Showing posts with label Άγιοι. Show all posts
Showing posts with label Άγιοι. Show all posts

Wednesday, 28 August 2024

Βλασταράκια από χόρτα έτρωγε και μέλι άγριο. Ένα τρίχινο κουρέλι φορούσε. - Ποιος;;;

Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος!!

Ένα πολύ ωραίο video 
για μικρά και μεγάλα χαμομηλάκια :)
Άγιος: Σημαίνει τον καθαρό, τον ευσεβή, τον απαλλαγμένο από αμαρτίες, τον ιερό, στον οποίο οφείλουμε τιμή και σεβασμό.
Ετυμολογικά προέρχεται από το ρήμα άζω - άζομαι που σημαίνει τιμώ, σέβομαι.
άγιος, -αγία, -άγιον: αρχαία ελληνική,

  1. που έχει σχέση με το Θεό,
  2. που έχει ζήσει τη ζωή του σύμφωνα με τις οδηγίες της θρησκείας του,
  3. που είναι πολύ καλός και ήρεμος
Ποιος παίρνει αυτό τον τίτλο; Ποιος θεωρείται Άγιος;
Κατά την γνώμη μου, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική λέξη, αυτός που σέβεται τις αξίες, που δεν προδίδει τα πιστεύω του, αυτός που αγωνίζεται γι αυτά που πιστεύει. Αυτός που δεν παρεκκλίνει του στόχου.

Τα έβαλε με την διεφθαρμένη εξουσία.
Στηλίτευσε με πάθος όλους τους επίορκους.
Αυτό έκανε ο Ιωάννης. Σε όλη του την ζωή προσπάθησε να είναι στην ευθεία οδό. Να κάνει το σωστό, να μην παραβεί τις αξίες του. Στον ίδιο στόχο παρακινούσε όλους τους συνανθρώπους του. Αυτή ήταν η ζωή του. Προσπαθούσε με όλη την δύναμη της ψυχής του να οδηγήσει τους συνανθρώπους του στη Σωτηρία. Στη Γαλήνη και ηρεμία της ψυχής του. Με τον μοναδικό τρόπο που είναι εφικτό αυτό. Κάνοντας το σωστό και το άριστο.

Και δεν ήταν μόνο λόγια ο Ιωάννης, ήταν και έργα.
Τα έβαλε με την διεφθαρμένη εξουσία. Στηλίτευσε με πάθος όλους τους επίορκους.
Κατήγγειλε την ανώτατη εξουσία, τους βασιλείς. Τους κατήγγειλε με πάθος και ένταση, ακόμη και όταν τον φυλάκισαν.
Έγινε η τύπτουσα συνείδηση κάθε άρχοντα και αρχόντισσας, ακόμη και όταν τον απείλησαν με θάνατο.
Και δεν λιποψύχησε ακόμα και όταν πήγε ο δήμιος μπροστά του για να τον αποκεφαλίσει.

Κι αυτό, το έκανε για τους άλλους. Δεν το έκανε για τον εαυτό του.
Αυτός, ήταν ο απόλυτος ασκητής. Ακρίδες (βλαστάρια χόρτων) και άγριο μέλι έτρωγε. Ένα κουρέλι φορούσε για ένδυμα.
Ο Ιωάννης θυσιάστηκε για όλους εμάς. Θυσιάστηκε με πλήρη επίγνωση και με ελεύθερη βούληση. Έδωσε τη ζωή του ως τελευταίο χτύπημα στην Εξουσία.
Αυτός που αξιώθηκε να "δει" ότι ήρθε η ώρα για τον Σωτηρία του κόσμου. Και Προ-είπε, προφήτευσε το επικείμενο. Την έναρξη του έργου του Χριστού.
Είναι αυτός που άνοιξε τον Δρόμο, για αυτό και τον Είπαν Πρόδρομο.
Πρώτη ανάρτηση: Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2012

Thursday, 21 May 2020

Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη οι Ισαπόστολοι

Ως γενέτειρα πόλη του Μεγάλου Κωνσταντίνου αναφέρεται τόσο η Ταρσός της Κιλικίας όσο και το Δρέπανο της Βιθυνίας. Ωστόσο η άποψη που επικρατεί φέρει τον Μέγα Κωνσταντίνο να έχει γεννηθεί στη Ναϊσό της Άνω Μοισίας (σημερινή Νις της Σερβίας). Το ακριβές έτος της γεννήσεώς του δεν είναι γνωστό, θεωρείται όμως ότι γεννήθηκε μεταξύ των ετών 272-288 μ.Χ.
Πατέρας του ήταν ο Κωνστάντιος, που λόγω της χλωμότητος του προσώπου του ονομάσθηκε Χλωρός, και ήταν συγγενής του αυτοκράτορα Κλαυδίου. Μητέρα του ήταν η Αγία Ελένη, θυγατέρα ενός πανδοχέως από το Δρέπανο της Βιθυνίας.

Το 305 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος ευρίσκεται στην αυλή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού στη Νικομήδεια με το αξίωμα του χιλίαρχου. Το ίδιο έτος οι δύο Αύγουστοι, Διοκλητιανός και Μαξιμιανός, παραιτούνται από τα αξιώματά τους και αποσύρονται. στο ύπατο αξίωμα του Αυγούστου προάγονται ο Κωνστάντιος ο Χλωρός στη Δύση και ο Γαλέριος στην Ανατολή. Ο Κωνστάντιος ο Χλωρός πέθανε στις 25 Ιουλίου 306 μ.Χ. και ο στρατός ανακήρυξε Αύγουστο τον Μέγα Κωνσταντίνο, κάτι όμως που δεν αποδέχθηκε ο Γαλέριος. Μετά από μια σειρά διαφόρων ιστορικών γεγονότων ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκρούεται με τον Μαξέντιο, υιό του Μαξιμιανού, ο οποίος πλεονεκτούσε στρατηγικά, επειδή διέθετε τετραπλάσιο στράτευμα και ο στρατός του Κωνσταντίνου ήταν ήδη καταπονημένος.

Από την πλευρά του ο Μέγας Κωνσταντίνος είχε κάθε λόγο να αισθάνεται συγκρατημένος. Δεν είχε καμία άλλη επιλογή εκτός από την επίκληση της δυνάμεως του Θεού. Ήθελε να προσευχηθεί, να ζητήσει βοήθεια, αλλά καθώς διηγείται ο ιστορικός Ευσέβιος, δεν ήξερε σε ποιόν Θεό να απευθυνθεί. Τότε έφερε νοερά στη σκέψη του όλους αυτούς που μαζί τους συνδιοικούσε την αυτοκρατορία. Όλοι τους, εκτός από τον πατέρα του, πίστευαν σε πολλούς θεούς και όλοι τους είχαν τραγικό τέλος. Άρχισε, λοιπόν, να προσεύχεται στον Θεό, υψώνοντας το δεξί του χέρι και ικετεύοντάς Τον να του αποκαλυφθεί. Ενώ προσευχόταν, διαγράφεται στον ουρανό μία πρωτόγνωρη θεοσημία. Περί τις μεσημβρινές ώρες του ηλίου, κατά το δειλινό δηλαδή, είδε στον ουρανό το τρόπαιο του Σταυρού, που έγραφε «τούτῳ νίκα». Και ενώ προσπαθούσε να κατανοήσει τη σημασία αυτού του μυστηριακού θεάματος, τον κατέλαβε η νύχτα. Τότε εμφανίζεται ο Κύριος στον ύπνο του μαζί με το σύμβολο του Σταυρού και τον προέτρεψε να κατασκευάσει απομίμηση αυτού και να το χρησιμοποιεί ως φυλακτήριο πιο πολέμους.

Έχοντας ως σημαία του το Χριστιανικό λάβαρο, αρχίζει να προελαύνει προς την Ρώμη εκμηδενίζοντας κάθε αντίσταση.

Όταν φθάνει στη Ρώμη ενδιαφέρεται για τους Χριστιανούς της πόλεως. Όμως το ενδιαφέρον του δεν περιορίζεται μόνο σε αυτούς. Πολύ σύντομα πληροφορείται για την πενιχρή κατάσταση της Εκκλησίας της Αφρικής και ενισχύει από το δημόσιο ταμείο τα έργα διακονίας αυτής.

Το Φεβρουάριο του 313 μ.Χ., στα Μεδιόλανα, όπου γίνεται ο γάμος του Λικινίου με την Κωνσταντία, αδελφή του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επέρχεται μια ιστορική συμφωνία μεταξύ των δύο ανδρών που καθιερώνει την αρχή της ανεξιθρησκείας.

Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο Μέγας Κωνσταντίνος ήσαν πολλά. Η αιρετική διδασκαλία του Αρείου, πρεσβυτέρου της Αλεξανδρινής Εκκλησίας, ήλθε να ταράξει την ενότητα της Εκκλησίας. Η διδασκαλία αυτή, που ονομάσθηκε αρειανισμός, κατέλυε ουσιαστικά το δόγμα της Τριαδικότητας του Θεού.

Μόλις ο Μέγας Κωνσταντίνος πληροφορήθηκε τα όσα θλιβερά συνέβαιναν στην Αλεξάνδρεια, απέστειλε με τον πνευματικό του σύμβουλο Όσιο, Επίσκοπο Κορδούης της Ισπανίας, επιστολή στον Επίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο (313 - 328 μ.Χ.) και τον Άρειο. Η προσπάθεια επιλύσεως του θέματος δεν ευδοκίμησε. Έτσι αποφασίσθηκε η σύγκλιση της Α' Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ.

Η περιγραφή της εναρκτήριας τελετής από τον ιστορικό Ευσέβιο είναι ομολογουμένως ενδιαφέρουσα. στο μεσαίο οίκο των ανακτόρων είχαν προσέλθει όλοι οι σύνεδροι. Επικρατούσε απόλυτη σιγή και όλοι περίμεναν την είσοδο του αυτοκράτορα, τον οποίο οι περισσότεροι θα έβλεπαν για πρώτη φορά. Ο Κωνσταντίνος εισήλθε ταπεινά, με σεμνότητα και πραότητα. στην ομιλία του προς τη Σύνοδο χαρακτηρίζει τις ενδοεκκλησιαστικές συγκρούσεις ως το μεγαλύτερο δεινό και από τους πολέμους. Ο λόγος του υπήρξε ευθύς και σαφής. Δεν ήθελε να ασχοληθεί παρά μονάχα με θέματα που αφορούσαν στην ορθοτόμηση της πίστεως. Η κρίσιμη φράση του, «περὶ τῆς πίστεως σπουδάσωμεν», διασώζεται σχεδόν από όλους τους ιστορικούς συγγραφείς.

Μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου ο αυτοκράτορας ανέλαβε πρωτοβουλίες για την εδραίωση των αποφάσεών της. Απέστειλε εγκύκλιο επιστολή προς την Εκκλησία της Αιγύπτου, Λιβύης, Πενταπόλεως, Αλεξανδρείας, στην οποία γνωστοποιεί τις αποφάσεις της Συνόδου. Ο ίδιος γνωστοποιεί προς όλη την επικράτεια της αυτοκρατορίας την καταδίκη του Αρείου και απαγορεύει την απόκτηση και την απόκρυψη των συγγραμμάτων του. Η εντυπωσιακή του όμως ενέργεια είναι η επιστολή του προς τον Άρειο. Επιτιμά τον αιρεσιάρχη και τον καταδικάζει με αυστηρότητα για τις κακοδοξίες του.

Όμως περί τα τέλη του 327 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος καλεί τον Άρειο στα ανάκτορα. Ο αιρεσιάρχης φυσικά δεν χάνει την ευκαιρία και υποβάλλει μία ομολογία γεμάτη από έντεχνες θεολογικές ανακρίβειες, πείθοντας μάλιστα τον Μέγα Κωνσταντίνο ότι αυτή δεν διαφέρει ουσιαστικά από όσα είχε αποφασίσει η Α' Οικουμενική Σύνοδος. Τελικά ο αυτοκράτορας συγκαλεί νέα Σύνοδο, το Νοέμβριο του 327 μ.Χ., η οποία ανακαλεί τον Άρειο από την εξορία και αποκαθιστά τους εξόριστους Επισκόπους Νικομηδείας Ευσέβιο και Νικαίας Θεόγνιο. Η ανάκληση του Αρείου και η αποκατάσταση των περί αυτών πυροδότησε νέες έριδες πιο κόλπους της Εκκλησίας. Ο Επίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος και στην συνέχεια ο διάδοχός του Μέγας Αθανάσιος αρνούνται να δεχθούν τον Άρειο στην Αλεξάνδρεια. Ο Μέγας Κωνσταντίνος απειλεί με καθαίρεση τον Μέγα Αθανάσιο, ενώ σε Σύνοδο που συνήλθε στην Αντιόχεια το 330 μ.Χ. καθαιρείται και εξορίζεται από τους αιρετικούς ο Άγιος Ευστάθιος, Επίσκοπος Αντιοχείας. Η Σύνοδος της Τύρου της Συρίας, που συνήλθε το 335 μ.Χ., καταδικάζει ερήμην με την ποινή της καθαιρέσεως τον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος φεύγει, για να συναντήσει τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Είναι γεγονός πως ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν έδειξε να αποδέχεται το αίτημα του Μεγάλου Αθανασίου για ακρόαση. Πείσθηκε όμως να τον ακούσει, όταν ο Μέγας Αθανάσιος του απηύθυνε την ρήση: «Δικάσει Κύριος ἀνὰ μέσον ἐμοῦ καὶ σοῦ». Ο Μέγας Κωνσταντίνος κατενόησε την κατάφωρη αδικία και τις άθλιες μεθοδεύσεις σε βάρος του Μεγάλου Αθανασίου και έκανε δεκτό το αίτημά του νά προσκληθούν όλοι οι συνοδικοί της Τύρου και η διαδικασία να λάβει χώρα ενώπιόν του.

Ο Ευσέβιος Νικομηδείας αγνόησε την αυτοκρατορική εντολή. Πήρε μόνο ελάχιστους από τους συνοδικούς και εμφανίσθηκε στον αυτοκράτορα. Ξέχασε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες και για πρώτη φορά έθεσε το θέμα της δήθεν παρακωλύσεως της αποστολής σιταριού προς την Βασιλεύουσα. Ο αυτοκράτορας εξοργίζεται και εξορίζει τον Μέγα Αθανάσιο στα Τρέβιρα της Γαλλίας. Παρά ταύτα δεν επικυρώνει την απόφαση της Συνόδου της Τύρου για καθαίρεση και ούτε διατάσσει την αναπλήρωση του επισκοπικού θρόνου της Αλεξάνδρειας.

Η τελευταία περίοδος της ζωής του Μεγάλου Κωνσταντίνου είναι αυτή που τον καταξιώνει στην εκκλησιαστική συνείδηση και τον οδηγεί στο απόγειο της πνευματικής του πορείας. Ο Άγιος, κατά τον Απρίλιο του 337 μ.Χ., αισθάνεται τα πρώτα σοβαρά συμπτώματα κάποιας ασθένειας. Οι πηγές μάς πληροφορούν πως ο Μέγας Κωνσταντίνος κατέφυγε σε ιαματικά λουτρά. Βλέποντας όμως την υγεία του να επιδεινώνεται θεώρησε σκόπιμο να μεταβεί στην πόλη Ελενόπολη της Βιθυνίας, που είχε ονομασθεί έτσι λόγω της Αγίας μητέρας του. Εκεί παρέμεινε στο ναό των Μαρτύρων, όπου ανέπεμπε ικετήριες ευχές και λιτανείες προς τον Θεό. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αντιλαμβάνεται πως η επίγεια ζωή του πλησιάζει στο τέλος της. Η μνήμη του θανάτου καλλιεργείται στην καρδιά του και τον οδηγεί στο μυστήριο της μετάνοιας και του βαπτίσματος. Μετά από αυτά καταφεύγει σε κάποιο προάστιο της Νικομήδειας, συγκαλεί τους Επισκόπους και τους απευθύνει τον εξής λόγο: «Αυτός ήταν ο καιρός που προσδοκούσα από παλιά και διψούσα και ευχόμουν να καταξιωθώ της εν Θεώ σωτηρίας. Ήλθε η ώρα να απολαύσουμε και εμείς την αθανατοποιό σφραγίδα, ήλθε η ώρα να συμμετάσχουμε στο σωτήριο σφράγισμα, πράγμα που κάποτε επιθυμούσα να κάνω στα ρείθρα του Ιορδάνου, στα οποία, όπως παραδίδεται, ο Σωτήρας μας έλαβε το βάπτισμα εις ημέτερον τύπον. Ο Θεός όμως, που γνωρίζει το συμφέρον, μας αξιώνει να λάβουμε το βάπτισμα εδώ. Ας μην υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία. Γιατί και εάν ακόμη είναι θέλημα του Κυρίου της ζωής και του θανάτου να συνεχισθεί η επίγεια ζωή μας και να συνυπάρχω με το λαό του Θεού, θα πλαισιώσω τη ζωή μου με όλους εκείνους τους κανόνες που αρμόζουν στον Θεό».

Μετά το βάπτισμα ο Άγιος Κωνσταντίνος δεν ξαναφόρεσε τον αυτοκρατορικό χιτώνα, αλλά παρέμεινε ενδεδυμένος με το λευκό ένδυμα του βαπτίσματος, μέχρι την ημέρα της κοιμήσεώς του το 337 μ.Χ. Ήταν η ημέρα εορτασμού της Πεντηκοστής, γράφει ο ιστορικός Ευσέβιος.

Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει ο Ευσέβιος τα γεγονότα, τα οποία ακολούθησαν την κοίμηση του Αγίου. Όλοι οι σωματοφύλακες του αυτοκράτορα, αφού έσχισαν τα ρούχα τους και έπεσαν στο έδαφος, έκλαιγαν και φώναζαν δυνατά, σαν να μην έχαναν το βασιλέα τους, αλλά τον πατέρα τους. Οι ταξίαρχοι και οι λοχαγοί έκλαιγαν τον ευεργέτη τους. Οι δήμοι ήσαν λυπημένοι και κάθε κάτοικος της Κωνσταντινουπόλεως πενθούσε, σαν να έχανε το κοινό αγαθό.

Αφού οι στρατιωτικοί τοποθέτησαν το σκήνωμα του Αγίου σε χρυσή λάρνακα, το μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη και το εναπέθεσαν σε βάθρο στον βασιλικό οίκο. Το ιερό λείψανό του ενταφιάσθηκε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

Δίκαια η ιστορία τον ονόμασε Μέγα και η Εκκλησία Ισαπόστολο.

Σημείωση: Σύμφωνα με άλλες πηγές, ο Άγιος Κωνσταντίνος κατηχήθηκε και βαπτίστηκε από τον Άγιο Σιλβέστρο, Πάπα Ρώμης.

Η Αγία Ελένη γεννήθηκε στο Δρέπανο της Βιθυνίας της Μικράς Ασίας περί το 247 μ.Χ. Φαίνεται ότι ήταν ταπεινής καταγωγής. στην ιστοριογραφία υπάρχει σχετική διχογνωμία ως προς το αν η μητέρα του Αγίου Κωνσταντίνου υπήρξε σύζυγος ή νόμιμη παλλακίδα του Κωνσταντίου του Χλωρού.

Μεταξύ των ετών 272 - 288 μ.Χ. γέννησε στη Ναϊσό της Μοισίας τον Κωνσταντίνο. Όταν, πέντε έτη αργότερα, ο Κωνσταντίνος Χλωρός έγινε Καίσαρας από τον Διοκλητιανό, αναγκάσθηκε να την απομακρύνει, για να συζευχθεί τη Θεοδώρα, θετή κόρη του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, και να έχει έτσι το συγγενικό εκείνο δεσμό, ο οποίος θα εξασφάλιζε τη στερεότητα του Διοκλητιανού τετραρχικού συστήματος. Παρά το γεγονός αυτό ο Μέγας Κωνσταντίνος τιμούσε ιδιαίτερα τη μητέρα του. Της απένειμε τον τίτλο της αυγούστης, έθεσε τη μορφή της επί νομισμάτων και έδωσε το όνομά της σε μία πόλη της Βιθυνίας.

Η Αγία έδειξε την ευσέβειά της με πολλές ευεργεσίες και την ανοικοδόμηση νέων Εκκλησιών στη Ρώμη (Τιμίου Σταυρού), στην Κωνσταντινούπολη (Αγίων Αποστόλων), στη Βηθλεέμ (βασιλική της Γεννήσεως) και επί του Όρους των Ελαιών (βασιλική της Γεθσημανή). Η Αγία Ελένη πήγε το 326 μ.Χ. στην Ιερουσαλήμ, όπου «μὲ μέγαν κόπον καὶ πολλὴν ἔξοδον καὶ φοβερίσματα ηὗρεν τὸν τίμιον σταυρὸν καὶ τοὺς ἄλλους δύο σταυροὺς τῶν ληστῶν», όπως γράφει ο Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς. Επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη, ένα χρόνο μετά την εύρεση του Τιμίου Σταυρού του Κυρίου, η Αγία Ελένη πέρασε και από την Κύπρο.

Η Αγία Ελένη κοιμήθηκε με ειρήνη μάλλον το 327 μ.Χ. σε ηλικία ογδόντα ετών. Ο ιστορικός Ευσέβιος γράφει ότι η Αγία προαισθάνθηκε το θάνατό της και με διαθήκη άφησε την περιουσία της στον υιό της και τους εγγονούς της.

Όπως ήταν φυσικό ο υιός της μετέφερε το τίμιο λείψανό της στην Κωνσταντινούπολη και την ενταφίασε στο ναό των Αγίων Αποστόλων.

Η Σύναξη αυτών ετελείτο στη Μεγάλη Εκκλησία, στο ναό των Αγίων Αποστόλων και στον ιερό ναό αυτών στην κινστέρνα του Βώνου.

Οι Βυζαντινοί τιμούσαν ιδιαίτερα τον Μέγα Κωνσταντίνο και την Αγία Ελένη. Απόδειξη τούτου αποτελεί το γεγονός ότι κατά το Μεσαίωνα ήταν πολύ δημοφιλής στους Βυζαντινούς η απεικόνιση του πρώτου Χριστιανού βασιλέως με τη μητέρα του, που κρατούσαν στο μέσον Σταυρό. Η παράδοση αυτή διατηρείται μέχρι και σήμερα με τα κωνσταντινάτα.

saint.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 13 February 2014

Οι Άγιοι Απόστολοι Ακύλας και Πρίσκιλλα - Οι Προστάτες των Αγαπημένων

Ὁ Ἀκύλας κατήγετο ἀπό τόν Πόντο καί εἶχε νυμφευθεῖ τή Ρωμαία Πρίσκιλλα στή Ρώμη, ὅπου καί ἀσκοῦσε τό ἐπάγγελμα τοῦ σκηνοποιοῦ.  Ἴσως νά εἶχαν ἤδη ἀσπασθεῖ τόν χριστιανισμό, ὅταν ὁ Ρωμαῖος αὐτοκράτορας Κλαύδιος τό ἔτος 49 - 50 εἶχε διατάξει νά φύγουν ἀπό τή Ρώμη ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι ὡς ταραχοποιοί.
Ἐπειδή ὁ Ἀκύλας ἦταν Ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς, ἀναγκάστηκε μέ τή σύζυγό του νά φύγουν καί νά ἐγκατασταθοῦν στήν Κόρινθο, ἡ ὁποία τότε ἦταν πολυάνθρωπη πόλη.  Μέ αὐτό τό ζευγάρι συνδέθηκε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος τό ἔτος 51/52 κατά τήν Β΄ἀποστολική του περιοδεία, ὅταν μετά τήν Ἀθήνα γιά πρώτη φορά ἐπισκέφθηκε τήν Κόρινθο.

Ἦταν σκηνοποιοί καί ὁ Ἀπόστολος γνώριζε τήν τέχνη τους.  Μένοντας στό σπίτι τους ἐργαζόταν μαζί τους, ἐπειδή κατά τή συνήθειά του δέν ἤθελε νά ἐπιβαρύνει κανέναν καί μέ τά χέρια του ἐξοικονομοῦσε τά ἀπαραίτητα γιά τή συντήρησή του, καθώς καί τῶν συνεργῶν του.  Πολύ σύντομα ὁ Ἀκύλας καί ἡ Πρίσκιλλα ἐντυπωσιάσθηκαν ἀπό τήν προσωπικότητα τοῦ φιλοξενουμένου τους,  ἀπό τή σοφία του, τή νομομάθεια, τά πολλά πνευματικά καί ψυχικά του χαρίσματα καί πρό παντός ἀπό τή φλόγα του νά μεταδώσει σέ ὅλους τήν πίστη του στόν Μεσσία Χριστό.  Μέ ἐνδιαφέρον ἀμείωτο ἄκουγαν καθημερινά τόν Ἀπόστολο, τήν ὥρα τῆς δουλειᾶς, νά τούς μιλάει γιά τόν Ἰησοῦ, νά τούς ἑρμηνεύει τούς Προφῆτες καί νά τούς ἀποκαλύπτει τό προαιώνιο σχέδιο τοῦ Θεοῦ, γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου.  Ὁ λόγος του ἔπεφτε στίς καρδιές τους σάν σπόρος σέ ἔφορη γῆ.  Μέρα μέ τή μέρα ὁ Ἀκύλας καί ἡ Πρίσκιλλα συναρπάζονταν ἀπό τό εὐαγγέλιο πού κήρυσσε ὁ συνεργάτης τους.  Ἀλλά προπαντός τούς ἐντυπωσίαζε τό παράδειγμά του.
Ἔτσι ὅταν ὕστερα ἀπό δεκαοκτώ μῆνες παραμονῆς στήν Κόρινθο ὁ Ἀπόστολος ἔφυγε, ὁ Ἀκύλας καί ἡ Πρίσκιλλα ἦσαν πνευματικά ὥριμοι νά ἐργασθοῦν γιά τή μετάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στά ἔθνη.  Ὁλοπρόθυμα, λοιπόν, πῆραν τήν ἀπόφαση νά τόν ἀκολουθήσουν καί νά τεθοῦν στήν ὑπακοή του.  Δίχως δισταγμό ἄφησαν τό σπιτικό τους καί τό ἐργαστήρι τους, γιά νά ὑπηρετήσουν τόν Χριστό καί νά ὑποστοῦν κόπους, διώξεις, κινδύνους ἀπερίγραπτους.

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἐπειδή εἶχε ἐκτιμήσει τά μορφωτικά καί πνευματικά προσόντα τοῦ ζεύγους καί πρό παντός τήν πίστη τους καί τήν ἀγάπη τους πρός τόν Χριστό καί τούς εἶχε πλέον ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη, τούς ἄφησε στήν Ἔφεσο, μέ τήν παραγγελία νά συνεχίσουν τό ἱεραποστολικό ἔργο καί νά προπαρασκευάσουν τό ἔδαφος γιά τή μελλοντική ἱεραποστολική του δράση, καί ἐκεῖνος συνέχισε τό ταξίδι του πρός τά Ἱεροσόλυμα.

Στήν Ἔφεσο ὁ Ἀκύλας καί ἡ Πρίσκιλλα γνώρισαν τόν Ἀλεξανδρινό λόγιο Ἀπολλώ, πού ἦταν βαθύς γνώστης τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καί παρ’ὅλον ὅτι εἶχε λάβει μόνον τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου, μέ ζῆλο καί θάρρος δίδασκε γιά τόν Ἰησοῦν.  Τόν κάλεσαν στό σπίτι τους καί τοῦ δίδαξαν μέ πιό μεγάλη ἀκρίβεια τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ.  Καί ἐκεῖνος δέχθηκε ταπεινά τήν κατήχησή τους γιά τόν Χριστό, ἔγινε συνειδητός χριστιανός καί ἐξελίχθηκε σέ πειστικό κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου καί πολύτιμο συνεργάτη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.

Τό ἱεραποστολικό ζευγάρι, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀφοῦ ἀκόμη δέν ὑπῆρχαν ναοί, διέθετε τό σπίτι του γιά τίς εὐχαριστιακές συνάξεις τῶν χριστιανῶν τῆς Ἐφέσου.  Ἐπίσης αὐτοί φιλοξενοῦσαν τόν Ἀπόστολο Παῦλο κάθε φορά πού πήγαινε στήν Ἔφεσο.  Ὅταν δέ, ξεσηκώθηκαν οἱ εἰδωλολάτρες τῆς Ἐφέσου καί ἐπεδίωκαν νά ἐξοντώσουν τόν Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ Ἀκύλας καί ἡ Πρίσκιλλα «γιά νά τόν σώσουν ἀπό θανάσιμον κίνδυνον ἔβαλαν τό κεφάλι τους κάτω ἀπό τό μαχαίρι καί διέτρεξαν κίνδυνον νά σφαγοῦν», ὅπως γράφει ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος στούς χριστιανούς τῆς Ρώμης (Ρωμ. 16, 4).  Πάντοτε ὁ Ἀπόστολος ἐξέφραζε τήν εὐγνωμοσύνη του πρός τούς δυό πιστούς καί ἀφοσιωμένους συνεργάτες του καί δέν παρέλειπε μέ ἐπαινετικά λόγια γι’αὐτούς μέσω τῶν ἐπιστολῶν του, νά τούς στέλνει τούς χαιρετισμούς του.

Ἀλλά τό ἱεραποστολικό αὐτό ζευγάρι δέν περιόριζε τή δράση του μόνο στήν Ἔφεσο.  Ὅπου ὑπῆρχε ἀνάγκη, ἔσπευδε νά βοηθήσει τόν Ἀπ. Παῦλο.  Ἔτσι τό ἔτος 56 βρέθηκαν πάλι στή Ρώμη, γιά νά προετοιμάσουν τήν ἄφιξη τοῦ Παύλου, ὁ ὁποῖος εἶχε μεγάλη ἐπιθυμία νά κηρύξει τό Εὐαγγέλιο καί στήν πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας.  Δυστυχῶς ὅμως μάταια περίμεναν ἐκεῖ τόν Ἀπόστολο, γιατί στά Ἱεροσόλυμα ὅπου πῆγε, πρίν κατευθυνθεῖ στή Ρώμη, τόν βρῆκαν μεγάλοι πειρασμοί.  Γλύτωσε τόν θάνατο ἀπό τούς φανατικούς Ἰουδαίους, ἀλλά ὄχι τή φυλακή, ὅπου κρατήθηκε δυό χρόνια, ὥσπου νά ἀποφασισθεῖ ἡ μεταφορά του στό αὐτοκρατορικό δικαστήριο.  Ἔτσι ὁ Ἀκύλας μέ τήν Πρίσκιλλα ἐπέστρεψαν στήν Ἔφεσο νά βοηθήσουν τόν νεοεγκατεστημένον ἐκεῖ Ἐπίσκοπο Τιμόθεο.  Γι’ αὐτό, ὅταν ἀργότερα ἀπό τή Ρώμη ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔγραφε τήν πρός Τιμόθεον Β΄ Ἐπιστολή, μέσα ἀπό τή φυλακή, ἔστελνε τούς χαιρετισμούς του πρός τό ζεῦγος τῶν συνεργατῶν του (Β΄Τιμ. 4, 19).
ak-prs1Ἀπό τίς Ἀποστολικές Διαταγές πληροφορούμαστε ὅτι ὁ Ἀπ. Παῦλος χειροτόνησε τόν Ἀκύλα Ἐπίσκοπο «τῶν κατά Ἀσίαν παροικιῶν».  Καί στό Συναξάρι διαβάζουμε ὅτι «ἐποίησαν πολλά θαύματα· ὕστερον δέ συλληφθέντες ἀπό τούς ἀπίστους ἀπεκεφαλίσθησαν».  Τό ποῦ ἐμαρτύρησαν ἔρχεται νά συμπληρώσει ἡ τοπική παράδοση τῶν κατοίκων τῆς Πάρλας τῆς Πισιδίας.[1].
Στήν κωμόπολη αὐτή, πού ἀπέχει 42 χλμ. ἀπό τή Σπάρτη (Isparta, ἕδρα τοῦ ὁμώνυμου Νομοῦ σήμερα), σώζεται ὁ λιθόκτιστος Ναός τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος.  Στόν Νάρθηκα τοῦ Ναοῦ φυλάγονταν τά ἱερά Λείψανα τῶν Ἁγίων Ἀκύλα καί Πρίσκιλλας, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μαρτυρήσει στήν ἀρχαία Σέλγη τῆς Πισιδίας.  Δυστυχῶς οἱ κάτοικοι τῆς Πάρλας, καλοκάγαθοι καί εὔπιστοι ἄνθρωποι, ξεγελάστηκαν ἀπό κάποιον ἀπατεώνα, ὁ ὁποῖος ἔκλεψε τά ἱερά λείψανα κατά ἀπαράδεκτο καί ἀκατανόητο τρόπο.  Κατόπιν αὐτοῦ, τά ἄρρενα παιδιά τῆς Πάρλας, ὅταν ἔφθαναν στήν ἡλικία τῶν δέκα ἐτῶν, πέθαιναν. Συμβουλεύτηκαν τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τό ὁποῖο τούς συνέστησε νά ἁγιογραφήσουν τήν εἰκόνα τῶν Ἁγίων καί νά τήν θέσουν σέ προσκύνηση στόν ναό τους, στή θέση πού ἦταν τά ἱερά τους λείψανα. Ἔτσι καί ἔγινε.  Καί τό κακό σταμάτησε.

Τούς Ἁγίους Ἀκύλαν καί Πρίσκιλλα τιμᾶ ἡ Ἐκκλησία μας ὡς Ἀποστόλους καί Μάρτυρες τή 13η Φεβρουαρίου καί τόν Ἅγιον Ἀκύλαν χωριστά καί τή 14ηνἸουλίου.
[1] Μ.Ε.Η τόμ. 15, σελ. 558.
ak-prs2
 Ὁ ναός τοῦ Ἁγ. Θεοδώρου στήν Πάρλα Πισιδίας, ὅπου φυλάσσονταν τά ἱερά Λείψανα τῶν Ἁγίων Ἀκύλα καί Πρίσκιλλας.
ΑΓΙΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
ΑΚΥΛΑ  ΚΑΙ  ΠΡΙΣΚΙΛΛΗΣ
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος γ΄ Θείας πίστεως.
Τό θεόλεκτον ζεῦγος τιμῶμεν, θείαν Πρίσκιλλαν, σύν τῷ Ἀκύλᾳ, ἀροτῆρας τῶν ἀνθρώπων καί κήρυκας, τούς ὁμοτέχνους καί Παύλου ὁμόφρονας, καί συνεκδήμους ἐν ἔργῳ τῆς χάριτος· ζεῦγος ἔνθεον, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.
ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ἦχος γ΄ Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τόν Ἀκύλαν ἅπαντες, σύν τῇ Πρισκίλλῃ τιμῶμεν, θεοκλήτους κήρυκας, καί συνεργούς θείου Παύλου· πάνυ γάρ, ἐξ Ἰουδαίων Χριστόν τιμῶσι, Παῦλον δέ, οὗτοι ξενίζουσιν ἐν Κορίνθῳ, Ἀτταλείας τε καί Ρώμης κλεινοί Προστάται, καί ἀρωγοί θαυμαστοί.
ΜΕΓΑΛΥΝΑΡΙΟΝ
Ἀκύλαν τιμήσωμεν ἐν ὠδαῖς, σύν θείᾳ Πρισκίλλῃ, συνεκδήμους καί συνεργούς, Παύλου Ἀποστόλου, βλαστούς δέ τῆς Ρώμης, τοῦ Λόγου ἀροτῆρας, λαμπρούς τε κήρυκας. 

Ιερά Μητρόπολις Πισιδίας 

Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἦλθε στὴ Νικόπολη τῆς Ἠπείρου, ἀπέστειλε ἀπὸ ἐκεῖ στὸ νησὶ τῆς Λευκάδος τὸ συνεργάτη του Ἀπόστολο Ἀκύλα. Ὁ νέος κήρυκας τῆς πίστεως ἀποβιβάσθηκε στὸ τότε ρωμαϊκὸ λιμάνι, ποὺ ἐξυπηρετοῦσε τὴν ἐπικοινωνία μὲ τὸν Ἀμβρακικό, στὴ σημερινὴ παραλία τοῦ Ἅη – Γιάννη. Σὲ ἕνα σπήλαιο τῆς παραλίας, λόγῳ τοῦ χειμῶνος, ὁ Ἅγιος Ἀκύλας συγκέντρωσε τὸ πλῆθος τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἐποθοῦσαν νὰ διδαχθοῦν τὴ νέα διδασκαλία. Σύντομα ὁ Ἅγιος Ἀκύλας ἀνεχώρησε ἀπὸ τὴ Λευκάδα γιὰ τὴν Ἔφεσο καὶ τὸν διαδέχθηκε ὁ Ἀπόστολος Ἡρωδίων.
Ἔτσι λοιπόν, οἱ Ἅγιοι Ἀκύλας καὶ Πρίσκιλλα ἐργάσθηκαν γιὰ τὴν διάδοση τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου καὶ μὲ τὴ μεγάλη τους πίστη στὸν Χριστὸ ἐπιτέλεσαν πολλὰ θαύματα. Κατὰ τὴν παράδοση ἔλαβαν καὶ αὐτοὶ μαρτυρικὸ τέλος, καταδικασθέντες στὸν διὰ ἀποκεφαλισμοῦ θάνατο. Ἄλλοι Συναξαριστὲς θεωροῦν, ὅτι ἐτελείωσαν τὸ βίο τους μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ἅγιος Ἀκύλας τιμᾶται ἰδιαίτερα στὴ νῆσο τῆς Λευκάδος.

Saturday, 26 October 2013

Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλύτης. «Αρματωμένος την Αρματωσιά του Θεού»

Του Αειμνήστου Φωτίου Κόντογλου
Σήμερα (Μεθαύριο στο πρωτότυπο) είναι η γιορτή του αγίου Δημητρίου, μεγάλη γιορτή για όλη την Ελλάδα, πλην ιδιαίτερα για τη Θεσσαλονίκη, που είναι κ η πατρίδα του. Εκεί θα γίνει φέτος μεγαλύτερη πανήγυρη, επειδή γιορτάζουνε τα εγκαίνια της φημισμένης εκκλησιάς του, που κάηκε στα 1917 και τώρα είναι πάλι ξανακαινουργιευμένη από την υπηρεσία του υπουργείου της Παιδείας.
η εικόνα του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτη
είναι δια χειρός Φώτη Κόντογλου το 1948
και βρίσκεται στον Ιερό ναό Αγίου Ανδρέα Κάτω Πατησίων.
Η πρώτη εκκλησιά ήτανε ένα χτίριο από τα πιο αρχαία της χριστιανοσύνης, χτισμένη εκατό χρόνια ύστερα από τα 303 μ.X., που μαρτύρησε ο άγιος Δημήτριος. Αλλά κάηκε ύστερα από 300 χρόνια και ξαναχτίσθηκε τον καιρό που βασίλευε ο Λέοντας ο Σοφός. 
Αυτά τα ιστορικά και κάθε άλλη πληροφορία για το χτίριο, για τα ψηφιδωτά που στολίζουνε τους τοίχους, για τις τοιχογραφίες, μπορεί κανένας να τα μελετήσει καταλεπτώς σ ένα χρήσιμο βιβλίο που έγραψε τελευταία στην απλή γλώσσα ο ξεχωριστός βυζαντινολόγος Ανδρέας Ξυγγόπουλος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.

Ο άγιος Δημήτριος μαζί με τον άγιο Γεώργιο, είναι τα δυό παλληκάρια της χριστιανοσύνης. Αυτοί είναι κάτω στη γη, κ οἱ δυο αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ είναι απάνω στον ουρανό. Στα αρχαία χρόνια τους ζωγραφίζανε δίχως άρματα, πλην στα κατοπινά τα χρόνια τους παριστάνουνε αρματωμένους με σπαθιά και με κοντάρια και ντυμένους με σιδεροπουκάμισα. Στον έναν ώμο έχουνε κρεμασμένη την περικεφαλαία και στον άλλον το σκουτάρι, στη μέση είναι ζωσμένοι τα λουριά που βαστάνε το θηκάρι του σπαθιού και το ταρκάσι πόχει μέσα τις σαγίτες και το δοξάρι.

Τα τελευταία χρόνια, ύστερα από το πάρσιμο της Πόλης, οι δυο αυτοί άγιοι και πολλές φορές κι άλλοι στρατιωτικοί άγιοι ζωγραφίζουνται καβαλλικεμένοι απάνω σε άλογα, σε άσπρο ο άγιος Γεώργης, σε κόκκινο ο άγιος Δημήτρης. Κι ὁ μεν ένας κονταρίζει ένα θεριό κι ο άλλος έναν πολεμιστή, τον Λυαίο. 
Αυτά τα άρματα που φοράνε ετούτοι οι άγιοι, παριστάνουνε όπλα πνευματικά, σαν και κείνα που λέγει ο απόστολος Παύλος: «Ντυθήτε την αρματωσιά του Θεού για να μπορέσετε να αντισταθήτε στα στρατηγήματα του διαβόλου. Γιατί το πάλεμα το δικό μας δεν είναι καταπάνω σε αίμα και σε κρέας, αλλά καταπάνω στις αρχές, στις εξουσίες, καταπάνω στους κοσμοκράτορες του σκοταδιού σε τούτον τον κόσμο και καταπάνω στα πονηρά πνεύματα στον άλλον κόσμο.

Για τούτο ντυθήτε την πανοπλία του Θεού, για να μπορέσετε να βαστάξετε κατά την πονηρή την ημέρα, κι ἀφοῦ κάνετε όσα είναι πρεπούμενα, να σταθήτε. Το λοιπόν, σταθήτε γερά, έχοντας περιζωσμένη τη μέση σας με αλήθεια, και ντυμένοι με το θώρακα της δικαιοσύνης και με τα πόδια σας σανταλωμένα για να κηρύξετε το Ευαγγέλιο της ειρήνης κι από πάνω από όλα σκεπασθήτε με το σκουτάρι της πίστης, που με δαύτο θα μπορέσετε να σβήσετε όλες τις πυρωμένες σαγίτες του πονηρού. Και φορέσετε την περικεφαλαία της σωτηρίας και το σπαθί του πνεύματος, που είναι ο λόγος του Θεού». Αυτός ο ηρωικός και καρτερικός χαραχτήρας, που έχουνε οι πολεμιστές οπού μαρτυρήσανε για τον Χριστό σαν άκακα αρνιά, ανάγεται στα πνευματικά.

Ο άγιος Δημήτριος περισκεπάζει όλη την οικουμένη, όπως λέγει το τροπάρι του, αλλά ιδιαίτερα προστατεύει τη Θεσσαλονίκη, που τη γλύτωσε πολλές φορές και στέκεται κι ανθίζει ως τα σήμερα, καινούριος μέγας Αλέξαντρος, που η δύναμή του κ η αντρεία του δεν χαθήκανε με το θάνατό του, όπως έγινε στον Αλέξαντρο, αλλά ζει και φανερώνεται στον αιώνα, σ' όσους τον παρακαλάνε με θερμή καρδιά. Η πατρίδα του βρίσκεται ολοένα σε κίνδυνο και σε σκληρές περιστάσεις κι ολοένα τον κράζει να τη βοηθήσει και να τη γλυτώσει. Και φέτος, ύστερα από τόσες γενεές που προστρέξανε με δάκρυα στην προστασία του, πάλι θα δράμουνε οι βασανισμένοι χριστιανοί στην εκκλησία του και θα κλάψουνε και θα ψάλλουνε πάλι το τροπάρι που λέγει: «Φρούρησον, πανεύφημε, την σε μεγαλύνουσαν πόλιν από των εναντίον προσβολών, παρρησίαν ως έχων προς Χριστόν τον σε δοξάσαντα».

Ο άγιος Δημήτριος, ο μεγαλομάρτυς και μυροβλύτης, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στα 260 μ.X. Οι γονιοί του ήτανε επίσημοι άνθρωποι κι ὁ Δημήτριος κοντά στη φθαρτή δόξα που είχε από το γένος του, ήτανε στολισμένος και με χαρίσματα άφθαρτα, με φρονιμάδα, με γλυκύτητα, με ταπείνωση, με δικαιοσύνη και με κάθε ψυχική ευγένεια. Όλα τούτα ήτανε σαν ακριβά πετράδια που λάμπανε απάνω στην κορόνα που φορούσε, κι αυτή η κορόνα ήτανε η πίστη στον Χριστό. 
Εκείνον τον καιρό βασίλευε στη Ρώμη ο Διοκλητιανός κι είχε διορισμένον καίσαρα, στα μέρη της Μακεδονίας και στα ανατολικά, ένα σκληρόκαρδο και αιμοβόρον στρατηγό που τον λέγανε Μαξιμιανό, θηρίο ανθρωπόμορφο, όπως ήτανε όλοι αυτοί οι πολεμάρχοι, που βαστούσανε κείνον τον καιρό με το σπαθί τον κόσμο, ο Διοκλητιανός, ο Μαξέντιος, ο Μαξιμίνος, ο Γαλέριος, ο Λικίνιος, πετροκέφαλοι, αγριοπρόσωποι, δυνατοσάγωνοι, πικρόστομοι, με λαιμά κοντά και χοντρά σαν βαρέλια, αλύπητοι, φοβεροί. Αυτός διώρισε τον Δημήτριο άρχοντα της Θεσσαλονίκης κι ὅταν γύρισε από κάποιον πόλεμο, μάζεψε τους αξιωματικούς στη Θεσσαλονίκη για να κάνουνε θυσία στα είδωλα. Τότε ο Δημήτριος είπε πως είναι χριστιανός και πως δεν παραδέχεται για θεούς τις πελεκημένες πέτρες.

Ο Μαξιμιανός φρύαξε και πρόσταξε να τον δέσουνε και να τον φυλακώσουνε σ' ένα λουτρό. Όσον καιρό ήτανε φυλακισμένος, ο κόσμος πρόστρεχε με θρήνο κι άκουγε τον Δημήτριο που δίδασκε το λαό για την πίστη του Χριστού. Ένα παλληκαρόπουλο, ο Νέστορας, πήγαινε κι αυτός κάθε μέρα κι ἄκουγε τη διδασκαλία του. Εκείνες τις ημέρες, παλεύανε πολλοί αντρειωμένοι μέσα στο στάδιο κι ο Μαξιμιανός χαιρότανε γι’ αυτά τα θεάματα· μάλιστα είχε σε μεγάλη τιμή έναν μπεχλιβάνη που τον λέγανε Λυαίο, άνθρωπο θηριόψυχο και χεροδύναμο, ειδωλολάτρη και βλάστημο, φερμένον από κάποιο βάρβαρο έθνος. Βλέποντας ο Νέστορας πως τους είχε ρίξει κάτω όλους αυτός ο Λυαίος, και πως καυχιότανε πως είχε τη δύναμη του Άρη και πως κανένας ντόπιος δεν αποκοτούσε να παλέψει μαζί του, πήγε στη φυλακή και παρακάλεσε τον άγιο Δημήτριο να τον βλογήσει για να ντροπιάσει τον Λυαίο και τον Μαξιμιανό και τη θρησκεία τους. 

Κι ὁ άγιος Δημήτριος έκανε την προσευχή του και τον σταύρωσε και παρευθύς έδραμε ο Νέστορας στο στάδιο και πάλεψε με κείνον τον άγριο το γίγαντα και τον έριξε χάμω και τον έσφαξε. Τότε ο Μαξιμιανός έγινε θηρίο από το θυμό του και μαθαίνοντας πως ο Νέστορας ήτανε χριστιανός και πως τον είχε βλογήσει ο Δημήτριος, πρόσταξε να τους σκοτώσουνε.

Σαν πήγανε στη φυλακή οι στρατιώτες, τρυπήσανε τον Δημήτριο με τα κοντάρια και έτσι πήρε τ' αμάραντο στέφανο, στις 26 Οκτωβρίου 296· μάλιστα είναι γραμμένο πως σαν είδε τους στρατιώτες να ρίχνουνε τα κοντάρια καταπάνω του, σήκωσε ψηλά το χέρι του και τον πήρανε οι κονταριές στο πλευρό, για να αξιωθεί το τρύπημα της λόγχης που δέχτηκε ο Χριστός στην πλευρά του κ έβγαλε αίμα και νερό η λαβωματιά του.

Τον Νέστορα τον αποκεφαλίσανε την άλλη μέρα έξω από το κάστρο. Οι χριστιανοί σηκώσανε τα άγια λείψανα και τα θάψανε αντάμα, κι από τον τάφο έβγαινε άγιο μύρο που γιάτρευε τις αρρώστιες, για τούτο τον λένε και μυροβλύτη. Απάνω στον τάφο χτίσθηκε εκκλησιά, τον καιρό που βασίλεψε ο μέγας Κωνσταντίνος. 

Στα κατοπινά χρόνια χτίσθηκε η μεγάλη εκκλησιά η τωρινή και στα 1143 ο βασιλέας Μανουήλ ο Κομνηνός έστειλε και πήρε στην Κωνσταντινούπολη την εικόνα του αγίου και την έβαλε στο μοναστήρι του Παντοκράτορος που ήτανε χτισμένη η εκκλησία του από τους Κομνηνούς και που τη λένε σήμερα Ζεϊρέκ και την είχανε κάνει παλαιότερα τεκέ οι ντερβίσηδες.


Στα εικονίσματά του είναι ζωγραφισμένος απάνω σε κόκκινο αντρειωμένο άλογο, που κοιτάζει σαν άνθρωπος, ομορφοσελωμένο, στολισμένο με χάμουρα και με γκέμια χρυσά, με τα μπροστινά ποδάρια σηκωμένα στον αγέρα, με την ουρά ανακαμαριασμένη, αλαφιασμένο από τον Λυαίο που κείτεται ματοχωμένος χάμω, τρυπημένος από το κοντάρι του αγίου Δημητρίου. Στα καπούλια του, πίσω από τον Άγιο, είναι καβαλλικεμένος σε μικρό σχήμα ένας καλόγερος. Είναι ο επίσκοπος Γαβριήλ, δεσπότης του Δαμαλά, που τον πιάσανε σκλάβο οι κουρσάροι μπαρμπερίνοι στα 1603 και τον πουλήσανε στο Αλγέρι, στον μπέη, που τον επήρε στο σεράγι του. Κάθισε κάμποσα χρόνια σκλάβος και παρακαλούσε μέρα νύχτα με δάκρυα να τον λευτερώσει ο άγιος Δημήτριος. Όπου, μια μέρα σαν αύριο, παραμονή τ' αγίου Δημητρίου, τον είδε στον ύπνο του πως πήγε με τ άλογο και τον έβαλε καβάλα και φύγανε από την Αραπιά. Και σαν ξύπνησε το πρωί, βρέθηκε λεύτερος στη Θεσσαλονίκη και δόξασε το Θεό και τον άγιο Δημήτριο και μπήκε σ ένα καράβι και πήγε στον Πόρο κι από τότε στα εικονίσματά του ζωγραφίζανε και το δεσπότη.

Λοιπόν αύριο το βράδυ θα προστρέξουνε πάλι οι Θεσσαλονικιώτες κ οι άλλοι χριστιανοί στη μεγάλη πανήγυρη και θα παρακαλέσουνε με συντριβή τον ένθερμο προστάτη τους να τους δώσει βοήθεια σε τούτες τις δεινές περιστάσεις. Και θα μαζευτούνε ο λαός ο ορθόδοξος κ οι άρχοντες κ οι δεσποτάδες και παπάδες και καλόγεροι και θα ψάλουνε στο μεγάλον εσπερινό τα κατανυχτικώτατα τροπάρια, με το μουσικό μέλος της Ορθοδοξίας· γιατί η Θεσσαλονίκη είναι η κιβωτός που σώθηκε η ορθόδοξη λατρεία από τον κατακλυσμό της φραγκολεβαντινιάς που πάγει να μας πνίξει με τους ανούσιους νεωτερισμούς της.
Εκεί θα συναχτούνε οι καλοί οι ψαλτάδες που ψέλνουνε ακόμα με κείνη τη σοβαρή ψαλμωδία που κρατά από τότε που θεμελιώθηκε η σεβάσμια τούτη εκκλησία, πούναι το καύχημα κ ἡ παρηγοριά της Ανατολής, ύστερα από την Αγιά Σοφιά της Κωνσταντινούπολης. Και μεθαύριο στη λειτουργία, θα ψάλουνε στους Αίνους τα εξαίσια προσόμοια που είναι γεμάτα πόνο και ελπίδα και αγιασμένον ενθουσιασμό. Τάχει συνθέσει ένας από τους γλυκύτερους ποιητές της εκκλησίας μας, ο άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός, ψυχή πονεμένη και καρτερική. Και θα σας εξηγήσω με λίγα λόγια πως βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη και μελώδησε αυτά τα συγκινητικά τροπάρια.

Αυτός ο άγιος μαζί με τον αδελφό του τον Θεόδωρο λέγονται «Θεόδωρος και Θεοφάνης οι Γραπτοί». Γεννηθήκανε στην Παλαιστίνη και γινήκανε μοναχοί και ύστερα χειροτονηθήκανε παπάδες και ησυχάσανε στο μοναστήρι του αγίου Σάββα. Ήτανε κι οἱ δυό σπουδασμένοι στο έπακρο και γνωρίζανε κατά βάθος την ελληνική και την αραβική γλώσσα.

Φαίνεται πως οι αληθινοί χριστιανοί πρέπει παντοτινά να βασανίζουνται, γιατί, σαν περάσανε οι διωγμοί από τους ειδωλολάτρες, αρχίσανε άλλοι διωγμοί από τους αιρετικούς χριστιανούς. Κι ὅσοι βασανισθήκανε από τους ειδωλολάτρες γινήκανε μάρτυρες, κι ὅσοι βασανισθήκανε από τους χριστιανούς αιρετικούς γινήκανε ομολογητές. Τέτοιοι ομολογητές είναι και γράφουνται και τα δυό τούτα αγιασμένα αδέλφια, ο Θεόδωρος κι ὁ Θεοφάνης. Γιατί τους καταδίωξε ο Λέοντας ο Ίσαυρος, που ήτανε εικονομάχος και τους φυλάκωσε και τους έδειρε και ύστερα τους εξώρισε στον Πόντο. Κι ὁ μεν Θεόδωρος τελείωσε τον αγώνα στη δεύτερη εξορία που τους έστειλε ο Θεόφιλος, ο τρίτος εικονομάχος αυτοκράτορας ύστερα από τον Λέοντα, και πέθανε σ ένα ερημονήσι που το λέγανε Αρουσία, μέσα σε μεγάλα δεινά και σε στερήσεις. 
Ο δε Θεοφάνης εξωρίσθηκε στη Θεσσαλονίκη κ ἐκεῖ, σκλάβος και τυραννισμένος, σύνθεσε με κλαυθμό ψυχής αυτά τα τροπάρια, που με δαύτα ικετεύει τον άγιο Δημήτριο να γλυτώσει τη χριστιανοσύνη από τους ασεβείς και τυραννικούς ανθρώπους, και τη Θεσσαλονίκη από τους βαρβάρους που τη ζώνανε. Και λέγουνται Γραπτοί, επειδή ο Θεόφιλος πρόσταξε και τυπώσανε με πυρωμένο σίδερο απάνω στα μέτωπά τους ένα αδιάντροπο ποίημα που έκανε κάποιος αυλοκόλακας. 
Ο άγιος Θεοφάνης, άμα πέθανε ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, ψηφίσθηκε επίσκοπος Νικαίας και εκοιμήθη, γέροντας γεμάτος από πνευματική ευωδία, στα 850 μ.X. Ο Νικηφόρος Κάλλιστος τον λέγει ηδύφωνον μουσικόν αυλόν κι ὁ Σουΐδας ποιητήν. Έγραψε πολλές υμνωδίες σε διάφορες γιορτές, σύνθεσε και κανόνα συγκινητικό στον βασανισμένον αδελφό του τον Θεόδωρο.
Από τα τροπάρια των Αίνων που είπαμε, το πρώτο έχει περισσότερον πόνο και πάθος και σ αὐτὸ συνεταίριαξε ο ποιητής τεχνικά τη θλίψη του για το διωγμό της ορθοδοξίας με το υμνολόγημα του αγίου και με την καρτερική ελπίδα για τη σωτηρία της θεοσκέπαστης Θεσσαλονίκης, που και κείνον τον καιρό βρισκότανε σε αγωνία. Αυτά τα τροπάρια ταιριάζουνε πάντα στις δεινές δοκιμασίες που πέρασε απανωδιαστά η Θεσσαλονίκη από τον καιρό του Διοκλητιανού ίσαμε σήμερα.

Παρακάτω βάζω αυτό το τροπάρι και το μεταγυρίζω στην απλή γλώσσα, πλην χωρίς να μπορέσω να σιμώσω στο πρωτόγραφο:

«Δεύρο, μάρτυς Χριστού, προς ημάς, σου δεομένους συμπαθούς επισκέψεως και ρύσαι κεκακωμένους τυραννικαίς απειλαίς και δεινή μανία της αιρέσεως· υφ ἧς ως αιχμάλωτοι και γυμνοί διωκόμεθα, τόπον εκ τόπου διαρκώς διαμείβοντες και πλανώμενοι εν σπηλαίοις και όρεσιν. Οίκτειρον ουν, πανεύφημε, και δος ημίν άνεσιν· παύσον την ζάλην και σβέσον την καθ ἡμῶν αγανάκτησιν, Θεόν ικετεύων, τον παρέχοντα τω κόσμω το μέγα έλεος».

«Έλα, μάρτυρα του Χριστού, σε μας, που έχουμε μεγάλη ανάγκη από τη συμπονετικιά σου την επίσκεψη και γλύτωσέ μας από τις τυραννικές φοβέρες κι ἀπὸ τη δεινή μανία της αιρέσεως· που μας κατατρέχει σα νάμαστε σκλάβοι και περπατούμε γυμνοί δώθε και κείθε κι ἀλλάζουμε ολοένα τόπο με τόπο και πλανιόμαστε σαν τ ἀγρίμια στα βουνά και στα σπήλαια. Λυπήσου μας, πανεύφημε, και δώσε μας ανάπαψη, πάψε τη ζάλη και σβήσε την αγανάχτηση που σηκώθηκε καταπάνω μας, παρακαλώντας το Θεό, που δίνει στον κόσμο το μέγα έλεος».

Πηγή: Ασάλευτο Θεμέλιο, Ακρίτας 1996
Το βρήκαμε στην Αέναη επΑνάσταση

Friday, 11 January 2013

Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ο Κοινοβιάρχης καὶ Καθηγητὴς τῆς Ἐρήμου

Ημέρα Εορτής: 11 Ιανουαρίου                        
Εορταζόμενο όνομα: Θεοδόσιος
Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος καταγόταν ἀπὸ τὴν κωμόπολη τῆς Μωγαρισσοῦ, ἡ ὁποία ἀνῆκε στὴν ἐπαρχία τῆς Καππαδοκίας. 
Ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Λέοντος τοῦ Θρακὸς καὶ ἔφτασε ἕως καὶ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Ἀναστασίου (491 – 518 μ.Χ.). Ὁ πατέρας του ὀνομαζόταν Προαιρέσιος καὶ ἡ μητέρα του Εὐλογία. Ἦταν καὶ οἱ δυὸ εὐσεβεῖς καὶ πιστοὶ ἄνθρωποι. Ὁ Θεοδόσιος ὅμως, ἀπὸ θεῖο ζῆλο, δὲν ἀκολούθησε τὴν ἔγγαμο ζωή, ἀλλὰ τὸ μοναχικὸ βίο. Γι’ αὐτὸ ἔφυγε ἀπὸ τὴν πατρίδα του καὶ πῆγε στὰ Ἱεροσόλυμα νὰ προσκυνήσει τοὺς Ἁγίους Τόπους. Στὴ συνέχεια μετέβη στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου ἐπισκέφθηκε τὸν Ἅγιο Συμεὼν τὸν Στυλίτη, ὁ ὁποῖος τὸν ἐμύησε στὰ τῆς μοναχικῆς πολιτείας καὶ τῆς ἀρετῆς καὶ τοῦ προεῖπε ὅτι θὰ γίνει ποιμένας πολλῶν λογικῶν προβάτων. Ἀσκήτεψε κοντὰ στὸ θαυμαστὸ καὶ ἐνάρετο ἀσκητή, ποὺ ὀνομαζόταν Λογγίνος, μὲ τὸν ὁποῖο μαζὶ μελετοῦσε, συζητοῦσε καὶ προσευχόταν καὶ τοῦ ὁποίου σπούδαζε τὴν πνευματικὴ διαύγεια καὶ τὴ μεγάλη ταπεινοφροσύνη.
Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση, ἔφθασε σὲ τόσο ὕψος ἠθικῆς τελειότητας, ὥστε νὰ ἐπιτελεῖ, μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, θαύματα. 
Ὁ Ἅγιος εἶχε κατασκευάσει ἕναν τάφο γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὥστε βλέποντάς τον νὰ ἐνθυμεῖται τὸ θάνατο. 
Τὸν τάφο αὐτὸν ἐγκαινίασε μὲ τὸν θάνατό του ἕνας Ἅγιος ἀσκητής, ὀνόματι Βασίλειος. Τὸν ἀσκητὴ λοιπὸν αὐτόν, ἐνῶ εἶχε πεθάνει, μόνο ὁ Θεοδόσιος καὶ ἕνας ἄλλος μοναχὸς τὸν ἔβλεπαν νὰ στέκεται ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους μοναχοὺς καὶ νὰ συμψάλλει. Στοὺς ὑπόλοιπους μοναχοὺς ὁ Βασίλειος ἦταν ἀθέατος. Ἕνα ἄλλο θαῦμα τοῦ Ἁγίου, εἶναι τὸ ὅτι σὲ ἕναν τόπο στὸν ὁποῖο πρόκειται νὰ ἱδρύσει μοναστήρι, ἄναψε σβησμένα κάρβουνα, χωρὶς νὰ ἔχει φωτιά.

Ἀλλὰ καὶ τὸ προορατικὸ χάρισμα εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ Ἅγιος. Ἔτσι προεῖπε τὴν καταστροφὴ ποὺ θὰ γινόταν στὴν Ἀντιόχεια ἀπὸ μεγάλο σεισμό.
Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὑπῆρξε καὶ καθηγητὴς πολλῶν μοναχῶν στὴν ἀσκητικὴ ζωή. Δὲν ἄργησε ἔτσι πλησίον του νὰ σχηματισθεῖ κοινοβιακὴ ζωὴ ποὺ τὸν εἶχε ὡς κέντρο καὶ ὁδηγό. Ὁ ὑπερβολικὸς ἀριθμὸς τῶν μοναχῶν ποὺ συγκεντρώθηκαν κοντά του, τὸν ἔκανε νὰ σκεφθεῖ ποὺ θὰ ἦταν προτιμότερο νὰ ἱδρύσουν κοινοβιακὸ μοναστήρι. Μετὰ ἀπὸ προσευχὴ καὶ σκέψη ἐξέλεξαν ἐρημικὸ τόπο, πέραν τῆς Νεκρᾶς Θάλασσας, ἡ ὁποία ἀπέχει ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα ἀρκετὲς ὧρες. Ἐκεῖ τὸ μέγα πλῆθος τῆς ἀδελφότητας, ἔκτισε σὲ λίγο χρόνο μονὴ μὲ ἐκκλησία καὶ νοσοκομεῖα, καθόσον ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου ἔφερε ἐκεῖ πλήθη ποὺ ζητοῦσαν τὴν συμβουλή του, τὴν εὐλογία του ἣ τὴν ὑλική του βοήθεια. Ἐκεῖνος τοὺς δεχόταν πατρικὰ πάντοτε, τοὺς καθοδηγοῦσε, τοὺς ἐνθάρρυνε ἢ τοὺς παρακαλοῦσε, σὰν νὰ ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔπασχε καὶ εἶχε ἀνάγκη τῆς ἰατρείας. Στὶς ὧρες τοῦ μεσονυκτίου ἀνέτεινε τὰ χέρια του στὸν οὐρανὸ καὶ ζητοῦσε ἐνίσχυση καὶ χάρη καὶ ἄφεση γιὰ ἀνθρώπους, πρὸς τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγων ὡρῶν ἦταν ἐντελῶς ἄγνωστος.
Ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος, ἀφοῦ ἔφθασε σὲ βαθύτατο γῆρας, κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη. Ἡ εἴδηση τῆς κοιμήσεώς του διαδόθηκε σὰν ἀστραπή. Καὶ ἔτρεξαν πολλοί, λαϊκοί, κληρικοὶ καὶ μοναχοί, ἀκόμη καὶ Ἐπίσκοποι, γιὰ νὰ ἀσπαστοῦν τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου ἀνδρός, ποὺ στάθηκε γιὰ ὅλους φιλόστοργος πατέρας καὶ προστατευτικὸς ἀδελφός. Καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων προσῆλθε νὰ ἀσπασθεῖ καὶ νὰ παραστεῖ στὴν ἐξόδιο Ἀκολουθία. Μεγάλη δὲ ὑπῆρξε ἡ συγκίνησή του, ὅταν βρέθηκε ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ σκηνώματος τοῦ Ὁσίου. Ἡ σύναξή του ἐτελεῖτο στὸ σεπτὸ Ἀποστολεῖο τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Πέτρου, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν Ἁγία Σοφία.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀρεταῖς θεοσδότοις ἐκλάμψας Ὅσιε, Μοναστικῆς πολιτείας ὤφθης λαμπρὸς χαρακτήρ, καὶ φωστὴρ θεοειδὴς Πάτερ καὶ ἔξαρχος, Θεοδόσιε σοφέ, τῶν Ἀγγέλων μιμητά, θεράπων ὁ τῆς Τριάδος· ἣν ἐκδυσώπει ἀπαύστως,ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τὴ ὑπερμάχω.
Πεφυτευμένος ἐν αὐλαῖς ταῖς τοῦ Κυρίου σου
Τὰς σὰς ὁσίας ἀρετὰς τερπνῶς ἐξήνθησας
Καὶ ἐπλήθυνας τὰ τέκνα σου ἐν ἐρήμῳ,
Τῶν δακρύων σου τοῖς ὄμβροις ἀρδευόμενα,
Ἀγελάρχα τῶν Θεοῦ θείων ἐπαύλεων·
Ὅθεν κράζομεν, χαίροις Πάτερ Θεοδόσιε.
Μεγαλυνάριον.
Δόσιν θεοδώρητον εἰληφώς, δόσεσιν ὁσίαις, τὰς χορείας τῶν Μοναστῶν, ἱερῶς ῥυθμίσας, δοτοὺς Θεῷ προσῆξας, τοὺς σοὶ ἐφαπομένους, ὦ Θεοδόσιε.

Ιερά Μονή Οσίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου
στον Άγιο Στέφανο Αττικής

Το έτος 1967 ιδρύθη ως Ησυχαστήριο Κάθισμα. Το έτος 1982 ανυψώθη ως Γυναικεία Ιερά Μονή του οσίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου. Το 1986 κατεστράφη εκ θεμελίων από σεισμού. Το 1987 κτίζεται εκ θεμελίων. Το Καθολικό τιμάται επ' ονόματι του οσίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου και εορτάζει την 11ην Ιανουαρίου. Ιερά Λείψανα: Ελάχιστα τεμάχια Ιερών Λειψάνων οσίου Θεοδοσίου του Κοινοβιάρχου, μικρό τεμάχιο Αγίας κάρας οσίας Θεοδοσίας της Κωνσταντινοπολιτίσσης (29 Μαίου).

Άγιος Στέφανος, Τ.Κ. 14565
Δήμος Διονύσου, Νομός Αττικής
Τηλ.: 2108140445

Saturday, 7 January 2012

Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος: Βλασταράκια από χόρτα έτρωγε και μέλι άγριο. Ένα τρίχινο κουρέλι φορούσε...

Άγιος: Σημαίνει τον καθαρό, τον ευσεβή, τον απαλλαγμένο από αμαρτίες, τον ιερό, στον οποίο οφείλουμε τιμή και σεβασμό.  
Ετυμολογικά προέρχεται από το ρήμα άζω - άζομαι που σημαίνει τιμώ, σέβομαι. 

άγιος, -αγία, -άγιον: αρχαία ελληνική,  
1: που έχει σχέση με το Θεό,
2: που έχει ζήσει τη ζωή του σύμφωνα με τις οδηγίες της θρησκείας του,
3: που είναι πολύ καλός και ήρεμος

Τα έβαλε με την διεφθαρμένη εξουσία.
Στηλίτευσε με πάθος όλους τους επίορκους.
Ποιος παίρνει αυτό τον τίτλο; Ποιος θεωρείται Άγιος;
Κατά την γνώμη μου, σύμφωνα με την αρχαία ελληνική λέξη, αυτός που σέβεται τις αξίες, που δεν προδίδει τα πιστεύω του, αυτός που αγωνίζεται  γι αυτά που πιστεύει. Αυτός που δεν παρεκκλίνει του στόχου.

 Ένα πολύ ωραίο video
για μικρά και μεγάλα χαμομηλάκια :)
Αυτό έκανε ο Ιωάννης. Σε όλη του την ζωή προσπάθησε να είναι στην ευθεία οδό. Να κάνει το σωστό, να μην παραβεί τις αξίες του. Στον ίδιο στόχο παρακινούσε όλους τους συνανθρώπους του. Αυτή ήταν η ζωή του. Προσπαθούσε με όλη την δύναμη της ψυχής του να οδηγήσει τους συνανθρώπους του στη Σωτηρία. Στη Γαλήνη και ηρεμία της ψυχής του. Με τον μοναδικό τρόπο που είναι εφικτό αυτό. Κάνοντας το σωστό και το άριστο.
Και δεν ήταν μόνο λόγια ο Ιωάννης, ήταν και έργα.
Τα έβαλε με την διεφθαρμένη εξουσία. Στηλίτευσε με πάθος όλους τους επίορκους.
Κατήγγειλε την ανώτατη εξουσία, τους βασιλείς. Τους κατήγγειλε με πάθος και ένταση, ακόμη και όταν τον φυλάκισαν.
Έγινε η τύπτουσα συνείδηση κάθε άρχοντα και αρχόντισσας, ακόμη και όταν τον απείλησαν  με θάνατο.
Και δεν λιποψύχησε ακόμα και όταν πήγε ο δήμιος μπροστά του για να τον αποκεφαλίσει.
Κι αυτό, το έκανε για τους άλλους. Δεν το έκανε για τον εαυτό του.
Αυτός, ήταν ο απόλυτος ασκητής. Ακρίδες (βλαστάρια χόρτων) και άγριο μέλι έτρωγε. Ένα κουρέλι φορούσε για ένδυμα.
Ο Ιωάννης θυσιάστηκε για όλους εμάς. Θυσιάστηκε με πλήρη επίγνωση και με ελεύθερη βούληση. Έδωσε τη ζωή του ως τελευταίο χτύπημα στην Εξουσία.
Αυτός που αξιώθηκε να "δει" ότι ήρθε η ώρα για τον Σωτηρία του κόσμου. Και Προ-είπε, προφήτευσε το επικείμενο. Την έναρξη του έργου του Χριστού.
Είναι αυτός που άνοιξε τον Δρόμο, για αυτό και τον Είπαν Πρόδρομο.

Το χαμομηλάκι

Tuesday, 29 November 2011

Ο Άγιος Ανδρέας, ο Ανδρείος

Ο Άγιος Ανδρέας ο Απόστολος και ο Πρωτόκλητος

Όλοι οι Απόστολοι, εκτός του Ιούδα, προέρχονταν από την Γαλιλαία, περιοχή της Παλαιστίνης, εκτός Ιουδαίας. Όλοι οι μαθητές του Χριστού, εκτός του Ιωάννη, μαρτύρησαν με τραγικό θάνατο. Ο Χριστός σταυρώθηκε από τους Ιουδαίους και οι μαθητές Του εκδιώχθηκαν κακήν κακώς. Οι μεγαλύτεροι διωγμοί της ιστορίας προκλήθηκαν από τους Ρωμαίους σε βάρος των Χριστιανών.
Ένας λαός μόνο δέχτηκε τους μαθητές του Χριστού και τους μαθητές Του. Ο Ελληνικός λαός. Στο ελεύθερο πνεύμα των Ελλήνων ήρθε και έδεσε ως συμπλήρωμα ο Λόγος του Χριστού. Ο λαός που γαλουχήθηκε από ένα Πλάτωνα, έναν Αριστοτέλη δέχτηκε τον Λόγο του Ευαγγελίου, τον γραμμένο στα Ελληνικά ως ολοκλήρωσή του.
Ο Ανδρέας ο Πρωτόκλητος, ο πρώτος μαθητής του Χριστού, του Κεχρισμένου, αφού γύρισε τον κόσμο όλο, έδωσε την ζωή του για να σωθεί η ζωή ενός. Η ζωή του εκτελεστή του.
Προτιμώ, είπε, να σωθείς εσύ, παρά εγώ, είπε στον εκτελεστή του.  Ο Ανδρέας, είχε και την ευκαιρία και την επιλογή. Και επέλεξε την σωτηρία του διώκτη του με την τίμημα την ζωή του. Όπως έκαναν όλοι οι μαθητές του Χριστού, βασανίστηκαν, και θανατώθηκαν υποστηρίζοντας τις ιδέες τους, την πίστη τους, την ελευθερία τους. Οι περισσότεροι στην χώρα που δίδαξε την ελευθερία. Χωρίς κανένα, ούτε το ελάχιστο προσωπικό συμφέρον.
Ο πατρινός λαός τίμησε τον Αντρέα και έφτιαξε τον μεγαλύτερο Ναό στα Βαλκάνια. Και τον τιμά ακόμη.
---------------------------------------- 
Ο Ανδρέας (ή Ανδρεύς ή Ανδρείας) ήταν αδελφός του Σίμωνα Πέτρου. Φέρει ελληνικό όνομα και καταγόταν από την πόλη Βηθσαϊδά της Γαλιλαίας. Με τον αδελφό του, Σίμωνα Πέτρο, μετερχόταν το επάγγελμα του ψαρά στη λίμνη της Τιβεριάδος.
Ο Ανδρέας μαζί με τον αδελφό του τον Πέτρο ήταν οι πρώτοι που κλήθηκαν και ακολούθησαν τον Χριστό. Έτσι, ο Ανδρέας αποκαλείται και «Πρωτόκλητος».
Μετά την Πεντηκοστή και το σχηματισμό της πρώτης Εκκλησίας, με τον αδερφό του Πέτρο και άλλους μαθητές βρέθηκαν στη Σινώπη του Ευξείνου Πόντου, έχοντας ως ορμητήριο μια νησίδα κοντά στη Σινώπη, ο Ανδρέας μαζί με το Ματθία και άλλους μαθητές πήγαν στην Αμισό (Σαμψούντα), όπου ίδρυσαν Εκκλησία. Αφού περιήλθε τις περιοχές του Πόντου, της Ιβηρίας και την Παρθία γύρισε στα Ιεροσόλυμα μάλλον το 34 μ.Χ.
Στη δεύτερη πορεία του, μέσω της Αντιοχείας, πήγε στην Έφεσο, τη Λαοδίκεια της Φρυγίας, την Οδυσσούπολη της Μυσίας, στη Νίκαια και την ευρύτερη περιοχή της Βιθυνίας, τη Νικομήδεια, τη Χαλκηδόνα, την Άμαστρη, για να καταλήξει και πάλι στη Σινώπη. Αργότερα επισκέφτηκε τη Σαμψούντα και την Τραπεζούντα, τους Αλανούς, τους Ζηκχούς, τους Βοσπορινούς και τους Χερσονήτες για να επιστρέψει στη Σινώπη. Στη συνέχεια πέρασε από το Βυζάντιο, την Ηράκλεια της Θράκης, τη Μακεδονία και την Πελοπόννησο με τελικό σταθμό την Πάτρα. Με ορμητήριο την Πάτρα ο Ανδρέας κήρυττε σε όλη την Αχαΐα την εποχή που ήταν ανθύπατοι ο Λεσβίος και ο διάδοχος του Αιγεάτης. Εκεί η διδασκαλία του καρποφόρησε. Ακόμα και η Μαξιμίλλα, σύζυγος του ανθύπατου Αιγεάτου, πίστεψε στο Χριστό. Το γεγονός αυτό εκνεύρισε τον ανθύπατο και με την παρότρυνση ειδωλολατρών ιερέων συνέλαβε τον Ανδρέα. Παρόλο που έδωσε εντολή να σταυρωθεί ο Άγιος, φοβήθηκε την οργή του λαού που τον αγαπούσε πολύ και πήγε να τον κατεβάσει από τον σταυρό. Όμως ο Άγιος του είπε: «Καλύτερα είναι να σώσεις τον εαυτό σου από τα δεσμά της απιστίας, παρά εμένα από τον σταυρό.» Ο Αιγεάτης κατάλαβε πόσο άσχημα του είχε φερθεί και έδωσε τέλος στην ζωή του πέφτοντας από τα Ψηλά Αλώνια.

Η σκωτική παράδοση θεωρεί τον Ανδρέα προστάτη άγιό της από το 750 και θέλει το λείψανό του να μετακομίστηκε στη Σκωτία. Η σημαία των Πικτών και Σκώτων έφερε τον χιαστό Σταυρό, σύμβολο του μαρτυρίου του Αγίου Ανδρέα, ο οποίος μετά την ένωση της Σκωτίας με την Αγγλία συμπεριελήφθη στην Αγγλική σημαία. Υπάρχει επίσης αρχαία ρωσική παράδοση για την εισαγωγή του χριστιανισμού στην Ρωσία από τον Απόστολο Ανδρέα, καθώς θρυλείται ότι έφτασε κηρύττοντας μέχρι το Κίεβο.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον τιμά ως ιδρυτή του και πρώτο επίσκοπο Βυζαντίου.
Είναι πολιούχος της Πάτρας και στον ναό του Αγίου Ανδρέα φυλάσσεται μέχρι σήμερα ο σταυρός πάνω στον οποίο άφησε την τελευταία του πνοή ο Άγιος. Η εκκλησία τιμά την μνήμη του στις 30 Νοεμβρίου. 
[ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ] [ΠΥΛΕΣ.TV].

Η μεγαλύτερη Εκκλησία στην Ελλάδα


Η μεγαλύτερη εκκλησία στην Ελλάδα όσο και στα Βαλκάνια είναι ο ναός του πολιούχου της Πάτρας Άγιος Ανδρέας, είναι χτισμένος νότια της Πάτρας στο μέρος όπου μαρτύρησε ο Απόστολος Ανδρέας (66 μ.Χ.).
Η εκκλησία του Αγίου Ανδρέα, είναι βυζαντινού ρυθμού, η θεμελίωση του οποίου έγινε από το βασιλιά Γεώργιο Α΄, το 1908.Την επίβλεψη της ανέγερσης του ναού την ανέλαβε ο αρχιτέκτονας Μεταξάς και μετά το θάνατο του, το 1937, ο αρχιτέκτονας Νομικός. 
Ο κεντρικός τρούλος έχει ύψος 46 μέτρα και επάνω του είναι τοποθετημένος ένας επίχρυσος σταυρός πέντε μέτρων και δώδεκα μικρότεροι, ένας καθαρά συμβολισμός για το Χριστό και τους δώδεκα μαθητές του.
Το εσωτερικό εμβαδόν του ναού είναι 2.000 τετραγωνικά μέτρα και αθροίζοντας και το εμβαδόν από τους γυναικωνίτες μπορούν να εκκλησιαστούν πάνω από 7500 άτομα. Οι αγιογραφίες του ναού είναι δημιούργημα τέχνης του αγιογράφου Ι. Καρούσου. Ο Ναός εγκαινιάσθηκε επίσημα στις 26 Σεπτεμβρίου του 1974. [Συλλεκτικό Παζάρι]

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki