Showing posts with label Παραδοσιακά Παραμύθια. Show all posts
Showing posts with label Παραδοσιακά Παραμύθια. Show all posts

Friday, 6 May 2022

Η ιστορία του Πινόκιο / Le avventure di Pinocchio

    Οι περισσότεροι έχουμε ακούσει την ιστορία του Πινόκιο ή την έχουμε παρακολουθήσει ως κινούμενο σχέδιο της Disney. Μεταφρασμένο σε περισσότερες από 200 γλώσσες και διαλέκτους, το πιο πολυμεταφρασμένο βιβλίο μετά τη Βίβλο και το Κοράνι, συνεχίζει μέχρι και σήμερα να μεταφράζεται και να διασκευάζεται, να εμπνέει πεδία της τέχνης, να σχολιάζεται για τις εξωκειμενικές του εφαρμογές.
   
Le avventure di Pinocchio. Storia di un burattino
Pinocchio
    Η μαριονέτα του Carlo Collodi πρωτοεμφανίστηκε στην παιδική ιταλική εφημερίδα «Il Giornale dei Bambini» στις 7 Ιουλίου 1881, και μέχρι τις 25 Ιανουαρίου του 1883 το γνωστό έργο δημοσιεύεται σε συνέχειες. Στα πρώτα δεκαπέντε κεφάλαια έχει τον τίτλο «Ιστορία μίας μαριονέτας» (Ιταλικά: Storia di un burattino) και, ύστερα από διακοπή πέντε περίπου μηνών, συνεχίζει με το όνομα «Οι περιπέτειες του Πινόκιο». Με αυτόν τον τίτλο, το 1883, το έργο εκδίδεται ως βιβλίο με μυθιστορηματική πλοκή για παιδιά.

    Ο Carlo Lorenzini γεννήθηκε στη Φλωρεντία το Νοέμβριο του 1826 και πέθανε σε ηλικία 64 ετών. Διάλεξε το ψευδώνυμο Collodi από τον τόπο καταγωγής της μητέρας του, εκεί που πλέον έχει δημιουργηθεί το Πάρκο του Πινόκιο. 
Όντας παιδί μεγάλης και άτυχης οικογένειας, είχε άλλα εννιά αδέρφια εκ των οποίων τα έξι έφυγαν νωρίς από τη ζωή. Η μητέρα του εργαζόταν ως υπηρέτρια και ο πατέρας του ήταν μάγειρας. Ενεργός στα πολιτικά πράγματα, υπήρξε ο ιδρυτής της σατιρικής εφημερίδας Il Lampione (ο Φανοστάτης) και ασχολήθηκε με τη σύνθεση σατιρικών παραστάσεων και ιστοριών. Μετά την δημιουργία του Βασιλείου της Ιταλίας, το 1861, παύει η ενασχόλησή του με την πολιτική και στρέφεται στη συγγραφή παιδικών βιβλίων.

    Το αρχικό κείμενο άλλαξε πολύ, προκειμένου να αποκτήσει ο Πινόκιο το εισιτήριο στην επιτυχία. Ο Carlo Collodi, αρχικά δεν είχε πρόθεση η ιστορία να απευθύνεται σε παιδιά, αλλά σε ενηλίκους. Για το λόγο αυτό, στο πρώτο μέρος του έργου του, ο Πινόκιο πεθαίνει κρεμασμένος σε ένα δέντρο λόγω των αναρίθμητων λαθών και ψεμάτων του, ενώ και ο πατέρας του, ο Τζεπέτο, πεθαίνει στη φυλακή. Μετά από προτροπή του εκδότη του, όμως, ο ταλαντούχος συγγραφέας άλλαξε την ιστορία στο δεύτερο μέρος της και την προσάρμοσε στα πλαίσια της παιδικής λογοτεχνίας. Αυτό το κατάφερε εισάγοντας στην ιστορία του τη νεράιδα, η οποία έσωσε τον Πινόκιο από το θάνατο μεταμορφώνοντάς τον από μαριονέτα σε πραγματικό αγόρι. 
Η νεράιδα παίζει έκτοτε και το ρόλο της μητρικής φιγούρας.

    Από την άλλη, ο Τζεπέτο εκφράζει βαθιά πατρική αγάπη, αγωνία και ανησυχία για τον Πινόκιο, είναι έτοιμος να προσφέρει τη ζωή του γι’ αυτόν. Ο Τζεπέτο θέλει αρχικά να κάνει μια μαριονέτα για τον εαυτό του «για να γυρίζει μ’ αυτή τον κόσμο, για να βγάζει κάνα ξεροκόμματο και κάνα ποτηράκι κρασί». Σ’ όλη την αφήγηση ξεδιπλώνεται στην ουσία η αιώνια σύγκρουση και η δυσκολία των σχέσεων μεταξύ πατέρα και γιου. Ο Πινόκιο, όπως όλα τα παιδιά, όσο κι αν επιζητά την ελευθερία του, έχει στιγμές που χρειάζεται την προστασία της οικογένειας.

    Η ιστορία του μικρού ατίθασου πιτσιρικά θα αποκτήσει παγκόσμια φήμη μετά το περίφημο άρθρο του Γάλλου στοχαστή και κριτικού Paul Hazard το 1914 στο περιοδικό «Revue des deux mondes», και μετά το επίσης περίφημο «Elogio di Pinocchio» του Ιταλού Pietro Pancrazi το 1921. Από τότε συγκεντρώνει σταθερά το ενδιαφέρον μελετητών και λογοτεχνών από όλο τον κόσμο. Σίγουρα, ο Πινόκιο δεν είναι το μοναδικό παραμύθι που μας μιλάει για το καλό και το κακό, αλλά είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που ο πρωταγωνιστής διαθέτει μέσα του και τα δύο και παλεύει με τον ίδιο του τον εαυτό, ώστε να επικρατήσει αυτό το μοναδικό στοιχείο που θα τον κάνει ένα «πραγματικό αγόρι» ή αλλιώς έναν ήρωα με καρδιά και ψυχή.

    Αν και είναι καθαρά διδακτικό το έργο, παραμένει επίκαιρο γιατί δεν πέφτει στις παγίδες της υποκριτικής ηθικής διδασκαλίας. Μέσα από διάφορα ευρηματικά τεχνάσματα, όπως οι νεράιδες, οι μαριονέτες που ζωντανεύουν και τα ζώα που μιλάνε, παρουσιάζεται η σκληρή πραγματικότητα της ζωής. Η ανάγκη για τροφή, στέγη και οι πτυχές της καθημερινότητας αποτελούν βασικό μοτίβο της ιστορίας. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους που το έκανε κλασικό. Το μεγαλείο βρίσκεται και στην ελευθερία και στην καυστική, μεταξύ σοβαρού και αστείου, αναπαράσταση του κόσμου, στη διακωμώδηση ανθρωπίνων τύπων, κοινωνικών τάξεων, θεσμών και προβλημάτων που παρελαύνουν και εναλλάσσονται στην κάθε περιπέτεια του Πινόκιο, θέτοντας σε διαρκή κίνηση και ανατροπή την πλοκή. 
Γιατί ο κόσμος που στρέφεται γύρω από τον Πινόκιο είναι συχνά αφιλόξενος, ανίκανος ή αδύναμος.

πηγή
https://en.wikipedia.org/wiki/Pinocchio
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 1 March 2017

Παραδοσιακά Παραμύθια του Ελληνισμού σε μορφή Pdf Online


12 λαϊκά παραμύθια από διάφορα μέρη της Ελλάδας και Κύπρου

Το 2011 η ελεύθερη ψηφιακή βιβλιοθήκη eBooks4Greeks.gr διοργάνωσε διαγωνισμό παραδοσιακού παραμυθιού. 


Ο διαγωνισμός ήταν ένα κάλεσμα με σκοπό να αναδειχτούν παραδοσιακά (λαϊκά) παραμύθια του τόπου μας που αποτελούν σημαντικό μέρος της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. 
Τα 12 παραμύθια της έκδοσης επιλέχθηκαν μέσα από 39 παραμύθια που έλαβαν συμμετοχή στον διαγωνισμό. 
Η επιλογή αυτή έγινε από τους τρεις «παραμυθάδες»: 
Αγγελική Σχοινά, Γιώργο Παλιάτσιο, Χάρις Μέγα 
και η εικονογράφηση από τη ζωγράφο Μαρία Βιλλιώτη.

Συγγραφείς: Γεωργία Καρκάνη, Άντρη Αντωνίου, Αδαμαντία Ξηρίδου, Χαρά Τσοντάκη, Σωτηρούλα Βασιλίου, Παρασκευή Αποστολοπούλου, Χρυσάνθη Πρωτοψάλτου, Ευδοκία Ποιμενίδου-Χατζηδημητρίου, Σοφία Τσουρλάκη, Γεώργιος Παλιάτσιος, Αθηνά Κυριακού-Σαρακενίδου, Ειρήνη Πόλια

Εικονογράφηση: Μαρία Βιλλιώτη (website)
Έκδοση: eBooks4Greeks, 2017
Μέγεθος: σελ. 135 / 15 Mb
Μορφή: Pdf Online

Παραδοσιακά Παραμύθια του Ελληνισμού
ebooks4greeks

Sunday, 15 May 2016

Το άσωστο σταφύλι -
Ένα παραδοσιακό παραμύθι από την Καππαδοκία

Μια φορά κι έναν καιρό ήσαν τρία αδέλφια και αποφάσισαν να πάνε να βρουν την τύχη τους. Επήραν λοιπόν τις σφεντόνες τους και βγήκαν έξω στον κάμπο.
Εκεί είπαν!
"θα ρίξουμε με τις σφεντόνες μας από ένα λιθάρι και ό,τι βρει το λιθάρι θα είναι η τύχη του".

Τεντώνει λοιπόν ο πρώτος την σφεντόνα του και ρίχνει ένα λιθάρι που επήγε στην πολιτεία και έπεσε στα πόδια μιας πλούσιας και πεντάμορφης κοπέλας. Την παντρεύτηκε την κοπέλα αυτή ο πρώτος αδελφός και έζησε ευτυχισμένος. 
Την ίδια τύχη είχε και ο δεύτερος. 
Ήρθε η σειρά του τρίτου.
Τεντώνει και αυτός με δύναμη τη σφεντόνα του και ρίχνει μια πέτρα που πήγε κι έπεσε σε μια βατουκλιά. Στενοχωρημένος ο μικρός αδελφός βάζει κάτω το κεφάλι και προχωρεί για τη βατουκλιά. Στο δρόμο ακούει μια φωνή.
"Αυτή είναι η τύχη σου, ό,τι είναι μέσα στη βατουκλιά είναι δικό σου, να το πάρεις στο σπίτι σου".
Όταν έφτασε το παλικάρι στη βατουκλιά, βλέπει μέσα μια χελώνα και ένα σκαντζόχοιρο. Τα πήρε και τα πήγε στο σπίτι του στενοχωρημένος. Την άλλη μέρα, έφυγε για τη δουλειά του βασανισμένος, αλλά το βράδυ που γύρισε στο σπίτι του, βλέπει με μεγάλη απορία το φαγητό έτοιμο, το τραπέζι στρωμένο και όλες τις δουλειές γινόμενες. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Την άλλη μέρα έγινε το ίδιο.
Τότε το παλικάρι εσκέφτηκε.' "Αύριο θα κάνω ότι φεύγω και θα κρυφτώ σε ένα μέρος να ιδώ πριν φύγω ποιος ετοιμάζει τις δουλειές". Έτσι έκαμε και, ενώ ήταν κρυμμένος, βλέπει να βγαίνει από το καβούκι της χελώνας μια λυγερόκορμη και πεντάμορφη κοπέλα και να αρχίζει τις δουλειές. Έκαμε αρκετές δουλειές και ύστερα εζύμωσε και άναψε το φούρνο για να ρίξει το ψωμί. 
Βλέπει και το σκαντζόχοιρο να μεταμορφώνεται σε παιδάκι και να υπερετεύει την κοπέλα. 

Το παλικάρι εθάμπωσε από την ομορφιά της κοπέλας και άρπαξε το καβούκι της χελώνας και το πέταξε στο φούρνο να καεί. Έτσι η κοπέλα έμεινε για πάντα μια πεντάμορφη γυναίκα που το παλικάρι την στεφάνωσε και την έκαμε δική του.
Η πεντάμορφη τώρα άρχισε να βγαίνει από το σπίτι και να πηγαίνει στη βρύση για νερό. Ο κόσμος την έβλεπε και εθαύμαζε την ομορφιά της.
 Κάποια ημέρα τη βλέπει και ο βασιλιάς, εθάμπωσε από την ομορφιά της κοπέλας και εκήρυξε τον πόλεμο στο παλικάρι. 
"Που την βρήκες εσύ αυτή", έλεγε, "αυτή δεν είναι για σένα, μόνο για βασίλισσα της αξίζει. Αν δεν μου φέρεις ένα σταφύλι που να τρώει όλο το βασίλειο και να μη σώνεται, θα σου την πάρω εγώ". "Μάλιστα, μεγαλειότατε", είπε τότε το παιδί και έφυγε βασανισμένο.

Όταν επήγε στο σπίτι του άρχισε τα κλάματα και είπε στη γυναίκα του όλη την ιστορία. Τότε η Πεντάμορφη του λέει! "Μη στενοχωριέσαι, αντρούλη μου, και κάνε αυτό που θα σου πω. Πάρε αυτές τις πετρούλες και να πας εκεί που βρήκες εμένα να τις κτυπήσεις και, όταν βγει η αδελφή μου, να της πεις να σου κόψει ένα σταφύλι και να το πας στο βασιλιά.
Έτσι έκαμε το παλικάρι. Επήγε, επήρε το σταφύλι και το επήγε στο βασιλιά. Έτρωγε όλος ο κόσμος και το σταφύλι δεν ετέλειωνε. Ο βασιλιάς όμως που ήθελε σώνει και καλά να πάρει την Πεντάμορφη, του έδωσε άλλη εντολή. "Να μου φέρεις τώρα", είπε στο παλικάρι, "ένα γεννητούρι που να στει όρθιο και να μιλήσει, ειδεμή θα σου πάρω τη γυναίκα σου".
Εκείνο πολύ στενοχωρημένο, πάει και το λέει στη γυναίκα του. Η Πεντάμορφη τότε του λέει: " Πήγαινε στην αδελφή μου πάλι, που είναι στην ώρα της να γεννήσει' να πάρεις το μωρό και να το πας στο βασιλιά και όλα θα πάνε καλά". Πάει το παλικάρι, παίρνει το παιδί και ξεκίνησε για το παλάτι του βασιλιά.
Στο δρόμο που πήγαινε ήταν στενοχωρημένο και έλεγε μέσα του. "Τούτο το άταρο να σταθεί στα πόδια του και να μιλήσει; Είναι αδύνατο, πάει, την έχασα τη γυναίκα μου". Ξαφνικά όμως, ακούει το γεννητούρι να φωνάζει. "Τσιτσί, θέλω τσιτσί". Τότε ήρθε η καρδιά του στη θέση της και τρέχοντας πήγε στο βασιλιά.
Εκεί είχε μαζευτεί κόσμος για να ιδεί τι θα γίνει. Όταν έφτασε ο νέος με το μωρό, το εφήνει κάτω και κείνο τσίτσιρη! Στάθηκε όρθιο και κοίταγε τον κόσμο. Όλοι κοίταζαν με μεγάλη απορία χωρίς να μιλάνε.

Τότε το γεννητούρι τους λέει: "Τι με κοιτάτε, βρε, που να κάνω και να ράνω τα γένια και τα μουστάκια του βασιλιά", θάμαξε ο κόσμος και ο βασιλιάς θυμωμένος λέει στο παλικάρι: "Παρ' το και ώστε στο διάβολο ευτούνο, εσύ και η γυναίκα σου". Έτσι το παλικάρι εκέρδισε την Πεντάμορφη και έζησαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

*******
Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο φθόνος για την όμορφη γυναίκα"

(Την άκουσε ο Παναγιώτης Τσάμης από συγγενή του από την Καππαδοκία)

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. 
Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών. 

Friday, 28 March 2014

Οι Δυο Λύκοι μέσα μας

A Native American Cherokee Story – Two Wolves

 
Ένα βράδυ ένας γέρος (ινδιάνος) της φυλής  Τσερόκι, μίλησε στον εγγονό του για τη μάχη που γίνεται μέσα στην ψυχή των ανθρώπων. 

Είπε:
«Γιε μου, η μάχη γίνεται μεταξύ δυο 'λύκων' που υπάρχουν μέσα σε όλους μας.

Ο ένας είναι το Αρνητικό. 
- Είναι ο θυμός, η ζήλια, η θλίψη, η απογοήτευση, η απληστία, η αλαζονεία, η αυτολύπηση, η ενοχή,η προσβολή, η κατωτερότητα, τα ψέματα, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, και το εγώ.

Ο άλλος είναι το Θετικό.
 
- Είναι η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη, η ευγένεια, η φιλανθρωπία, η συμπόνια, η γενναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία και η πίστη στο Θεό.»

Ο εγγονός το σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά ρώτησε τον παππού του:
«Ποιος λύκος νικάει;»

Ο γέρος απάντησε απλά....
«Αυτός που ταΐζεις.»
 
hamomilaki   

Sunday, 28 October 2012

Ο γίγαντας και ο νάνος

Μια φορά κι ένα καιρό σ’ ένα καταπράσινο και πυκνό δάσος ζούσαν ένας γίγαντας κι ένας νάνος. 
Θα μαζεύουμε μόνο όση τροφή χρειαζόμαστε,
είπαν και οι δυο με μια φωνή.
Ο γίγαντας ήταν όπως όλοι οι γίγαντες του κόσμου ψηλός, ψηλός πολύ ψηλός, τεράστιος, με μεγάλη δύναμη, με κάτι πόδια νααα, ως εκεί πάνω. Με χέρια μεγάλα σαν φτυάρια.
Ο νάνος ήταν κι αυτός όπως όλοι οι νάνοι του κόσμου. Κοντός, κοντούλης ανθρωπάκος με τόσα δα χέρια και πόδια. Ούτε ως το γόνατο του γίγαντα δεν έφτανε. Ήταν όμως έξυπνος, πονηρός και πεισματάρης. Αν έβαζε στο νου του να κάνει κάτι, το έκανε οπωσδήποτε με κάθε τρόπο, καλό ή κακό.
Ο γίγαντας ζούσε σε μια πελώρια σπηλιά στη μέση του δάσους και ο νάνος σε μια μικρή-μικρή σπηλιά.

Το δάσος είχε ό τι ήθελαν για να ζουν ευτυχισμένοι. Κυνήγι, καρπούς, νερά τρεχούμενα, μέλι, χόρτα, το τραγούδι των πουλιών . . . , όμως οι δυο τους δεν ήταν ευτυχισμένοι.
Ο γίγαντας χρειαζόταν πολλή τροφή για να χορτάσει, ήταν μεγάλος φαγάς, έτσι μάζευε τα περισσότερα και ο νάνος θύμωνε. Πίστευε πως έπρεπε να τα μοιράζονται. Τα μισά ο γίγαντας, τα μισά εκείνος κι ας μην τα χρειαζόταν, αφού αυτός για να χορτάσει ήθελε πολύ λίγη τροφή.


Μάλωναν λοιπόν και πότε ο ένας μάζευε όλα τα καρύδια, πότε ο άλλος όλα τα κάστανα, όποιος προλάβαινε και ό τι προλάβαινε.
Έτσι έγινε και το φετινό φθινόπωρο. Ο γίγαντας πρωί-πρωί, πριν ξημερώσει, βγήκε από τη σπηλιά του και ξεκίνησε να μαζέψει καρύδια. Στα χέρια του είχε δέκα τεράστια καλάθια και σκεφτόταν να τα γεμίσει.
Δεν πρόλαβε όμως να προχωρήσει πολύ και άκουσε ένα γαλάζιο πουλί να τραγουδά:
Τώρα καρύδια γίγαντα!
Τα μάζεψε ο νάνος!
— Μα πότε; ρώτησε ο γίγαντας θυμωμένος.
— Άρχισε χτες το πρωί, πριν βγει ο ήλιος. Μάζευε όλη μέρα κι όλη νύχτα χωρίς να σταματήσει στιγμή. Πριν λίγο τέλειωσε, απάντησε το πουλί.
— Αχ, και να πέσει στα χέρια μου, είπε ο γίγαντας. Εξαιτίας του θα μείνω χωρίς καρύδια το χειμώνα. Ευτυχώς που υπάρχουν τα φουντούκια κι έτσι θα γεμίσω μ’ αυτά τα καλάθια μου.
Μα το πουλί μόλις άκουσε τα τελευταία λόγια του γίγαντα είπε:

Τώρα φουντούκια γίγαντα!
Τα μάζεψε ο νάνος!
Ο γίγαντας έγινε κατακόκκινος από το θυμό του. Δε χάνει καιρό και πάει στη σπηλιά του νάνου. Αυτή ήταν τόσο μικρή και είχε ένα τόσο μικρό άνοιγμα που ούτε το δαχτυλάκι του γίγαντα δε χωρούσε.
— Ε, νάνε! φώναξε βγες έξω. Έχουμε κάτι να κουβεντιάσουμε.
Ο νάνος έβγαλε έξω από το άνοιγμα μόνο το κεφάλι του χαμογελώντας.
— Δεν μπορώ, γίγαντα, έχω δουλειά, έλα εσύ μέσα, είπε κοροϊδεύοντας.
Τι να κάνει ο γίγαντας, έφυγε.
Όλη την υπόλοιπη μέρα σκεφτότανε πως να τιμωρήσει το νάνο. Έπλεξε λοιπόν, ένα γερό δίχτυ και μόλις βράδιασε πήγε στη σπηλιά του νάνου και το στερέωσε γερά.
Έτσι δε θα μπορεί πια να βγει έξω και θα μαζέψω εγώ όλα τα κάστανα και το μέλι, σκέφτηκε. Πράγματι όταν βράδιασε καλά και ο νάνος ετοιμάστηκε να βγει για να μαζέψει το μέλι από τις μέλισσες, είδε το δίχτυ, προσπάθησε να το βγάλει μα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.
- Ωχ τι έπαθα! τώρα ο γίγαντας θα μαζέψει όλο το μέλι, είπε και άρχισε να κλαίει.
Έκλαιγε δυνατά πολλή ώρα και ένα ποντίκι που περνούσε τον άκουσε και τον ρώτησε τι συμβαίνει.
- Να, κλαίω γιατί με έκλεισε εδώ μέσα ο γίγαντας και δε θα προφτάσω να μαζέψω ούτε μια στάλα μέλι, θα το πάρει όλο αυτός.
Το ποντίκι που δεν ήξερε τι συνέβαινε μεταξύ τους θεώρησε ότι είναι μεγάλη αδικία αυτό που έκανε ο γίγαντας στο νάνο και άρχισε να ροκανίζει το δίχτυ για να ελευθερώσει το νάνο.
Πράγματι σε λίγο το δίχτυ είχε μια μεγάλη τρύπα και έτσι ο νάνος ήταν ελεύθερος. Ούτε που ευχαρίστησε το ποντίκι για το καλό που του έκανε, παρά πήρε τα κανάτια του και έτρεξε να μαζέψει μέλι. Όταν έφτασε στις μέλισσες όμως κατάλαβε πως δεν υπήρχε μέλι. Ο γίγαντας το είχε μαζέψει όλο.
Άρχισε να φωνάζει και να πηδά γεμάτος θυμό γι αυτό που είχε γίνει. Κάποτε γύρισε στη σπηλιά του και προσπαθούσε να βρει τρόπο να πάρει το μέλι από το γίγαντα ή τέλος πάντων να τον εκδικηθεί. Κατάλαβε πως δεν ήταν εύκολο να μπει στη σπηλιά του γίγαντα και αποφάσισε να κάνει κάτι πονηρό για να τα καταφέρει. Άνοιξε το ντουλάπι του και έβγαλε από μέσα τη γούνα ενός γέρου ασβού που είχε βρει πριν πολλά χρόνια στο δάσος.
Τη φόρεσε, έκρυψε από κάτω τα κανάτια του και κίνησε για τη σπηλιά του γίγαντα.
Περίμενε να τον δει να φεύγει, μπήκε μέσα από μια τρύπα που ήταν δίπλα στην πόρτα.
Γέμισε γρήγορα-γρήγορα τα κανάτια του και σκέφτηκα να χύσει το υπόλοιπο μέλι για να εκδικηθεί το γίγαντα.
Γέλασε πονηρά και ετοιμάστηκε να σπρώξει το δοχείο που είχε το μέλι, μα το μετάνιωσε.
Κρίμα είναι, σκέφτηκε, πήρε τα κανάτια του, τα ‘χωσε κάτω από τη γούνα του ασβού και βγήκε με προσοχή από τη σπηλιά.
Όσο μπορούσε πιο γρήγορα έφτασε στη δική του, έβγαλε τη γούνα και άφησε τα κανάτια επάνω στο τραπέζι.
Γέλασε ικανοποιημένος και έτριψε τα χέρια του.
Δεν πέρασε πολλή ώρα κι άκουσε τις φωνές του γίγαντα. Έβγαλε τη μουρίτσα του έξω και ρώτησε τάχα με περιέργεια.
- Τι έχεις γείτονα και φωνάζεις;
- Να, ο ασβός έκλεψε το μέλι μου. Τον είδε ο κυρ-σκίουρος και μου το είπε. Δε θα τον πιάσω; Θα του δείξω εγώ.
Ο νάνος έβαλε τη μούρη του μέσα για μεγαλύτερη ασφάλεια και είπε στο γίγαντα όλη την αλήθεια και όταν τελείωσε του ζήτησε να τον συγχωρέσει που πάντα μάζευε ό τι τροφή έβρισκε στο δάσος χωρίς να σκέφτεται τους άλλους και είπε πως δε θα το ξανακάνει.
Ο γίγαντας είχε σταματήσει να φωνάζει. Περπατούσε πάνω-κάτω σκεφτικός. Πέρασε αρκετή ώρα χωρίς να πει λέξη. Έξυνε το κεφάλι του και στο τέλος είπε.
- Έχεις δίκιο γείτονα! Πότε εγώ, πότε εσύ μαζεύουμε ό τι τροφή υπάρχει στο δάσος και δε σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλο, μα δε σκεφτόμαστε και τα ζώα του δάσους. Ντροπή μας!
- Δε θα το ξανακάνουμε, είπε ο γίγαντας.
- Δε θα το ξανακάνουμε, είπε και ο νάνος.
- Θα μαζεύουμε μόνο όση τροφή χρειαζόμαστε, είπαν και οι δυο με μια φωνή.
Ακούστηκαν χειροκροτήματα στο δάσος.
Τα ζώα χαίρονταν για τη σωστή απόφαση του γίγαντα και του νάνου.
Χαίρονταν που θα ήταν πια καλοί φίλοι.
Φίλοι αγαπημένοι,
Ζωή ευτυχισμένη
.

Στη μνήμη του παππού του Γιώργου που ήταν ο καλύτερος παραμυθάς
Άρια

Thursday, 6 September 2012

Ο αετός και το γεράκι (ινδιάνικος μύθος)
Η τέχνη της Συμβίωσης

«Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα,
να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι»
Ο μύθος που ακολουθεί, είναι από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι "Ο δρόμος της συνάντησης" και κατά τη γνώμη μου, προκύπτει απ' αυτόν, ο ορισμός της υγείας σε οποιασδήποτε φύσεως σχέση:
💓💓💓
"Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων Σιου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μια από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.

     "Αγαπιόμαστε" αρχίζει ο νέος.
     "Και θα παντρευτούμε" λέει εκείνη.
     "Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε..."
     "Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό..."
     "Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί."
     "Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου, ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου".
     "Σε παρακαλούμε" ικετεύουν, "πες μας τί μπορούμε να κάνουμε..."
     Ο μάγος τους κοιτάζει και συγκινείται που τους βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.
     "Υπάρχει κάτι ..." λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. "Αλλά δεν ξέρω...είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες."
      "Δεν μας πειράζει" λένε και οι δύο.
     "Ό,τι και να' ναι" επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.
     "Ωραία" λέει ο μάγος. "Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας ; Πρέπει να το ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτα άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου, και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;"
     Η νεαρή κοπέλα συγκατανεύει σιωπηλά.
     "Κι εσύ Άγριε Ταύρε" συνεχίζει ο μάγος, "πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή, τον πιο άγριο απ' όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να τον τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο....Πηγαίνετε τώρα."

     Οι δυο νέοι κοίτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο...
     Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δυο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα, που περιέχει το πουλί που του ζητήθηκε.
     Ο μάγος τους λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στο γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν Είναι πανέμορφα, χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.
     "Πετούσαν ψηλά;" ρωτάει ο μάγος.
     "Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε.... Και τώρα;" ρωτάει ο νέος. "Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;"
     "Όχι" λέει ο γέρος.
     "Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;" προτείνει η νεαρή.
     "Όχι" ξαναλέει ο γέρος. "Κάντε ότι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ' αυτές τις δερμάτινες λωρίδες... Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν, να πετάξουν ελεύθερα."
    Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.
     Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου, μέχρι που πληγώνονται.

     "Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλον, ακόμα κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι."


Sunday, 23 March 2008

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΟΥΛΑΣ – Παραδοσιακό παραμύθι

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΟΥΛΑΣ 
– Παραδοσιακό παραμύθι –
Η δύναμη είναι μέσα μας.
Η Ευτυχία είναι δίπλα μας
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια ποντικών. Ο μπαμπάς ο πόντικας, η μαμά η ποντικίνα και η μοναχοκόρη τους η ποντικούλα. Τέτοια όμορφη ποντικούλα δεν υπήρχε πουθενά! Ο πόντικας και η ποντικίνα μεγάλωσαν την κόρη τους όσο καλύτερα μπορούσαν και όταν μεγάλωσε για τα καλά, αποφάσισαν να την παντρέψουν.
Με ποιόν όμως; Ήθελαν τον καλύτερο!
— Ποιος είναι ο καλύτερος; Σκέφτηκαν, σκέφτηκαν και τελικά τον βρήκαν! Ο ήλιος, είπαν και οι δυο μαζί, και έτριψαν τα μουστάκια τους ευχαριστημένοι.
Ετοιμάστηκαν την άλλη μέρα και ξεκίνησαν να βρουν τον ήλιο. Περπάτησαν, περπάτησαν και κάποτε έφτασαν στο παλάτι του ήλιου. Εκείνος τους καλοδέχτηκε και τους ρώτησε για το σκοπό της επίσκεψής τους.
— Να, του είπαν, έχουμε μια πολύ καλή και όμορφη κόρη, την ποντικούλα μας. Είναι καιρός να την παντρέψουμε και σκεφτήκαμε εσένα για γαμπρό, γιατί είσαι ο καλύτερος.
Ο ήλιος χαμογέλασε και είπε:
— Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε, αλλά δεν είμαι εγώ ο καλύτερος.
— Μα πώς; ρώτησαν γεμάτοι απορία ο πόντικας και η ποντικίνα. Αφού είσαι πιο ψηλά απ΄ όλους, βλέπεις όλον τον κόσμο, δίνεις ζωή σε όλα τα ζώα και τα φυτά της γης, όλοι σε αγαπούν και σε θαυμάζουν. Κανένας δεν μπορεί να σε νικήσει.
— Και όμως κάνετε λάθος. Με νικάει το σύννεφο. Όταν μπαίνει μπροστά μου, τίποτα δεν μπορώ να κάνω.
Δίκιο έχει, σκέφτηκαν οι ποντικοί. Χαιρέτησαν και έφυγαν.
Την άλλη μέρα πήγαν και βρήκαν το σύννεφο, που ήταν γκρίζο και τεράστιο.
Το σύννεφο τους καλωσόρισε και οι ποντικοί του είπαν το σκοπό της επίσκεψής τους.
— Ο ήλιος μας είπε πως εσύ είσαι δυνατότερος από εκείνον και γι αυτό ήρθαμε σε σένα, αφού θέλουμε να παντρέψουμε την κόρη μας την ποντικούλα με τον καλύτερο και τον δυνατότερο.
Το σύννεφο κουνήθηκε, άλλαξε σχήμα, έγινε πιο γκρίζο και είπε:
— Μεγάλη η τιμή που μου κάνετε να παντρευτώ τη μοναχοκόρη σας, μα αφού θέλετε τον καλύτερο και τον δυνατότερο να ξέρετε ότι δεν είμαι εγώ αυτός.
— Και ποιος είναι; ρώτησαν με απορία οι ποντικοί.
— Είναι ο αέρας, απάντησε το σύννεφο. Όταν φυσάει με πηγαίνει όπου θέλει. Όσο κι αν αντισταθώ δεν καταφέρνω να τον νικήσω.
— Δίκιο έχεις, είπαν οι ποντικοί και έφυγαν.
Σε λίγες μέρες ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν για ένα μακρινό ταξίδι, πέρα μακριά, στη χώρα του αέρα.
Κάποτε έφτασαν. Βρήκαν τον αέρα και του είπαν πως ήρθαν να του ζητήσουν να παντρευτεί την κόρη τους την ποντικούλα, αφού εκείνος είναι ο δυνατότερος απ΄ όλους.
— Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε και ευχαρίστως θα παντρευόμουν την κόρη σας, αλλά, δυστυχώς, δεν είμαι ο δυνατότερος από όλους.
— Δεν είσαι; και ποιος είναι;
— Ελάτε μαζί μου, είπε ο αέρας και τους οδήγησε σε ένα ψηλό σημείο. Εκεί σταμάτησε, έδειξε μπροστά με το δάχτυλό του και είπε:
— Δυνατότερος από μένα είναι αυτός εκεί ο ψηλός πύργος. Χρόνια και χρόνια προσπαθώ να τον γκρεμίσω και δεν τα ΄χω καταφέρει ακόμα. Φυσάω με όλη μου τη δύναμη και δεν κουνιέται ούτε ρούπι από τη θέση του. Αυτός είναι, λοιπόν, καλύτερος και δυνατότερος από μένα και αξίζει να παντρευτεί τη μοναχοκόρη σας.
Οι ποντικοί χαιρέτησαν τον αέρα, τον ευχαρίστησαν και έφυγαν.
Περπάτησαν, περπάτησαν και έφτασαν στον ψηλό πύργο.
Στάθηκαν και τον κοίταζαν.
— Πω, πω! Τι μεγάλος και ψηλός είναι! Σαν να ΄χε δίκιο ο αέρας. Βρήκαν, επιτέλους, το δυνατότερο και τον καλύτερο γαμπρό για την κόρη τους.
Χαιρέτησαν τον πύργο και του είπαν γιατί τον επισκέφτηκαν.
Ο πύργος γελώντας απάντησε:
— Νομίζετε, αγαπητοί μου ποντικοί, ότι εγώ είμαι ο δυνατότερος απ΄ όλους; Πόσο λάθος κάνετε! Μάθετε, λοιπόν, πως δυνατότεροι απ΄ όλους είστε εσείς, οι ποντικοί. Ναι, καλά ακούσατε. Εσείς οι ποντικοί, ξανάπε ο πύργος και ο πόντικας και η ποντικίνα έμειναν να τον κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη.
— Μα πώς;; ρώτησαν.
— Να, είπε ο πύργος. Εγώ μπορεί να είμαι μεγάλος και ψηλός, αλλά εσείς οι ποντικοί χρόνια τώρα σκάβετε και τρώτε τα θεμέλιά μου. Έχετε ανοίξει τόσο πολλές τρύπες που με δυσκολία κρατιέμαι όρθιος. Λίγο ακόμα να σκάψετε και θα γίνω ένας μεγάλος σωρός από πέτρες και χώματα.
Αυτά είπε ο πύργος και οι ποντικοί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι και άφωνοι.
Σε λίγο ευχαρίστησαν τον πύργο και γύρισαν στη φωλιά τους.
Εκεί βρήκαν την ποντικούλα να τους περιμένει. Αγκαλιάστηκαν και αποφάσισαν ότι η αγαπημένη τους μοναχοκόρη έπρεπε να παντρευτεί έναν καλό και δυνατό ποντικό, αφού οι ποντικοί ήταν οι δυνατότεροι, οι καλύτεροι και οι πιο σπουδαίοι από όλους.
Και πραγματικά σε λίγο καιρό η ποντικούλα παντρεύτηκε έναν όμορφο, νεαρό ποντικό, καφετί και μεγάλο, με στρογγυλά χαριτωμένα αυτάκια και με μια μακριά ουρά.
Ήταν έξυπνος και αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του την ποντικούλα.
Όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Γλέντησαν και χόρεψαν στο γάμο.
Σε λίγο καιρό είχαν και δυο παιδάκια, δυο μικρούς ποντικούληδες που πιο όμορφοι πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχαν…

Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!
 


Άρια

Friday, 4 January 2008

Ο κυρ-Σιμιγδαλένιος - Κυκλαδικό Παραμύθι

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και είχε μια θυγατέρα.
Την γυρέψανε πολλοί για γυναίκα, αλλά εκείνη δεν ήθελε κανένα, γιατί κανένας δεν της άρεζε.
Έβαλε λοιπόν στο νου της να φτιάσει μοναχή της έναν άνδρα.
(από το βιβλίο του Γ.Α. Μέγα «Ελληνικά Παραμύθια»
και όποιος βαριέται να το διαβάσει, ας το ακούσει )
Πήρε τρία κιλά αμύγδαλα, τρία κιλά ζάχαρη και τρία κιλά σιμιγδάλι, κοπάνισε τα αμύγδαλα και τα ζύμωσε όλα μαζί, ζάχαρη, μύγδαλα, και σιμιγδάλι και πιάνει και φκιάνει έναν άντρα και τον σταίνει μπροστά στον Άγιο του σπιτιού.
Και αρχίζει τις μετάνοιες. Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες παρακαλούσε το Θεό και απάνω στις σαράντα μέρες τον ανέστησε ο Θεός και τον είπαν τ' όνομα του κυρ Σιμιγδάλη και κυρ-Σιμιγδαλένιο. 
Ήταν πεντάμορφος και το όνομά του ακούστηκε σε όλο τον κόσμο.
Τον κυρ Σιμιγδάλη τον έμαθε και μια βασίλισσα από αλαργινό βασίλειο και θέλησε να πάει να τον πάρει.
Φτιάχνει λοιπόν μαλαματένιο κάτεργο με μαλαματένια κουπιά και πάει εκεί που ήταν ο κυρ Σιμιγδαλένιος. Άμα έφτασεν εκεί, λέει στους ναύτες:

Όποιος ξεχωρίζει στην ομορφιά να τον αρπάξετε και να μου τον φέρετε στο κάτεργο.  

Όταν έμαθε ο κόσμος πως ήρθε μαλαματένιο κάτεργο, πήγαν όλοι να το δουν, πήγε και ο κυρ Σιμιγδαλένιος. Σαν τον είδαν οι ναύτες, αμέσως τον εγνώρισαν και μονομιάς τον αρπάζουν και μέσα στο κάτεργο!
Καρτερεί το βράδυ η βασιλοπούλα να πάει ο κυρ Σιμιγδαλένιος, καρτερεί... τίποτα! Ρωτάει τον ένα, ρωτάει τον άλλο, μαθαίνει πως τον άρπαξε μια βασίλισσα και έφυγε. Τι να γίνει, τι να κάνει;
Πάει και φτιάχνει τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια και παίρνει δρόμο όπου τον βρει. Τόπο παίρνει, τόπο αφήνει, αλάργεψε πολύ από τον κόσμο και πάει και βρίσκει του φεγγαριού τη μάνα. 
– Ώρα καλή, σταυρομάνα
– Καλώς την κοπέλα. Που, κοπέλα μου, σ' αυτά τα χώματα;
– Η τύχη μου μ' έφερε. Να μην είδες πουθενά τον κυρ Σιμιγδάλι, τον κυρ Σιμιγδαλένιο;
– Που, κορίτσι μου; αυτό το όνομα πρώτη φορά τ' ακούω. Κάτσε να 'ρθει το παιδί μου το βράδυ, αυτό γυρίζει όλο τον κόσμο, μπορεί να τον είδε πουθενά. 
Το βράδυ που ήρθε το φεγγάρι, του είπε:
– Παιδί μου, αυτή η κοπέλα σε παρακαλάει να της πεις μην είδες πουθενά τον κυρ Σιμιγδάλη, τον κυρ Σιμιγδαλένιο;
– Που; δεν τον είδα, κορίτσι μου. Αυτό το όνομα πρώτη φορά τ' ακούω. Να πας στον ήλιο.Εκείνος μπορεί να τον είδε, γιατί γυρίζει πλειότερο στον κόσμο.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε εκεί και το πρωί της έδωσαν ένα μύγδαλο και της είπαν:
– Άμα λάβεις ανάγκη, να το τσακίσεις.
Πήρε η βασιλοπούλα το μύγδαλο και έφυγε. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, έλειωσε το ένα ζευγάρι παπούτσια, όταν έφτασε στου ήλιου τη μάνα.
– Ώρα καλή, σταυρομάνα.
– Καλώς την κοπέλα. Πού κοπέλα μου σ' αυτά τα χώματα;
– Η τύχη μου μ 'έφερε. Να μην είδες τον κυρ Σιμιγδάλη; τον κυρ Σιμιγδαλένιο;
– Που κορίτσι μου; δεν τον είδα. Μόνο κάτσε να 'ρθει το παιδί μου το βράδυ, εκείνο μπορεί να τον είδε, γιατί γυρίζει πολύν κόσμο. 
Πάει ο ήλιος το βράδυ, γονατίζει μπροστά του η βασιλοπούλα και του λέει:
– Ήλιο μου, κυρ Ήλιο μου και κοσμογυριστή μου, μην είδες τον κυρ Σιμιγδάλη, τον κυρ Σιμιγδαλένιο;
– Πού; δεν τον είδα. Μόνο να πας στ' αστέρια που είναι πολλά, μπορεί να τον είδε κανένα.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε εκεί και το πρωί της έδωσαν ένα καρύδι, και της είπαν:
– Άμα λάβεις ανάγκη, να το τσακίσεις. 
  Ύστερα της έδειξαν το δρόμο και τους άφηκε γεια και έφυγε.
  Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, έλιωσε και τ'αλλο το ζευγάρι τα παπούτσια, όταν έφτασε στων αστεριών τη μάνα.
– Ώρα καλή, σταυρομάνα.
– Καλώς την κοπέλα; Που κοπέλα μου, σ' αυτά τα χώματα;
– Η τύχη μου μ' έφερε. Να μην είδες τον κυρ Σιμιγδάλη, τον κυρ Σιμιγδαλένιο;
– Που; κορίτσι μου; δεν τον είδα. Μόνο κάτσε να έρθουν το βράδυ τα παιδιά μου, μπορεί να τον είδε κανένα.
Πήγαν το βράδυ τα παιδιά της, και τα ρωτάει:
– Μην είδατε τον κυρ Σιμιγδάλη, τον κυρ Σιμιγδαλένιο;
– Όχι, δεν τον είδαμε, είπαν τ' αστέρια.
Τότε πετιέται ένα μικρό και λέει:
– Τον είδα εγώ
– Που τον είδες;
– Στ' άσπρα σπίτια τα χανιά, το γέρανο πουλάκι, εκεί τον έχει η βασίλισσα και τον φυλάει, να μην πάνε και της τον πάρουν.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε εκεί. Το πρωί της δείχνουν το δρόμο, της έδωσαν ένα φουντούκι και της είπαν:
– Άμα λάβεις ανάγκη, να το τσακίσεις. 
Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει εκεί που ήταν ο κυρ Σιμιγδάλης. Πάει στο παλάτι είχαν πολλές χήνες. Πάει στις δούλες και τους λέει:
– Δε μ' αφήνετε να καθίσω εκειδά πόχετε τις χήνες;
Οι δούλες πάνε στη βασίλισσα και της λένε:
– Κυρά βασίλισσα, όξω είναι μια ζητιάνα και γυρεύει να τη βάλουμε να καθίσει στις χήνες. Τι να κάνουμε;
– Βάλτε την, είπε η βασίλισσα.
Την έβαλαν. Εκεί κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ.
Το πρωί, άμα σηκώθηκε τσακίζει το μύγδαλο και βγαίνει μια ανέμη χρυσή με το μαγκάνι χρυσό και έβγαζε μασούρια χρυσάφι.Την είδαν οι δούλες και τρέχοντας πάνε στη βασίλισσα και της το λένε. 
Σαν τ' άκουσε η βασίλισσα, τους λέει:
– Δεν πάτε να της πείτε να μας τη δώσει εμάς; Τι την θέλει εκείνη;
Πάνε οι δούλες και της λένε:
– Είπε η κυρά βασίλισσα, δε μας τη δίνεις εμάς την χρυσή την ανέμη με το μαγκάνι; Τι την θέλεις εσύ;
– Σας τη δίνω μόνο θα μου δώσετε για μια βραδιά τον κυρ Σιμιγδάλη. Πάνε οι δούλες και το λένε στη βασίλισσα.
– Και δεν της τον δίνουμε!είπε η βασίλισσα. Τι θα πάθει;
Το βράδυ λοιπόν, άμα φάγανε, έδωκεν η βασίλισσα, στον κυρ Σιμιγδάλη ένα πιοτό, και αυτό το πιοτό είχε μέσα ύπνο. Μόλις το ήπιε, αποκοιμήθηκε και τον πήραν οι δούλες στα χέρια και τον πήγαν στη ζητιάνα, και πήραν τη χρυσή ανέμη με το μαγκάνι.
Όταν έφυγαν οι δούλες, άρχισε η βασιλοπούλα να λέει στον κυρ Σιμιγδάλη:
– Γιατί δεν ξυπνάς; Δεν είμαι γω που σε έφτιασα; που έλιωσα τα μύγδαλα, τη ζάχαρη και το σιμιγδάλι και τα ζύμωσα; που έλιωσα τρία ζευγάρια παπούτσια σιδερένια, για να ρθω να σε βρω, και συ τώρα δε μου μιλάς; Δε με λυπάσαι, μάτια μου και φως  μου; Αυτά έλεγε όλη νύχτα η βασιλοπούλα, μα που να ξυπνήσει ο Σιμιγδαλένιος!
Το πρωί πήγαν οι δούλες, πήραν τον κυρ Σιμιγδάλη, του έδωσε η βασίλισσα άλλο ποτό και ξύπνησε.
Σαν έφυγαν οι δούλες, τσάκισεν η βασιλοπούλα το καρύδι και βγαίνει από μέσα μια χρυσή κλώσα με χρυσά πουλιά. 
Είδαν οι δούλες τη χρυσή κλώσσα με τα χρυσά πουλιά και τρέχοντας πήγαν στη βασίλισσα και της είπαν:
– Τρεχάτε είπεν η βασίλισσα πέστε της να μας τη δώσει εμάς, τι την θέλει εκείνη! Και σα σας πει, να τη δώσουμε τον κυρ Σιμιγδαλένιο, της τον δίνουμε. Τι θα πάθει; Τι έπαθε το βράδυ, που της τον δώσαμε;
Πάνε οι δούλες και της είπανε:
– Δε μας τη δίνεις εμάς τη χρυσή κλώσα με τα χρυσά πουλιά; Τι την θέλεις εσύ;
– Σα μου δίνετε τον κυρ Σιμιγδαλένιο άλλη μια βραδιά...
Σου τον δίνουμε είπαν οι δούλες.
Έδωσε πάλι η βασίλισσα ύπνο στον κυρ Σιμιγδάλη και μόλις αποκοιμήθηκε τον πήραν στα χέρια οι δούλες και τον πήγαν στη ζητιάνα, πήραν τη χρυσή κλώσα με τα χρυσά πουλιά και έφυγαν. 
Σαν έφυγαν, άρχισε πάλι η βασιλοπούλα να λέει ότι έλεγε την πρώτη βραδιά, αλλά που να ξυπνήσει ο κυρ Σιμιγδάλης. Και το πρωί πήγαν πάλι οι δούλες, πήραν τον κυρ Σιμιγδάλη και έφυγαν. 
Η ζητιάνα σπάζει τότε το φουντούκι και βγαίνει από μέσα μια γαρουφαλιά με τα χρυσά γαρούφαλα, τρέχοντας πήγαν στη βασίλισσα και της το είπαν:
– Σύρτε, πέστε της να μας τη δώσει εμάς, τι την θέλει εκείνην; Κι αν θέλει πάλι τον κυρ Σιμιγδαλένιο, της τον δίνουμε, είπε η βασίλισσα.
Πήγαν οι δούλες και της το είπαν. 
Μα δίπλα, εκεί που καθόταν η ζητιάνα, καθόταν ένας ράφτης και έραβε τη νύχτα και άκουσε όλα τα λόγια που έλεγε η ζητιάνα. Βρίσκει τον κυρ Σιμιγδάλη και του λέει:
– Βασιλιά μου, με το μπαρντόν, θα σου κάμω μια ερώτηση.
– Να μου κάνεις είπε ο κυρ Σιμιγδάλης.
– Το βράδυ που κοιμάσαι;
– Γιατί μ'ερωτάς; Στο σπίτι μου, που θα κοιμάμαι;
– Κυρ Σιμιγδάλη, έχω δυο βραδιές να κλείσω μάτι, απο κείνη τη ζητιάνα, που έχετε στις χήνες. Όλη νύχτα κάθεται και λέει: "Κυρ Σιμιγδάλη, γιατί δεν ξυπνάς; Εγώ έλιωσα τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια για να ρθω και σε βρω και συ τώρα δε μου μιλάς;"
Ο κυρ Σιμιγδάλης το κατάλαβε, μα δεν είπε τίποτα.Πάει και σιάζει το άλογό του και βάζει πάνω ένα δισάκι φλουριά. 

Το βράδυ του έδωκε πάλι η βασίλισσα το πιοτό, μα εκείνος δε το ήπιε και έκαμε πως αποκοιμήθηκε. 
Μονομιάς τότε οι δούλες τον πήραν και τον πήγαν στη ζητιάνα και πήραν τη χρυσή γαρουφαλιά με τα χρυσά γαρύφαλλα. 
Σαν έφυγαν οι δούλες και άρχισε πάλι η βασιλοπούλα να λέει τα βάσανά της, σηκώθηκε ο κυρ Σιμιγδαλένιο, την αγκάλιασε και στη στιγμή μπήκαν καβάλα στ' άλογο και πήραν δρόμο. 
Πάνε το πρωί οι δούλες να πάρουν τον κυρ Σιμιγδαλένιο, που να τον βρουν! Τρέχοντας με τα κλάματα πήγαν στη βασίλισσα και της το είπαν. Άρχισε τότε και κείνη τα κλάματα, μα τι να κάνει; Τότε είπε:

– Θα φτιάσω και 'γω έναν άντρα, και στη στιγμή βάζει τις δούλες και τσακίζουν κάμποσα μύγδαλα, τ' ανακατεύει με ζάχαρη και σιμιγδάλι και φτιάνει έναν άνθρωπο και αρχίζει τις μετάνοιες. Μα για προσευχή έλεγε βλαστήμιες, και απάνω στις σαράντα μέρες μούχλιασε ο άνθρωπος και τον πέταξαν.
Η βασιλοπούλα με τον κυρ Σιμιγδαλένιο πήγαν στο βασίλειό τους και έζησαν καλά και όχι καλύτερα. Ήμουνα και γω 'κει δα και έκανα σεργιάνι. 

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki