Wednesday, 26 April 2023

Οι σκέψεις οι άσχημες...

Τις σκέψεις, δεν μπορείς να τις κάνεις να μην έρχονται. 
Κανένας δεν μπορεί. Δεν είναι στο χέρι σου, δεν εξαρτάται από σένα.
Αυτό που μπορείς να κάνεις εσύ, είναι να μην ανοίξεις διάλογο μαζί τους. Να μην τους πιάσεις κουβέντα. 
Απλά να αδιαφορήσεις.
    Σκέψου το πιο απλά. Στο σπίτι σου. Μπορείς να ελέγξεις ποιος θα έρθει και θα σου χτυπήσει την πόρτα; Μπορείς να το προβλέψεις; Μπορείς να το αποφύγεις; 
Όχι.
Αυτό που μπορείς να κάνεις, είναι να βλέπεις κάθε φορά, αν αυτός που στέκεται στο κατώφλι σου και σου χτυπά, είναι φίλος ή εχθρός. Και αν είναι φίλος, να του ανοίγεις και να τον καλοδέχεσαι και αν είναι εχθρός να τον αφήνεις έξω.

    Το ίδιο συμβαίνει και με τις σκέψεις. 
Δεν μπορείς να τις κάνεις, να μην έρχονται. Μπορείς να διαλέγεις όμως κάθε φορά, με ποιες από αυτές, θα κάνεις συζήτηση. 
Σε ποιες θα δώσεις σημασία.

    Και αν οι σκέψεις, οι άσχημες, επιμένουν; 
Και αν δεν φεύγουν;
Ας επιμένουν. Ας μην φεύγουν.
Άστες να χτυπάνε. Κάποια στιγμή θα βαρεθούν. 
Κάποια στιγμή, θα κουραστούν. 
Και θα φύγουν έτσι όπως ήρθανε.

Αρκεί να μην βρεθεί κανείς να τους ανοίξει…
Αρκεί εσύ, να μην τους ανοίξεις.

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 25 April 2023

Η Μετριοπάθεια και η Σεμνότητα είναι για τους μέτριους;

    Νέα έρευνα αναδεικνύει τους λόγους που η ταπεινότητα μπορεί να αποδειχτεί ωφέλιμη για τη ζωή. Σε μια εποχή (και χώρα) με μεγάλα ΕΓΩ, οι έρευνες λένε πως η καλύτερη -και συχνά η πιο αποτελεσματική- φιλοσοφία ζωής είναι η σεμνότητα. 
Μήπως πρέπει να ρίχνουμε τους τόνους πού και πού;

Οι λόγοι που η σεμνότητα είναι ευεργετική:

Ηρεμεί την ψυχή
    Οι σεμνοί άνθρωποι μπορούν να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά το άγχος που προκαλεί η θνητότητα. Όταν το επίκεντρο των πάντων δεν είναι ο εαυτός σου, οι έρευνες λένε, βρίσκουμε ευκολότερα τους τρόπους να αποδεχτούμε το θάνατο και να ζήσουμε πλήρως τη ζωή.
Διαμορφώνει καλούς ηγέτες
    Οι σεμνοί ηγέτες δεν είναι μόνο πιο συμπαθείς, είναι επίσης πιο αποτελεσματικοί. Καθοδηγούν τους άλλους με μετριοφροσύνη, παραδέχονται τα λάθη τους και γίνονται καλά πρότυπα για τους γύρω τους.

Δίνει αυτοέλεγχο
    Οι εγωκεντρικοί άνθρωποι συχνά οδηγούνται σε ακραίες συμπεριφορές που μπορούν να τους βλάψουν σε επαγγελματικό ή προσωπικό επίπεδο. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν γνωρίζουν τα όριά τους, κάτι που χαρακτηρίζει συνήθως τους ταπεινούς.

Εξασφαλίζει μεγαλύτερη απόδοση
    Οι ταπεινοί άνθρωποι δεν είναι απλώς καλύτεροι ως διευθυντές, αλλά και ως υπάλληλοι. Έρευνα σε εργαζομένους απέδειξε ότι η ειλικρίνεια και η σεμνότητα ήταν δείκτης της υψηλής παραγωγικότητας τους

Είναι παράγοντας αριστείας
    Αν νομίζεις ότι η σεμνότητα αφορά το κανονιστικό περιβάλλον του εργασιακού χώρου, μάθε ότι οι βάσεις μπαίνουν στο σχολείο. Σύμφωνα με έρευνα του 2006 σε 55 μαθητές, όσοι ήταν πιο ταπεινοί είχαν την καλύτερη απόδοση σε ακαδημαϊκό επίπεδο.

Προϋποθέτει λιγότερες προκαταλήψεις
    Αν είσαι σεμνός, δεν νιώθεις ότι όλοι σου χρωστάνε. Αυτό οδηγεί σε μια θεώρηση του κόσμου με λιγότερες προκαταλήψεις και περισσότερη ανοχή στη διαφορετικότητα του άλλου.

Δίνει αλληλεγγύη
    Η ταπεινότητα συνδέεται με τη γενναιοδωρία και τη δοτικότητα. Οι σεμνοί άνθρωποι σε έρευνα του 2011 φάνηκαν πιο πρόθυμοι να προσφέρουν τη βοήθειά τους σε κάποιον που τη χρειάστηκε.

Δημιουργεί καλύτερες προσωπικές σχέσεις
    Όσοι δεν έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους είναι πιο ανεκτικοί και αποδέχονται τους άλλους όπως είναι. Τα μεγάλα "εγώ" ποτέ δεν κάνουν καλό σε μία σχέση.

πηγή
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Το ξύλινο πιάτο του γέρου παππού - The old grandfather's corner

Κάποτε ζούσε ένας παππούς με τον γιο του, τη νύφη του και το εγγονάκι του.
Ήταν, όμως, άσχημη η κατάστασή του. Σχεδόν τυφλός, σχεδόν κουφός, δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί... 
Ούτε να φάει δεν μπορούσε.
Σκόρπιζε όλο το φαγητό κάτω και λερωνόταν διαρκώς.
Κάποιες φορές μάλιστα έριχνε το πιάτο κάτω και το έσπαζε.
Ο γιος και η νύφη σκέφτηκαν ότι ήταν ανυπόφορο όλο αυτό που ζούσαν.
Υποχρέωσαν λοιπόν τον γέρο να τρώει σε μια γωνιά πλάι στο τζάκι.
Του έδωσαν μάλιστα και ένα ξύλινο πιάτο για να μην το σπάζει.
Μια μέρα ο μικρός εγγονός έφτιαχνε κάτι με μερικά κομμάτια ξύλου.
Όταν ο πατέρας του τον ρώτησε τι έφτιαχνε ο μικρός απάντησε:
- Φτιάχνω ξύλινες γαβάθες για να τρώτε εσύ και η μητέρα, όταν μεγαλώσω.
Από κείνη την ημέρα ο παππούς κάθισε και πάλι μαζί τους στο τραπέζι. Κανείς δεν είπε ξανά λέξη.

Συμπέρασμα: Θα 
θερίσετε ό,τι σπείρετε.
Ανεξάρτητα από τη σχέση που έχετε με τους γονείς σας, θα σας λείψουν, όταν θα φύγουν από τη ζωή.
Πάντα να τους σέβεστε και να τους φροντίζετε.
antikleidi


THE OLD GRANDFATHER’S CORNER
ONCE UPON a time there was a very old man who lived with his
son and daughter-in-law. His eyes were dim, his knees tottered

under him when he walked, and he was very deaf. As he sat at
table his hand shook so that he would often spill the soup over the
table-cloth or on his clothes, and sometimes he could not even keep
it in his mouth when it got there. His son and daughter were so
annoyed to see his conduct at the table that at last, they placed a
chair for him in a corner behind the screen, and gave him his meals
in an earthenware basin quite away from the rest. He would often
look sorrowfully at the table with tears in his eyes, but he did not
complain.
One day, while he was thinking sadly of the past, the earthenware
basin, which he could scarcely hold in his trembling hands, fell to
the ground and was broken. The young wife scolded him well for
being so careless, but he did not reply, only sighed deeply. Then
she bought him a wooden bowl for a penny and gave him his
meals in it.
Some days afterward his son and daughter saw their little boy,
who was about four years old, sitting on the ground and trying to
fasten together some pieces of wood.
“What are you making, my boy?” asked his father.
“I am making a little bowl for papa and mamma to eat their food in when I grow up,” he replied
The husband and wife looked at each other without speaking for
some minutes. At last, they began to shed tears, and went and
brought their old father back to the table and from that day he
always took his meals with them and was never again treated
unkindly.
THE END
pinkmonkey

Monday, 24 April 2023

Ιστορικά: 24 Απριλίου 1821, ο μαρτυρικός θάνατος του Αθανασίου Διάκου

Από τους πρωτεργάτες του εθνικού ξεσηκωμού στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και ήρωας της μάχης της Αλαμάνας.
    O Αθανάσιος Διάκος γεννήθηκε το 1788 στην Άνω Μουσουνίτσα της Φωκίδας (σημερινός Αθανάσιος Διάκος) και κατ’ άλλους στη γειτονική Αρτοτίνα, απ’ όπου καταγόταν η μητέρα του. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Γραμματικός.
    Ο πατέρας του, Νικόλαος Γραμματικός, γνωστός στην περιοχή με το παρατσούκλι «ψυχογιός», μη μπορώντας να αντέξει τα βάρη της πολυμελούς οικογένειάς του, τον έστειλε δόκιμο μοναχό στο κοντινό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, σε ηλικία 12 ετών. Πέντε χρόνια αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος, αλλά γρήγορα εγκατέλειψε την καλογερική, όταν σκότωσε ένα Τούρκο αγά, επειδή, σύμφωνα με κάποια παράδοση, αυτός του έθιξε τον ανδρισμό του, θαμπωμένος από την ομορφιά του.
    Ο νεαρός Αθανάσιος εντάχθηκε ως πρωτοπαλίκαρο στο σώμα του οπλαρχηγού Γούλα Σκαλτσά, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση, καθώς ο παππούς και ο θείος του είχαν διατελέσει κλέφτες. Τότε έλαβε και το προσωνύμιο Διάκος, με το οποίο έγινε γνωστός και έμεινε στην ιστορία.
    Το 1814 πήγε στα Ιωάννινα και εντάχθηκε στη σωματοφυλακή του Αλή Πασά, της οποίας επικεφαλής ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Όταν ο Ανδρούτσος διορίστηκε αρχηγός στο αρματολίκι της Λιβαδειάς, ο Διάκος τον ακολούθησε. Μετά την αποχώρηση του Ανδρούτσου, ο Διάκος ανακηρύχθηκε καπετάνιος του καζά (θρησκευτικού λειτουργού) της πόλης τον Οκτώβριο του 1820, ενώ την ίδια περίοδο μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.
    Στις 27 Μαρτίου 1821, ο Αθανάσιος Διάκος πρωτοστατεί στην κήρυξη της Επανάστασης στην Ανατολική Στερεά (Μονή Οσίου Λουκά), μετά από συνεννόηση με τους Αχαιούς, που είχαν επαναστατήσει μία εβδομάδα νωρίτερα. Έχοντας λάβει την άδεια του βοεβόδα της Λιβαδειάς Χασάν Αγά, κατορθώνει να στρατολογήσει 5.000 χωρικούς, με πρόσχημα την απόκρουση του Ανδρούτσου.
    Στις 30 Μαρτίου, η Λιβαδειά πέφτει στα χέρια των επαναστατών και στη συνέχεια ο Διάκος οργανώνει την κατάληψη της Αταλάντης (31 Μαρτίου) και της Θήβας (1 Απριλίου), ενώ λίγο αργότερα κυριεύει το ισχυρό φρούριο της Μπουδουνίτσας (Μενδενίτσας). Ακολούθως, επιχειρεί να καταλάβει το Ζητούνι (Λαμία), το διοικητικό κέντρο της περιοχής και το Πατρατζίκι (Υπάτη), χωρίς, όμως, επιτυχία, καθότι ο τοπικός οπλαρχηγός Μήτσος Κοντογιάννης αρνείται να βοηθήσει, επειδή θεωρεί άκαιρο τον ξεσηκωμό.

    Η Οθωμανική διοίκηση θορυβείται από τον ξεσηκωμό των ραγιάδων και διατάσσει τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ Μεχμέτ να καταστείλουν την Επανάσταση, τόσο στη Ρούμελη, όσο και στην Πελοπόννησο. Στις 17 Απριλίου οι δυο πασάδες με 8.000 άνδρες στρατοπεδεύουν στο Λιανοκλάδι, λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Λαμία.
    Ο κίνδυνος είναι μεγάλος για τους επαναστατημένους Έλληνες. Οι οπλαρχηγοί της περιοχής συσκέπτονται στο χωριό Καμποτάδες (20 Απριλίου) και αποφασίζουν και υπερασπιστούν όλες τις διαβάσεις του Σπερχειού (Αλαμάνας), ώστε να αποκόψουν την πρόσβαση των Τούρκων προς τα Σάλωνα (Άμφισσα) και τη Λιβαδειά.
    Το πρωί της 23ης Απριλίου οι Τούρκοι επιτίθενται ταυτόχρονα σε όλο το εύρος του ελληνικού μετώπου. Ο Διάκος υπερασπίζεται με τους λιγοστούς άνδρες του το ξύλινο γεφύρι της Αλαμάνας. Μάχεται ηρωικά, τραυματίζεται και τελικά συλλαμβάνεται αιχμάλωτος.

    Ο επίλογος της μάχης της Αλαμάνας γράφεται την επόμενη ημέρα (24 Απριλίου). Ο τραυματισμένος Αθανάσιος Διάκος μεταφέρεται σιδηροδέσμιος στη Λαμία. Οι Οθωμανοί του προτείνουν να προσκυνήσει και να συνεργαστεί μαζί τους. Ο Διάκος υπερήφανα αρνείται: «Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ’ να πεθάνω» φέρεται να τους απάντησε.
    Ο ελληνικής καταγωγής Ομέρ Βρυώνης δεν θέλησε να τον σκοτώσει, αφού τον γνώριζε πολύ καλά από την αυλή του Αλή Πασά και εκτιμούσε τις ικανότητές του. Επέμενε, όμως, ο Χαλήλμπεης, σημαίνων Τούρκος της Λαμίας, ο οποίος έπεισε τον Κιοσέ Μεχμέτ, ιεραρχικά ανώτερο του Ομέρ Βρυώνη, ότι ο Διάκος θα έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά, επειδή είχε σκοτώσει πολλούς Τούρκους.
Η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν θάνατος διά ανασκολοπισμού και εκτελέστηκε την ίδια μέρα. Προτού ξεψυχήσει ο Διάκος λέγεται ότι αναφώνησε το αυτοσχέδιο τετράστιχο:
Για ιδές καιρό που διάλεξε
ο χάρος να με πάρει
τώρα π' ανθίζουν τα κλαδιά
και βγάζει η γης χορτάρι

Ο μαρτυρικός θάνατος του Διάκου συγκλόνισε και ταυτόχρονα εμψύχωσε τους αγωνιστές. Η ζωή του και η μαρτυρική του θυσία ενέπνευσαν τη λαϊκή μούσα...
Ο Θάνατος του Διάκου
Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα,
καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.
-Ουδ' ο Καλύβας έρχεται, ουδ' ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ-Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες.

Ο Διάκος σαν τ'αγρίκησε, πολύ του κακοφάνη,
ψιλή φωνή ν' εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει:
- Το στράτευμά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια,
δωσ' τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις φούχτες
γλήγορα και να πιάσωμε κάτω στην Αλαμάνα,
όπου ταμπούρια δυνατά έχει και μετερίζια.

Επήραν τ' αλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
στην Αλαμάναν' έφτασαν κι' έπιασαν τα ταμπούρια.
-Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά μη φοβηθήτε,
ανδρεία ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθήτε!

Εκείνοι εφοβήθηκαν κι' εσκόρπισαν στους λόγγους.
Έμειν' ο Διάκος στη φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες,
τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.

Σκίστηκε το τουφέκι του κι' εγίνηκε κομμάτια,
και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά ν' εμπήκε,
έκοψε Τούρκους άπειρους κι' εφτά μπουλουκμπασάδες.
Πλην το σπαθί του έσπασε ν'απάν' από τη χούφτα
κι' έπεσ' ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.
Χίλιοι τον πήραν απ' εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.

Κι' Ομέρ Βριώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:
- Γένεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν' αλλάξης,
να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν' αφήσης;
Κι' εκείνος τ' απεκρίθηκε και με θυμό του λέει:
-Πάτε κι' εσείς και' η πίστη σας, μουρτάτες να χαθήτε,
εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ' απεθάνω.
Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
μόνο πέντ' έξι ημερών ζωή να μου χαρίστε,
όσο να φτάσ' ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας.

Σαν τ' άκουσ' ο Χαλίλμπεης με δάκρυα φωνάζει:
-Χίλια πουγγιά σας δίνω 'γω κι' ακόμα πεντακόσια,
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,
ότι θα σβήση την Τουρκιά και όλο το Δοβλέτι.

Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάλαν,
Ολόρθο τον εστήσανε, κι' αυτός χαμογελούσε.
Την πίστη τους τους έβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.
- Εμέν' αν εσουβλίσετε , ένας Γραικός εχάθη
ας είν' καλά ο Οδυσσεύς κι' ο καπιτάν Νικήτας,
αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι' όλο σας το Δοβλέτι.

Η Πελοποννησιακή παραλλαγή του τραγουδιού
Τρεις περδικούλες κάθουνται στου Διάκου το ταμπούρι,
μίνια τηράει τη Λειβαδιά κι' άλλη το Καρπενήσι,
η Τρίτη νη καλύτερη μοιρολογάει και λέει:

- Πολλή μαυρίλα ν' έρχεται στου Διάκου το ταμπούρι
καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.
- Μήτε ο Καλύβας έρχεται μητ' ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ Βριγιώνης, το σκυλί, με δεκοχτώ χιλιάδες.

Και ο σεΐζης του μιλάει του Διάκου και του λέει:
- Διάκο, πάμε να φύγουμε, πάμε στην Αλασσόνα,
π' εκεί είν' ο τόπος δυνατός, ταμπούρια για να πιάσ' με
τ' ασκέρια σου κιοτέψανε και πήρανε τους λόγγους.

Κι' έμειν' ο Διάκος μοναχός, με δεκοχτώ νομάτους,
τρεις ημερούλες πολεμάει και τρία μερονύχτια.
Εμαύρισε κι' αράχνιασε, σα μαύρη καλιακούδα,
απ' τις μπαρούτες τις πολλές κι' απ'τα πολλά τα σμπάρα.

Τσακίστη το ντουφέκι του απ'τα πολλά ντουφέκια,
το 'σπασε το σπαθάκι του απάν' από τη χούφτα,
τότε τον πιάσαν ζωντανόν κειν' τα κοντοτουρκάκια.

Κι' ο Ομέρ-Βριγιώνης, το σκυλί, του Διάκου πάει και λέει:
- Διάκο, Τούρκος δε γένεσαι, πασά για να σε κάνω;
- Τι λες, μωρέ βρωμόσκυλο, τι λες, μωρέ μουρτάτη;
εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θέλα πεθάνω.

Τότε τον βάλαν στο σουγλί και παν να τόνε ψήσουν,
κι' ο Διάκος ετραγούδαγε της άνοιξης τραγούδι:
- Για ιδές καιρό που διάλεξε ο Χάρος να με πάρη,
τώρα το Μάη, την άνοιξη, π' ανοίγουν τα λουλούδια!

© SanSimera.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Ήταν μόλις οκτώ χρονών και επέζησε της γενοκτονίας των Αρμενίων - Armenian Genocide

Επιζήσασα της γενοκτονίας των Αρμενίων από τους Τούρκους περιγράφει την φρίκη που έζησε
Μια τεράστια ουλή στον μηρό του δεξιού της ποδιού και ίχνη από βουρδουλιές στην πλάτη της, είναι τα σημάδια που της άφησε ο τουρκικός στρατός και η αστυνομία της Τουρκίας στα παιδικά της χρόνια.
Ήταν παιδί του Πρώτου Μεγάλου Πολέμου, γεννήθηκε σε ένα μακρινό μέρος στα βάθη της Τουρκίας και είναι μια από τις τελευταίες εν ζωή μάρτυρες της γενοκτονίας που υπέστησαν οι Αρμένιοι από τους Τούρκους στις δύο πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα.

Ο λόγος για την Γιεβνιγκέ Σαλιμπιάν η οποία στα 105 της χρόνια απολαμβάνει πλέον το ζεστό αεράκι και την υπέροχη θέα του Μίσιον Χιλς της Καλιφόρνια, σε αντίθεση με την φρίκη που έζησε στα παιδικά της χρόνια, στην πόλη Αιντάμπ, στην οποία γεννήθηκε.

Γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1909 και ήταν κόρη του Απος Σαλιμπιάν, Αρμένιου έμπορου χαλκού. 
    Ήταν - όπως τόσοι πολλοί Αρμένιοι - μια οικογένεια της μεσαίας τάξης και ο πατέρας της είχε αρκετούς Τούρκους φίλους. Όταν άρχισαν οι πρώτες απελάσεις, οι Σαλιμπιάνς έμειναν στο σπίτι τους, αλλά η γενοκτονία διήρκεσε μέχρι τις τελευταίους μήνες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου - είχε αρχίσει μέσα σε λίγες εβδομάδες από την Καλλίπολη - και το 1917 έφτασαν στο αποκορύφωμά τους. Η οκτάχρονη τότε Γιεβνιγκέ βρέθηκε με την οικογένειά της, έξω από το σπίτι της.
«Υπήρχαν πολλά παιδιά έξω χωρίς παπούτσια και οι Τούρκοι χωροφύλακες χρησιμοποιώντας μαστίγια, τα οδηγούσαν στο δρόμο. Λίγα είχαν γονείς. Ήταν απαγορευμένο επίσης να λάβουν τροφή. Οι ήχοι των παιδιών ουρλιάζοντας για να αποφύγουν την απέλαση, με τρυπάνε ακόμα και σήμερα. Ακούω αυτές τις φωνές ακόμα και τώρα», τόνισε η 105χρονη.  
Για αυτήν, τα αποτελέσματα του αρμενικού ολοκαυτώματος είναι παραπλήσια με αυτό του εβραϊκού.
«Θυμάμαι παιδιά να τρέχουν να σωθούν, να τα αρπάζουν οι Τούρκοι από τα χέρια των μανάδων, να αποκεφαλίζουν μάνες και να πετάνε τους άντρες στη θάλασσα.Οι σφαίρες περνάγανε δίπλα από το κεφάλι μας. Όσοι είχαν την τύχη με το μέρος τους, οδηγήθηκαν στο λιμάνι περιμένοντας τα καράβια που θα μας έπαιρνε μακριά από το σπίτι μας. Οι πιο άτυχοι πιάνονταν αιχμάλωτοι και οδηγούνταν στα βάθη της Τουρκίας, όσοι κατάφερναν να επιβιώσουν δηλαδή, γιατί κάποιοι από αυτούς μεταφέρονταν με τρένα τα οποία είχαν ειδικά βαγόνια τα οποία είχαν διαμορφωθεί σε θαλάμους αερίων», δηλώνει στον «The Indepedent» η Σαλιμπιάν.
Έτσι, πολλοί γονείς σκοτώθηκαν κατά το πρώτο έτος της γενοκτονίας των Αρμενίων το 1917 και τα ορφανά (δεκάδες χιλιάδες «άγριων παιδιών»), αργότερα εκδιώχθηκαν από τους Τούρκους.
Τα περισσότερα από αυτά κατέληξαν σε χώρες της Μέσης Ανατολής και η Γιεβνιγκέ, έφτασε μετά από Οδύσσεια 2 ετών στον Λίβανο.

«Θυμάμαι το 1920 όταν μπήκα στον Λίβανο, ήταν λες και βρέθηκα στον παράδεισο. Έμεινα για οκτώ χρόνια σε ένα ειδικό άσυλο για παιδιά. Είχα την ευλογία και την ευτυχία να παντρευτώ μικρή, όμως πάντα ένα κομμάτι μου ήταν κενό. Μου έλειπαν οι γονείς μου και τα αδέρφια μου. Αυτοί (οι Τούρκοι), μου τα πήραν χωρίς λόγο.1.500.000 άνθρωποι χάθηκαν χωρίς λόγο», συμπλήρωσε η υπέργηρη γυναίκα.


protothema

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki