Showing posts with label Άγιος Βασίλειος. Show all posts
Showing posts with label Άγιος Βασίλειος. Show all posts

Monday, 1 January 2024

O Μέγας Βασίλειος της αυτοθυσιαστικής προσφοράς και ο τροφαντός «άγιος» της Coca Cola

Πράξη αντιστάσεως και αυτογνωσίας είναι η ενημέρωση των παιδιών μας για το ήθος και την προσωπικότητα, την πλήρη αυτοθυσίας και καλών έργων, του ιεράρχη της Καππαδοκίας Μεγάλου Βασιλείου.

Η Εκκλησία μας του έδωσε τον μοναδικό τίτλο του ουρανοφάντορος, δηλαδή αυτού  που αποκάλυψε, φανέρωσε, τα μυστήρια του ουρανού, με τα δογματικά του έργα.
Πώς κατάφερε η διαφήμιση της Κόκα Κόλα να επιβάλλει αντί για  τον λιτό, ασκητικό και σχετικά νέο άγιο ιεράρχη, τον παχύσαρκο, καλοζωισμένο, γερο-πωλητή των προϊόντων της, o οποίος μοιάζει μάλλον με τον χοντρό Βούδα των ανατολικών παρά με οποιονδήποτε χριστιανικό άγιο, είναι άξιο απορίας!
Μεταξύ των αγίων Πατέρων που καταφέρθηκαν εναντίον των αδίκων πλουσίων, που στηρίζονταν πάνω στα υλικά αγαθά, και περιφρονούσαν η αδιαφορούσαν για την αδικία και την πείνα που επικρατούσε στην κοινωνία, ήταν και ο Μέγας Βασίλειος. Πρέπει να σημειωθή ότι ο Μ. Βασίλειος μίλησε για τα καυτά κοινωνικά θέματα της εποχής του, αφού προηγουμένως ο ίδιος έδωσε το παράδειγμα. Μοίρασε στους πτωχούς την μεγάλη περιουσία που είχε και έπειτα έγινε ιερεύς και επίσκοπος της Καισαρείας της Καππαδοκίας. Έτσι δεν μιλούσε από το γραφείο θεωρητικά. Ο ίδιος πρώτα το έζησε και έπειτα δίδαξε, γι' αυτό και ο λόγος του ήταν βροντή, αφού προηγουμένως ο βίος του ήταν αστραπή.

Ο Μ. Βασίλειος εργάσθηκε ποιμαντικά. Δεν προσπάθησε να μεταστρέψει την αγανάκτηση των πτωχών εναντίον των πλουσίων και να δημιουργήσει μίσος, αλλά προσπάθησε να θεραπεύσει τόσο τους πτωχούς όσο και τους πλούσιους να βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά. Τα θέματα όταν αντιμετωπίζονται επιφανειακά δημιουργούν μεγαλύτερα προβλήματα. Έτσι μιλώντας για την αβεβαιότητα του πλούτου και ότι εύκολα μεταβάλλεται, αφού αλλάξουν μερικά κοινωνικά δεδομένα, στην συνέχεια τονίζει το να περιφρονούμε τα υλικά αγαθά. Όπως έγραψα προηγουμένως αυτό το κάνει για να εργασθεί ποιμαντικά στον λαό. Το ευκολότερο πράγμα είναι να γίνει κανείς λαοπλάνος και να πετάει συνθήματα επιφανειακά. Το δυσκολότερο είναι να θεραπεύει τα πάθη του λαού. Με την διδασκαλία περί περιφρονήσεως των υλικών αγαθών θέλει να μετατοπίσει την σκέψη τόσο των πλουσίων όσο και των πτωχών από τα υλικά αγαθά, ώστε να παύσουν να νομίζουν ότι αυτά αποτελούν τα μόνα αγαθά πάνω στην γη. Ο λόγος της περιφρονήσεως των υλικών αγαθών δεν είναι μανιχαϊκός, αλλά εντάσσεται μέσα στην προσπάθεια να φέρει μια ισορροπία στην κοινωνία. Πράγματι δυο είναι οι δυνατές στάσεις που μπορεί να λάβει κανείς απέναντι των υλικών αγαθών. Η μια είναι η ειδωλολατρική (θεοποίησή τους) και η άλλη η μανιχαϊκή (η απόρριψή τους). Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν δέχονται ούτε την μια ούτε την άλλη, αλλά δέχονται ότι τα υλικά αγαθά είναι δώρα του Θεού, που πρέπει να προσφέρονται ως αντίδωρα στον Θεό και στον συνάνθρωπο.
Όταν χρειάσθηκε να γίνει καυστικός το έκανε. 
Όταν έβλεπε τους πλούσιους να καυχώνται για την δύναμη του πλούτου τους, τότε δεν σιώπησε. Σε ένα έργο του λέγει ότι θεωρεί τέλεια κοινωνία εκείνη από την οποία έχει εξορισθή η ιδιότητα της κτήσεως και η εναντίωση της γνώμης (οι φιλονικίες). Όμως, μελετώντας όλη την διδασκαλία του Μ. Βασιλείου, συμπεραίνουμε ότι δεν κατηγορούσε τόσο την ιδιοκτησία όσο την ιδιοποίηση των υλικών αγαθών. Θέλει να φιλοτιμήσει τους πλούσιους να δίδουν ελεύθερα σ' αυτούς που έχουν ανάγκη, και έτσι να επικρατήσει πάνω στην γη η κοινοχρησία. Αυτήν την κοινοχρησία προσπαθεί να τεκμηριώσει με πολλά παραδείγματα.
Χρησιμοποιεί την περίπτωση των ζώων. Τα πρόβατα βόσκουν επάνω στα όρη και οι πολυπληθείς ίπποι απολαμβάνουν το χορτάρι στης γης στην ίδια πεδιάδα χωρίς έριδες μεταξύ τους. Εμείς όμως αρπάζουμε τα κοινά και ιδιοποιούμαστε αυτά που ανήκουν στους πολλούς. Χρησιμοποιεί επίσης επιχειρήματα φυσικά. Εκείνος, λέγει, που ιδιοποιείται τα υλικά αγαθά μοιάζει με τον θεατή που εισέρχεται πρώτος στο θέατρο, το καταλαμβάνει ολόκληρο και δεν αφήνει να εισέλθει άλλος, επειδή το θεωρεί απολύτως δικό του. Επίσης αφού ο άνθρωπος γεννιέται γυμνός και επιστρέφει στην γη γυμνός, είναι παράλογο να ιδιοποιείται τα υλικά αγαθά, επειδή πρόλαβε και τα απέκτησε αυτός. Χρησιμοποιεί ακόμη το επιχείρημα του κοινωνικού προορισμού των υλικών αγαθών και του πλούτου. Ο άρτος, λέγει, ανήκει στον πεινασμένο, το ιμάτιο στον γυμνό, το υπόδημα στον ανυπόδητο, το αργύριο στον πτωχό. Εκείνος ο οποίος κατακρύπτει τα αγαθά και αποφεύγει να ενδύσει τον γυμνό η να θρέψη τον πεινασμένο δεν είναι καλύτερος από τον λωποδύτη που γυμνώνει τον πεινασμένο. Τα έλεγε αυτά ο άγιος γιατί στην εποχή του σε περίοδο πείνας οι πλούσιοι είχαν γεμάτες τις αποθήκες.
Επίσης χρησιμοποιεί το παράδειγμα της πρώτης Εκκλησίας στην οποία όλα ήταν κοινά, ο βίος, η ψυχή, η συμφωνία, η τράπεζα, η αδελφότης και η αγάπη η οποία μετέβαλε σε ένα τα πολλά σώματα και συνάρμοζε σε μία ομόνοια τις διάφορες ψυχές. Αυτή η κοινοκτημοσύνη πρέπει να ερμηνευθή ως κοινοχρησία.
Πέρα από αυτά στα έργα του ο Μ. Βασίλειος τονίζει πολύ την αξία του πραγματικού πλούτου, που είναι η Χάρη του Χριστού. Ο πλούσιος χωρίς Χριστό είναι πάμπτωχος και ο πτωχός με τον Χριστό είναι πάμπλουτος. Οι υλικές απολαύσεις, έλεγε, έχουν περισσότερο πόνο, παρά υλική ευχαρίστηση. Τα πλούτη έχουν τις επιβουλές, οι τρυφές, οι χορτασμοί και οι αδιάκοπες απολαύσεις έχουν την ποικιλία των ασθενειών και άλλα ακόμη πάθη. Οι Απόστολοι είχαν τον Χριστό και είχαν τα πάντα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους αγίους.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας προσπάθησαν να λύσουν τα προβλήματα της εποχής τους με βάση τον Θεό και την σωτηρία του ανθρώπου, αλλά συνεχώς επεδίωκαν να ανεβάσουν τον νου των ανθρώπων στο πραγματικό αγαθό, που είναι ο Θεός.

(κείμενο του μητρ. Ναυπάκτου π. Ιεροθέου Βλάχου)
Πηγή: Misha

Friday, 30 December 2022

Πρωτοχρονιά στη Ελλάδα / New Year in Greece

Μετά τα Χριστούγεννα ακολουθεί η Πρωτοχρονιά, γιορτή που όλα τα παιδιά περιμένουν με λαχτάρα γιατί ο Άγιος Βασίλης θα τους φέρει το δώρο τους.
Στην Ελλάδα δεν ανταλλάσσουμε δώρα τα Χριστούγεννα αλλά την Πρωτοχρονιά. Τα δώρα φέρνει ο Άγιος Βασίλης που είναι ίδιος με τον Santa Claus της Δύσης.
Το βράδυ της Παραμονής συνηθίζεται στην Κρήτη να κατεβαίνει πολύς κόσμος στο κέντρο της πόλης για τα τελευταία ψώνια ή απλά για μια βόλτα.

Στους κεντρικούς δρόμους έφηβοι και νεαροί κηρύσσουν ένα αναίμακτο πόλεμο με πλαστικά ρόπαλα, τεράστια πλαστικά σφυριά, σπρέι με αφρό και σφυρίχτρες που κάνουν ένα μανιασμένο πόλεμο.
Αργότερα θα μαζευτούν όλοι σε κάποιο φιλικό σπίτι για να υποδεχτούν μαζί τον καινούριο χρόνο.

Χαρτοπαιξία την Πρωτοχρονιά 
Αγαπημένο έθιμο των Ελλήνων τις μέρες της Πρωτοχρονιάς είναι να δοκιμάζουν την τύχη τους. Εκτός από το κρατικό Λαχείο που κληρώνει 10.000.000 € την Πρωτοχρονιά, υπάρχει επίσης η χαρτοπαιξία και τα ζάρια σε καφενεία, λέσχες και σπίτια.
Στα σπίτια είναι έθιμο να παίζονται χαρτιά το βράδυ της Παραμονής της Πρωτοχρονιάς περιμένοντας την αλλαγή του χρόνου. Τα ποσά συνήθως είναι χαμηλά, τέτοια που να προσφέρουν απλά μια φιλική διασκέδαση χωρίς να στενοχωρούν τους χαμένους.
 


Η Βασιλόπιτα με το Φλουρί
Το κόψιμο της βασιλόπιτας είναι από τα ελάχιστα αρχέγονα έθιμα που επιβιώνουν. Στα Κρόνια (εορτή του θεού Κρόνου, που λατρεύονταν στην Ελλάδα και στα Σατουρνάλια (saturnalia) της Ρώμης, έφτιαχναν γλυκά και πίτες, μέσα στα οποία έβαζαν νομίσματα και σε όποιον τύχαινε το κομμάτι, ήταν ο τυχερός της παρέας....
Η ορθόδοξη παράδοση συνέδεσε το ίδιο έθιμο με τη Βασιλόπιτα. Έτσι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, με την αλλαγή του χρόνου, κόβεται η βασιλόπιτα. Όταν έρθει η ώρα για το κόψιμο της πίτας, συγκεντρώνεται όλη η οικογένεια. Ο αρχηγός της οικογένειας αρχίζει με επισημότητα το κόψιμο της πίτας. Πρώτο κομμάτι του Χριστού, μετά του σπιτιού, κι ύστερα των παρευρισκόμενων.
Σ' όποιου το κομμάτι βρεθεί το νόμισμα, εκείνος θα είναι και ο τυχερός της χρονιάς! Συνταγή για Βασιλόπιτα

Νυκτερινή Διασκέδαση
Όλη την περίοδο των γιορτών ο κόσμος βγαίνει περισσότερο τα βράδια κι η κίνηση στα μπαρ και τα κλαμπ είναι αυξημένη.
Ειδικά το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς γίνεται το αδιαχώρητο μετά τα μεσάνυκτα κι η κίνηση στους δρόμους είναι τέτοια που τα αυτοκίνητα προχωρούν σημειωτόν.
Η διασκέδαση συνεχίζεται μέχρι την ανατολή του ήλιου.

Πυροτεχνήματα την Πρωτοχρονιά
Τα τελευταία χρόνια έχουν καθιερωθεί τα πυροτεχνήματα στις κεντρικές πλατείες των πόλεων. Είναι με ευθύνη και διοργάνωση
των δημοτικών αρχών που επίσης φροντίζουν για τον γιορταστικό στολισμό των πόλεων, αλλά και τη διοργάνωση μουσικών εκδηλώσεων για την παραμονή της Πρωτοχρονιάς.

Το Ποδαρικό
Πολλοί άνθρωποι είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί ακόμα και σήμερα
ποιος θα κάνει ποδαρικό στο σπίτι τους, δηλαδή ποιος θα μπει πρώτος στο σπίτι τους τον καινούριο χρόνο. 'Έτσι, από την παραμονή λένε σε κάποιο δικό τους άνθρωπο, που τον θεωρούν καλότυχο και γουρλή, να έρθει την Πρωτοχρονιά να τους κάνει ποδαρικό.
Πολλές φορές προτιμούν ένα μικρό παιδί για να κάνει ποδαρικό,
γιατί τα παιδιά είναι αθώα και στην καρδιά τους δεν υπάρχει η ζήλια κι η κακία.

Η Καλή Χέρα
Συνηθίζεται να δίνεται ένα χρηματικό ποσό σαν δώρο σε παιδιά
που θα επισκεφτούν κάποιο σπίτι την Πρωτοχρονιά.
Συνήθως πρόκειται για τα εγγόνια ή τα ανίψια.
Μερικές δεκαετίες παλιότερα, η «καλή χέρα» ήταν το μόνο δώρο που έπαιρναν τα παιδιά την Πρωτοχρονιά και σε πολλές περιπτώσεις ήταν απλά ένα κέρασμα μια κι ούτε χρήματα υπήρχαν πολλά, αλλά ούτε μαγαζιά με παιγνίδια.

Κρεμμύδα για Γούρι
Το σκυλοκρέμμυδο ή κρεμμύδα (Scilla maritima) είναι συνηθισμένο φυτό στην Κρήτη. Φυτρώνει άγριο και μοιάζει με μεγάλο κρεμμύδι. Τα ζώα δεν το τρώνε γιατί έχει δηλητήριο, που μπορεί να προκαλέσει δερματικό ερεθισμό από επαφή. Ακόμα και να το βγάλεις απ' τη γη και να το κρεμάσεις, δεν παύει να βγάζει νέα φύλλα και άνθη. Ο λαός πιστεύει ότι αυτή τη μεγάλη ζωτική του δύναμη μπορεί να τη μεταδώσει σε έμψυχα και άψυχα, γι' αυτό την πρωτοχρονιά κρεμούν σκυλοκρέμμυδο στα σπίτια τους.
Πρόκειται για αρχαίο έθιμο καλοτυχίας που αναφέρεται ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. Σήμερα τείνει να εγκαταλειφθεί.

Tuesday, 27 December 2022

Ποιος ήταν ο Άγιος Βασίλειος; (για παιδιά Δημοτικού)

Saint Basil the Great

― Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία...
          Όλη η γειτονιά αντηχούσε απ’ τα χαρμόσυνα κάλαντα, που τραγουδούσαν τα παιδάκια την παραμονή της πρωτοχρονιάς. Και το βράδυ, μαζεμένη γύρω στο τζάκι η οικογένεια του παπα-Θύμιου, καμάρωνε τα δώρα, που χάρισε ο ένας στον άλλο, και περίμενε την ώρα της βασιλόπιτας.
          Ο Γιώργος, μαθητής της πέμπτης του δημοτικού σχολείου, επάνω κάτω έντεκα χρονώ, κρατούσε στα χέρια του ένα χρυσοδεμένο βιβλίο και το στριφογύριζε απ’ όλες τις μεριές και ξεφύλλιζε τις εικόνες του. Και η Μαρία, ένα χρόνο μικρότερη, κρατούσε και χάιδευε και καμάρωνε μια πανώρια κούκλα.
          Και πάλι αντήχησαν στη γειτονιά οι χαρούμενες φωνές των παιδιών:
          ― Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία...
          ― Πού είναι η Kαισαρεία, μπαμπά; ρώτησε η Mαρία.
          ― Eίναι πέρα στην Aνατολή, παιδί μου. Mα τη λένε Kαισάρεια και όχι Kαισαρεία.
          ― Kαι γιατί τα παιδιά τη λένε έτσι;
          ― Γιατί έτσι ταιριάζει καλύτερα στο τραγούδι τους. Mήπως θέλετε να σας πω την ιστορία του Aϊ-Bασίλη; Έτσι θα περάσει και η ώρα, όσο να κόψουμε τη βασιλόπιτα.
          Xαρούμενα τα παιδιά τριγύρισαν τον παπα-Θύμιο. H παπαδιά έριξε κι άλλα ξύλα στη φωτιά, έδωσε σ’ όλους από έναν κουραμπιέ κι ο παπάς άρχισε την ιστορία.
― Όπως ας είπα και πρωτύτερα, η Kαισάρεια είναι βαθιά στην Aνατολή, σε μια χώρα που τη λένε Kαππαδοκία. Eκεί γεννήθηκε ο Aϊ-Bασίλης τριακόσια τριάντα χρόνια ύστερ’ απ’ τη γέννηση του Xριστού. Oι γονείς του, όπως οι περισσότεροι πατριώτες του, ήταν ειδωλολάτρες. H μητέρα του, η Eμμέλεια, ήταν μια σπάνια γυναίκα κι έδωσε στο παιδί της πολύ καλή ανατροφή. Πόσα χρωστούμε όλοι οι χριστιανοί στην καλή αυτή μητέρα!
          Όταν μεγάλωσε ο Βασίλειος, πήγε στην Αθήνα να σπουδάσει κι εκεί γνωρίστηκε με τον άγιο Γρηγόριο. Έγινε στην αρχή δικηγόρος. Στην πατρίδα του ήταν και δάσκαλος μερικά χρόνια. Αλλά ούτε το ένα ούτε το άλλο επάγγελμα του γέμιζε την ψυχή.
          Με το δυνατό του μυαλό είδε, πως η νέα θρησκεία του Χριστού ήταν καλύτερη απ’ την παλιά. Έβλεπε κάθε μέρα να κυνηγούν τους χριστιανούς και να τους βασανίζουν. Ο αυτοκράτορας ήταν κι αυτός ειδωλολάτρης και δεν ήθελε να πληθαίνουν οι χριστιανοί.
          Η ψυχή του Βασιλείου δεν μπορούσε να υποφέρει τις αδικίες αυτές. Σε ηλικία 27 χρονών έγινε χριστιανός, μοίρασε όλη την περιουσία του στους φτωχούς και ξεκίνησε να γυρίσει κι άλλους τόπους, να γνωρίσει κι άλλους χριστιανούς, ν’ αγωνιστεί κι αυτός για τη θρησκεία του Χριστού.
Θέλοντας να δει με τα μάτια του τα μέρη που γεννήθηκε κι έζησε ο Xριστός,
ταξίδεψε στην Aίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Συρία, τη Mεσοποταμία. Στην Aίγυπτο γνώρισε και τον άγιο Aντώνιο.
          Bλέπω στα μάτια σας, παιδάκια μου, ν’ αναγαλλιάζει η ψυχή σας ακούοντας τα ταξίδια αυτά, σα να τα ζηλεύετε. Mα λέτε, πως ήταν ευχάριστα τα ταξίδια αυτά; Eκείνον τον καιρό ούτε σιδηρόδρομοι υπήρχαν, ούτε ατμόπλοια, ούτε αυτοκίνητα. Mην ξεχνάτε πως ούτε χρήματα είχε πια ο Bασίλειος.
          Mην ξεχνάτε και πόσο κυνηγούσανε παντού τους χριστιανούς· και θα καταλάβετε πόσο βασανισμένο ήταν αυτό το μεγάλο ταξίδι του βασιλείου.
         
Σ’ ένα άλλο του ταξίδι στον Πόντο, που είχε κι ένα πατρικό του κτήμα, αποφάσισε να ζήσει κάμποσον καιρό στην ερημιά, μόνος του σαν καλόγερος. Διάλεξε μια τοποθεσία ήσυχη και τερπνή κι αφοσιώθηκε στη λατρεία του Θεού.
          Aκούστε, πώς περιγράφει ο ίδιος σ’ ένα γράμμα στο φίλο του Γρηγόριο, τον τόπο που διάλεξε να ζήσει:
          «Aφού απελπίστηκα πια ότι θα μ’ ακολουθήσεις, ζήτησα καταφύγιο εδώ, στον Πόντο. Kαι ο Θεός μ’ οδήγησε σ’ έναν τόπο που μ’ ευχαριστεί πάρα πολύ. Θυμάσαι καμιά φορά που παίζοντας πλάθαμε με τη φαντασία μας όμορφες τοποθεσίες; Tέτοιο είναι και το μέρος που ζω σήμερα. Eίναι ένα ψηλό βουνό σκεπασμένο από πυκνό δάσος. Eδώ κι εκεί τρέχουν κρύα και κατακάθαρα νερά. Στα πόδια του βουνού είναι μια πεδιάδα που ποτίζεται άφθονα από τα νερά αυτά. Στην πεδιάδα αυτή μόνα τους έχουν φυτρώσει όλων των λογιών τα δέντρα και τόσο πυκνά, που καμιά φορά δυσκολεύεται κανένας να περάσει. Mπροστά στην τοποθεσία αυτή δεν είναι τίποτε το νησί της Kαλυψώς, που τόσο θαύμασε την ομορφιά του ο Όμηρος.»
          Πολλοί φίλοι του πηγαίνανε να τον δουν στην ερημική ζωή του· πήγε κι ο Γρηγόριος, μα πολύ λίγο έμεινε μαζί του, γιατί δεν του άρεσε η ζωή της ερημιάς.
Aλλά κι ο Bασίλειος αναγκάστηκε ν’ αφήσει τη μοναχική ζωή. Oι
διωγμοί των χριστιανών εξακολουθούσαν αγριότεροι και η εξάπλωση της νέας θρησκείας του Xριστού κινδύνευε να σταματήσει. O αυτοκράτορας Iουλιανός προστάτευε με φανατισμό την ειδωλολατρία.
          Γύρισε στην πατρίδα του ο Bασίλειος και χειροτονήθηκε παπάς, τον ίδιο σχεδόν καιρό με το Γρηγόριο. Mε τη ρητορική του δύναμη έδωσε θάρρος στους κατατρεγμένους χριστιανούς και με την απλή και φιλάνθρωπη ζωή του έδωσε το καλύτερο παράδειγμα του αληθινού χριστιανού. Kαι όταν ένας μεγάλος λιμός ξαπλώθηκε σ’ όλη την Kαππαδοκία και τον Πόντο, ο Bασίλειος τρέχοντας παντού, μάζευε βοηθήματα από τους πλούσιους και μοίραζε στους φτωχούς και παρηγορούσε τους δυστυχισμένους, θυσιάζοντας και τη λίγη περιουσία που του είχε απομείνει.
          Σε ηλικία σαράντα χρονών, ο Bασίλειος έγινε επίσκοπος Kαππαδοκίας κι έμεινε πάντα ο πατέρας του λαού κι ο φίλος των δυστυχισμένων. Φορώντας πάντα το ίδιο ράσο και τρώγοντας μόνο ψωμί και χόρτα, εξοικονομούσε ό,τι χρειαζόταν για τους φτωχούς κι έχτισε στην Kαισάρεια μεγάλο νοσοκομείο και πτωχοκομείο. Kι έτσι όλος ο βίος του ήταν ένα πολύτιμο στήριγμα της χριστιανοσύνης.
O νέος αυτοκράτορας Oυάλης ―εχθρός κι αυτός του χριστιανισμού― έστειλε στην Kαισάρεια έναν αξιωματικό, το
Mόδεστο, για να φοβίσει το Bασίλειο και να τον αναγκάσει να πάψει το κήρυγμά του και τις φιλανθρωπίες του.
          Ατάραχος έμεινε ο Bασίλειος στις φοβέρες του αξιωματικού.
          ― Πώς, του λέει αυτός, δεν φοβάσαι τη δύναμή μου;
          ― Kαι γιατί να τη φοβηθώ; απάντησε ο Βασίλειος. Τι μπορείς να μου κάμεις;
          ― Tι μπορώ να σου κάμω; Όλα είναι στην εξουσία μου. Μπορώ να δημέψω την περιουσία σου, μπορώ να σ’ εξορίσω, μπορώ να σε βασανίσω, μπορώ ακόμη και να σε θανατώσω.
          ― Με τίποτε άλλο να με φοβερίσεις, γιατί αυτά δεν τα φοβούμαι. Τη δήμευση δεν τη φοβούμαι, γιατί δεν έχω τίποτε άλλο από δυο τριμμένα ράσα και λίγα βιβλία. Την εξορία δεν την φοβούμαι, γιατί όλη τη γη τη θεωρώ πατρίδα μου. Τα βάσανα δεν τα φοβούμαι, γιατί το σώμα μου είναι τόσο αδύνατο, ώστε θα νεκρωθεί, πριν προφτάσεις να το βασανίσεις. Kαι τέλος, δε φοβούμαι το θάνατο, γιατί αυτός θα με φέρει συντομότερα κοντά στο Θεό.
          ― Ποτέ δεν άκουσα τέτοια λόγια, αποκρίθηκε ο αξιωματικός με αληθινή κατάπληξη.
          ― Γιατί και ποτέ δεν απάντησες αληθινόν επίσκοπο. Εμείς είμαστε ήσυχοι και ταπεινοί, όχι μοναχά μπροστά στο βασιλιά, αλλά και στον τελευταίο άνθρωπο. Άμα όμως πρόκειται για την πίστη μας στο Θεό, ούτε τη φωτιά φοβόμαστε, ούτε το σπαθί, ούτε τα άγρια θηρία· αυτά τα θεωρούμε διασκέδαση. Αυτά ας μάθει ο αυτοκράτορας μια για πάντα.
          
― Τέτοιος, εξακολούθησε ο πάπα-Θύμιος, ήταν, παιδιά μου, ο σπάνιος αυτός ο επίσκοπος. Και με το ασθενικό του σώμα και μέσα σε πολλές κακουχίες αυτός εξακολούθησε να περιοδεύει παντού, να ελεεί τους δυστυχισμένους, να παρηγορεί τους θλιμμένους, να δίνει θάρρος στους βασανισμένους χριστιανούς.
          Κι από τους κόπους και τις στερήσεις πέθανε σε ηλικία πενήντα χρονών, την ημέρα της Πρωτοχρονιάς.
          Όλος ο τόπος έχασε τον πατέρα του και τον προστάτη του. Χιλιάδες απ’ όλη την επαρχία έτρεξαν στην κηδεία του. Χριστιανοί και Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες έκλαψαν μαζί την ημέρα αυτή. Από τον πυκνό συνωστισμό πολλοί βρήκαν το θάνατο κι οι άλλοι τους καλοτύχιζαν, που πέθαναν μαζί με το Βασίλειο.
          ― Και τώρα, παιδιά μου, είπε τελειώνοντας ο πάπα-Θύμιος, ας ζητήσουμε την ευχή του Aϊ-Bασίλη και ας κόψουμε τη βασιλόπιτα για την καλή χρονιά.



πηγή o paidagogos 

Tuesday, 31 December 2019

Η παραμονή της Πρωτοχρονιάς και ο Άγιος Βασίλειος (από ένα παλιό αναγνωστικό)

Είναι παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Τά παι­διά είναι όλο χαρά. Φτάνει ό Αγιος Βασίλης, ό γελαστός παππούς με τό σκουφί καί με την παράξενη φορεσιά. Έρχεται καταφορτωμένος. Όλόκληρο σακί έχει στή ράχη του. Καί τί δεν έχει μέσα στό σακί! Σφυρίχτρες, στρατιω­τάκια, κούκλες μεγάλες, κούκλες μικρές, ποδηλατάκια. Γιά κάθε παιδί έχει κι ένα δώρο. Γι’ αυτό καί τά παιδιά τόν περιμένουν καί τόν τρανουδούν:
«Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
κι αρχή καλός μας χρόνος,
Αγιος Βασίλης έρχεται άπό τήν Καισαρεία.
Βαστά εικόνα καί χαρτί, χαρτί καί καλαμάρι…»

Όλοι   οί   δρόμοι   είναι   γεμάτοι   κόσμο. Παιδιά με τρομπέτες, μέ μπαλόνια, μέ ποδηλαντάκια, μέ κούκλες, μέ ό,τι νά πεις, γυρίζουν, χαρούμενα. Όπου κι αν γυρίσεις τά μάτια, βλέπεις κόσμο.  Τά μαγαζιά γεμάτα. “Αλλοι μπαίνουν, άλλοι βγαίνουν. Οί καταστηματάρ­χες δεν προφταίνουν νά πουλούν.
— Χρόνια πολλά, Λεωνίδα! Ευτυχισμένος ό καινούριος χρόνος!
— Καλή χρονιά, Νικολάκη!
Οί χαιρετισμοί κι οί ευχές δίνουν καί παίρ­νουν. Όλοι είναι χαρούμενοι, πού ήρθε ή μεγάλη αυτή γιορτή.
Στό σπίτι ή μητέρα έχει ετοιμάσει τή βασι­λόπιτα. Όταν όλοι μαζευτούν στό τραπέζι, ό παππούς θά τήν κόψει σέ κομμάτια. Θά κάνει πρώτα τό σταυρό του, θά πει «χρόνια πολλά» καί θά τή μοιράσει.
Ένα κομμάτι γιά τό Χριστό, ένα γιά τόν Άγιο-Βασίλη, τρίτο γιά τόν εαυτό του, ένα γιά τόν πατέρα, ένα γιά τή μητέρα. Ώς καί γιά τόν ξενιτεμένο αδερφό θά κόψει κομμάτι ό παππούς.
Μά ποιος θά είναι ό τυχερός, νά βρει τό φλουρί, πού είναι στή βασιλόπιτα; Ή Κούλα κι ό Παντελάκης όλο γι’ αυτό συζητούν .
βασιλοπιτα

Ό καινούριος χρόνος
1 Ιανουαρίου γράφει τό ημερολόγιο. Ό χρόνος αλλάζει. Ό παλιός φεύγει. Έρχεται ό καινούριος. Ό παλιός δε γυρίζει πιά. Όπως δέν ξαναγυρίζει τό νερό, πού τρέχει άπό τή βρύση. Ό παππούς γίνεται πιό μεγάλος ένα χρόνο. Ό πατέρας, ή μητέρα, ό Παντελάκης, ή Κούλα, όλοι μεγαλώνουμε ένα χρόνο ακόμη.
Χρόνια πολλά παππού! εύχονται τά παι­δάκια στον παππού τους καί του φιλούν τό χέ­ρι.
Χρόνια πολλά παιδάκια μου! Καλός κι ευτυχισμένος ό καινούριος χρόνος, τους εύχεται κι εκείνος καί τά χαϊδεύει τρυφερά.
Μά όταν μείνει μονός ό παππούς, σκέφτε­ται. Σκέφτεται πώς ήταν κι αυτός σάν τόν Παντελάκη καί σάν τήν Κούλα. Καί χρόνο μέ τό χρόνο έγιναν τά μαλλιά του βαμπάκι. Καί τήν ώρα εκείνη θυμάται κάποιο τραγούδι:
Ό Άι-Βασίλης έρχεται
με γέλια καί μέ δώρα,
καινούριος χρόνος έφτασε
μ’ ελπίδες καί χαρά.
.
Ό άλλος χρόνος γέρασε
καί φεύγει μακριά μας,
σάν όνειρο έπέρασε
μέ τήν Πρωτοχρονιά.
.
Ό Άι-Βασίλης έρχεται,
καινούριος χρόνος έφτασε.
Ό άλλος χρόνος γέρασε,
σάν όνειρο έπέρασε.
.
Όλοι μαζί πάλι,παιδιά,
ήρθ’ ή χρυσή, καλή χρονιά.
Γιορτάστε τήν Πρωτοχρονιά
μέ μιά καρδιά καί μέ χαρά.

Παλιό Αναγνωστικό Β Δημοτικού , Αθήνα 1979
ΑΙ -βΑΣΊΛΗς
Ελάτε στο τραπέζι μας απόψε,
για τή χαρά νά κάμωμε μια θέσι.
 Τήν πίττα μας, πατέρα, τώρα κόψε,
νά ίδούμε το φλουρί σε ποιόν θα πέση.
.
Κι ας μένη έτσι στρωμένο απόψε, άς μένη
κι ή σόμπα μας άς καίη εκεί στο πλάι
Άπόψε με τήν κάπα χιονισμένη
Θά ‘ρθη κι ό “Αι-Βασίλης για νά φάη.

Παλιό Αναγνωστικό Δ Δημοτικού

για την αντιγραφή: ιστολόγιο “Αντέχουμε…”
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 1 January 2019

Ρόμπι

Με λένε Ρόμπι και είμαι ένα μικρό ρομπότ. Ξέρετε πώς το ξέρω; Το ξέρω γιατί το λένε οι άνθρωποι που με έχουν, όταν με δείχνουν στους φίλους τους. Αλλά πιο πολύ γιατί όλο μου δίνουν διαταγές και εντολές. «Ρόμπι, άνοιξε την πόρτα». «Ρόμπι, κλείσε το παράθυρο». «Ρόμπι, φέρε τα γυαλιά μου» και άλλα τέτοια.

Λοιπόν, οι άνθρωποι, όχι αυτοί που με έχουν αλλά αυτοί που με έφτιαξαν, οι «κατασκευαστές» δηλαδή, έβαλαν μέσα στο μυαλό μου μερικές «πληροφορίες». Έτσι ονομάζονται αυτά που ξέρω. Και μετά έβαλαν κάτι οδηγίες για να ακούω τις διαταγές τους και να κάνω ό,τι μου λένε. Κι εγώ απλά κάνω τη δουλειά μου.

Αλλά είμαι μόνη... δυστυχώς. Δεν έχω φίλους, ούτε οικογένεια. Όταν έρχεται το βράδυ το νιώθω ακόμη περισσότερο, γιατί ... κανείς δεν μου δίνει διαταγές. Όλοι εξαφανίζονται. «Πάνε για ύπνο», όπως λένε. Εγώ περιμένω να έρθει το πρωί.

Μια νύχτα πριν από κάποια νύχτα, όπως μέτρησε το ημερολόγιο που έχω στο μυαλό μου, το μικρό παιδί του σπιτιού ήταν πολύ θυμωμένο. Η μαμά του το μάλωσε, για κάποιο λόγο που δεν ξέρω, κι αυτό φέρθηκε πολύ άσχημα· φώναζε, έκλαιγε, κλωτσούσε. Η μαμά το τιμώρησε και του είπε: «Απόψε είσαι τιμωρημένος· δεν θα πας στο δωμάτιό σου. Θα μείνεις με τη Ρόμπι». Τον έβαλε μέσα, εκεί που ήμουν εγώ, και κλείδωσε την πόρτα.

Εκείνο έκλαιγε και χτυπούσε τα πόδια του στο πάτωμα, αλλά εγώ χάρηκα. Επιτέλους, ένα βράδυ θα είχα συντροφιά, σκέφτηκα. Μόνο να του περάσει ο θυμός, μην αρχίσει να με κλωτσάει κι εμένα...

Ο μικρός σιγόκλαιγε για ώρα, εκεί απέναντί μου, χωρίς να με κοιτάζει. Εγώ τον κοίταζα με λαχτάρα, μήπως και έδινε καμιά διαταγή για να περάσει η ώρα, αλλά αυτός τίποτα.

Μα, τί το ήθελα; Δεν ζητούσα κάτι άλλο καλύτερα; Ώσπου, κάποια στιγμή με πλησίασε θυμωμένος και είπε...

«Ρόμπι, σπάσε το παράθυρο να βγω έξω». Αλλά, εγώ δεν ήξερα αυτή τη διαταγή που κάνει ζημιές, και δεν κουνήθηκα. «Χαζή», είπε ο πιτσιρικάς. «Θα σου πω κάτι άλλο, τότε. Ρόμπι, ξεκλείδωσε την πόρτα». Κι αυτό δε γινόταν, γιατί ήξερα τη διαταγή αλλά κλειδί δεν έβλεπα. Η μαμά του μας είχε κλειδώσει, απέξω φυσικά, και το είχε πάρει μαζί της. «Κοιμισμένη», είπε ο μικρός. «Τίποτα δεν ξέρεις να κάνεις. Θα σε τρελάνω στις διαταγές μέχρι να κάνεις αυτό που θέλω». Κι άρχισε:

«Φώναξε την αστυνομία –Όχι, μην τη φωνάξεις. Θα βρω τον μπελά μου».

«Βάλε τις φωνές – Όχι, μην τις βάζεις, θα ακούσει η μαμά μου».

«Πάρε τηλέφωνο τη γιαγιά μου – Όχι, μην την παίρνεις γιατί δεν μπορείς. Το τηλέφωνο είναι έξω κι εμείς είμαστε κλειδωμένοι μέσα».

Έλεγε, έλεγε, έλεγε. Εγώ στεκόμουν ακίνητη γιατί ή δεν μπορούσα ή δεν ήξερα να κάνω αυτό που ήθελε. Κάποτε ο μικρός κουράστηκε. Κάθισε κάτω και μου έπιασε την κουβέντα.

«Τότε, Ρόμπι, αφού είσαι τέτοια, θα σου πω κάτι για να ζηλέψεις. Λοιπόν, αν ήσουν παιδί, λέμε τώρα, αν ήσουν, απόψε, που είναι παραμονή πρωτοχρονιάς, θα περίμενες τον Άγιο Βασίλη να σου φέρει ένα δώρο. Κι εγώ είμαι πολύ θυμωμένος που με έκλεισε εδώ η μαμά μου, γιατί ούτε δώρο θα πάρω, ούτε θα τον δω να έρχεται από την καμινάδα. Είμαι τιμωρία. Αλλά, να σου πω... Εσύ είσαι σε χειρότερη κατάσταση, γιατί είσαι τιμωρία κάθε βράδυ. Δεν ξέρεις· δεν έχεις ιδέα, Ρόμπι, πώς έρχεται ο Άγιος Βασίλης...».

Γκλιν γκλιν, τα λαμπάκια μου άναψαν βιαστικά. Αυτή η φράση, «Ρόμπι, πώς έρχεται ο Άγιος Βασίλης», ήταν μια «πληροφορία» που την ήξερα. Στη μικρή μακρόστενη οθόνη πάνω στο μέτωπό μου σχηματίστηκε μια φράση: «Με το έλκηθρο». Ο μικρός την διάβασε και ξεφώνισε: «Ουάου!!! Να που ξέρει και κάτι αυτή. Καί πώς μπαίνει στα σπίτια; Και τί φέρνει στα παιδιά; Και πού τα βάζει αυτά που φέρνει; Και πόσους ταράνδους έχει το έλκηθρό του; Και τί χρώμα ρούχα φοράει; Είναι χοντρός ή αδύνατος;»

Δεν τελείωναν οι ερωτήσεις του, αλλά και οι απαντήσεις μου. Όλα αυτά τα ήξερα και ήμουν καταχαρούμενη. Τα πράγματα είχαν αλλάξει, ίσως γινόμασταν και φίλοι.

«Τώρα θα σου κάνω την πιο σημαντική ερώτηση», είπε ο μικρός. «Ξέρεις, Ρόμπι, τί ώρα θα έρθει ο Άγιος Βασίλης; Αααα, κι άλλη μία: Μήπως ξέρεις τί του ζήτησα να μου φέρει;»

Γκλιν γκλιν γκλαν γκλιν και ξανά γκλιν γκλιν γκλαν. Τα λαμπάκια μου τρελάθηκαν αυτή τη φορά. Κι έσβησαν! Έπρεπε να ξέρω το δρομολόγιο και το πρόγραμμά του, αλλά δεν το ήξερα. Το μυαλό μου έπρεπε να ψάξει να βρεί τις πληροφορίες για τις παραγγελίες, τί δώρο είχε ζητήσει το παιδί –αν είχε ζητήσει κάτι στ’ αλήθεια–, αν το είχε βρει ο Άγιος Βασίλης κι άλλα... πολύ δύσκολα πράγματα. Και με πήρε το παράπονο. Όλα τα δύσκολα από μένα τα ζητάνε· πρέπει να τα ξέρω όλα, μα δεν τα ξέρω. Γιατί κανείς δεν μου είχε δώσει τέτοιες πληροφορίες. Έτσι, τώρα, κινδύνευα να χάσω και το μοναδικό μου φίλο. Καθόλου δεν θα ήθελα να τον απογοητεύσω, θυμώνει κι εύκολα..

Τι να κάνω; Τι να κάνω;

Κόντευα να το «κάψω» το μυαλό μου, όταν το κλειδί, απέξω από το δωμάτιο, γύρισε με θόρυβο στην κλειδαριά, η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε η μαμά. Κοίταξε σοβαρή τον μικρό και είπε:

«Πάρε τη Ρόμπι και βγείτε έξω».

Δεν ξέρω αν η δική μου έκπληξη ήταν μεγαλύτερη ή του μικρού. Τι θα γινόταν τώρα; Βόλτα θα πηγαίναμε; Τον Άγιο Βασίλη θα βλέπαμε; Δώρα θα μας έδιναν; Ή μήπως ήθελε να μαλώσει κι εμένα μαζί με τον πιτσιρίκο;

Βγήκαμε. Στο σαλόνι που ήταν απέναντι από το κλειδωμένο –μέχρι τώρα– δωμάτιο, καθόταν μια στρογγυλωπή κοκκινοντυμένη φιγούρα, με άσπρα μαλλιά και γένια, γυαλιά, μπότες, γάντια, τσουβάλια φορτωμένα.... ο Άγιος Βασίλης αυτοπροσώπως. Ο μικρός τα είχε χαμένα· κι εγώ τα είχα δυο φορές χαμένα.

«Ελάτε εδώ, ελάτε εδώ», είπε ο γελαστός γέροντας. «Ελάτε, και σας χρειάζομαι». Λαχτάρησα. «Αχ, μου φαίνεται πως, όπου να ´ναι, έρχεται μια διαταγή», σκέφτηκα.

Ο μικρός κοίταζε με το στόμα ανοιχτό, μια τον γέροντα και μια εμένα. «Μαζί να ρθούμε;» ρώτησε.

«Μαζί ελάτε», είπε εκείνος. «Εσύ, τώρα, πάρε αυτό το δώρο που ζήτησες. Αλλά, κοίτα! Πρώτα θα ζητήσεις συγγνώμη από τη μαμά, για την αταξία σου».

«Σόρι», είπε απρόθυμα ο μικρός απλώνοντας τα χέρια για να αρπάξει το δώρο, μήπως και το χάσει. «Και η Ρόμπι;»

«Η Ρόμπι θα έρθει μαζί μου. Έχω πολλή δουλειά και χρειάζομαι βοήθεια. Δεν έχεις αντίρρηση, φαντάζομαι...».

«Δεν... δεν ξέρω, δεν έχω... δεν ξέρω τι έχω!».

«Τί ζεις απόψε;» Ρώτησα τον εαυτό μου και μου απάντησα, γιατί αυτή την απάντηση την ήξερα: «Ένα θαύμα».

«Ρόμπι, είσαι έτοιμη; Κοίτα εδώ». Και ο Άγιος Βασίλης ξεδίπλωσε μπροστά μου ένα χάρτη της γης, σημαδεμένο με χιλιάδες σημαδάκια –τα σπίτια των παιδιών που είχε να επισκεφτεί. Κι ύστερα ξετύλιξε ένα τεράστιο ρολό χαρτί, γεμάτο παραγγελίες, ονόματα, διευθύνσεις, κάτι γραμμές και κάτι νούμερα... που μου θύμιζαν τις μέρες που με φτιάχνανε. Τα κοίταζα και τα «κατάπινα». Μέσα στο μυαλό μου άρχισε σιγά σιγά να φτιάχνεται μια διαδρομή, με στάσεις, με σπίτια, με ονόματα, με πακέτα, με φως, με αγκαλιές, με χειροκροτήματα... Τί καλά! Τί όμορφα! Ούτε μόνη είμαι πια, ούτε χωρίς... διαταγές! Θα γυρίσω τον κόσμο, μέσα στο αμάξι του Άι Βασίλη, και θα κάνω την πιο όμορφη δουλειά της ζωής μου: Θα μοιράζω δώρα στα παιδιά, τη νύχτα της πρωτοχρονιάς! 
Ποιός; Εγώ, η Ρόμπι, φυσικά.


Κείμενο: Ελένη Τσαλίκη ©
Από τη συλλογή: «Κάθε μέρα, κάθε μήνα, μια ολόκληρη χρονιά»

Wednesday, 26 December 2012

Ο Άγιος Βασίλης δε θα φέρει δώρα στους έλληνες

 Παιδικό γράμμα το 2000…
«Αγαπημένε μου Άι Βασίλη φέτος τα Χριστούγεννα θα ήθελα να μου φέρεις τη συλλεκτική έκδοση της Barbie η οποία γιορτάζει και καλωσορίζει τη νέα χιλιετία με μία αστραφτερή κόκκινη τουαλέτα, περίτεχνο χτένισμα και αστραφτερά κοσμήματα. Θέλω ακόμη ένα ποδήλατο για τα διήμερα στο εξοχικό και μία τηλεόραση για το δωμάτιο μου. Θέλω επίσης τις βιντεοκασέτες του Βασιλιά των Λιονταριών, της Ωραίας Κοιμωμένης, του Πίτερ Παν και της Χιονάτης. Τέλος, Άγιε μου Βασίλη φέρε μου ένα αδερφάκι για να έχω να παίζω τα τόσα πολλά παιχνίδια που μου αγόρασαν οι γονείς μου!!!»

Το 2012... «Άγιε μου Βασίλη φέτος τα Χριστούγεννα θα ήθελα να φέρεις δουλειά στη μαμά και πιο πολλά χρήματα στο μπαμπά.
Ακόμη, χρήσιμα θα ήταν λίγα ξύλα για το τζάκι γιατί η μαμά δεν ανάβει τα καλοριφέρ και… «δυο ταράνδους μαζί με ένα έλκηθρο» γιατί οι βόλτες με το αμάξι λιγόστεψαν. Θα ήθελα να μας γεμίσεις το ψυγείο με φαγητά και το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι με κουραμπιέδες, μελομακάρονα και μια γεμιστή γαλοπούλα.
 Επίσης τις ντουλάπες με καινούρια και ζεστά ρούχα.
Μη ξεχάσεις να φέρεις δόντια και φάρμακα για τη γιαγιά και το παππού!
Αν μπορείς κάνε πιο πολλά δωμάτια για τους αρρώστους στα νοσοκομεία και σπίτια για όλους αυτούς που βλέπω να κοιμούνται στα παγκάκια.
Φέτος αυτό που θα ήθελα πιο πολύ από όλα είναι να βλέπω περισσότερα χαμόγελα γύρω μου... να μη βλέπω τον κόσμο να τσακώνεται, να θυμώνει με το παραμικρό, να μαίνεται σαν κινητό ηφαίστειο.
Κάνε Άγιε μου Βασίλη πιο χαρούμενο και πιο ήρεμο τον κόσμο που με περιτριγυρίζει!!!

Υ.Γ.: Άμα μπορέσεις, φέρε μου ένα παιχνιδάκι -ότι να ναι- δεν έχω απαιτήσεις γιατί ήμουν πολύ καλό παιδί φέτος!»
______________________________________________________
Ο Άγιος Βασίλης για πολλά παιδιά αντιπροσωπεύει την εποχή του ρομαντισμού, της αγνής αγάπης, των ονείρων.
Είναι εκείνος ο Άγιος που αγαπιέται και θαυμάζεται όσο κανείς άλλος. Ένας παιδικός ήρωας που με το μαγικό του ραβδί ντύνει όλο τον κόσμο με χαμόγελα.
Ο πιο δημοφιλής φίλος δια αλληλογραφίας τη περίοδο των Χριστουγέννων.
Μόνο στο άκουσμα του, τα πιο απίθανα όνειρα παίρνουν σάρκα και οστά.
Τα παιδιά ελπίζουν στον Άγιο Βασίλη, σε αυτόν τον Οικουμενικό Νονό που ποτέ δε τους χαλάει χατίρι και τους χαρίζει πάντα ότι αυτά ποθούν.
 Όμως, ποιος είναι αυτός ο Άι Βασίλης; Υπάρχει; Πού τον είδε η γνωστή αμερικανική εταιρεία αναψυκτικών, η Coca-Cola, και τον παρουσίασε το 1931 με κόκκινη στολή, λευκή γενειάδα και ένα σάκο με δώρα στη πλάτη;
Γιατί από φέτος οι Έλληνες γονείς έχουν καταπιαστεί με την απομυθοποίηση του;
Γιατί τα φετινά Χριστούγεννα φημολογείται ότι δε θα μας επισκεφτεί;
Λέτε, να έμεινε και αυτός από καύσιμα; Αυτά είναι μερικά ερωτήματα που δεν ξέρω πότε και αν θα απαντηθούν πλήρως.
Το ζητούμενο στη προκειμένη περίπτωση είναι ότι φέτος ο Άγιος Βασίλης δε θα φέρει δώρα στους Έλληνες.
Η οικονομική στενότητα, που έχει πλήξει όσο ποτέ τα ελληνικά νοικοκυριά, θα στερήσει φέτος από τα παιδιά τη πολυτέλεια των δώρων τα Χριστούγεννα και τη Πρωτοχρονιά.
Τη στιγμή που οι ίδιοι οι γονείς δε παίρνουν «το δώρο των εορτών» και δυσκολεύονται να ανταποκριθούν οικονομικά σε βασικές ανάγκες των παιδιών τους -λόγω γενικευμένων περικοπών στους μισθούς τους- είναι φυσικό να περιορίσουν οτιδήποτε επιβαρυντικό για τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
 Χαρακτηριστική είναι η ιστοσελίδα της αγγλικής εφημερίδας Guardian η οποία απεικονίζει με τραγελαφικό τρόπο τις σκέψεις των Ευρωπαίων για την οικονομική κρίση στη χώρα μας. Η Guardian καλεί φέτος τα Χριστούγεννα τους αναγνώστες της να επιλέξουν να στείλουν τις ευχές τους με μία από τις εορταστικές κάρτες που φιλοτέχνησε ο γελοιογράφος Kipper Williams.
Σε μία από αυτές ο Άι Βασίλης περνάει με το έλκηθρο του πάνω από την Αθήνα χωρίς να κάνει στάση.
 Μάλιστα, όπως φαίνεται καθαρά στο σκίτσο, δίνει εντολή στους ταράνδους να συνεχίσουν ακάθεκτοι το ταξίδι τους με προορισμό άλλες χώρες για να διανέμουν τα δώρα τους.
 Σύμφωνα με τη παράδοση, ο Άι Βασίλης δεν κάνει δώρα στα παιδιά που έδειξαν αλαζονική και απείθαρχη συμπεριφορά το τρέχον έτος...
και ερωτώ τους Άγγλους.
Ένας ολόκληρος λαός δε θα πάρει δώρα επειδή τα «παιδιά» της βουλής δεν ήταν «καλά παιδιά»;
Δεν είναι άδικο;!
 Βέβαια, δεν ακούτε και κάτι πρωτότυπο. Το δώρο των Χριστουγέννων, περικόπηκε πολύ πριν έρθουν τα Χριστούγεννα με αυτό το οικονομικό κατρακύλισμα που βιώνουμε.
 Ωστόσο είναι φανερό, στο γράμμα του παιδιού το 2012, ότι πλέον δεν έχει ανάγκη τόσο τα δώρα και τα υλικά αγαθά όσο την καλή υγεία της οικογένειας του και του κόσμου γύρω του καθώς και τη συλλογική τους ευδαιμονία.
 Νομίζω ότι ίσως οι καιροί που περνάμε λειτουργούν σαν χαστούκι που σταδιακά μας ξυπνάει από τη χειμέρια νάρκη στην οποία είχαμε πέσει τις τελευταίες δύο δεκαετίες, τότε που η ζωή άρχιζε και τελείωνε βασισμένη στα υλικά αγαθά, τότε που η ευτυχία ήταν άμεσα συνδεδεμένη από το έχειν. Ενδεικτική είναι φέτος το χειμώνα η καμπάνια γνωστού τηλεοπτικού σταθμού ο οποίος αναφέρει ότι «Τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή, δεν είναι πράγματα!!!»
Τελειώνοντας, για όλους εμάς τους Ορθόδοξους χριστιανούς, ο Άγιος Βασίλης είναι ο Μέγας Βασίλειος ο οποίος αφιέρωσε σχεδόν όλη του τη ζωή στη βοήθεια προς τον συνάνθρωπο και γι αυτό θεωρείται ο εμπνευστής και ο πρώτος δημιουργός της οργανωμένης φιλανθρωπίας.
Ο Μέγας Βασίλειος πέθανε την 1 Ιανουαρίου του 379.
Αυτή η ημερομηνία θεωρείται ότι φέρνει ευλογία και καλή τύχη στη νέα χρονιά. Δεδομένου λοιπόν ότι ο Άι Βασίλης δε θα μας επισκεφτεί φέτος... λέτε το 2013 να είναι κακότυχο και δυσοίωνο εξαιτίας 300 «κατσικοπόδαρων» κακών «παιδιών» που πάνε σε ένα «σχολείο» που λέγεται Βουλή των Ελλήνων η οποία -μεταξύ μας- μόνο των Ελλήνων δεν είναι;;;
 Μπορεί τελικά να μας στέρησαν τα «δώρα» των εορτών, δε πρόκειται όμως να μας στερήσουν τις ευτυχισμένες οικογενειακές στιγμές αυτές τις μέρες διότι όπως είπε
και ο Ν. Καζαντζάκης
«το φως ορκίστηκε να μη παραδοθεί»…

ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ!
Δήμητρα Σιαχάμη Εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης
Email: dimitra.s1990@gmail.com 

Saturday, 31 December 2011

Άλλο πράγμα ο Santa Claus της Coca Cola κι άλλο ο Άϊ Βασίλης της Ορθοδοξίας!

Santa Claus VS Άι Βασίλη
Ο δικός μας Άι Βασίλης, 
.
ο Άγιος Βασίλειος της Ορθοδοξίας,
ο Πατέρας της Εκκλησίας και διδάσκαλος της Οικουμένης, τι σχέση μπορεί να έχει με αυτόν της παγκοσμιοποίησης
και της Νέας εποχής;


 ο Santa Claus της Coca Cola
  1. Είναι λεπτός, ολιγαρκής, ασθενικός, με μακριά μαύρη γενειάδα, αφού δεν πρόλαβε να γεράσει (έφυγε σε ηλικία 49 ετών) και γενικά πρόσωπο άσκησης και όχι ευτραφέστατος, με προτεταμένη κοιλιά, ροδοκόκκινα μάγουλα, γαλανομάτης και πονηρός γέρος, δηλαδή πρόσωπο της καλοπέρασης που είναι ο άλλος!
  2. Έρχεται από την Καισάρεια της Καππαδοκίας (Μ. Ασία) και όχι από την Λαπωνία της Φιλανδίας, όπως όρισε η φαντασία κάποιων !
  3. Είναι Μέγας και Θεοφόρος Πατέρας της Εκκλησίας, ιδεώδης και στοργικός Ποιμενάρχης, οργανωτής του μοναχικού βίου, αδαμάντινη ψυχή, αληθινός Άγιος, ταπεινός υπηρέτης του Χριστού, με απέραντη αγάπη σε Αυτόν και την Εκκλησία Του, για την οποία αγωνίστηκε μέχρι τέλους και ήρθε σε ρήξη με τους αιρετικούς, αλλά και τις τότε κοσμικές εξουσίες, κατατροπώνοντάς τους με την αγιότητα της ζωή τους και τη δύναμη του πνεύματός του και όχι… ντίλερ των πάσης φύσεως εμπορευμάτων που είναι ο άλλος!
  4. Μορφώθηκε πολύ, έγινε πανεπιστήμονας της εποχής του (σπούδασε φιλολογία, μαθηματικά, φιλοσοφία, ρητορική, ηθική, αστρονομία, ιατρική, γεωμετρία και διαλεκτική), και στη συνέχεια μέγας διδάσκαλος και απαράμιλλος παιδαγωγός, με πολύτιμο και ανυπέρβλητο συγγραφικό έργο που το μελετά έκτοτε η ανθρωπότητα (είπαν πως και μόνο αυτό θα αρκούσε να τον δικαιώσει ως μεγάλο), γι’ αυτό και η μεν Εκκλησία τον ονόμασε Οικουμενικό Διδάσκαλο, η δε Ιστορία «Μέγα», όσο ελαχίστους ως τα σήμερα, ενώ ο άλλος της δύσης, που δεν έχει ΚΑΝΕΝΑ ΑΛΛΟ ΠΡΟΣΟΝ, πλην αυτό της προώθησης των εμπορευμάτων.
  5. Δεν είναι τυχαίο πως τα κάλαντά μας λένε, πως έρχεται από την Καισάρεια όπου «βαστάει πέννα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι», το καλαμάρι του πνεύματος, που με αυτό το «χαρτί ομίλει» (=μιλούσε) και όχι το σακί που είναι γεμάτο από την ύλη του εμπορίου. Κι όταν ακουμπάει το ραβδί του, το κάνει για «να πει την αλφαβήτα», δηλαδή ακόμα και τότε που ξαποσταίνει από την πεζοπορία, πάλι διδάσκει τους ανθρώπους «γράμματα σπουδάγματα, του Θεού τα πράγματα» και δεν χαιρετάει τα πλήθη πετώντας με τους ταράνδους ως κομήτης ή ως ξωτικό😏!
  6. Ποτέ του δεν μοίρασε δώρα στα παιδιά αλλά τους έδινε πάντοτε την απέραντη αγάπη του, τα διαχρονικά αγαθά της παιδείας και την αρχιερατική του ευλογία και τώρα που βρίσκεται μετά των Αγίων του Θεού ΜΕΣΙΤΕΥΕΙ και παρακαλεί τον Θεό γι’ αυτά , ιδιαίτερα δε όταν τον επικαλούνται, και όχι μια φορά τον χρόνο τα εφήμερα, κάποτε δε και επιβλαβή προϊόντα της κατανάλωσης. Έτσι προσφέρει τα μέγιστα στα παιδιά και δεν τα παραπλανεί ή και τα ζημιώνει, όπως ο άλλος !
  7. Αγαπούσε πλήρως τον πάσχοντα και τον φτωχό, ήταν φιλάνθρωπος και ελεήμων, έδωσε όλη του την περιουσία προς τον σκοπό αυτό, επιτέλεσε σπάνιο έργο αγάπης στα παγκόσμια χρονικά και με το πρωτοφανές για την εποχή του υπέρ-ίδρυμα, την γνωστή Βασιλειάδα, παρείχε ό,τι καθένας είχε ανάγκη και δεν μοίραζε απλώς και μόνο δώρα, χωρίς να κάνει καμιά απολύτως άλλη φιλανθρωπική πράξη (όπως κάνει ο άλλος) ακριβώς γιατί δεν είναι φιλάνθρωπος αλλά έμπορος (στην καλύτερη περίπτωση)!
  8. Με την χάρη και την αγιότητά του κερδίζει τις καρδιές των ανθρώπων και δεν μπαίνει απλώς στα σπίτια τους για τα περιττά προϊόντα των πολυεθνικών και μάλιστα από τις καμινάδες, λες και είναι κάποιο δαιμόνιο σαν τα καλλικαντζάρια!
  9. Δεν πετάει με έλκηθρα και ταράνδους στον αέρα, πράξη μαγική, αλλά καταπολεμά και με τα συγγράμματά του όλες τις μαγικές και αποκρυφιστικές πρακτικές, όπως την αστρολογία, την μαντική, την οιωνοσκοπία κλπ!
  10. Η αγιασμένη του μορφή φαίνεται, επίσης, στα κάλαντα πάλι, όπου πήγαινε πεζοπορώντας και με το ραβδί του, το οποίο μόλις το ακουμπούσε κάτω για να πει την αλφαβήτα, πετούσε ξαφνικά κλωνάρια «κι απάνω στα κλωνάρια του πέρδικες κελαηδούσαν», δείγμα της αντίληψης του λαού, πως η παρουσία ενός τέτοιου Αγίου ήταν μεγάλη ευλογία !
  11. Όταν κάποιοι μιμούνται τη ζωή του Αγίου, κατά την προτροπή της Εκκλησίας μας «εορτή Αγίου, μίμηση Αγίου», κάποιοι άλλοι ντύνονται με την στολή του «Χοντροβασίλη»(!) και κυκλοφορούν στους δρόμους ή συμμετέχουν σε διάφορες εκδηλώσεις (ως και στο βιβλίο των ρεκόρ Γκίνες είναι καταγεγραμμένη χορωδία από 408 τέτοιους «Άι Βασίληδες»!) , λες και είναι αποκριά, γιατί δεν υπάρχει κάτι ανώτερο που θα μπορούσε αυτός να εμπνεύσει!
  12. Αναμφισβήτητα ο Άγιος Βασίλειος της Εκκλησίας μας υπήρξε σε όλα του Μέγας και γι’ αυτό το τροπάριο του λέγει πως «ο λόγος του ακούστηκε σε όλη την οικουμένη, δογμάτισε θεοπρεπώς, τράνωσε την φύση των όντων (μέσα από τις ομιλίες τους για τη δημιουργία του κόσμου, την αποκαλούμενη Εξαήμερο) και έβαλε σε τάξη τα ήθη των ανθρώπων», εκεί που ο άλλος δεν θέλει να τα βάλει τον καταναλωτισμό και το μπούχτισμα της ύλης, σε πλήρη αταξία !
Κι όμως αυτόν τον Μεγάλο Ιεράρχη , έρχεται ο άλλος της Δύσης, το σύμβολο της παγκοσμιοποίησης της εορτής, μετά το δέντρο, να τον επισκιάσει και να τον υποκαταστήσει , ως και αυτό το όνομά του πήρε !
Γιατί η «Νέα Εποχή» αυτόν τον παχύσαρκο γέρο θέλει να προσέχουμε και να αγαπούμε όλοι, αυτόν κάθε φορά με πολύ λαχτάρα να περιμένουμε και να υποδεχόμαστε, αυτόν να έχουμε φωτισμένο στα σπίτια, τις αυλές, τις καρδιές μας.
Η Αγιότητα, η πνευματικότητα, η πίστη στο Χριστό, η αφιέρωση στην υπηρεσία Του, η όντως φιλανθρωπία, η μόρφωση κλπ είναι πράγματα παρακατιανά και απεχθή γι’ αυτήν και πρέπει να περιφρονηθούν, να προσπεραστούν, να καταργηθούν! Εκείνο που προέχει είναι η «μαγεία των Χριστουγέννων» με ό,τι αυτό σημαίνει !!! Πρόκειται για ένα τέλεια κατασκευασμένο κοινωνικό ΨΕΜΑ, καθαρά δυτικής προέλευσης κι αυτό,για την προσωποποίηση του «πνεύματος» που η «Ν. Εποχή» θέλουν να έχουν τα Χριστούγεννα, ιδιαίτερα δε στα μάτια των παιδιών, για κλασικό προϊόν της παγκοσμιοποίησης με βάση το οποίο ισοπεδώνονται παραδόσεις, αξίες, αλλά και μεγάλα ή και ιερά πρόσωπα των λαών όπως ο Ιεράρχης Μέγας Βασίλειος, για κλασικό παράδειγμα ενός εξωτικού προσώπου μιας εξωτικής, επιφανειακής, ψεύτικης και γεμάτης … μαγείας εορτής και ΟΧΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ και ΑΛΗΘΙΝΗΣ, όπως την θέλει η Ορθοδοξία μας !
Τόσο ψεύτικος, λοιπόν, που δεν θα τον βρείτε ούτε στα παραμύθια της γιαγιάς μας! Ακόμα κι αυτή αναρωτιέται , ποιος είναι αυτός ο «Άι Βασίλης», που ξαφνικά τώρα τελευταία φέρνει τα δώρα και γιατί δεν τα έφερνε κάποια χρόνια πριν… Τόσο εξωπραγματικού, που ούτε και τώρα δεν μπορεί να σκεφτεί κάτι για να τον βάλει στα παραμύθια της!
Και μετά είναι κάποιοι που αναρωτιούνται γιατί δεν μπορεί (ο Άι Βασίλης της Κόκα Κόλα) να μας γεμίσει εκεί στο καταχείμωνο τις καρδιές, ούτε κι αυτών των παιδιών που στο τέλος κυριεύονται με θλίψη!
«Το θάνατο δεν τον φοβά­μαι, όχι βέβαια ένεκα των έργων μου, αλλά επειδή πιστεύω στο έλεος του Θεού».

www.agiooros.net
Προστέθηκε από

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki