Showing posts with label Ιστορίες Αγάπης. Show all posts
Showing posts with label Ιστορίες Αγάπης. Show all posts

Monday, 25 December 2023

Δυο μωρά σε μία Φάτνη — Μια ιστορία ζωής

Η ιστορία αυτή είναι διασκευή από ένα ισπανικό  βιβλίο που προέκυψε από μια επίσκεψη σε ένα ορφανοτροφείο δυο εκπαιδευτικών.
Το 1994 δυο εκπαιδευτικοί Αμερικανοί ανταποκρίθηκαν σε μια πρόσκληση για να διδάξουν ηθική στις δημόσιες σχολές, στηριζόμενοι στις βιβλικές αρχές.
Είχαν διδάξει σε φυλακές, σε επιχειρήσεις, στην αστυνομία και στο τέλος σ' ένα μεγάλο ορφανοτροφείο της Ισπανίας.
Σε αυτό το ορφανοτροφείο υπήρχαν 100 περίπου παιδια που ηταν εγκαταλειμμένα από τους γονείς τους.
 

Πλησίαζαν οι γιορτές του 1994 και τα παιδιά του ορφανοτροφειου άκουγαν για πρώτη φορά απο τους δυο Αμερικάνους την ιστορία της Γέννησης του Χριστού. Έμαθαν για την αφιξη τησ Παρθένου Μαρίας και του Ιωσήφ στη Βηθλεεμ που δεν βρηκαν τοπο στα πανδοχεια και ετσι πηγαν σε ενα σταβλο οπου γεννηθηκε ο μικρός Ιησούς και τοποθετηθηκε σε μια φατνη.
Κατα τη διαρκεια τησ ιστοριασ τα παιδια δεν μπορουσαν να συγκρατησουν την καταπληξη τουσ. Προσπαθουσαν να μη χασουν ουτε μια λεξη απο την αφηγηση.
Όταν τελειωσαν την ιστορια, εδωσαν στα παιδια τρια κομματια χαρτονι για να κανουν μια φατνη. Τους εδωσαν επίσης χρωματιστεσ κίτρινες πετσετεσ οπου κοβοντασ τισ εβαλαν για αχυρο, λιγη τσοχα καφε για να φτιαξουν τη φιγουρα του μωρου και ενα μικρο κουρελακι για κουβερτα.
Όλα λοιπον τα ορφανα αρχισαν να φτιαχνουν βιαστικα τισ φατνεσ.
Όλα πηγαιναν καλα μεχρι που εφτασε η σειρα ενοσ μικρου παιδιου του Μίσα, για να δειξει τι ειχε κανει. Φαινοταν μεχρι εξι χρονων και ειχε τελειωσει πρωτοσ τη φατνη.
Τον πλησιασαν οι δυο αμερικανοι και εκπληκτοι κοιταζοντασ τη φατνη,ειδαν μεσα δυο μωρα αντι για ενα. Κ
οιταγαν απορημενοι και εκπληκτοι φωναξαν γρηγορα τον διερμηνεα για να ρωτησουν τι συμβαινει.
Ο μικρός Μίσα σταυρωσε τα χερια του και παρατηρώντας τη φατνη, αρχισε να διηγειται την ιστορια τησ γεννησησ. Η αφήγηση ενοσ παιδιου που ακουγε την ιστορια μια μονο φορα ηταν πολυ καλη, μεχρι που εφτασε στο σημειο που η Μαρία εβαλε το μωρο στη φατνη.
 

Εκεί ο μικρός Μίσα άρχισε να επινοεί το δικό του τέλος για την ιστορία, και άρχισε να λέει:
«Και όταν η Παρθένος Μαρία άφησε το μωρό στη φάτνη, ο Ιησούς με κοίταξε και με ρώτησε εάν είχα μέρος να μείνω.
Εγώ του είπα ότι δεν είχα γονείς και γι' αυτό δεν είχα που να μείνω.
Τότε ο Ιησούς μου είπε ότι μπορούσα να μείνω εκεί μαζί του.
Του απαντησα οτι δεν μπορουσα, διοτι δεν ειχα καποιο δωρο να του προσφερω οπωσ ολοι.
Σκεφτηκα ομωσ οτι θα μπορουσα να του προσφερω τη ζεστασια μου αφου ηταν μικροσ και μεσα σε μια φατνη.
Γι αυτο τον ρωτησα: 

Εάν σου προσφερω ζεστασια, αυτο θα ειναι καλο δωρο για σενα;
Και ο ιησουσ μου ειπε: 

— Εάν μου προσφέρεις ζεστασιά, αυτό θα ειναι το καλυτερο δωρο που θα μου εχουν δωσει.
Έτσι λοιπον μπηκα κι εγω μεσα στη φατνη ειπε ο μικροσ, αφου ο Ιησούς μου ειπε οτι θα μπορούσα να μείνω εκεί για παντα».
 

Όταν λοιπον ο μικρός τελειωσε τη δικη του ιστορια, τα ματακια του ελαμπαν γεματα απο δακρυα τα οποια μουσκευαν τα μαγουλα του. Σκεπασε το προσωπο του και εσκυψε το κεφαλι του. Tο μικρο ορφανο συναντησε επιτελουσ καποιον ο οποιοσ ποτέ δεν θα το εγκατελειπε, ουτε θα το εκμεταλλευοταν.
Καποιον που θα ηταν μαζι του για παντα αφου ο ιδιοσ ηταν η ζωή!! 


Χριστούγεννα λοιπον δεν ειναι τα φωτα, οι γιρλαντεσ, τα δωρα, τα γελια, η μουσικη, το γιορτινο τραπεζι, τα καλαντα και τα παιχνίδια.
Είναι κατι περισσοτερο απο αυτα τα υλικα.
Ειναι το μεγαλειο που εχουμε μεσα μασ για να δειξουμε συμπονοια, φιλια και αγαπη στουσ γυρω μασ.
Η γεννηση του Χριστού ειναι ιστορικο γεγονοσ, αλλα σημασια εχει να γεννιεται μεσα μασ καθε φορα, αφου εκεινοσ ειναι η αρχη μιασ νέας ζωής. 

Ας τρέξουμε λοιπον, να χαρουμε ολοι τα Χριστούγεννα με την προϋπόθεση ομωσ, τα φετινα να γινουμε πιο ανθρώπινοι.

Αναρτήθηκε από jk o sκρουτζακοs 

Tuesday, 12 July 2022

Η "Γλυκούλα" και ο "Τζουτζούκος", ή το "Κάθαρμα" και η "Βλαμμένη"

Εκείνος περπατούσε καμαρωτός και με γρήγορο βήμα.
Στα χέρια του κρατούσε μία ανθοδέσμη με κατακόκκινα τριαντάφυλλα, μία ντουζίνα, τόσα πρότεινε η γλυκανάλατη ξανθιά με τη μαύρη ρίζα στο ανθοπωλείο. 

Ο,τιδήποτε λιγότερο από δωδεκάδα ήταν απαράδεκτο, καθώς και πολύ φθηνό…
Κρατούσε αγκαλιά και ένα κουτί σοκολατάκια, με γέμιση πάστας αμυγδάλου. Ήταν σε σχήμα καρδούλας και πολύ μοδάτα. 
Έτσι του είπε ο ζαχαροπλάστης, λίγο πριν βάλει στο ταμείο του το εικοσάευρω, θωπεύοντάς το με λατρεία.

Εκείνη βαφόταν μπροστά στον καθρέφτη της. Είχε βάλει το κατακόκκινο κραγιόν, τελευταία δημιουργία της Maybelline, που άστραφτε με κρυστάλλινη λάμψη και τη μάσκαρα που φούσκωνε τις βλεφαρίδες της τρεις φορές περισσότερο. 
Αχ, και πόσο της πήγαιναν, της είπε η κοπελίτσα στο ταμείο του Hondos, σφίγγοντας το πενηντάευρω στη χούφτα της… 
Είχε φορέσει και το κατάμαυρο Nikos-Takis της, -που έκαναν κωλοτούμπες και ο Νίκος και ο Τάκης, όταν το αγόρασε με μετρητά-, και ήταν έτοιμη για τη μεγάλη έξοδο, για να γιορτάσουν μαζί, με πίστη και ευλάβεια, τον Άγιο Βαλεντίνο…

Το κουδούνι χτύπησε κι εκείνη έτρεξε να ανοίξει, αφού έβαλε πρώτα στο αυτί δύο σταγόνες από το νέο Σανέλ, που ήταν τόσο μεθυστικό, όσο έλεγε και η διαφήμιση.

– Τζουτζούκο μου!
– Γλυκούλα μου!

Φιλήθηκαν με πάθος και της έδωσε τα λουλούδια και τα σοκολατάκια.

– Αυτά για σένα, γλυκούλα μου!
– Αχ, τζουτζούκο μου, δεν έπρεπε να το κάνεις! (ένας ξαφνικός βήχας έπιασε απότομα την ανθοπώλη και τον ζαχαροπλάστη…)

Έβαλε τα λουλούδια σε ένα βάζο και πόζαρε μπροστά του με χάρη, περιμένοντας το κολακευτικό σχόλιο για το νέο φόρεμα και το μαλλί-αριστούργημα που χρυσοπλήρωσε στου Τέρη Κικέρη…

– Λοιπόν, πάμε; Έχω κλείσει τραπέζι στο εστιατόριο και θα αργήσουμε, γλυκούλα μου…

Εκείνη δυσανασχέτησε…

– Τζουτζούκο μου, δεν σου αρέσει το νέο μου φόρεμα;
– Είναι πολύ ωραίο, γλυκούλα μου… Σε κάνει πολύ όμορφη…

Το χαμόγελο έφυγε από τα χείλη της και μία γκριμάτσα εγκαταστάθηκε…

– Τι εννοείς, με κάνει; Δεν είμαι, δηλαδή;
– Όχι, γλυκούλα μου, δεν εννοούσα αυτό, είσαι πολύ όμορφη…
– Ναι, αλλά δεν είπες τίποτα για το νέο μου κούρεμα, δεν σου αρέσει;
– Άλλαξες τα μαλλιά σου; Εμένα μου φαίνονται ίδια…
– Σου φαίνονται ίδια, γιατί δεν με προσέχεις ποτέ, αναίσθητε! ξέσπασε εκείνη
– Θα σε πρόσεχα λίγο παραπάνω, αν έλεγες και τίποτε ουσιώδες που και που, όχι μόνο για μαλλιά και φούστες! αντεπιτέθηκε εκείνος.
– Είσαι ένα γουρούνι! Ένα αναίσθητο γουρούνι!
– Κι εσύ είσαι μια ανορεξική σκύλα! Φάε κάνα σοκολατάκι μπας και πάρεις κάνα γραμμάριο πάνω σου!


Η ανθοδέσμη με τα δώδεκα τριαντάφυλλα, μαζί με το βάζο, εκτοξεύθηκαν στον απέναντι τοίχο, καθώς η εξώπορτα έκλεινε με δύναμη.

– Κάθαρμα! ούρλιαξε εκείνη.
– Βλαμμένη! φώναξε απ’ έξω εκείνος.


Ο Τέρης Κικέρης, ο ζαχαροπλάστης, η ανθοπώλις, οι κοπέλες στο Hondos και ο Νίκος παρέα με τον Τάκη, νιώσανε ένα σφίξιμο στην καρδιά… Κάτι κακό είχε συμβεί!

Μυγδαλιά Αρκαδίας
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 24 December 2019

Ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

— Αρκετά πια! Μπουχτίσαμε με τον σπουδαίο σας Θεό!
Ο Αντώνης χτύπησε με έξαψη τη γροθιά του στο χέρι της πολυθρόνας.
Δεν είχε πει καλά-καλά την καλημέρα του. Η Χριστίνα δεν είχε προλάβει να συνέλθει από το ξάφνιασμά της, καθώς τον είδε άξαφνα μπροστά της. Ήταν ακόμα όρθιος μπροστά στην πόρτα, με το τσαντάκι του υπό μάλης κι ένα αδιόρατο χαμόγελο παγωμένο στο ανέκφραστο πρόσωπό του.
Με το άνοιγμα της πόρτας μια ψιλή παιδική φωνή από το μέσα δωμάτιο έφερε ως έξω δροσερές νότες από κάλαντα και γιορτινές μελωδίες. Κι αυτό ήταν αρκετό για να κεντρίσει αμέσως τον επισκέπτη. Τα χείλη του συσπάστηκαν ειρωνικά.
Με τέτοια παραμύθια κοιμίζεις ακόμα τα παιδιά σου; πέταξε πικρόχολα στη νύφη του.
Και χωρίς να περιμένει να του το πουν, πέρασε μέσα, πέταξε το τσαντάκι του στο τραπεζάκι του σαλονιού κι απλώθηκε στη φαρδειά πολυθρόνα.
Η Χριστίνα πειράχτηκε με το θράσος του. Χρόνια είχε ο νεότερος αδελφός του άντρα της να πατήσει στο σπίτι τους. Έκρυψε την ενόχλησή της όμως και δε μίλησε.
Ο Αντώνης δήλωνε άθεος - καμάρωνε άλλωστε πολύ γι’ αυτό - και δεν έχασε την ευκαιρία ν’ αρχίσει αμέσως την «υψηλή θεολογία» του.
Θα ’θελα να ’ξερα πού κρύβεται αυτός ο περίφημος Θεός σας, που λέτε πως κατέβηκε στη γη. Πού εξαφανίζεται, όταν εδώ τον χρειαζόμαστε τόσο πολύ; Γιατί κάνει τον κουφό, κάθε φορά που τον καλούμε απεγνωσμένα για βοήθεια;
 Τί θες να πεις; είπε ξερά η Χριστίνα.
 Δε βλέπω τον Θεό σας να νοιάζεται καθόλου, αν και το κακό πλημμύρισε τον κόσμο. Γι’ αυτό είμαι άθεος! Μιλάω με την απλή, τετράγωνη λογική. Αν υπάρχει, γιατί δεν σταματάει τον πόλεμο, την εκμετάλλευση, τη δυστυχία;
 Δεν είναι απλή η λογική σου, μα απλοϊκή. Οι άνθρωποι τα κάνουν όλ’ αυτά με τη δική τους θέληση. Γιατί φορτώνεις την ευθύνη στον Θεό;
 Οι άνθρωποι τα κάνουν βέβαια, μα πού ’ναι τος αυτός για να τους σταματήσει;
Η Χριστίνα ξεσπάθωσε.
 Θα προτιμούσες δηλαδή να επεμβαίνει δυναμικά; Να πας να κάνεις το κακό και να σε σταματάει με το ζόρι; Να ρίχνει κεραυνό σε κάθε σου παρεκτροπή; Τον θέλεις χωροφύλακα να σε αστυνομεύει; Να καταργήσει την ελευθερία σου; Ε; Αυτό θα ’θελες; Δεν το πιστεύω! Γιατί τότε, πρώτος εσύ θα επαναστατούσες εναντίον του. Θα ’θελες τον Θεό δικτάτορα; Όχι, φίλε μου! Το μεγαλείο του είναι ακριβώς να σ’ έχει ελεύθερο, να διαλαλείς την αθεΐα σου. Να τον αμφισβητείς και να τον απορρίπτεις. Κι όχι απλώς να σε ανέχεται όταν το κάνεις αυτό, αλλά να σ’ αγαπάει κι από πάνω. Το κακό το πολεμάει ο Θεός, μα όχι όπως νομίζεις εσύ. Έχει δικό του τρόπο. Χωρίς να πάψει ν’ αγαπάει αυτόν που το κάνει.
Η Χριστίνα είχε πάρει φόρα για τα καλά. Ο Αντώνης πήγε κάτι να πει, μα την ίδια στιγμή μια εσωτερική πόρτα άνοιξε και στον διάδρομο φάνηκε ο αδελφός του. Με το που είδε τον Αντώνη γούρλωσε τα μάτια του.
— Εσύ από ’δω; Πώς ήταν αυτό; Κάτι συμβαίνει σίγουρα! Αλλιώς δεν θα μας θυμόσουνα ποτέ. Μήπως η μάνα μας;
 Ναι! Είναι δυο μέρες τώρα. Μάλλον εγκεφαλικό. Χρειάζεται πλέον άνθρωπο.
 Μα εσείς δεν μένετε μαζί της;
 Εμείς δεν μπορούμε. Η γυναίκα μου το δήλωσε. Άλλωστε έχουμε προγραμματίσει Ιταλία για τα Χριστούγεννα. Δεν γίνεται ν’ αλλάξουμε!
 Ειδοποίησες την αδελφή μας στην Αθήνα;
 Η Βέτα το ’κοψε ορθά-κοφτά. Δεν έρχεται. Δεν μπορεί, λέει, να νταντεύει αρρώστους.
 Μα είναι η μόνη ελεύθερη, χωρίς υποχρεώσεις. Αν δεν μπορεί αυτή, ποιός μπορεί;
 Εσείς φυσικά! Δεν απομένει άλλος! απάντησε με μια νότα ειρωνείας και κυνισμού ο Αντώνης.
 Μπα! Είμαστε χρήσιμοι τώρα; Γίναμε καλοί; Μας έχετε ανάγκη, ε; Αλλιώς δεν θα ρωτούσατε ούτε αν ζούμε! ξέσπασε η Χριστίνα ξαναμμένη.
Αυτό της έλειπε τώρα! Να ξεσηκωθεί χριστουγεννιάτικα. Να μετακομίσει στο χωριό, δυό ώρες μακριά με τ’ αυτοκίνητο, στην πεθερά της. Ήταν το τελευταίο πρόσωπο που θα ’θελε να δει.
Η σκέψη της κάλπασε γοργά προς τα πίσω, σε μνήμες που ’χε προσπαθήσει να απωθήσει στη λήθη. Από την πρώτη στιγμή που μπήκε στην οικογένεια του άντρα της, ήταν η ανεπιθύμητη. Η πεθερά της δεν έπαψε ούτε στιγμή να της δείχνει τη βαθειά της αντιπάθεια. Δεν τη θεωρούσε άξια για τον γιο της. Προσπάθησε να τους χωρίσει, μα δεν τα κατάφερε. Ούτε όμως και παραιτήθηκε ποτέ απ’ τον σκοπό της. Δέκα χρονών ο πρώτος εγγονός που της χάρισαν, κι αυτή ακόμα πολεμούσε να διαλύσει τον γάμο τους.
Η Χριστίνα πάλεψε να την προσεγγίσει, μα στάθηκε αδύνατο. Η πεθερά της φρόντισε να μεταδώσει την απέχθεια για τη νύφη της και στ’ άλλα της παιδιά. Και τους έβαλαν όλοι στο περιθώριο. Πέντε χρόνια σχεδόν τώρα οι επαφές τους ήταν κομμένες.
Μα να, που τώρα η παραγκωνισμένη νύφη ήταν χρήσιμη. Η Χριστίνα βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Όλο αυτό το διάστημα είχε προσπαθήσει σιγά-σιγά να δαμάσει το πάθος για την πεθερά της. Αγωνίστηκε σκληρά. Τελικά, ακολουθώντας τη φωνή του Θεού και της συνείδησής της και για χάρη του άντρα της, κατάφερε να τη συγχωρήσει. Η ψυχή της είχε ηρεμήσει.
Μα τώρα το πράγμα έπαιρνε άλλη τροπή. Της ζητούσαν πάρα πολλά. Αρχικά απέρριψε κάθε σκέψη να ξαναβρεθεί κοντά στην πεθερά της. Μα όταν πέρασε η πρώτη εντύπωση, κάθισε και το κουβέντιασε με τον άντρα της. Έβλεπαν πως ήταν αναπόφευκτο.
Μέσα από δισταγμούς και υπαναχωρήσεις πήρε επιτέλους την απόφαση να διασχίσει τον Ρουβίκωνα. «Ο κύβος ερρίφθη».
… Με τη βαλίτσα στο χέρι η νέα γυναίκα γύρισε το πόμολο και μπήκε στο δωμάτιο. Στο τρίξιμο της πόρτας η άρρωστη μισάνοιξε τα μάτια της, ενώ μια φευγαλέα ελπίδα ανατάραξε την καρδιά της. Το αδυνατισμένο μυαλό της είχε κολλήσει σε μια και μόνο σκέψη: Η Βέτα! Από στιγμή σε στιγμή θα ’ρχόταν η κόρη της, η Αθηναία, που σαν ελεύθερη που ήταν, θα ’τρεχε δίπλα στην ανήμπορη μάνα της.
Ήρθες, Βέτα; φώναξε ξεψυχισμένα, ενώ τα θαμπωμένα μάτια της πάσχιζαν να ξεδιαλύνουν τη μορφή του ανθρώπου που διαγραφόταν στο άνοιγμα της πόρτας.
Ο γιος της ο Αντώνης που ερχόταν παραπίσω, προσπέρασε την επισκέπτρια και πλησίασε την άρρωστη.
Όχι, μάνα, δεν ήρθε η Βέτα κι ούτε θα ’ρθει. Η νύφη σου είναι, η Χριστίνα.
Η άρρωστη ξανάκλεισε τα μάτια της και δε μίλησε. Ένα δάκρυ στην άκρη των βλεφάρων της φανέρωνε τη βαθειά της απογοήτευση.
Φανερά ταραγμένη η Χριστίνα, παλεύοντας ακόμα με τον εαυτό της, προχώρησε με κόπο στο δωμάτιο. Κοίταξε την άρρωστη. Δεν έβλεπε μπροστά της τη δυναμική γυναίκα που ήξερε. Το εγκεφαλικό την τσάκισε σαν δέντρο που το χτύπησε ο κεραυνός. Μπροστά της κειτόταν ένα ερείπιο. Μισοπαράλυτο το κορμί, παραδαρμένη η σκέψη. Μα κι έτσι πάλι, δεν μπόρεσε να εμποδίσει το κύμα της αποστροφής που τη συντάραξε σύγκορμα στην πρώτη θέα της εχθράς της.
Όμως το είχε αποφασίσει πως θα ’κανε το καθήκον της και θα το ’κανε καλά. Πολέμησε κάθε συναίσθημα και σκέψη που την ξεστράτιζε απ’ τον σκοπό της.
Στρώθηκε αμέσως στη δουλειά. Συγύριζε, έπλενε, τάιζε την άρρωστη, της έδινε τα φάρμακα, καθόταν δίπλα της για συντροφιά.
Πρέπει να τα κάνω όλα σωστά, επαναλάμβανε συνέχεια μέσα της δίνοντας κουράγιο στον εαυτό της.
Όταν τέλειωνε τις δουλειές, έπαιρνε ένα βιβλίο και διάβαζε σιγανά κοντά στο μαξιλάρι της άρρωστης με την ελπίδα πως την άκουγε.
Εκείνη δε μίλαγε ποτέ. Κρατούσε τα μάτια της κλειστά. Στο πρόσωπό της αποτυπώθηκε μόνιμα μια πέτρινη παγερή έκφραση. Ήταν σύμπτωμα της αρρώστιας της; Ή συνέχιζε αμείλικτα τον πόλεμο με τη νύφη της; Η Χριστίνα δεν μπορούσε να μαντέψει.
Στη δική της όμως καρδιά συνέβαινε η αλλαγή. Άρχισε να υποχωρεί η παλιά της απέχθεια. Γεννιόταν μέσα της και θέριευε σιγά-σιγά κάποια συμπόνια για τη θρυμματισμένη ύπαρξη που ’χε μπροστά της. Έπαψε να τη βλέπει εχθρικά. Προσπαθούσε να βλέπει μόνο τον άνθρωπο που πονούσε και βασανιζόταν. Την τσαλαπατημένη εικόνα του Θεού που υπέφερε. Μια καλοσύνη άρχισε σιγά-σιγά να ξεπηδάει απ’ την καρδιά της.
Η βδομάδα πέρασε χωρίς ν’ αλλάξει τίποτε στην καθημερινή ρουτίνα. Ξημέρωναν Χριστούγεννα. Η Χριστίνα κατάκοπη απ’ την αγρύπνια και την κούραση ξεκίνησε το πρωινό τακτοποίημα. Μια ελαφριά μελαγχολία είχε απλωθεί στην καρδιά της. Αλλιώς σχεδίαζε με τα παιδιά της και τον άντρα της τα φετινά τους Χριστούγεννα.
Τέλειωσε τις δουλειές της με την άρρωστη και κάθισε δίπλα της, όπως το συνήθιζε, να πάρει ανάσα. Άνοιξε την τσάντα της. Σήμερα πήρε στα χέρια τη μικρή της Βίβλο. Άρχισε να διαβάζει απ’ την αρχή. Από το Ευαγγέλιο του Ματθαίου που ιστορούσε τη Γέννηση του Χριστού.
Διάβαζε σιγανά και καθαρά και κάπου-κάπου έριχνε κλεφτές ματιές στην άρρωστη. Προχώρησε και στ’ άλλα κεφάλαια, έφτασε στην «επί του όρους ομιλία». Διάβασε μακαρισμούς, θαύματα, παραβολές. Κάποια στιγμή πρόφερε τα λόγια: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς…».
Ξανάριξε το βλέμμα της στην άρρωστη, μα αυτό που είδε την τάραξε. Είχε γυρίσει προς το μέρος της και με μάτια ολάνοιχτα την κοίταζε. Το πρόσωπό της ήταν πλημμυρισμένο στα δάκρυα. Η Χριστίνα σηκώθηκε ξαφνιασμένη.
Μάνα! φώναξε αυθόρμητα.
Πώς βγήκε αυτή η λέξη από το στόμα της; Πρώτη φορά την είπε έτσι στα δεκαπέντε χρόνια που ήταν παντρεμένη.
Η άρρωστη σάλεψε με κόπο το μισοπαράλυτο χέρι της. Φάνηκε σαν κάτι ν’ αποζητάει. Έπιασε το χέρι που της άπλωσε η Χριστίνα και με τη λίγη δύναμη που της απόμενε, το ’σφιξε σιγανά. Τα χείλη της τρεμούλιασαν…
Συχώρεσέ με, κόρη μου!… Συχώρεσέ με!…
Σαν ξεψυχισμένη πνοή ανέμου βγήκε η φωνή από το στόμα της. Κοβόταν από λυγμούς. Η Χριστίνα έγειρε τρυφερά πάνω της και οι δυό γυναίκες, για πρώτη φορά, φιλήθηκαν. Για πρώτη φορά οι ματιές τους, μέσα από ζεστά αχτινοβόλα δάκρυα, αποζήτησαν να σμίξουν η μια με την άλλη σ’ ένα γλυκό, αισθαντικό αντάμωμα.
Να λοιπόν, που ο Θεός κατέβηκε στη γη - ποιός είπε πως δεν κατεβαίνει; - πολέμησε το κακό με την αγάπη του και το νίκησε. Αυτός είναι ο δικός του τρόπος. Πολεμάει το κακό, μα όχι τον άνθρωπο που το κάνει. Δεν εξοντώνει τους κακούς, μα τους μεταμορφώνει. Τους θέλει κοντά του κι αυτούς. Δεν τους συντρίβει. Παιδιά του είναι κι αυτοί, τους αγαπάει.
Πού είσαι, Αντώνη, να δεις πόσο παράξενα πολεμάει ο Θεός;
Η Χριστίνα τηλεφώνησε αμέσως στον άντρα της, που το μεσημεράκι κατέφθασε με τα παιδιά τους.
Αυτά κι αν ήταν χαρούμενα Χριστούγεννα!... 
 
π. Δημητρίου Μπόκου
Χριστούγεννα 2006
Ἀντιύλη. Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα. Τηλ. 26820-25861/23075/6980 898 504. e-mail: antiyli.gr@gmail.com

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Sunday, 30 October 2016

Θα είναι για πάντα η βασίλισσα μου!

Ένας φοιτητής κάθονταν στην καφετέρια της πανεπιστημιούπολης και μελετούσε, όταν πρόσεξε δύο ηλικιωμένους άνδρες να πλησιάζουν και να κάθονται σε ένα κοντινό του τραπέζι. 
Τότε ο ένας από τους ηλικιωμένους άρχισε να μιλά για τη σύζυγό του.
Όταν τελείωσε την φράση του, ρώτησε τον άλλο άντρα να του μιλήσει για την δική του γυναίκα.
Διαβάστε τη απάντηση του, όπως ακριβώς την μετέφερε ο φοιτητής.

Ήμουν 21 χρονών όταν την γνώρισα. Μόλις την είδα να μπαίνει στην αίθουσα το κατάλαβα. Δεν χρειάστηκε καν να ρωτήσω ποια είναι. Σκέφτηκα «αυτή είναι η γυναίκα μου»
Τα υπόλοιπα όλα είναι ιστορία.
Αυτή η γυναίκα ήταν το κάτι άλλο. Κάθε μέρα, έλειπα για 12 ώρες στη δουλειά και όταν γυρνούσα στο σπίτι υπήρχε πάντα φαγητό στο τραπέζι να με περιμένει. Όταν τα παιδιά έπεφταν για ύπνο, ήμασταν τόσο κουρασμένοι που πηγαίναμε κατευθείαν στο κρεβάτι και κρατιόμασταν αγκαλιασμένοι σφιχτά για λίγη ώρα, πριν κοιμηθούμε.
Ήταν από τις λίγες στιγμές της ημέρας που την ένιωθα τόσο κοντά μου, έστω και για τόσο λίγο. Αυτά τα λίγα λεπτά μου έδιναν τη δύναμη να συνεχίσω να δουλεύω για να εξασφαλίσω ένα καλύτερο μέλλον στα παιδιά μου. 
Της έλεγα ότι όσο ήταν αυτή εκεί να τη σφίγγω στην αγκαλιά μου, θα ήμουν για πάντα μια χαρά. Ήταν η βασίλισσα της ζωής μου.
Ήταν αυτή που με βοήθησε να γίνω ο άνθρωπος που είμαι σήμερα. Ευγενικός με τους ανθρώπους και καλός πατέρας. Μπορείς να ρωτήσεις τα παιδιά μου για αυτό.
Μερικοί άνθρωποι ξέρουν πως να το κάνουν αυτό. Κάποιοι άνθρωποι ξέρουν πως να σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο.

Ήρθε κάποια μέρα όμως που αρρώστησε. Στην αρχή δεν ανησύχησα, άλλωστε όλοι κάποτε αρρωσταίνουμε. Αλλά οι γιατροί φαίνονταν να πιστεύουν ότι δεν ήταν κάτι απλό. Έμοιαζαν να ανησυχούν και όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια είχαν δίκιο.
Όταν μας είπαν τα άσχημα νέα, η γυναίκα μου με ρώτησε αν θα ήθελα να παντρευτώ κάποια άλλη όταν πεθάνει. Ανησυχούσε. Δεν ήθελε να μείνω μόνος μου και να στεναχωριέμαι. Αλλά δεν μπορούσα ούτε καν να με φανταστώ με άλλη. Μου φαίνονταν απίστευτο. 
Όταν της το είπα, γύρισε, με κοίταξε και μου είπε: 
«Αφού σε ξέρω καλά. Είσαι το είδος του ανθρώπου που χρειάζεται μια γυναίκα στο πλευρό του. Δεν θα μπορούσες ποτέ να είσαι χαρούμενος μόνος σου».
Το αρνήθηκα, ξανά και ξανά και ξανά…
Μετά από ένα χρόνο που πάλευε με τη αρρώστια της, όλα είχαν αλλάξει στο σπίτι. 

Δεν υπήρχε πια φαγητό στο τραπέζι όταν γυρνούσα σπίτι από τη δουλειά. Η γυναίκα μου περνούσε τη μέρα της στο κρεβάτι και με περίμενε να επιστρέψω το βράδυ για να την σηκώσω και να την μεταφέρω στο τραπέζι.
Κάθονταν στην καρέκλα και με κοίταζε με εκείνα τα μεγάλα πράσινα μάτια της την ώρα που μαγείρευα κάτι για να φάμε. Μου έδινε οδηγίες χαμογελαστή και με μάλωνε αν έκανα κάτι λάθος, αν έριχνα περισσότερο αλάτι από όσο έπρεπε.
Ήταν οι πιο όμορφες στιγμές της ημέρας μου! Απλά ήμασταν ευτυχισμένοι που μπορούσαμε να δούμε ο ένας τον άλλο.
Στις πολύ άσχημες ημέρες της, δεν μπορούσε να φάει μόνη της και έπρεπε να την ταΐσω. Δεν το ήθελε, έκλαιγε και ζητούσε συγνώμη.
Την μάλωνα. Αφού το ήξερε, ότι και να γίνει θα είμαι πάντα εκεί δίπλα της. Ήταν ο άνθρωπος μου και ήμουν ο άνθρωπος της. Μέχρι το τέλος.
Τα πράγματα σιγά σιγά όμως χειροτέρεψαν. Έφτασε η μέρα που δεν μπορούσε να κάνει τίποτα μόνη της ενώ έπρεπε να παίρνει τα φάρμακα της κάθε 4 ώρες.

Σταμάτησα από την δουλειά για να μπορώ να είμαι συνέχεια δίπλα της και να την φροντίζω. Όταν την τάιζα, την έβαζα να ξαπλώσει στο κρεβάτι, έπεφτα και εγώ δίπλα της και την έσφιγγα στην αγκαλιά μου. Όπως παλιά. Τότε, αυτή ήταν η πιο όμορφη στιγμή της ημέρας μου.
Υπήρξε μια μακρά σιωπή που κανείς από όλους όσους άκουγαν κρυφά τη διήγηση του άντρα, δεν τόλμησε να διακόψει. 
Ο ηλικιωμένος με κάποιο τρόπο βρήκε τη δύναμη να συνεχίσει…
Αλλά πόσα μπορεί να αντέξει το ανθρώπινο σώμα.
Χρειάστηκαν δυο ολόκληρα χρόνια για να μπορέσει η αρρώστια να λυγίσει την γυναίκα μου. Αλλά τελικά τα κατάφερε.
Το είχα δει να έρχεται. Το ίδιο και εκείνη. Ξέραμε και οι δυο μας ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να επανέλθει αλλά και πάλι. Ήταν σαν τη μια μέρα να την σφίγγω δυνατά στην αγκαλιά μου και την επόμενη να έχει φύγει.

Στην αρχή με σκότωσε αλλά σε λίγο καιρό κατάλαβα ότι είναι καλύτερα εκεί που βρίσκεται τώρα. Δεν χρειάζεται πια να παίρνει αυτά τα τρομακτικά φάρμακα και δεν χρειάζεται πια να τρώει τα άθλια φαγητά μου.
Εκείνη είναι καλύτερα. Εγώ όμως δεν ξέρω τι να κάνω χωρίς αυτή. Για παράδειγμα δεν ξέρω τι να κάνω τα πράγματα της, τα ρούχα της. Δεν μπορώ να τα πετάξω. Δεν θέλω να το κάνω. Όλα τα ρούχα της είναι ακόμα στην ντουλάπα και παντού υπάρχουν οι φωτογραφίες της. Η πλευρά της στο κρεβάτι είναι ακριβώς όπως την άφησε. Θέλω να πιστεύω ότι είναι ακόμα εδώ. Οι κόρες μου μου λένε να πουλήσω το σπίτι και να πάω σε ένα άλλο, αλλά πέρασα τη ζωή μου σε αυτό το σπίτι μαζί της. Είναι ακόμα το σπίτι μας, τουλάχιστον όσο ζω ακόμη σε αυτό.

Επικράτησε για μερικά λεπτά και πάλι σιωπή.
Ο φοιτητής δεν είχε ακούσει ποτέ κάποιον άνθρωπο να μιλάει για κάποιον άλλον με τόσο απόλυτο σεβασμό και θαυμασμό. Ήταν φανερό ότι πραγματικά αγαπούσε και λάτρευε τη γυναίκα του και αυτό δεν επρόκειτο να αλλάξει τόσο εύκολα.

Ο άλλος ηλικιωμένος έσπασε τη σιωπή: «Δεν μπορώ να φανταστώ πόσο δύσκολο πρέπει να σου ήταν να την φροντίζεις όλη μέρα. Να δίνεις τα πάντα για αυτή».
Ο φοιτητής ορκίστηκε ότι ήταν η πρώτη φορά που είδε τον ηλικιωμένο με την τραγική ιστορία να χαμογελάει πλατιά:
«Καθόλου δύσκολο. Ήταν προνόμιο μου να μπορώ να μπορώ να την φροντίσω για όσο το έκανα. Ήταν ο άνθρωπος της ζωής μου και θα το έκανα ξανά και ξανά αν χρειαζόταν. Ήταν και θα είναι για πάντα η βασίλισσα μου. Απλά μου λείπει τόσο η αγκαλιά της…»
daddy-cool

Sunday, 6 March 2016

Το πιο τρυφερό και συμπονετικό παιδάκι

Ο συγγραφέας και ομιλητής Leo Buscaglia κάποτε μίλησε σχετικά με έναν διαγωνισμό στον οποίο του ζητήθηκε να είναι κριτής. Σκοπός του διαγωνισμού ήταν να βρεθεί το πιο τρυφερό και συμπονετικό παιδί.
Νικητής ήταν ένα τετράχρονο αγοράκι του οποίου ο καλύτερος φίλος ήταν ο ηλικιωμένος γείτονας του ο όποιος πρόσφατα είχε χάσει την γυναίκα του.
Το μικρό αγόρι βλέποντας τον ηλικιωμένο να κλαίει μπήκε στη αυλή του ηλικιωμένου, σκαρφάλωσε στην αγκαλιά του και απλά παρέμεινε εκεί.
Όταν η μητέρα του το ρώτησε τι είπε στον ηλικιωμένο, εκείνο απάντησε: «Τίποτα, απλά τον βοήθησα να κλάψει.»

Monday, 23 November 2015

Σύντομες ιστορίες για το το Μεγαλείο της Αγάπης
30 heart-warming little love stories

Θα διαβάσετε 30 αληθινές ιστορίες αγάπης. Κάθε μια από αυτές περιέχει τόση ανθρωπιά και τόσα συναισθήματα που έχουν την δύναμη να μας συγκινήσουν και να μας εμπνεύσουν. 
Ελπίζουμε να τις διαβάσετε και να θυμάστε πάντα ότι αν δεν την έχετε βρει ακόμη, η αληθινή αγάπη σας είναι κάπου εκεί και σας περιμένει.
——
Σήμερα, ο 75χρονος παππούς μου που είναι τυφλός από καταρράχτη εδώ και 15 χρόνια, μου είπε, ‘Η γιαγιά σου είναι το πιο όμορφο πράγμα που έχω δει, δεν συμφωνείς;’ Σταμάτησα για ένα λεπτό και είπα, ‘ Ναι,είναι. Στοιχηματίζω πως σου λείπει που δεν την βλέπεις καθημερινά.’ ‘Γλυκιά μου’, είπε ο παππούς, ‘Ακόμη βλέπω την ομορφιά της κάθε μέρα. Στην πραγματικότητα, την βλέπω περισσότερο τώρα από ότι την έβλεπα όταν ήμασταν νέοι.’
***
Σήμερα, συνόδεψα την κόρη μου στην εκκλησία. Πριν δέκα χρόνια, έβγαλα από το φλεγόμενο αυτοκίνητο της μητέρας του έναν 14χρονο, σε ένα σοβαρό αυτοκινητικό ατύχημα. Οι γιατροί στην αρχή είπαν ότι δεν θα περπατούσε ξανά. Η κόρη μου ήρθε μαζί μου αρκετές φορές όταν τον επισκεπτόμουν στο νοσοκομείο. Έπειτα άρχισε να πηγαίνει μόνη της. Σήμερα, τον βλέπω να έχει νικήσει τις πιθανότητες και να χαμογελά πλατιά ενώ στέκεται στα δικά του πόδια μπροστά στο ιερό και να περνά το δαχτυλίδι στο δάχτυλο της κόρης μου.
***
Σήμερα, έφτασα στην πόρτα του καταστήματός μου (είμαι ανθοπώλης) στις 7 το πρωί και βρήκα να με περιμένει απ’ έξω ένας στρατιώτης χωρίς την στολή του. Έφευγε για το Αφγανιστάν για ένα χρόνο. Μου είπε: ‘Συνήθως φέρνω για τη γυναίκα μου στο σπίτι ένα μπουκέτο λουλούδια κάθε Παρασκευή και δεν θέλω να την απογοητεύσω όσο θα λείπω.’
Και έκανε παραγγελία για 52 Παρασκευές να παραδίδονται λουλούδια στο γραφείο της γυναίκας του μέχρι να γυρίσει. Του έκανα 50% έκπτωση, γιατί έφτιαξε την ημέρα μου με κάτι τόσο γλυκό.
***
Σήμερα είπα στον 18χρονο εγγονό μου ότι κανείς δεν μου είχε ζητήσει να με συνοδέψει στον χορό των αποφοίτων, έτσι δεν είχα πάει. Έμφανίστηκε στο σπίτι μου απόψε ντυμένος με φράκο και μου ζήτησε να τον συνοδέψω στον δικό του χορό των αποφοίτων.
***
Σήμερα, όταν ξύπνησε η κοπέλα μου από το κώμα που βρισκόταν για 11 μήνες, με φίλησε και μου είπε, ‘Σ΄ευχαριστώ που ήσουν εδώ και μου έλεγες όλες αυτές τις ωραίες ιστορίες, και δεν με εγκατέλειψες ποτέ… Και ναι, θα σε παντρευτώ.’
***
Σήμερα καθόμουν στο παγκάκι στο πάρκο και έτρωγα ένα σάντουιτς για μεσημεριανό όταν ένα ηλικιωμένο ζευγάρι ήρθε με το αυτοκίνητο κάτω από μια βελανιδιά. Άνοιξαν τα παράθυρα και έβαλαν δυνατά μουσική τζαζ στο ραδιόφωνο. Μετά ο άνδρας βγήκε από το αυτοκίνητο και πήγε από την άλλη μεριά του συνοδηγού. Άνοιξε την πόρτα, η γυναίκα κατέβηκε, αυτός της πήρε το χέρι και την οδήγησε λίγα βήματα πιο πέρα. Χόρεψαν αργά την επόμενη μισή ώρα κάτω από την βελανιδιά.
***
Σήμερα, εγχείρισα ένα μικρό κοριτσάκι. Χρειάστηκε αίμα ομάδας 0. Δεν είχαμε καθόλου αλλά ο δίδυμος αδερφός της είχε 0 ομάδα αίματος. Του εξήγησα ότι ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Στάθηκε σιωπηλός για λίγο και μετά είπε «Αντίο» στους γονείς του. Δεν το κατάλαβα παρά μόνο μετά που του πήραμε αίμα και ρώτησε, ‘Λοιπόν, πότε θα πεθάνω; ’Νόμισε ότι έδινε την ζωή του για αυτήν. Ευτυχώς και οι δυο είναι καλά.
***
Σήμερα, ο μπαμπάς μου είναι ο καλύτερος στον κόσμο! Αγαπά την μαμά (την κάνει πάντα να γελά), ήταν πάντα παρών στα παιγνίδια μου από τότε που ήμουν 5 (τώρα είμαι 17), και συντηρεί την οικογένειά μας σαν εργολάβος οικοδομών. Σήμερα το πρωί καθώς έψαχνα στα εργαλεία του βρήκα ένα παλιό διπλωμένο χαρτί. Ήταν ένα κομμάτι από το ημερολόγιό του με τον γραφικό χαρακτήρα του και έλεγε: ‘Είμαι 18 χρονών, αλκοολικός που παράτησε το πανεπιστήμιο, θύμα παιδικής βίας και με παρελθόν κλοπών. Και τον επόμενο μήνα, έφηβος πατέρας ενός παιδιού θα προστεθεί στην λίστα. Αλλά ορκίζομαι ότι θα τα κάνω όλα σωστά για το μικρό μου κοριτσάκι. Θα είμαι ο πατέρας που ποτέ δεν είχα.’ Και δεν ξέρω πως, αλλά το κατάφερε.
***
Σήμερα, ο 8χρονος γιος μου με αγκάλιασε και είπε, ‘Είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου!’ Χαμογέλασα σαρκαστικά και είπα, ‘Πως το ξέρεις; Δεν έχεις συναντήσει όλες τις μαμάδες του κόσμου.’ Ο γιος μου με έσφιξε δυνατότερα και είπε, ‘Ναι, έχω. Εσύ είσαι ο κόσμος μου.’
***
Σήμερα έχω έναν ασθενή που υποφέρει από σοβαρό Alzheimer. Σπάνια θυμάται το όνομά του, και συχνά ξεχνά που είναι και τι είπε πριν λίγο. Αλλά από κάποιο θαύμα (ή το θαύμα της αγάπης), όταν έρχεται η γυναίκα του κάθε πρωί την θυμάται. Συνήθως την χαιρετά λέγοντας, ‘Γεια σου, όμορφη μου Kate.’
***
Σήμερα το 20χρονο Labrador μου δεν μπορεί να σταθεί καθόλου, δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν έχει δύναμη να γαβγίσει. Αλλά δεν σταματά να κουνά την ουρά κάθε φορά που μπαίνω στο δωμάτιο.
***
Σήμερα, είδα από το παράθυρο της κουζίνας με φρίκη, τον 2 χρονών γιο μου να πέφτει με το κεφάλι στην πισίνα. Αλλά πριν πάω κοντά του, το Labrador Retriever μας, ο Rex, τον άρπαξε από μπλουζάκι του και τον τράβηξε στα ρηχά σκαλοπάτια όπου μπορούσε να σταθεί.
***
Σήμερα, ο μεγάλος μου αδερφός δώρησε μυελό των οστών για 16η φορά για να με σώσει από τον καρκίνο. Επικοινωνεί απ’ ευθείας με τον γιατρό μου χωρίς καν να μου πει για τα ραντεβού του. Και σήμερα ο γιατρός μου είπε πως η θεραπεία πιάνει. ‘Τα καρκινικά κύτταρα έχουν ελαττωθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες.’
***
Σήμερα, πηγαίναμε για το σπίτι με τον παππού μου όταν αυτός έκανε απότομα στροφή επί τόπου και είπε, ‘Ξέχασα να πάρω λουλούδια στην γιαγιά. Θα πάρω μερικά από εδώ στην γωνία στο ανθοπωλείο. Ένα λεπτό θα κάνω.’ ‘Τι το σημαντικό είναι σήμερα και πρέπει να της πας λουλούδια;’ είπα στον παππού μου. ‘Κάθε μέρα είναι σημαντική. Αρέσουν τα λουλούδια στην γιαγιά σου. Την κάνουν να έχει το πιο υπέροχο χαμόγελο στα πρόσωπο.’
***
Σήμερα, διαβάζω ξανά το γράμμα αυτοκτονίας που έγραψα στις 2 Σεπτεμβρίου του 1996, δυο λεπτά πριν έρθει η κοπέλα μου και μου πει πως είναι έγκυος.
Ξαφνικά ένιωσα ότι είχα έναν λόγο για να ζήσω. Σήμερα είναι γυναίκα μου. Είμαστε παντρεμένοι και ευτυχισμένοι 14 χρόνια. Και η 15χρονη κόρη μου έχει δυο μικρότερα αδέρφια. Διαβάζω ξανά το γράμμα από καιρό σε καιρό και είμαι ευγνώμων που είχα μια δεύτερη ευκαιρία στην ζωή και στην αγάπη.
***
Σήμερα, είναι η επέτειος των 10 χρόνων από τότε που πέθανε ο πατέρας μου. Όταν ήμουν παιδί, συνήθιζε να μουρμουρίζει μια μελωδία για να κοιμηθώ. Όταν ήμουν 18, οι ρόλοι αντιστράφηκαν καθώς ήμουν εγώ αυτή που του μουρμούριζε μια μελωδία για να κοιμηθεί στον νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν για καρκίνο.
Δεν άκουσα ποτέ ξανά αυτή την μελωδία μέχρι απόψε. Ο αρραβωνιαστικός μου και εγώ ήμασταν ξαπλωμένοι όταν άρχισε να την μουρμουρίζει σε μένα. Η μαμά του συνήθιζε να την τραγουδά σε αυτόν, όταν ήταν μικρός.
***
Σήμερα, ο 11χρονος γιος μου μιλάει άπταιστα την νοηματική γλώσσα γιατί ο καλύτερος φίλος του που μεγάλωσαν μαζί, είναι κουφός. Μια πραγματική φιλία αναπτύχθηκε με τα χρόνια.
***
Σήμερα, ο πατέρας μου πέθανε από φυσικά αίτια σε ηλικία 92 χρονών. Βρήκα το σώμα του να κείται στην πολυθρόνα της κρεβατοκάμαρας. Στα πόδια του υπήρχαν τρεις φωτογραφίες με την μητέρα μου που είχε πεθάνει πριν 10 χρόνια. Ήταν η αγάπη της ζωής του και προφανώς το τελευταίο πράγμα που ήθελε να δει πριν φύγει.
***
Σήμερα, είμαι η υπερήφανη μητέρα ενός 17χρονου τυφλού αγοριού. Αν και ο γιος μου γεννήθηκε χωρίς την όραση, αυτό δεν τον σταμάτησε από το να γίνει ένας άριστος μαθητής, ένας καλός κιθαρίστας και το αγαπημένο αγόρι της Valerie. Μόλις σήμερα, η μικρή του αδερφή τον ρώτησε τι του αρέσει στην Valerie και αυτός είπε, ‘Όλα. Είναι πανέμορφη.’
***
Σήμερα, ο 12χρονος γιος μου Sean και εγώ σταματήσαμε μαζί στο γηροκομείο,πρώτη φορά μετά από πολλούς μήνες. Συνήθως έρχομαι μόνη μου για να δω την μητέρα μου που υποφέρει από Alzheimer’s. ‘Γεια σου, Sean!’ του είπε μια νοσοκόμα στον διάδρομο.
‘Πως ξέρει το όνομά σου;’ τον ρώτησα. ‘Α, έρχομαι από εδώ μετά το σχολείο και λέω ένα γεια στην γιαγιά,’ είπε ο Sean. Δεν είχα ιδέα.
***
Σήμερα, ο παππούς μου κρατά μια φωτογραφία της γιαγιάς στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι του, όπου αυτός και η γιαγιά γελάνε μαζί σε κάποιο πάρτι του 1960. Η γιαγιά πέθανε από καρκίνο το 1999 όταν ήμουν 7. Απόψε που ήμουν εκεί, με έπιασε να βλέπω την φωτογραφία. Ήρθε κοντά μου με αγκάλιασε και μου είπε. ‘Θυμήσου, απλά επειδή κάτι δεν διαρκεί για πάντα αυτό δεν σημαίνει πως δεν άξιζε.
***
Σήμερα είμαι μητέρα δυο παιδιών και γιαγιά τεσσάρων. Στα 17 έμεινα έγκυος με δίδυμα. Όταν ο φίλος μου κατάλαβε ότι δεν θα έκανα έκτρωση έφυγε. Αλλά προσπάθησα, δούλεψα πολύ, αποφοίτησα, σπούδασα και συνάντησα ένα αγόρι στη σχολή που αγάπησε τα παιδιά μου σαν δικά του τα τελευταία 50 χρόνια.
***
Σήμερα, καθόμουν στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου και έβλεπα ένα ζευγάρι να περπατά στην ακροθαλασσιά. Από την γλώσσα του σώματος κατάλαβα ότι γελούσαν και απολάμβαναν ο ένας τον άλλον. Καθώς πλησίασαν πιο κοντά είδα ότι ήταν οι γονείς μου. Πάρα λίγο να χωρίσουν πριν οκτώ χρόνια.
***
Σήμερα, στην ηλικία των 72, σχεδόν 15 χρόνια από τότε που πέθανε ο παππούς μου, η γιαγιά μου παντρεύτηκε ξανά. Δεν την έχω δει ξανά τόσο χαρούμενη. Είναι ωραίο να βλέπεις δυο ανθρώπους να αγαπιούνται στην ηλικία τους. Δεν είναι ποτέ αργά.
***
Σήμερα, μετά από δυο χρόνια χωρισμού, η πρώην γυναίκα μου και εγώ λύσαμε τις διαφορές μας και συναντηθήκαμε για δείπνο. Μιλήσαμε και γελάσαμε για τέσσερις ώρες. Τότε, λίγο πριν αποχωριστούμε, μου έδωσε ένα μεγάλο φάκελο. Μέσα υπήρχαν 20 γράμματα που μου είχε γράψει τα δυο τελευταία χρόνια. Υπήρχε και ένα σημείωμα που έλεγε: ‘ Γράμματα που ήμουν πολύ ξεροκέφαλη για να στείλω.’
***
Σήμερα, είχα ένα ατύχημα και οι γιατροί μου έδεσαν το κεφάλι με επιδέσμους. Πρέπει να το έχω έτσι όλη την εβδομάδα. Το μισώ να είμαι έτσι. Δυο λεπτά πριν ήρθε ο μικρός μου αδερφός στο δωμάτιό μου φορώντας και αυτός επίδεσμο στο κεφάλι του. Η μητέρα μου είπε ότι επέμενε για να μην αισθάνομαι μόνος.
***
Σήμερα, καθώς ο 91 χρονος παππούς μου (στρατιωτικός γιατρός, βετεράνος και επιτυχημένος επιχειρηματίας) αναπαυόταν στο κρεβάτι του νοσοκομείου, τον ρώτησα ποιο ήταν το μεγαλύτερο κατόρθωμα στην ζωή του. Γύρισε, πήρε το χέρι της γιαγιάς μου, την κοίταξε στα μάτια και είπε: ‘ Μεγαλώνοντας μαζί σου.’
***
Σήμερα, 50 χρόνια επέτειος του γάμου μας, μου χαμογέλασε και μου είπε, ‘Μακάρι να σε είχα γνωρίσει νωρίτερα.’


www.tilestwra.com

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki