«Τι πιότερο ζητάμε όλοι οι άνθρωποι;
Έναν κόσμο, λέει,
που δε θα μας ποδοπατάνε τα όνειρα
που δε θα μας γκρεμίζουν το κατώφλι
που θα μπορούμε να χαμογελάμε
μ’ ένα μεγάλο γέλιο, ολοστρόγγυλο, πλατύ
να, σαν αυτόν τον ήλιο που ανεβαίνει»
Το ποίημα βρίσκεται στη συλλογή
Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1997 σελ 94
Showing posts with label Λειβαδίτης Τάσος. Show all posts
Showing posts with label Λειβαδίτης Τάσος. Show all posts
Monday, 2 September 2024
Sunday, 9 June 2024
Τάσος Λειβαδίτης — Νυχτερινός άνεμος
Κάποτε θα εγκαταλείψω όλες τις
προσδοκίες μου για να γεννηθεί
ένας λόγος αληθινός
οι νύχτες μου αγρύπνησαν πάνω στο στήθος
των αγαλμάτων
κι άξαφνα ένας τρελός φώναζε κι έβγαινε
ο κούκος του φεγγαριού
είμαι λυπημένος σαν μια μικρή άρρωστη
που της αρνήθηκαν τον
κήπο...
Συνέχεια στα Τετράδια της Αμπάς
Saturday, 15 July 2023
Τάσος Λειβαδίτης — «Ο τυφλός με τον λύχνο» / Η Ποίηση της Ταπεινότητας
Εμείς πορευόμαστε ως τυφλοί στον κόσμο τούτο.
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι
Κουβαλούμε τον λύχνο μας,
ίσως και συναντήσουμε την αλήθεια του κόσμου τούτου
.................
Τυφλοί μέσα στα απατηλά πέπλα του κόσμου της φθοράς και του θανάτου, αναζητούμε απεγνωσμένα εν τέλει αυτήν την αλήθεια και αυτό το φως.
Αυτήν την αλήθεια μας την αποκαλύπτει η ποίηση. Ο ποιητής που βγαίνει μαζί μας στον δρόμο, με εκείνον τον λύχνο της θαλπωρής και της ταπεινότητος.
...............
Τυφλοί μέσα στα απατηλά πέπλα του κόσμου της φθοράς και του θανάτου, αναζητούμε απεγνωσμένα εν τέλει αυτήν την αλήθεια και αυτό το φως.
Αυτήν την αλήθεια μας την αποκαλύπτει η ποίηση. Ο ποιητής που βγαίνει μαζί μας στον δρόμο, με εκείνον τον λύχνο της θαλπωρής και της ταπεινότητος.
...............
Θέλω να πω ότι κάθε νύχτα έπρεπε να τα παίζω όλα, και
μάλιστα χωρίς να ’ναι κανείς στην άλλη πλευρά του τραπεζι-
ού - κανείς; αστείοι που είμαστε – αντίκρυ μου εκεί, κάθε νύ-
χτα, στέκεται ο Θεός, εγώ προσπαθώ να του ξεφύγω, εφευρίσκω
πανουργίες, θανάσιμα αμαρτήματα, κάνω αποτρόπαιες σκέψεις,
αλλά Εκείνος με διεκδικεί ολόκληρο, λυσσάω που δεν μπορώ να
βρω μια υπεκφυγή, μια διέξοδο...
... Ώσπου αρχίζει να ξημερώνει. Ανοίγω τότε το παράθυρο και
άθελά μου χαμογελώ. Ο Θεός, για μια ακόμα φορά, με κέρδιζε
με την καινούργια μέρα του.
μάλιστα χωρίς να ’ναι κανείς στην άλλη πλευρά του τραπεζι-
ού - κανείς; αστείοι που είμαστε – αντίκρυ μου εκεί, κάθε νύ-
χτα, στέκεται ο Θεός, εγώ προσπαθώ να του ξεφύγω, εφευρίσκω
πανουργίες, θανάσιμα αμαρτήματα, κάνω αποτρόπαιες σκέψεις,
αλλά Εκείνος με διεκδικεί ολόκληρο, λυσσάω που δεν μπορώ να
βρω μια υπεκφυγή, μια διέξοδο...
... Ώσπου αρχίζει να ξημερώνει. Ανοίγω τότε το παράθυρο και
άθελά μου χαμογελώ. Ο Θεός, για μια ακόμα φορά, με κέρδιζε
με την καινούργια μέρα του.
Thursday, 20 April 2023
Ανάσταση (Τάσος Λειβαδίτης)
«Δε σ’ ακολουθώ πια» φώναξα, μα
εκείνος μ’ έσπρωξε, το αμάξι κατρακύλησε μες στη νύχτα, πού πηγαίναμε;
στις γωνιές, με μεγάλα κάτωχρα πρόσωπα, στέκανε οι Σιωπηλοί, μόλις
προφταίναμε να παραμερίσουμε για να μη μας γκρεμίσουν,
……κι οι οργανοπαίχτες που ακολουθούσαν, μισομεθυσμένοι, με την ψυχή τους απροστάτευτη απ’ τη βροχή, φορούσαν κάτι σταχτιά, στραπατσαρισμένα καπέλα, απ’ αυτά που βρίσκονται στον ουρανό, μαζί με τα παιδιά και τους σαστισμένους,
……κι αυτό το κάθαρμα ο αμαξάς προσπαθούσε να κρύψει μ’ ένα σάλι το βρόμικο μούτρο του, ενώ εγώ ήξερα πως ήταν εκείνος ο αλήτης, που μια νύχτα αρνήθηκα να πιω ένα ποτήρι μαζί του,
……έπρεπε να ξεφύγω, γλίστρησα κρυφά και νοίκιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα απόμερο ξενοδοχείο, μα όπως εκείνη τη νύχτα με μαστίγωνε η πόρνη, κι άκουγα τη θεία εκμυστήρευση, ήρθε και γονάτισε δίπλα μου,
……τότε τον ακολούθησα, κι όπως βαδίζαμε, είδαμε άυπνο και χλωμό τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, «πλαγιάζω στον τάφο και τρέμω, πως κάθε τόσο θα με ξανασηκώσουν» είπε λυπημένος,
……γιατί αν χρειάζονταν κάποιον να βοηθήσει για το σταυρό, πάλι αυτόν θα συναντούσαν στο δρόμο.
Τάσος Λειβαδίτης, Ανάσταση, από τη συλλογή Νυχτερινός επισκέπτης (1972), ενότητα, Διασπορά, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του Κέδρου, σελίδα 56
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι
……κι οι οργανοπαίχτες που ακολουθούσαν, μισομεθυσμένοι, με την ψυχή τους απροστάτευτη απ’ τη βροχή, φορούσαν κάτι σταχτιά, στραπατσαρισμένα καπέλα, απ’ αυτά που βρίσκονται στον ουρανό, μαζί με τα παιδιά και τους σαστισμένους,
……κι αυτό το κάθαρμα ο αμαξάς προσπαθούσε να κρύψει μ’ ένα σάλι το βρόμικο μούτρο του, ενώ εγώ ήξερα πως ήταν εκείνος ο αλήτης, που μια νύχτα αρνήθηκα να πιω ένα ποτήρι μαζί του,
……έπρεπε να ξεφύγω, γλίστρησα κρυφά και νοίκιασα ένα δωμάτιο σ’ ένα απόμερο ξενοδοχείο, μα όπως εκείνη τη νύχτα με μαστίγωνε η πόρνη, κι άκουγα τη θεία εκμυστήρευση, ήρθε και γονάτισε δίπλα μου,
……τότε τον ακολούθησα, κι όπως βαδίζαμε, είδαμε άυπνο και χλωμό τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, «πλαγιάζω στον τάφο και τρέμω, πως κάθε τόσο θα με ξανασηκώσουν» είπε λυπημένος,
……γιατί αν χρειάζονταν κάποιον να βοηθήσει για το σταυρό, πάλι αυτόν θα συναντούσαν στο δρόμο.
Τάσος Λειβαδίτης, Ανάσταση, από τη συλλογή Νυχτερινός επισκέπτης (1972), ενότητα, Διασπορά, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του Κέδρου, σελίδα 56
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι
Thursday, 2 March 2023
«Αντίο» - Τάσος Λειβαδίτης
Κάποτε μια νύχτα θ’ ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων για
να περάσουν οι παλιές μέρες
οι κλειδούχοι θα 'χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν
μαργαρίτες απ’ τα παιδικά μας πρωινά
κανείς δεν έμαθε ποτέ πώς έζησα, κουρασμένος από τόσουςνα περάσουν οι παλιές μέρες
οι κλειδούχοι θα 'χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν
μαργαρίτες απ’ τα παιδικά μας πρωινά
χειμώνες
τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν
ειπώθηκαν
οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι
πού είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;
κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες,
αλλά απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε
πάντοτε έξω
όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που παίζω την
τυφλόμυγα με τους νεκρούς μου φίλους.
Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία
ποιήματα δε θα γραφτούν ποτέ…
Από τη συλλογή «Βιολέτες για μια εποχή», (1985)
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι
Tuesday, 19 February 2019
Τάσος Λειβαδίτης — Αλληλογραφία
τ' απογεύματα οι φωνές των παιδιών που παίζουν μοιάζουν μ' ένα
παραμύθι που δε μας το τέλειωσαν και γυρίζει και μας αναζητά
μυστηριώδεις υποθέσεις - την άνοιξη θα μάθουμε τα νέα
..........
ολόκληρο το ποίημα στα Τετράδια της Αμπάς
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι
Saturday, 16 February 2019
Τάσος Λειβαδίτης — Τραγούδι στο δρόμο (Παλιό τραγούδι)
Τα κάγκελα του κήπου υγρά απ' τη βροχή σαν τους φτωχούς που
τους αφήνουν έξω
αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα -
σαν ήμασταν παιδιά κρυβόμαστε κάτω απ' τη σκάλα κι όταν
βγαίναμε είχαμε αφήσει εκεί ένα βασιλικό πεπρωμένο
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο, η θλίψη πιο δίκαιο
κι αργότερα νέοι αγκαλιάσαμε το πρώτο δέντρο και του
διηγηθήκαμε τα περασμένα
άχαρες μέρες που φύγατε κι όμως αφήσατε μια ανάμνηση
συγκινητική
κι εγώ που υπήρξα τρελός για το αύριο κοιτάζω τώρα με αγωνία
να προχωρούν οι λεπτοδείχτες στα ρολόγια.
Συνέχεια στα
Τετράδια της Αμπάς
Monday, 25 December 2017
Τάσος Λειβαδίτης — Η Γέννηση
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα.
Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες –μου λέει– γεννήθηκε η ευσπλαχνία!»
«Είδες –μου λέει– γεννήθηκε η ευσπλαχνία!»
Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Από την ενότητα «Ο Ιησούς» της ποιητικής σύνθεσης
Thursday, 10 April 2008
Καληνύχτα σας, με τη «Δραπετσώνα» του Τάσου, του Μίκη και του Γρηγόρη...
Μ' αίμα χτισμένο, κάθε πέτρα και καημός
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ' τη δουλειά
εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά
Η περιοχή της Δραπετσώνας είναι κατεξοχήν προσφυγικός δήμος, αφού δέχτηκε
αμέσως μετά τη μικρασιατική καταστροφή του 1922 ένα μεγάλο κύμα προσφύγων που
γλίτωσε από τα χέρια των Τούρκων.
κάθε καρφί του πίκρα και λυγμός
Μα όταν γυρίζαμε το βράδυ απ' τη δουλειά
εγώ και εκείνη όνειρα, φιλιά
Το 'δερνε αγέρας κι η βροχή
μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε ψυχή.
Πάρ' το στεφάνι μας, πάρ' το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί
Ένα κρεβάτι και μια κούνια στη γωνιά
στην τρύπια στέγη του άστρα και πουλιά
Κάθε του πόρτα ιδρώτας κι αναστεναγμός
κάθε παράθυρό του κι ουρανός
Μα όταν ερχόταν η βραδιά
μες στο στενό σοκάκι ξεφαντώναν τα παιδιά
Αχ, το σπιτάκι μας, κι αυτό είχε καρδιά
Πάρ' το στεφάνι μας, πάρ' το γεράνι μας
στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή
Κράτα το χέρι μου και πάμε αστέρι μου
εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί
Subscribe to:
Posts (Atom)










