαυμάσιο !
Ευτυχισμένος ο Αρλεκίνος, με τα δάκρυα απ’ τα παράπονα να λάμπουν στα ματάκια του, έδωσε ένα σκαστό φιλί στη μανούλα του και έτρεξε στην πλατεία.
Τα πυροτεχνήματα έλαμπαν στον ουρανό και τα παιδιά μάζευαν καραμέλες και σοκολάτες που πετούσαν οι άρχοντες από τα μπαλκόνια.
Όταν έφτασε στην πλατεία ο Αρλεκίνος, όλοι θαύμαζαν τη φορεσιά του, κι εκείνος χαρούμενος άρχισε να χορεύει χωρίς να φανερώνει ποιος είναι.
Ποιος είσαι; τον ρωτούσαν πολλοί. Είσαι από τη Βενετία; Που αγόρασες αυτή τη θαυμάσια στολή;
Ο Αρλεκίνος χαμογελούσε και κρατούσε καλά φυλαγμένο το μυστικό του, ώσπου μια κοπελίτσα τού άρπαξε τη μάσκα.
Είναι ο Αρλεκίνος ! φώναξαν κάποιοι ξένοι.
Αυτός είναι ο βασιλιάς του καρνάβαλου, φώναξαν όλοι μαζί και του πρόσφεραν φρούτα και γλυκά χορεύοντας χαρούμενοι γύρω του.
Ο Αρλεκίνος χόρεψε ξέφρενα όλη νύχτα και το πρωί γύρισε στο σπίτι του φορτωμένος με γλυκά.
Ένας χρόνος πέρασε. Την επόμενη χρονιά, μόλις πλησίαζε η Αποκριά, όλοι έτρεξαν στη μητέρα του Αρλεκίνου και πλήρωναν όσο όσο για να ράψουν μια πολύχρωμη φορεσιά αρλεκίνου!

Monday, 25 December 2023

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ...«Τα καλικαντζαράκια»

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ήταν ένας τσαγκάρης, που χωρίς να φταίει, έπεσε σε μεγάλη φτώχεια. Και δεν τού 'μεινε πια τίποτα παρά μονάχα ένα κομμάτι δέρμα για ένα ζευγάρι παπούτσια. Κάθισε λοιπόν αποβραδίς κι έκοψε το δέρμα, για να ξυπνήσει το πρωί και να φτιάξει τα παπούτσια. Κι επειδή είχε ήσυχη τη συνείδηση του, έκανε το σταυρό του κι έπεσε στο κρεβάτι του να κοιμηθεί.
Την άλλη μέρα, αφού ξύπνησε κι είπε την προσευχή το, ετοιμάστηκε να καθίσει στον πάγκο του να δουλέψει. Τι να δει όμως; Τα παπούτσια ήταν έτοιμα, στολισμένα πάνω στον πάγκο του! Τα πήρε στα χέρια του για να τα δει από κοντά κι ήταν στ' αλήθεια τόσο καλά δουλεμένα που ούτε μια βελονιά δεν ήταν στραβά κεντημένη, λες και τα 'χε φτιάξει ο καλύτερος τσαγκάρης της πολιτείας. Σε λίγο μπήκε μέσα ένας πελάτης κι επειδή τα παπούτσια τού άρεσαν πολύ, πλήρωσε διπλά για να τα αγοράσει. Ο τσαγκάρης μας λοιπόν αγόρασε δέρμα για δυο ζευγάρια παπούτσια. Το 'κοψε κι αυτό αποβραδίς να το 'χει έτοιμο την άλλη μέρα το πρωί να δουλέψει.
Αλλά δεν χρειάστηκε: όταν ξύπνησε, βρήκε πάλι τα δυο ζευγάρια έτοιμα. Οι πελάτες δεν άργησαν να 'ρθουν κι αυτή τη φορά ο τσαγκάρης πήρε χρήματα αρκετά και αγόρασε δέρμα για τέσσερα ζευγάρια παπούτσια. Την άλλη μέρα το πρωί βρήκε πάλι τα παπούτσια έτοιμα. Κι έτσι έγινε και την άλλη και την παράλλη: όσα ζευγάρια παπούτσια έκοβε αποβραδίς, τα 'βρισκε έτοιμα την άλλη μέρα το πρωί. Ώσπου έγινε πλούσιος. Κι ένα βράδυ, λίγο πριν απ ' τα Χριστούγεννα, την ώρα του τέλειωσε τη δουλειά του κι ετοιμάστηκε να πάει για ύπνο, είπε στη γυναίκα του: «Γυναίκα, τι θα 'λεγες να μείνουμε ξύπνιοι τούτη τη νύχτα, να δούμε ποιος κάνει όλη τούτη τη δουλειά για χάρη μας;» Η γυναίκα του συμφώνησε και άναψε μια μικρή λάμπα, για να βλέπουν. Ύστερα κρύφτηκαν στη γωνίτσα και κράτησαν τα μάτια τους ανοιχτά, να μην κοιμηθούν.
Όταν χτύπησαν μεσάνυχτα, ήρθαν δυο μικρούλικα γυμνά καλικαντζαράκια, κάθισαν στον πάγκο του τσαγκάρη, πήραν τα κομμάτια το δέρμα κι άρχισαν να ράβουν και να καρφώνουν τόσο γρήγορα κι επιδέξια με τα μικροσκοπικά τους δαχτυλάκια που ο τσαγκάρης έμεινε μ' ανοιχτό το στόμα απ την κατάπληξη και το θαυμασμό. Τα δυο καλικαντζαράκια δεν σταμάτησαν, ώσπου τέλειωσαν όλη τη δουλειά. Τότε έδωσαν έναν πήδο κι έφυγαν, όπως είχαν έρθει.
Την άλλη μέρα το πρωί η γυναίκα είπε στον άντρα της: «Τα δυο καλικαντζαράκια μάς έκαναν πλούσιους. Πρέπει να τους δείξουμε την ευγνωμοσύνη μας. Έτσι  γυμνά που τριγυρνάνε, θα κρυώνουν. Έχω μια ιδέα: Θα τους ράψω πουκαμισάκια, παντελονάκια και γιλεκάκια. Και θα τους πλέξω κι από ένα ζευγάρι κάλτσες. Κάτσε κι εσύ και φτιάξ' τους από ένα ζευγάρι παπουτσάκια». Ο άντρας δεν περίμενε να του το πει δεύτερη φορά. Ως το βράδυ είχαν τελειώσει. Κι αντί ν' αφήσουν τον πάγκο φορτωμένο με δουλειά, όπως πάντα, τον στόλισαν με τα δωράκια τους. Ύστερα κρύφτηκαν, να δουν τι θα γίνει. 

Τα μεσάνυχτα ήρθαν πάλι τα δυο καλικαντζαράκια κι ετοιμάστηκαν να πιάσουν δουλειά. Αλλά δουλειά δεν βρήκαν. Κι όταν είδαν τα μικροσκοπικά ρουχαλάκια και τις κάλτσες και τα παπούτσια, απόρησαν στην αρχή. Έπειτα όμως δεν ήξεραν τι να κάνουν απ’ τη χαρά τους. Χορεύοντας και γελώντας ντύθηκαν, κι, όλο καμάρι πηδούσαν και τραγουδούσαν:
«Είμαστε όμορφα ντυμένοι
και ποδεμένοι και στολισμένοι!
Με τόση λεβεντιά και χάρη,
γιατί να κάνουμε τον τσαγκάρη;»
Έτσι χόρευαν και τραγουδούσαν και στριφογύριζαν σ' όλη την κάμαρη, πηδούσαν πάνω στις καρέκλες και στα τραπέζια με κέφι και χαρά. Στο τέλος, χορεύοντας πάντα, βγήκαν απ’ την πόρτα κι έφυγαν. Και δεν ξαναγύρισαν ποτέ πια. Αλλά κι ο τσαγκάρης έζησε καλά κι εμείς καλύτερα.
 
[πηγή: Τα παραμύθια των αδερφών Γκριμμ, Α' τόμος, εισαγωγή Marthe Robert, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1993, σ. 320-324]
  
ciaran-sidhe.blogspot.com
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 25 October 2023

Η Κάμπια που φοβόταν να γίνει Πεταλούδα

Μια νεαρή κάμπια περπατούσε ανέμελη σε έναν ανθισμένο κήπο. Έτρωγε και λιαζόταν χωρίς να σκοτίζεται για τίποτα. Λίγο πιο πέρα, πάνω σε ένα όμορφο τριαντάφυλλο καθόταν μία μέλισσα. Μάζευε με επιμέλεια τη γύρη και εργατική όπως ήταν είδε την κάμπια και απόρησε με την ανεμελιά της.
«Καλημέρα» της είπε δειλά.
«Καλημέρα!» απάντησε η κάμπια μασουλώντας ένα μεγάλο καταπράσινο φύλλο.
«Βλέπω ότι απολαμβάνεις το γεύμα σου!».
«Ναι είναι πράγματι πολύ νόστιμο! Σωστή αμβροσία!».
«Και δε σε νοιάζει τίποτα άλλο σωστά;» είπε με νόημα η μέλισσα.
«Τι να με νοιάξει; Το φαγητό μου το έχω, τη δροσιά μου την έχω, νέα είμαι. Όλη η ζωή μπροστά μου!» απάντησε με σιγουριά η κάμπια.

«Δε σε απασχολεί καθόλου το μέλλον;».
«Το μέλλον γιατί; Μια κάμπια είμαι μόνο που ζει τη ζωή της! Τι θέλεις να πεις;».
«Να, ξέρω ότι εσείς οι κάμπιες μεταμορφώνεστε σε πεταλούδες και αναρωτιόμουν πώς αισθάνεσαι γι’ αυτήν τη μεταμόρφωση».

«Α πα πα πα πα! Τι ερωτήσεις είναι αυτές που κάνεις; Εγώ δε θα γίνω ποτέ πεταλούδα! Είναι πολύ δυστυχισμένο πλάσμα!

Τρεμοπετάει εδώ κι εκεί συνέχεια και τρώει γύρη! Μπλιαχ! Σιχαίνομαι τη γύρη! Εγώ θα μείνω για πάντα κάμπια!» δήλωσε αυστηρά.
«Μα αν θέλεις να κάνεις κάτι τέτοιο είναι σαν να αρνείσαι τη φύση σου!!» είπε έκπληκτη η μέλισσα.
«Και ποια είναι η φύση μου; Εκεί που κάθομαι όμορφα και ωραία, να πρέπει να ξεβολεύομαι για να αποκτήσω φτερά; Και τι να τα κάνω τα φτερά; Μια χαρά περπατάω! Άσε που έχω και κλειστοφοβία! Ακούω «κουκούλι» και τρέμω!» είπε κάνοντας μια χαρακτηριστική κίνηση τρεμουλιάσματος.

«Μα είναι τόσο όμορφο να πετάς! Μαθαίνεις πολλά και μπορείς να επισκεφτείς ένα σωρό κήπους! Το να αισθάνεσαι τον αέρα να κινεί τα φτερά σου είναι τόσο ωραίο! Νιώθεις ελεύθερα! Τα πάντα από ψηλά είναι πολύ πιο όμορφα! Στο λέω εκ πείρας!» είπε με ενθουσιασμό η μέλισσα.

«Α πα πα πα πα! Άσε με εδώ στην ησυχία μου! Φοβάμαι τα ύψη! Δεν μπορώ σου λέω!» απολογήθηκε η κάμπια.

«Μα και να θέλεις να μείνεις κάμπια, δεν μπορείς. Θα φτάσει η φάση της ζωής σου που θα σε αναγκάσει να γίνεις πεταλούδα. Αλλιώς θα πεθάνεις» προειδοποίησε απηυδισμένη η μέλισσα.
«Φτου φτου φτου! Κουνήσου από τη θέση σου! Δηλαδή λες ότι ή θα γίνω πεταλούδα ή θα δω τα ραδίκια ανάποδα; Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα! Α πα πα πα πα σου λέω! Τέλος! Εγώ θα μείνω εδώ και δεν πάω ούτε μπρος ούτε πίσω! Κι άμα θέλει κανείς ας με κουνήσει!» είπε η κάμπια αποφασισμένη.

Η μέλισσα κατάλαβε ότι ήταν μάταιο να προσπαθεί να την πείσει ότι κάποια στιγμή θα γίνει πεταλούδα. Ήξερε ότι ο φόβος της να αλλάξει ήταν πολύ ισχυρός και λυπόταν που όταν θα ερχόταν η ιερή αυτή στιγμή, θα πονούσε και θα στενοχωριόταν τόσο πολύ. Με τη σοφία που είχε αποκτήσει όμως, ήξερε ότι η φύση γνωρίζει πώς να εξελίσσει τα πλάσματα της. 

Παρηγορήθηκε, λοιπόν, με τη σκέψη ότι ήθελε δεν ήθελε η κάμπια, κάποια στιγμή η ζωή θα την ανάγκαζε να γίνει πεταλούδα, κι ας πονούσε. Σημασία είχε ότι θα γινόταν πεταλούδα. Άλλη μια πεταλούδα που θα ομόρφαινε τόσο τον πολύχρωμο αυτόν κήπο.

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 26 September 2023

— Τάκου τάκου! - «Τρία Χτυπήματα στην Πόρτα»

— Τάκου τάκου!
— Ποιος είναι, παρακαλώ;

— Με συγχωρείτε… Μπορώ να μπω; Είμαι ο Βοριάς. Πέρασα πάνω από θάλασσες, σήκωσα κύματα βουνό, πέρασα πάνω από κάμπους και ξερίζωσα δέντρα. Είμαι πολύ κουρασμένος, να μπω λίγο να ξεκουραστώ;
— Θα μας παγώσεις…. Μα αφού είσαι κουρασμένος, μπες απ' όπου μπορείς.
Και μπήκε ο κρύος Βοριάς απ' τις χαραμάδες, τρύπωσε κάτω απ' την πόρτα και πάγωσε το σπίτι. Η μητέρα άναψε τη θερμάστρα κι έριξε μάλλινες κουβέρτες στα κρεβάτια των παιδιών.

— Τάκου τάκου.

— Ποιος είναι, παρακαλώ;

— Με συγχωρείτε… Μπορώ να μπω; Είμαι η Βροχή. Έρχομαι από πολύ ψηλά. Με κατάπιαν οι θάλασσες και τα ποτάμια, χώθηκα βαθιά μες στη γη, χτυπήθηκα πάνω στις πέτρες, ξέπλυνα τους δρόμους σας και τις αυλές. Είμαι πολύ κουρασμένη… Μπορώ λίγο να ξεκουραστώ;
— Θα μας κάνεις κακό, μα αφού είσαι κουρασμένη, μπες απ' όπου μπορείς.

Κι όρμησε η Βροχή απ' τις γρίλιες των παραθυριών κι απ' το σπασμένο τζάμι, έβρεξε τις κουρτίνες και τους τοίχους και μούσκεψε το πάτωμα και το χαλάκι. Η μητέρα μάζεψε μ' ένα σφουγγάρι τα νερά και φώναξε έναν άνθρωπο να περάσει καινούριο τζάμι.

— Τάκου τάκου.
— Ποιος είναι, παρακαλώ;

— Με συγχωρείτε…. Μπορώ να μπω; Είμαι ο Ήλιος. Έρχομαι από πολύ ψηλά. Έριξα χρυσά παπλώματα στις σκεπές, ζέστανα όλα τα νερά και τα ποτάμια, έβαλα φύλλα στα δέντρα και χρυσά καπέλα στα λουλούδια, είμαι πολύ κουρασμένος. Μπορώ να μπω λίγο, να ξεκουραστώ;
— Έλα, έλα! είπαν όλοι, κι άνοιξαν πόρτες και παράθυρα.

Και μπήκε ο Ήλιος κι έδιωξε τη θερμάστρα, κάθισε πάνω στις καρέκλες και τις πολυθρόνες κι έστρωσε χρυσά χαλάκια στα πατώματα.
Και τώρα λάμπει όλο το σπίτι, λάμπουν κι οι καρδιές.

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΙΟΥ


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ TA: ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 9 May 2023

Ένα «παραμύθι» 2.400 χρόνων!!

    Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ – πολύ παλιά χρόνια, τίποτα ζωντανό δεν υπήρχε πάνω στη γη. Στις στεριές και τις θάλασσες, στις λίμνες, στα ποτάμια και στον αέρα, ούτε ένα τόσο δα ζωάκι ή ψαράκι ή πουλάκι δεν υπήρχε και στα απέραντα λιβάδια ούτε μια πεταλούδα δεν πετούσε και ούτε ένα ζουζουνάκι δεν ζουζούνιζε. 
Δεν υπήρχε καμιά ζωή, καμιά.
    Μόνο πάνω στο σπίτι τους, στον Όλυμπο, οι θεοί οι δώδεκα από ψηλά χαίρονταν τον όμορφο κόσμο.
Ήρθε όμως η ώρα να ζωντανέψει η γη και κάθε λογής ζωντανά πλάσματα, μικρά και μεγάλα, να γεμίσουν το γαλάζιο πλανήτη μας.
Ξεκίνησαν λοιπόν οι θεοί από τον Όλυμπο και μπήκαν βαθιά μέσα στη γη σε μια τεράστια σπηλιά και άρχισαν να φτιάχνουν τα ζωντανά πλάσματα.
Πήραν χώμα, νερό, φωτιά και διάφορα άλλα υλικά πολλά, και τα ζύμωσαν καλά-καλά.
Μετά έβαλαν το ζωντανό αυτό ζυμάρι σε όμοια καλούπια και έτσι έφτιαξαν όλα τα ζώα στο ίδιο σχήμα και στο ίδιο μέγεθος και με το ίδιο ακριβώς χρώμα.
Ίδια ακριβώς ήταν όλα και ίδιος με αυτά και ο άνθρωπος!!

    Κουράστηκαν όμως οι θεοί, επειδή εκατομμύρια ζώα έφτιαξαν, και τότε ο αρχηγός τους, ο Δίας είπε: 
- Άντε, πάμε στο σπίτι μας, στον Όλυμπο, να φάμε αμβροσία, να πιούμε νέκταρ και να ξεκουραστούμε.
- Πατέρα, του λέει η Αθηνά που ήταν σοφή και γνωστική, δεν τελειώσαμε τη δουλειά μας εδώ. Πρέπει να στολίσουμε τα ζώα όλα και να τους δώσουμε χαρίσματα για να διαφέρουν το ένα από το άλλο. Δεν είναι σωστό να γεμίσει η γη με όμοια ζώα.
-Βαρέθηκα, της απάντησε ο Δίας. Αυτή τη δουλειά θα την κάνουν άλλοι. Πάμε να φύγουμε.
 
    Έφυγαν λοιπόν από την τεράστια σπηλιά, που ήταν βαθιά μέσα στη γη, οι θεοί και άφησαν όλα τα ζώα, και τον άνθρωπο να είναι ακριβώς ίδια μεταξύ τους.
Έφαγαν, λοιπόν, οι θεοί, ήπιαν και ξεκουράστηκαν και ο αρχηγός τους, ο Δίας, φώναξε δυο αδέρφια δίδυμα, δυο Τιτάνες, τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα για να μοιράσουν διαφορετικά δώρα και στολίδια στα ζώα, και χρώματα και φτερά και γούνες και δόντια και μέγεθος και δυνάμεις.
 
Ο Προμηθέας ήταν σοφός και πρώτα σκεφτόταν κάτι και μετά το έκανε, ο Επιμηθέας όμως ήταν λιγάκι χαζούλης, αφού έκανε πράγματα χωρίς να τα καλοσκεφτεί.
Ήταν όμως και ζηλιάρης και γκρινιάρης και, επειδή νόμιζε ότι αυτή η σοβαρή δουλειά ήταν ένα παιχνίδι, ζήταγε με κλάματα πολλά να τον αφήσει ο αδερφός του αυτός μόνος του να κάνει τη μοιρασιά των δώρων στα ζώα.
- Άφησέ με, του έλεγε, άφησέ με και μετά θα δεις πόσο όμορφα και σωστά θα μοιράσω τα δώρα και τα χαρίσματα.
    Τι να κάνει και ο Προμηθέας; Του έκανε το χατίρι και άφησε μόνο του τον αδερφό του μέσα στην τεράστια σπηλιά.
Μα πριν φύγει σκέφτηκε: “Δε βαριέσαι; Ας τον αφήσω να μοιράσει τα δώρα και άμα κάνει κανένα λάθος θα το διορθώσω εγώ μετά”.
Πέταγε από τη χαρά του ο χαζούλης ο Επιμηθέας και άρχισε να ανοίγει τα μεγάλα μπαούλα με τα δώρα και τα χαρίσματα.
Στο πρώτο από τα πολλά μπαούλα που βρίσκονταν μπροστά του βρήκε μεγέθη και ταχύτητα και άρχισε να τα δίνει στα ζώα.
Έφτιαξε από πολύ-πολύ μικρά, όπως το μυρμηγκάκι, μέχρι πολύ-πολύ μεγάλα, όπως τον ελέφαντα, από πολύ γρήγορα, όπως το λαγό, μέχρι ζωάκια που περπατάνε πολύ αργά σαν τη χελώνα.

    Άνοιξε το δεύτερο μεγάλο μπαούλο και θάμπωσαν τα μάτια του από τα πολλά χρώματα που είδε μέσα. Χρώματα σκούρα και ανοιχτά, πολλά, πάρα πολλά. Αμέσως άρχισε να τα χαρίζει στα ζώα που μαζεύτηκαν γύρω του και σπρώχνονταν για να πάρουν τα πιο όμορφα χρώματα.
Έτσι ο παπαγάλος καμάρωνε για το φωτεινό πράσινο χρώμα που πήρε, και το καναρινάκι για το γλυκό κίτρινο χρώμα του.
Και όλα τα ζώα είχαν πια διαφορετικά χρώματα και άρχισαν να ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο.
Σε άλλα μπαούλα βρήκε γούνες και φτερά και τα έδωσε στα ζώα.
Η αλεπού ήταν πολύ περήφανη για τη γούνα της και την έβρισκε πολύ πιο όμορφη από τις γούνες της αρκούδας ή της γάτας, ή ακόμη και από τη χαίτη του λιονταριού.
 
Και όταν μοίρασε τα φτερά και τα λέπια; Γέμισε ο τόπος πεταλούδες και έγινε χαλασμός μέσα στη σπηλιά από τα πετάγματα των πουλιών που βιάζονταν να βγουν έξω και να δοκιμάσουν τα φτερά τους στον αέρα και τα ψάρια ήθελαν γρήγορα-γρήγορα να μπουν στα νερά για να κολυμπήσουν.
Έδωσε μετά νύχια, μεγάλα και μικρά, δόντια, δύναμη και όλα τα άλλα δώρα και τα χαρίσματα που κάνουν τα ζώα να είναι τόσο ξεχωριστά.
Έριξε μια ματιά γύρω του και είδε ότι όλα τα μπαούλα ήταν άδεια πια.
- Τέλειωσαν όλα τα δώρα, είπε, τέλειωσε και η δουλειά μου. Καλά τα κατάφερα.
Πολύ ευχαριστημένος από τη μοιρασιά που έκανε, κάθισε σε ένα βραχάκι να ξεκουραστεί και τότε είδε κάτι που έκανε το αίμα του να παγώσει.
Δίπλα του, ακριβώς μπροστά στα μάτια του είδε το πιο σπουδαίο από όλα τα ζωντανά πλάσματα να μην έχει πάρει κανένα απολύτως δώρο, κανένα χάρισμα.
Το πλάσμα αυτό ήταν ο άνθρωπος!!
- Πω, πω!! Τι θα κάνω τώρα; Τι θα κάνω; άφησα τον άνθρωπο χωρίς κανένα χάρισμα, φώναξε απελπισμένος. Θα θυμώσει ο αδερφός μου πολύ αλλά περισσότερο θα θυμώσει μαζί μου ο Δίας και θα με ρίξει στα τάρταρα, επειδή ο άνθρωπος χωρίς κανένα δώρο δε θα μπορέσει να ζήσει, και άρχισε να κλαίει.
Εκείνη τη στιγμή μπήκε στην τεράστια σπηλιά ο Προμηθέας και άκουσε τις φωνές του.
- Καλά έκανα και δε σε εμπιστευόμουν του είπε. Είσαι ανόητος και επιπόλαιος. Πάλι εγώ πρέπει να διορθώσω το λάθος σου.
Σκέφτηκε για πολλή ώρα ο Προμηθέας και αποφάσισε να κλέψει από το σπίτι του Δία στον Όλυμπο δυο δώρα για να τα χαρίσει στον άνθρωπο.
Κρυφά-κρυφά μπήκε στο παλάτι του αρχηγού των θεών από ένα ανοιχτό παραθυράκι και έκλεψε
τη φωτιά και την εξυπνάδα του μυαλού. 
Ξαναπήγε στην τεράστια σπηλιά και έδωσε αυτά τα δώρα στον άνθρωπο για να μπορέσει να ζήσει.
Ανέβηκε λοιπόν και ο άνθρωπος πάνω στη γη και με τη φωτιά και την εξυπνάδα του κάπως τα κατάφερνε στην αρχή.
Βρήκε με το μυαλό του πώς να φτιάχνει ρούχα ζεστά, επειδή δεν είχε γούνα όπως άλλα ζώα. Έμαθε από μόνος του να φτιάχνει εργαλεία και όπλα με τη βοήθεια της φωτιάς, αλλά είχε ένα πρόβλημα μεγάλο.
Μόλις συναντούσε ο ένας άνθρωπος άλλους και αποφάσιζαν να ζήσουν μαζί για να μπορούν να πολεμάνε τα μεγάλα θηρία, συνέχεια τσακωνόντουσαν, συνέχεια!!
Πάει, θα χαθούν οι άνθρωποι, σκέφτηκε ο Δίας, που από τον Όλυμπο ψηλά έβλεπε τους τσακωμούς τους. Κάτι πρέπει να κάνω. Πρέπει να τους χαρίσω άλλα δυο δώρα για να μπορέσουν να ζήσουν μαζί, να φτιάξουν πόλεις και να προκόψουν.
 
Φώναξε τον Ερμή τότε, το θεό που έχει φτερά στα σαντάλια του, και του είπε:
- Πάρε αυτά τα δυο δώρα, Ερμή, και πήγαινέ τα στους ανθρώπους για να μπορέσουν να ζήσουν μαζί σε χωριά και σε πόλεις. Αλλιώς τα θηρία θα τους φάνε.
Πρόσεξε όμως. Τα δώρα αυτά να τα δώσεις σε όλους τους ανθρώπους και όχι σε μερικούς μόνο.
- Και ποια δώρα είναι αυτά, αρχηγέ των θεών; ρώτησε ο Ερμής;
- Τα δώρα αυτά είναι ο Σεβασμός και η Δικαιοσύνη, Ερμή.
Και να πεις στους ανθρώπους ότι, εάν αυτά τα δυο δώρα μου δεν τα κάνουν ΟΛΟΙ δικά τους και δεν τα τιμήσουν, τότε θα καταστραφούν.

Αν όμως τα αγαπήσουν, τότε θα προκόψουν 
και θα είναι ευτυχισμένοι.
Και από τότε οι άνθρωποι, όταν ξεχνούν 

το Σεβασμό και τη Δικαιοσύνη,
δεν περνούν καλά και υποφέρουν και κλαίνε.
Όταν όμως σέβονται τον εαυτό τους και τους άλλους 
και είναι δίκαιοι,
τότε έχουν χαρά και είναι ευτυχισμένοι.

Βασιλική Π. Δεδούση

Εμπνευσμένο από το έργο του Πλάτωνα "Πρωταγόρας" (320D-323A)

Monday, 27 March 2023

Ο Ήλιος και το Νερό. Ένα Παραμύθι από τη Νιγηρία

    Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που όλα πάνω στη γη ήταν αλλιώτικα, ο ήλιος και το νερό ζούσαν μαζί κι έκαναν παρέα.
Ο ήλιος πήγαινε συχνά επίσκεψη στο νερό, μα το νερό ποτέ δεν τον είχε επισκεφτεί.
     -"Γιατί δεν έρχεσαι και συ στο παλάτι μου;" ρώτησε μια μέρα ο ήλιος το νερό.
     -"Δεν μπορώ, ήλιε μου", απάντησε το νερό.
     "Γιατί, αν έρθω, πρέπει να φέρω μαζί μου όλους τους συγγενείς μου".
     -"Και γι' αυτό, καλό μου νερό, ανησυχείς;" είπε ο ήλιος.
     "Το παλάτι μου είναι μεγάλο. Έχει χώρο για όλους σας. Ελάτε και μη νοιάζεστε καθόλου", είπε αποφασιστικά ο ήλιος.
     Έτσι, το νερό μάζεψε όλους τους συγγενείς του και κίνησαν για το λαμπρό παλάτι του ήλιου. Ήταν το νερό της θάλασσας, το νερό των ποταμών, το νερό των πηγών και των λιμνών, ήταν οι βροχές, οι θύελλες κι οι καταιγίδες, ήταν και τι δεν ήταν...
     Όταν έφτασαν στο παλάτι του ήλιου, εκείνος κατέβηκε να τους υποδεχτεί.
     -"Καλώς τους", πρόφτασε να πει, μα πριν αποσώσει τα λόγια του, το νερό χύθηκε μέσα στο παλάτι και πλημμύρισε τα πρώτα πατώματα.
     Ο ήλιος, ξαφνιασμένος, έτρεξε κι ανέβηκε στα τελευταία πατώματα, μα σε λίγο, έβλεπε, με τρόμο, το νερό να γεμίζει το παλάτι του.
     -"Σου το είπα πως είμαστε πολλοί", του είπε το νερό, καθώς έβλεπε τον ήλιο να χλομιάζει όλο και περισσότερο.
     "Τώρα όμως, δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω".
     Ο ήλιος έβλεπε το νερό να προχωρά και σιγά σιγά να ανεβαίνει και να γεμίζει και τα υπόλοιπα πατώματα του παλατιού. Αναγκάστηκε να ανέβει στη στέγη. Το νερό όμως, στα γρήγορα, σκέπασε και τη στέγη. Τότε ο ήλιος κάνει έναν πήδο και φράααπ, ανεβαίνει στον ουρανό.
     Από τότε, άρχισε να μένει εκεί. Κι εκεί είναι ακόμα μέχρι και σήμερα.

Friday, 17 February 2023

«Η Συνέλευση των ζώων»: Ένα παραμύθι για την κατάχρηση εξουσίας

Η Συνέλευση των ζώων, είναι ένα μουσικό παραμύθι με επαναστατικό-κοινωνικό-πολιτικό περιεχόμενο και με μεγάλη καλλιτεχνική αξία.
Μας βοηθά να συζητήσουμε με τα παιδιά έννοιες όπως την κατάχρηση εξουσίας, τον χαμαιλεοντισμό, τη κοινωνική απάθεια, τη διαίρεση των ομάδων που οδηγεί σε κοινωνική αστάθεια και οικολογική καταστροφή και πολλά άλλα.
Το κείμενο έγραψε ο Περικλής Κοροβέσης, τη μουσική ο Γιώργος Κουρουπός και ερμηνεύει εξαιρετικά ο Σπύρος Σακκάς.
Η υπόθεση
Τα ζώα ζούσαν στον υπέροχο πλανήτη γη, όπου η φύση και το περιβάλλον ήταν ανέγγιχτα.
Θα μπορούσαν να συνυπάρχουν αρμονικά και να απολαμβάνουν τα αγαθά που πλούσια τους προσέφερε η γη.

Όμως, αντί για αυτό, συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο.
Τα ζώα τσακώνονταν μεταξύ τους και το μεγάλο ζώο έτρωγε το μικρό.
Κυριαρχούσε, όπως λέμε, ο νόμος της ζούγκλας.

Ώσπου μια μέρα, παρά τις προειδοποιήσεις του λαγοπαππού, που ήταν το πιο γέρικο ζώο, αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα καινούργιο πλάσμα για να τους κυβερνά.
Θα του έδιναν το καθένα ό,τι χάρισμα είχε κι έτσι θα γινόταν ένα ανώτερο ον, ικανό να τους κυβερνά.
Το ον αυτό το ονόμασαν άνθρωπο.
Τη συνέχεια θα την ανακαλύψετε μόνοι σας...
Μπορείτε να ακούσετε ολόκληρο το έργο (διάρκεια 27:48 λεπτά) στο παρακάτω βίντεο.
Έχετε στο νου σας ότι, όλες τις φωνές τις κάνει ένας άνθρωπος!
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Sunday, 1 January 2023

Ο Ατακτούλης καταστρέφει την Πρωτοχρονιά

Άλλη μια μέρα ξημέρωσε στο Χωριό του Αϊ-Βασίλη. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού εργάζονται πυρετωδώς για τη Μεγάλη Μέρα, τη Μέρα της Πρωτοχρονιάς.

Στην πρώτη γραμμή τα ξωτικά τρέχουν πέρα δώθε και προσπαθούν να φτιάξουν όλα τα δώρα έγκαιρα, ώστε κανένα παιδάκι να μην είναι στεναχωρημένο με τον ερχομό της Νέας Χρονιάς. Οι δε τάρανδοι τρώνε με λαιμαργία ότι λιχουδιά τους δίνει η Πρωτοχρονιούλα, η μικρή ξωτικοβοηθός του Αϊ-Βασίλη, γιατί έχουν ένα πολύ μακρύ ταξίδι να κάνουν σε λίγες μέρες και βέβαια χωρίς διάλειμμα για κολατσιό.

Ας πάμε όμως τώρα να γνωρίσουμε έναν-έναν τους μικρούς βοηθούς του Αϊ-Βασίλη, τα ξωτικά. Πρώτος και πιο γρήγορος ο Σπιρτούλης, βρίσκει τα υλικά όσο πιο γρήγορα μπορεί για την κατασκευή των παιχνιδιών. Δεύτερος ο Εξυπνούλης, ετοιμάζει τα σχεδιαγράμματα για τα παιχνίδια και γράφει τις οδηγίες για τη συναρμολόγησή τους. Τρίτος και εξίσου σημαντικός ο Εργατικούλης, δουλεύει ασταμάτητα για να φτιάξει τα παιχνίδια με τη βοήθεια της ομάδας του.

Ακολούθως, ας γνωρίσουμε τις διδυμούλες, την Κορδελίτσα και την Φιογκίτσα, των οποίων η δουλειά είναι να τυλίγουν φυσικά τα δώρα. Εντάξει αυτές οι δύο κάνουν καταπληκτική ομαδική δουλειά στο τύλιγμα των δώρων! Τι κορδέλες χρωματιστές, τι φιόγκοι, τι πολύχρωμα και φανταχτερά χαρτιά περιτυλίγματος!

Ας μην ξεχνάμε όμως και τον Υπναρούλη! Πού τον χάνει πού τον βρίσκει ο Αϊ-Βασίλης, όλο και κάπου είναι κρυμμένος και ρίχνει κανέναν υπνάκο. Έχει χάρη που αυτός μαζεύει τα γράμματα των παιδιών από όλα τα ταχυδρομεία σε όλον τον κόσμο και τα φέρνει στο Χωριό για να ετοιμαστούν τα παιχνίδια για τα παιδιά, αλλιώς θα τον είχε διώξει μέχρι τώρα! Καλά όμως μεταξύ μας..σσσς.. Δεν το κάνει η καρδιά του να τον διώξει γιατί τον κάνει συνέχεια να γελάει δυνατά! Πολύ δυνατά! Να κάπως έτσι! ΧΟ ΧΟ ΧΟ!!!

Και τελευταίος είναι ο Ατακτούλης. Γι' αυτόν και για τις σκανδαλιές του θα μιλήσουμε σε λιγάκι, καθώς και για το πώς αυτό το μικρό, σκανδαλιάρικο ξωτικό παρολίγον να καταστρέψει την Πρωτοχρονιά μερικά χρόνια πριν.

Όλα ξεκίνησαν να οδηγούν στην καταστροφή, όταν ο Ατακτούλης ζήτησε δουλειά στο πλευρό του Αϊ-Βασίλη. Ο καλός μας ο Αϊ-Βασίλης, ήξερε από την αρχή πως θα μετάνιωνε για την ευκαιρία αυτή που θα του έδινε αλλά είναι τόσο καλόκαρδος που δεν μπορούσε να του αρνηθεί.

Έτσι ο Ατακτούλης ανέλαβε σαν βοηθός του Σπιρτούλη. Μόνο που η συνεργασία τους έληξε άδοξα, αφού του έλεγε να βρει βίδες, κι αυτός έβρισκε καραβίδες. Του ζητούσε να βρει ξύλα κι αυτός έφερνε μήλα. Ο Σπιρτούλης έγινε σπίρτο αναμμένο από τα νεύρα του και ο Αϊ-Βασίλης έστειλε τον Ατακτούλη να βοηθήσει τον Εξυπνούλη με τις οδηγίες συναρμολόγησης των παιχνιδιών. Άλλα όμως του έλεγε ο Εξυπνούλης κι άλλα έγραφε στις οδηγίες ο Ατακτούλης. Άσε δε που ήθελε να προσθέτει τη δική του πινελιά σε κάθε σχεδιάγραμμα των παιχνιδιών! Κι έτσι όταν ξεκίνησε η ομάδα του Εργατικούλη να φτιάχνει τα παιχνίδια έβλεπες μια μάγισσα με ουρά γοργόνας, έναν μάγειρα να φτιάχνει σε καζάνι μαγικά φίλτρα, μια γοργόνα με κεφάλι ψαριού και μουστάκια και γενικά.. το απόλυτο μπέρδεμα!

Όπως καταλαβαίνετε ο Εργατικούλης έβγαζε καπνούς από τα μυτερά αφτιά του! Και ο Αϊ-Βασίλης έπρεπε να βρει μια λύση. Κι αυτή η λύση ήταν να διώξει τον Ατακτούλη! Μα δεν το έκανε. Του έδωσε ακόμη μια ευκαιρία και τον έστειλε να βοηθήσει στο τύλιγμα των δώρων. Πίστευε, ή μάλλον ήλπιζε, πως με τα κορίτσια ίσως τα πηγαίνε καλύτερα. Και τελικά είχε απόλυτο... άδικο!

Η Κορδελίτσα και η Φιογκίτσα τόσο πολύ θύμωσαν μαζί του που τον τύλιξαν γύρω- γύρω με χαρτί περιτυλίγματος, του έβαλαν κι έναν φιόγκο και τον έστειλαν 'δωράκι' στον Υπναρούλη, τον οποίον δεν πολυσυμπαθούσαν.

Ο Αϊ-Βασίλης σκέφτηκε τότε πως μάλλον οι δύο τους θα τα πήγαιναν καλά, αφού ήταν και οι δύο τους... ξεχωριστοί. Και έτσι τους ανέθεσε να μαζέψουν μαζί όσα γράμματα είχαν απομείνει και αφού τελειώσουν να τα χωρίσουν σε δύο στοίβες. Η μία για τα φρόνιμα παιδιά και η άλλη για τα άτακτα παιδιά. Έτσι θα ήξεραν τα υπόλοιπα ξωτικά αν θα φτιάξουν ή όχι τα δώρα που ζητούσε κάθε παιδί. Ο Αϊ-Βασίλης τόνισε στον Ατακτούλη πως δεν πρέπει να κάνει κανένα λάθος γιατί στα άτακτα παιδιά δεν δίνουν κανένα δώρο! Το μόνο πράγμα που τους βάζουν στην κάλτσα τους είναι ένα κομμάτι κάρβουνο για τιμωρία! Έτσι του είχε πει!

Όταν τελείωσαν με το μάζεμα των γραμμάτων, ο Υπναρούλης ζήτησε από τον Ατακτούλη να συνεχίσει με τον διαχωρισμό των γραμμάτων στις δύο στοίβες, των φρόνιμων και των άτακτων παιδιών. Του τόνισε τα λόγια του Αϊ-Βασίλη, πως δεν πρέπει να κάνει κανένα λάθος και έφυγε για τον δεύτερο ενδιάμεσο του υπνάκο.

Άλλο που δεν ήθελε ο Ατακτούλης, μοίρασε στις δύο στοίβες τα γράμματα των παιδιών ανάποδα, έβαλε δηλαδή στη στοίβα για τα φρόνιμα παιδιά τα άτακτα παιδιά και στη στοίβα για τα άτακτα παιδιά έβαλε τα φρόνιμα παιδιά και ακολούθως τα έδωσε, γεμάτος περηφάνια για το κατόρθωμά του, στα ξωτικά για να φτιάξουν τα δώρα.

Οι μέρες κύλησαν και ήρθε η μεγάλη μέρα. Η μέρα που θα ξεκινούσε ο Αϊ-Βασίλης το μαγικό του ταξίδι με τους ταρανδους και τους βοηθούς του τα ξωτικά, για να μοιράσουν τα δώρα.

Λίγο πριν φύγει ζήτησε τη λίστα με τα παιδιά και τα δώρα τους, για να ρίξει μια ματιά προτού ξεκινήσουν. Ξαφνικά... Το βλέμμα του πάγωσε, τα κατακόκκινα μαγουλάκια του έχασαν το χρώμα τους και το δυνατό γέλιο του σταμάτησε!

- ΜΑ αυτό είναι αδύνατο! φώναξε.

- Άτακτα παιδιά να γίνονται φρόνιμα έχω δει, μα το αντίθετο ποτέ! Όλα αυτά τα παιδιά που θα πάρουν κάρβουνο αντί δώρο, πέρυσι ήταν στη λίστα με τα φρόνιμα παιδιά! Μα πώς γίνεται;

- Αυτό είναι αδύνατο, Άγιε μου Βασίλη! Η πιθανότητα είναι 0,000000001% να συμβεί κάτι τέτοιο, είπε ο Εξυπνούλης.

- Και τώρα; Τα παιδιά θα πάψουν να πιστεύουν στη μαγεία της Πρωτοχρονιάς! Θα πάψουν να είναι φρόνιμα! Θα επικρατήσει ΧΑΟΣ, έλεγε φωναχτά και με τρεμάμενη φωνή ο Αϊ-Βασίλης.

Ο Ατακτούλης ένιωσε τόσο απαίσια που έσκυψε το κεφάλι για να κρύψει τα δάκρυά του μα και την ντροπή του. Όμως δεν άντεξε άλλο. Έτρεξε στον Αϊ-Βασίλη, έπεσε μπροστά από τα γόνατα του και φώναξε:

- Συγχώρεσε με Άγιε μου Βασίλη! Ήθελα να γελάσω λίγο και κατέστρεψα την Πρωτοχρονιά για τόσα παιδιά! Συγχώρεσε με!

Τότε ο Αϊ-Βασίλης άρχισε να γελά δυνατά. Πολύ, πολύ δυνατά! ΧΟ ΧΟ ΧΟ!

- Σου κάναμε πλάκα! Είπε ο Υπναρούλης, ο οποίος κοιμόταν και τον σκούντηξε ο Εργατικούλης για να πει την ατάκα του.

- Θέλαμε κι εμείς .. να γελάσουμε λίγο, είπε ο Αϊ Βασίλης.

- Πίστευες ποτέ πως ο καλός μας Άγιος Βασίλης θα έβαζε κάρβουνο στα παιδιά; γέλασε η Πρωτοχρονιούλα και συμπλήρωσε:

- Ο Άγιος Βασίλης έχει δώρα για όλα τα παιδιά, γιατί πιστεύει πως η αγάπη όταν προσφέρεται απλόχερα πολλαπλασιάζεται και μετά επιστρέφει δυνατότερη! Πιστεύει πως το κάθε παιδί έχει αγάπη και καλοσύνη μέσα του κι αν πού και πού κάνει αταξίες, η καλοσύνη μέσα του δεν χάνεται.

- Κι ακόμα πιστεύω, είπε ο Αϊ-Βασίλης κοιτώντας το ρολόι του και μιλώντας βιαστικά, πως είναι ώρα να φύγουμε γιατί με τις πλάκες στο τέλος θα μείνουν στ' αλήθεια τα παιδιά χωρίς δώρα!! ΧΟ ΧΟ ΧΟ! Ας πετάξουμε λοιπόν!!!

Τότε ο Ατακτούλης σκουπίζοντας τα δάκρυα του ρώτησε τον Αϊ Βασίλη δειλά αν μπορεί μετά από την γκάφα που έκανε να πάει κι αυτός μαζί τους για να επανορθώσει. Να καθίσει πίσω-πίσω έστω γιατί θα ήθελε πολύ να κάνει μαζί τους αυτό το τόσο όμορφο ταξίδι.

- Φυσικά! Και ΌΧΙ, του απάντησε ο Αϊ-Βασίλης αυστηρά! Δεν θα έρθεις και να κάτσεις πίσω-πίσω! Θα έρθεις και θα κάτσεις μπροστά, μαζί με τα υπόλοιπα ξωτικά!

Γιατί όπως είπε και η φίλη μας η Πρωτοχρονιούλα... "Η αγάπη όταν προσφέρεται απλόχερα πολλαπλασιάζεται και μετά επιστρέφει δυνατότερη" !!!

Καλή Πρωτοχρονιά!!!!!

Κείμενο: Nicole
Εικονογράφηση: Παιδικά Παραμύθια

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki