Friday, 6 December 2019

Ο καθρέφτης

Καθόταν στο περβάζι του παραθύρου και το κενό βλέμμα της ήταν κολλημένο στη μολυβένια θάλασσα. Έδειχνε εντελώς ατημέλητη με τις ξεβαμμένες φόρμες, τα μαλλιά πιασμένα άτσαλα και τα κατακόκκινα μάτια της πρησμένα. 
Οι ερυθρές χαρακιές στα ασθενικά της χέρια φαίνονταν ξεκάθαρα αν και έτειναν να αναρρώσουν.
Σίγουρα είναι από κείνες τις κοπελίτσες που στο πρώτο χαστούκι απ' τον έρωτα καταφεύγουν στην εύκολη λύση να την «κοπανήσουν» απ' τη ζωή. Και τι άλλο θα μπορούσε να 'χει ζήσει μια πιτσιρίκα κοντά 24 χρονών; Τι προβλήματα θα μπορούσε να 'χει μια τόσο εμφανίσιμη κοπέλα; Μαύρα πλούσια, σγουρά μαλλιά που όταν τ' άφηνε ξέπλεκα ήταν αξιοζήλευτα, πράσινα, αμυγδαλωτά μάτια και ένα δέρμα ίδιο με σοκολάτα γάλακτος. Κι είναι ν' απορείς πώς μια κοπέλα που τα 'χει όλα φτάνει στο σημείο να πληγώσει έτσι τον ίδιο της τον εαυτό.
Πάψε! Σταμάτα! Σταμάτα να σκέφτεσαι πια! Σταμάτα να -το- σκέφτεσαι πια.
Πρέπει να βρεις τη δύναμη μέσα σου.
Πρέπει να βρεις τον τρόπο να σηκωθείς.
Να ζήσεις.
Να θέλεις να ζήσεις.
Πρέπει!
Έγινε, συνέβη, τελείωσε.
Πρέπει να πας παρακάτω.
Η ζωή συνεχίζεται, έτσι δεν σου ΄πε η Μαρία;
Ναι δεν της είπες όλη την αλήθεια.
Ναι δεν μπορούσες...
Ναι δε θα καταλάβαινε.
Όποιος δεν το 'χει ζήσει δεν καταλαβαίνει.
Να ζεις τέτοιον έρωτα και μετά...
Πάψε σου είπα!
***************************************
Αν με ρωτήσεις τώρα να σου πω πως τα κατάφερα δεν ξέρω να σου απαντήσω. Ένιωθα νεκρή. Δεν ένιωθα, δεν ζούσα. Άκουγα μια συνεχόμενη βουή απ' τις σκέψεις που με κατέκλυζαν και έκλαιγα. Κι όταν σταματούσα να κλαίω απλά ανέπνεα. Επειδή έπρεπε.
Σηκώθηκα εκείνο το πρωινό, πέταξα όλα μου τα ρούχα στα σκουπίδια και μπήκα στο μπάνιο. Το νερό με έκαιγε και έτριβα το δέρμα μου με μένος, λες και ήταν ο πάπυρος που είχαν γραφτεί οι αναμνήσεις και θα κατάφερνα να τις σβήσω. Φόρεσα την χαρούμενη μάσκα μου, εκείνη που τους έπειθε όλους και βγήκα από το σπίτι.

Έπρεπε με κάθε τρόπο να κρύψω το κενό, την τρύπα που ένιωθα μέσα μου. Δεν ήξερα ως τότε ότι μπορεί ένας άνθρωπος να ζει χωρίς να νιώθει. Ούτε χαρά, ούτε λύπη, ούτε πόνο, τίποτα. Δε φανταζόμουν ότι μπορεί να κλειδώσει το μέσα σου. Η μάσκα μου ήταν εκείνη που είχαν μάθει να βλέπουν οι άνθρωποι γύρω μου, η όμορφη κοπέλα που πρέπει να 'ναι χαμογελαστή.

Έπρεπε οπωσδήποτε να πιάσω δουλειά. Όχι μονάχα για να ζήσω, μα για να κάνω το μυαλό μου να σωπάσει. Είδα ένα μικρό μαγαζάκι με χάντρες που 'χε ένα χαρτί κολλημένο στη βιτρίνα. Μπήκα μέσα το δίχως άλλο και είπα πως έχω ανάγκη να δουλέψω. Μια κυρία που καθόταν στον πάγκο μου 'δειξε κάποια σχέδια για κολιέδες και σκουλαρίκια σε μια αφίσα και μου πε ότι θέλει 20 τεμάχια την εβδομάδα. Έδινε ψίχουλα από λεφτά, αλλά ποσώς που με ένοιαζε. Πήρα 5 σακουλάκια με πολύχρωμες χαντρίτσες, σχοινί και σύρμα, δυο τρία απαραίτητα εργαλεία κι επέστρεψα σπίτι.

Δούλευα ασταμάτητα ως το άλλο πρωί. Είχα ανάγκη να απασχολώ τα χέρια μου και να μην ακούω το μυαλό μου. Την επόμενη μέρα της τα πήγα όλα έτοιμα και έφτιαξα και δύο δικά μου σχέδια. Η κυρία έδειχνε ενθουσιασμένη, ίσως και να πίστευε ότι δε θα ξαναγυρνούσα. Μου 'δωσε τις διπλάσιες σακούλες και περισσότερα χρώματα από χάντρες. Ήθελα μόνο να δουλεύω. 
Σταματούσα μονάχα αν μάτωνα κανα δάχτυλο, μα δεν πονούσε. Τίποτα δεν πονούσε εκτός απ' τις αναμνήσεις.
**************************************
Η Ζέινα είχε έρθει στην Ελλάδα από Αλγερία με τον τριτοξάδερφό της το Σίαρ. Με το Σίαρ είχαν μεγαλώσει μαζί, ίδια γειτονιά, ίδιο σχολείο, ίδια παιχνίδια. Μεγαλώνοντας είχε κάποια μπλεξίματα, μα ήταν σαν όλα τα αγόρια της ηλικίας του. Τα περισσότερα, μάλιστα, δεν τα πίστευε η Ζέινα, δεν έδινε καν σημασία. Η αλήθεια είναι ότι γύρω στα 17 είχε τσιμπηθεί μαζί του αλλά αυτός δεν της έδινε ιδιαίτερη σημασία. Ήταν όμορφο αγόρι, ψηλό, γεροδεμένο, με ηλιοκαμμένο δέρμα και σκουρόχρωμα μαλλιά και κάτι πελώρια, αφοπλιστικά μάτια.

Ένα βράδυ ο πατέρας της της ανακοίνωσε ότι σε δύο εβδομάδες θα έφευγε με το Σίαρ για Γερμανία. Είχαν πολλά προβλήματα και έτσι αυτή τουλάχιστον θα γλίτωνε. Έχασε τη γη κάτω απ' τα πόδια της, μα δεν μπορούσε να αντιμιλήσει στον πατέρα της. Η μόνη της παρηγοριά ήταν ότι θα ταξίδευε μαζί με τον Σίαρ και ίσως έτσι να την πρόσεχε, ίσως ακόμα και να την ερωτευόταν.

Το ταξίδι τους κράτησε κοντά δυο μήνες, με κακουχίες, βρωμιά, κρύο. Αλλάξαν κάθε λογής μέσο στο δρόμο και ήταν τόσες οι φορές που απελπιζόταν, μα κάθε φορά κάτι έκανε ο Σίαρ κι έπαιρνε κουράγιο. Την πρώτη φορά την κοίταζε επίμονα, όταν κάθονταν στην καρότσα ενός αγροτικού κι ένιωθε την καρδιά της να βροντοχτυπά. Κι ύστερα όταν ταξίδευαν με ένα φορτηγό και κάποιος άλλος ταξιδιώτης την κοίταζε περίεργα, του πέταξε δυο απειλές ανάκατες με βρισιές και την άρπαξε απ' το χέρι για να αλλάξουν θέση. Στην τελευταία τους μεταφορά μ' ένα καΐκι σχεδόν την κρατούσε αγκαλιά, μη τυχόν του γλιστρήσει και τη χάσει κατά μεσής του πελάγου.

Ήταν ένα παγωμένο, βροχερό βράδυ Νοεμβρίου και είχαν καταλήξει σ' ένα υγρό κοντέινερ με ξύλινα παραπετάσματα βόρεια του Έβρου.
«Αύριο φεύγεις για Αθήνα.» Της δήλωσε απότομα.
«Τι εννοείς φεύγω; Μόνη;»
«Ναι μόνη. Εγώ έχω να τακτοποιήσω κάτι δουλειές εδώ.»
«Και τι θα κάνω μόνη στην Αθήνα;»
«Σε περιμένει ο Μοχάμαντ να σε βάλει στη δουλειά.»
«Τι δουλειά;»
«Θα δεις.»
Ένιωθε ότι θα σπάσει η καρδιά της. Νόμιζε ότι κάτι είχε αρχίσει να νιώθει κι αυτός και τώρα την έδιωχνε στην άλλη άκρη της Ελλάδας, ενώ ήταν να πάνε Γερμανία; Και τι σόι δουλειά θα 'ταν αυτή; Πώς θα πήγαινε κάπου χωρίς αυτόν; Αυτός ήταν η μόνη της παρηγοριά, ο προστάτης της, το αποκούμπι της. Ίσως, να ήταν λίγο απότομος και ολιγόλογος μα ένιωθε ότι ήταν ο -ένας- γι' αυτήν. Μάζεψε ότι κουράγιο είχε κι αποφάσισε να του τα ομολογήσει όλα.
«Δεν πάω πουθενά χωρίς εσένα γιατί      »
«ΣΚΑΣΕ» ο ήχος απ' το χαστούκι σχεδόν σκέπασε τη φωνή του.
Σωριάστηκε στο πάτωμα και έμεινε να τον κοιτάζει έντρομη.
«Γδύσου!»
«Τι;» Ψέλλισε.
«Είπα γδύσου. Πρέπει να σε δοκιμάσω για τη δουλειά.»
Στο μυαλό της σκάγαν σαν βόμβες όλες οι φήμες που είχε ακούσει για ναρκωτικά, για διακίνηση ανθρώπων, γυναικών κι ένα ειρωνικό γέλιο ακουγόταν στη διαπασών. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, είχε μουδιάσει, νόμιζε ότι τρελαίνεται.
Τη βούτηξε από τους ώμους και την πέταξε μπρούμυτα σαν να 'ταν κάτι άψυχο. Άρπαξε τα μαλλιά της και της χτύπησε με δύναμη το κεφάλι στο έδαφος για να μην αντισταθεί. Της έσκισε το εσώρουχο. Το αίμα που έτρεχε από το κεφάλι της απλωνόταν στο πάτωμα.
«Χάλια μ' έκανες μωρή @@@@ με τα αίματα.»
Αυτή ήταν η τελευταία φράση που θυμάται από κείνον πριν σβήσουν όλα.
Ξύπνησε στο αναρρωτήριο ενός νοσοκομείου. Κάθε φορά πεταγόταν με ουρλιαχτά απ' τον ίδιο εφιάλτη και αποκοιμιόταν με ενέσεις. Μάταια προσπαθούσε να τους εξηγήσει με τα λίγα Αγγλικά της τι είχε συμβεί. Ύστερα από καμιά βδομάδα της είπαν ότι είναι καλύτερα και θα γυρίσει στον καταυλισμό.
Το ίδιο βράδυ έσπασε το ποτήρι της και χαρακώθηκε με όλη της τη δύναμη. Ήθελε να σταματήσει να πονάει, να νιώθει, να θυμάται, να σκέφτεται.
Έτρεμε στην ιδέα ότι θα τον ξανάβλεπε. Δεν άντεχε να σκεφτεί ότι θα την έστελνε Αθήνα. Χίλιες φορές να πέθαινε μια και καλή παρά να πέθαινε ξανά και ξανά όσες φορές θα τη βίαζαν.
Ευτυχώς την πρόλαβαν στο παρά πέντε. 
Την επόμενη κιόλας έφεραν μεταφραστή για να καταλάβουν τι είχες συμβεί. Μόλις τους είπε όλη την ιστορία όλες οι διαδικασίες έτρεξαν πολύ γρήγορα. Οι οργανώσεις έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις κακοποιημένες γυναίκες. Μέσα σε δυο βδομάδες τη μετέφεραν σε ένα μικρό στούντιο στη Θεσσαλονίκη.
                             *************************************
Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη μετά από έξι μήνες ατελείωτης δουλειάς. Σχεδόν έβλεπα τα χρώματα απ' τις χάντρες να λαμπυρίζουν στις κόρες των ματιών μου. Με έβλεπα. Μετά από τόσο καιρό ίσως με έβλεπα ξανά για πρώτη φορά.
«ΜΠΟΡΕΙΣ!»
«Το ξέρω ότι μπορείς.»
«Είσαι πιο δυνατή απ' όσο νομίζουν.»
Τελικά η ζωή σίγουρα δεν σου φέρνει αυτό που σου αξίζει...
Σου φέρνει, όμως, όσα μπορείς να αντέξεις.

πηγη
mygdalia
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 5 December 2019

Στη χορωδία των Αγγέλων

... Ο Ηπειρώτικος χειμώνας είναι δύσκολος. Ποιος δεν το ξέρει; Μουρμουρίζεις σιγανά έτσι για να παρηγορήσεις τον εαυτό σου, γιατί προτιμάς να δικαιολογείς τους άλλους παρά να τους κατηγορείς.
Κι εσύ κάποτε, μισόν αιώνα πριν, όταν πρωτοπάτησες το πόδι σου σε τούτα τα ορεινά μέρη, το γνώριζες καλά πως η ζωή στα βουνά είναι δύσκολη μετά τον Χαμένο- έτσι αποκαλούσαν οι ντόπιοι τον Νοέμβρη.
 

Μα δεν ήταν μόνο οι δύσκολες καιρικές συνθήκες, που έπρεπε να αντιμετωπίσεις, αλλά και η αγραμματοσύνη των κατοίκων, η αμάθεια και η φτώχεια.
Τέτοια φτώχεια ούτε που την είχες φανταστεί ποτέ κι ούτε μπορούσες να την περιγράψεις στα γράμματα που έστελνες στους δικούς σου.
 

Προσπαθούσες να τους μιλήσεις για τα παιδιά που τριγυρνούσαν ξυπόλητα, για τους μικρούς μαθητές που έρχονταν στο σχολείο χωρίς πανωφόρια, για την πηχτή λασπουργιά που παπλάκιζε κάτω απ' τα πόδια σου.
 

Δεν τους ανέφερες ποτέ για τις στερήσεις που έκανες για να αγοράζεις βιβλία και γλυκά για τους μικρούς σου μαθητές, ούτε για τα ταξίδια σου τις Κυριακές στα γύρω χωριά όπου μετά τον εκκλησιασμό μοίραζες στα παιδιά σοκολάτες σε γαλάζια περιτυλίγματα και περιοδικά με χρωματιστές εικόνες.
Μοίραζες τα δώρα σου κι ύστερα έπαιζες μαζί τους και συγχρόνως περιεργαζόσουν τις φυσιογνωμίες τους γιατί ήθελες να κουβαλάς στην επιστροφή μαζί σου τις εικόνες των χαρούμενων παιδιών.
Δεν αποκάλυψες ποτέ σε κανέναν τον πόνο που σου προκαλούσε η απουσία των δικών σου, η απόσταση που σας χώριζε.
Ούτε μίλησες ποτέ για τη στενοχώρια σου για κείνο το πουκάμισό σου, αυτό με το δαντελωτό γιακαδάκι, που είχε κιτρινίσει απ' την πολυκαιροσύνη κι εσύ εξακολουθούσες να το φοράς καθημερινά. Αλλά ούτε για τα αρνητικά σχόλια των άλλων, για τις κατηγόριες που σου προσήπταν, δεν έκανες ποτέ λόγο, γιατί όλα αυτά σου προκαλούσαν αηδία κι ούτε άλλωστε είχες χρόνο για μικρότητες , εσύ που ονειρευόσουν τα μεγάλα.
 

Εικόνες, λέξεις, μουσική κατακλύζουν το μυαλό σου, γιατί τέτοιες μέρες γιορτινές οι άνθρωποι θυμούνται περισσότερο. Είναι εξάλλου παραμονές Χριστουγέννων, ώρα του δειλινού. Κι εσύ ακόμη μόνη. Δεν με θυμήθηκε κανείς, ψιθυρίζεις, ενώ κρυφά ελπίζεις πως κάποιος θα ρθει να σε δει.
 

Πως τιμωρούσες άλλοτε, για τις απουσίες τους, τους μαθητές σου στο σχολείο; Με αυστηρές παρατηρήσεις και χαμηλές βαθμολογίες; Τίποτα από αυτά δεν εφάρμοζες γιατί ακολουθούσες τις δικές σου παιδαγωγικές μεθόδους, αυτές που σου υπαγόρευε η λογική της αγάπης.
 

Αμέτρητες λευκές χιονονιφαδες τυλίγουν το χειμωνιάτικο τοπίο, με τον ίδιο τρόπο που πλέκουν δίχτυα γύρω απ' τη καρδιά σου οι ψηφίδες των δικών σου αναμνήσεων.
Άρχισε κιόλας να νυχτώνει κι εσύ καθισμένη στην πλατιά σου πολυθρόνα, ασάλευτη πίσω απ' το κλειστό παράθυρο, νιώθεις τα βλέφαρα βαριά κι αποκοιμάσαι.
Τώρα στον ύπνο σου μπορείς να ονειρευτείς τους επισκέπτες που δεν ήρθαν να σε δουν.
 

Μα ετούτοι οι αλλιώτικοι επισκέπτες, που γιόμισαν κάποια στιγμή την κάμαρά σου, έχουν στις πλάτες τους φτερά. Δεν ήρθαν φαίνεται να μείνουνε μαζί σου. Σου ένευσαν να τους ακολουθήσεις έξω στο χιονιά. Στη φάτνη του μικρού Χριστού, σου εξήγησαν, έτσι σαν αντιχάρισμα για τις σοκολάτες που χάρισες στα παιδιά, εκείνες με τα γαλάζια περιτυλίγματα, για τα βιβλία που τους δώρισες, για κείνα τα περιοδικά με τις χρωματιστές σελίδες, για τα παιχνίδια που έπαιξες μαζί τους.
Κούνησες το κεφάλι σου απορημένη, μηδαμινή θεωρούσες πάντοτε την προσφορά σου, αφού συνεχώς ήθελες να δίνεις περισσότερα.
 

Κι ύστερα τους ακολούθησες σεμνά με βήματα ανάλαφρα, σχεδόν γοργά, σαν να είχες ξαναβρεί της νιότης σου τη δύναμη.
Μαζί τους πέταξες κείνο το βράδυ πάνω απ' το σπήλαιο της Βηθλεέμ και μαζί τους τραγούδησες κι εσύ τον ύμνο της αγάπης.
Μαζί με τους βοσκούς και τους αγγέλους έψαλλες κι εσύ  κυρία Ουρανία:
«Ωσαννα εν τοις υψίστοις, ουρανού και γης ο κτίστης...»


Της Διώνης Ιωάννου
(Διαβάστε το ολόκληρο):  fractalart.gr

Η γωνιά της Αννίκας
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 4 December 2019

Τραχανάς: Η αρχαιότερη πρόχειρη και πιο υγιεινή τροφή είναι ελληνική

Ο τραχανάς ανήκει στις παιδικές μας αναμνήσεις, αλλά όχι μόνο εκεί• μπορεί να μας τον μαγείρευε η γιαγιά μας και για εκείνη να αποτελούσε το γιατρικό για ό,τι μας ενοχλούσε, αλλά ο τραχανάς είναι κάτι πολύ παραπάνω: αποτελεί την αρχαιότερη πρόχειρη, αλλά πλήρως υγιεινή τροφή.

Είναι ένα είδος ζυμαρικού και απαντάται σε διάφορα είδη: γλυκός ή ξινός, χοντρός η ψιλός, νηστίσιμος ή μη. Τον μαγειρεύουμε κυρίως σαν σούπα, αλλά και σε πιο πηχτή μορφή. Το περίεργο είναι ότι αν και αποτελεί κατεξοχήν ελληνικό παραδοσιακό πιάτο, δεν σερβίρεται στις ελληνικές ταβέρνες, αλλά τον βρίσκουμε στα πιο γκουρμέ εστιατόρια.

Ο τραχανάς είναι φτιαγμένος από αλεύρι και γάλα και ουσιαστικά τον έφτιαχναν για να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα το γάλα χωρίς να χαλάσει. Το αλεύρι μουσκευόταν με γάλα και ύστερα αποξεραινόταν στον ήλιο. Φτιάχνεται κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών, όπου η υψηλή θερμοκρασία προκαλεί ευκολότερα ζύμωση στο γάλα και στεγνώνει γρήγορα στη συνέχεια το μείγμα.

Ποια είναι τα οφέλη του τραχανά στην υγεία μας

Η τροφή αυτή έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο στην διατροφή και την επιβίωση των προγόνων μας• μάλιστα, σε αρκετές περιοχές της χώρας αποτελούσε τη βασική τροφή σε περιόδους πολέμων και οικονομικής δυσχέρειας.

Όμως, ο τραχανάς έχει ισχυρή θρεπτική αξία και γι’ αυτό καταναλώνεται σήμερα. Είναι πλούσιος σε υδατάνθρακες, πρωτεΐνη, φυτικές ίνες και συγκεκριμένα βήτα-γλυκάνη που παρέχει ενέργεια, αυξάνει τον κορεσμό και βοηθά στη διατήρηση των χαμηλών επιπέδων χοληστερίνης. Το ξινόγαλα επίσης περιέχει γαλακτοβάκιλλους που ενισχύουν την διαδικασία της πέψης και την πεπτική υγεία.

Επιπλέον, ο τραχανάς είναι καλή πηγή βιταμινών, όπως βιταμίνη Α, Β1 και ριβοφλαβίνης (Β2), η οποία έχει αντιγηραντικές, αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες και τονώνει τον μεταβολισμό και την εγκεφαλική λειτουργία. Τέλος, είναι πλούσιος σε καροτενοειδή, ουσίες με ισχυρές αντιοξειδωτικές ιδιότητες που δρουν ενάντια στις ελεύθερες ρίζες. Δεν αποτελεί έκπληξη λοιπόν το γεγονός ότι ο Ιπποκράτης «συνταγογραφούσε» τον τραχανά, καθώς θα λέγαμε ότι μπορεί επάξια να λάβει την ιδιότητα της υπερτροφής.

Φωτογραφία: Wikipedia
enallaktikidrasi.com
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Δασκάλα στις Φιλιππίνες περνά μέσα από ποτάμια και περπατά 2 ώρες για να φτάσει στους μαθητές της

Μία δασκάλα από τις Φιλιππίνες, η Elizabeth Miranda, περπατά δύο ώρες καθημερινά και περνά μέσα από 5 ποτάμια απλά και μόνο για να φτάσει στο σχολείο, στο οποίο διδάσκει. Παρά την καθημερινή κουραστική και επικίνδυνη αυτή διαδρομή προς την εργασία της, παραμένει αισιόδοξη ότι όλες της οι θυσίες θα επιδράσουν θετικά στους μαθητές της, γιατί η ίδια θεωρεί ότι θα δημιουργήσει μια αλυσίδα αλλαγών στην κοινότητά της.
Η ηρωίδα δασκάλα αναφέρει ότι το σώμα της έχει ήδη συνηθίσει σε αυτή τη δυσκολία• δυσκολεύεται μόνο όταν βρέχει επειδή τα ρεύματα γίνονται ισχυρότερα με τέτοιο καιρό. Αν και υπάρχουν ποτάμια που μπορεί εύκολα να περάσει, υπάρχουν ορισμένα στα οποία δεν μπορεί να μπει με τα πόδια, οπότε και ανεβαίνει πάνω σε ένα ειδικό σωσίβιο, που στα φιλιππινέζικη γλώσσα λέγεται salbabida. Η δασκάλα όμως είναι ευγνώμων αφού υπάρχουν κάτοικοι της κοινότητας που της δίνουν ένα χέρι βοηθείας, ώστε να περάσει τα ισχυρά ρεύματα κάθε πρωί.
Το σχολείο στο οποίο διδάσκει η Miranda βρίσκεται σε μια μικρή κοινότητα που δεν διαθέτει τις ανέσεις και τα εκπαιδευτικά εργαλεία που έχουν τα σχολεία της πόλης ή των μεγαλύτερων χωριών. Μάλιστα, η δασκάλα ανέφερε ότι πολλές φορές τα παιδιά δεν έχουν καν φαγητό. Παρά αυτές τις ελλείψεις, οι μαθητές είναι και πάλι δραστήριοι και χαρούμενοι που μαθαίνουν και που έχουν δασκάλα στη γειτονιά τους.
Υπάρχουν στιγμές που η Miranda θέλει να τα παρατήσει και αμφιβάλλει για το αν μπορεί να δημιουργήσει αλλαγή προς το καλύτερο. Παρά αυτές τις στιγμές αβεβαιότητας, εκείνη στρέφεται στους μαθητές της για να βρει την χαμένη της ελπίδα. Καθώς βλέπει συνέχεια το αυξανόμενο ενδιαφέρον των μαθητών της, μένει θετική ότι καταφέρνει να πείσει τα παιδιά να ερωτευτούν τη γνώση.
Η Miranda, τέλος, ελπίζει ότι οι άνθρωποι θα αρχίσουν να προσέχουν τις υπεράνθρωπες προσπάθειές της και θα τη βοηθήσουν στην αποστολή της να διδάξει τα παιδιά στο Sitio Barogante.

enallaktikidrasi.com
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 3 December 2019

Εμείς μεγαλώνουμε τα θύματα, εμείς και τους θύτες. Τα παιδιά είναι καθρέφτες μας

Τα παιδιά είναι καθρέφτες μας
 Τα παιδιά μιμούνται στο σχολείο και στη συνέχεια στη ζωή τους αυτά που βλέπουν στο σπίτι τους. Το φαινόμενο του bullying δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί στα παιδιά αλλά πρωτίστως μέσα στην οικογένειά τους και στα σχολεία τους. Η αιτία του προβλήματος είναι η οικογένεια, το σύμπτωμα είναι το συμπεριφορά του παιδιού. Αντί λοιπόν να ασχολούμαστε με το σύμπτωμα ας κοιτάξουμε πως μπορούμε να βοηθήσουμε στη θεραπεία της αιτίας.
Εξάλλου το bullying είναι μόνο ένα από τα συμπτώματα που παράγεται από την προβληματική κατάσταση της οικογένειας.
Σας παραθέτουμε ένα παλαιότερο σχετικό βίντεο που είχε κυκλοφορήσει στο διαδίκτυο και ακολουθεί ένα όμορφο άρθρο από το www.eyedoll.gr
Ο Γιώργος γύρισε από το σχολείο με μια σάκα γεμάτη ντροπή και οδυρμό. Τα ρούχα του μύριζαν εξευτελισμό.
Τα μάτια του κατακόκκινα και οι σκέψεις στο κεφάλι του ένα κουβάρι. Η μάνα του ήταν απασχολημένη στο τηλέφωνο, συζητούσε για τα ξενοπορτίσματα του άντρα της και ο πατέρας του απών, σε κάποιο συνέδριο ή κάποια ”παράνομη” συνάντηση.
Πήρε τον πόνο του αγκαλιά και κουλουριάστηκε μαζί του στο κρεβάτι, σε στάση εμβρυακή. Ο Γιώργος ενοχλεί τους συμμαθητές του -είναι που δεν τα πάει καλά στα ομαδικά αθλήματα ως υπέρβαρος και δυσκίνητος. Όχι, ο Γιώργος είναι χοντρός. Πρέπει να τιμωρηθεί.
Η Μαρία γύρισε σπίτι με ένα χαιρέκακο χαμόγελο και μια ικανοποίηση δίχως προηγούμενο, γεμάτη έξαψη, τα μάτια της άστραφταν. Έκανε τη Στελλίτσα να κλάψει για τη στραβή της μύτη, μπροστά σε όλο το τμήμα.
Ο καθηγητής δεν έδωσε σημασία, παιδιά είναι θα τα βρούνε κι εκείνος ενήλικας με αληθινά προβλήματα, ησυχία είπε μόνο για να επαναφέρει την τάξη και να αρχίσει το μάθημά του. Η Μαρία συνέχισε σαρκαστικά: “Που μας ήθελε και έρωτες, να, κοιτάξτε το όνομα του Πέτρου στα τετράδιά της!”.
Κρατούσε το εύρημα ψηλά, με το χέρι τεντωμένο, φουσκωμένη από υπερηφάνεια για τη σπουδαία της ανακάλυψη και φυσικά για την υπεροχή της έναντι της συμμαθήτριάς της. Ο Πέτρος ξέσπασε σε γέλια.
Η Στελλίτσα ήταν άσχημη.’Επρεπε να μάθει τη θέση της.
Ο Νίκος επέστρεψε σπίτι ως άλλος τροπαιοφόρος κατακτητής, τα μάτια του γυάλιζαν. “Κοίτα με μπαμπά, τα κατάφερα, έγινα σαν και σενα. Δυνατός και σκληρός με τους αδύναμους. Άρπαξα τα γυαλιά του Βασίλη και μετά τον χτύπησα που τόλμησε να διαμαρτυρηθεί. Το ίδιο δεν θα έκανες κι εσύ; Θυμάμαι τότε που στεναχωρήθηκα επειδή έσπασε το παιχνίδι μου και με τιμώρησες που έκλαιγα σαν να ήμουν κανένα κοριτσάκι. Ήμουν αδύναμος, είχες δίκιο μπαμπά. Μπαμπά, κοίτα με!”. Ο Νίκος ήταν κάποτε παιδί. Έπρεπε να μεγαλώσει.
Ο Βαγγέλης, δεν γύρισε σπίτι. Και ο Γιάννης, ο Κώστας, η Πόπη, το σκέφτονται κι αυτοί σοβαρά, κάποια στιγμή να μη γυρίσουν. Σχεδιάζουν κρυφά την απόδρασή τους, κάνουν σχέδια για τη μέρα που θα καταφέρουν να απαλλαχτούν από τους δυνάστες τους. Δεν ονειρεύονται ταξίδια και εκδρομές, ονειρεύονται τη φυγή, τη λύτρωση.
Η Λίτσα, ο Τάκης, ο Παύλος το γνωρίζουν, αλλά δεν μιλάνε. Θέλουν να επέμβουν, να στηρίξουν τους φίλους τους, αλλά φοβούνται. Είναι σκληρός ο κόσμος τους και δεν θα επιβιώσουν αν προβάλλουν αντίσταση. Άλλωστε, ποιος θα τους ακούσει, οι παιδικές φωνές δεν φτάνουν στα ενήλικα αυτιά. Οι μεγάλοι έχουν τις δικές τους έννοιες και δεν καταλαβαίνουν.
Κι όμως, κάποια στιγμή πρέπει να αφήσουμε στην άκρη τα δικά μας προβλήματα και να ακούσουμε επιτέλους τις κραυγές της απόγνωσης πίσω από τη σιωπή. Είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι. Καμιά ανοχή, καμιά δικαιολογία για την ντροπή που μαστίζει τα σπίτια και τα σχολεία μας, τις ζωές των ανθρώπων που γεννήθηκαν με την κατάρα να ζουν στον σάπιο κόσμο μας. Πρέπει να απαλλάξουμε επιτέλους την κοινωνία μας από την ασχήμια της και να καταλάβουμε -για όσους έχουμε μείνει ”πίσω” στα δικά μας παιδικά χρόνια-, πως δεν έχουμε να κάνουμε πια με παιδιά που πουλάνε αθώο τσαμπουκά και παίζουν πετροπόλεμο στις αλάνες.
Πλέον μιλάμε για βεντέτες, συμμορίες και πλήρη, αρρωστημένο εξευτελισμό, για ακραίες συμπεριφορές δίχως κανένα μέτρο και πολλές φορές, με την αποδοχή και το σιγοντάρισμα των γονιών. Επιβάλλεται να αλλάξουμε, ξεκινώντας πρωτίστως από εμάς τους ίδιους. Διότι το φαινόμενο της βίας και του τραμπουκισμού / μπούλινγκ, δεν πρόκειται να σταματήσει όσο εκτός από έλλειψη ενδιαφέροντος από τη μεριά των γονέων και των εκπαιδευτικών, υπάρχει και έλλειψη παιδείας στο κάθε σπίτι.
Αναφορές στους συνανθρώπους μας με χαρακτηρισμούς τύπου ο τάδε ο χοντρός, ο έτσι η αδερφή, συνιστούν ρατσισμό και καλλιεργούν ενδόμυχα τη βία. Τα παιδιά μας είναι ο καθρέφτης μας. Εμείς μεγαλώνουμε τα θύματα, εμείς και τους θύτες.

ΠΗΓΗ: enallaktikidrasi.com
newsitamea.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki