Showing posts with label Ρίτσος. Show all posts
Showing posts with label Ρίτσος. Show all posts

Monday, 14 August 2023

Με τέτοια προίκα... - Καληνύχτα Ελλάδα...

... πώς γενήκαμε τόσο φτωχοί;

14 Αύγουστου 1908, γεννήθηκε ο Μάνος Κατράκης...
Γιάννης Ρίτσος, Οδυσσέας Ελύτης, Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Κατράκης, το 1974, στην Εθνική Λυρική σκηνή για το "'Αξιον Εστί"

Thursday, 17 November 2022

1974 - Πρώτη Επέτειος Πολυτεχνείου: Ο Γιάννης Ρίτσος απαγγέλλει «Ρωμιοσύνη»


Με τόσα φύλλα σου γνέφει ο ήλιος καλημέρα
με τόσα φλάμπουρα λάμπει, λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μέσ’ τα σίδερα και κείνοι μεσ’ το χώμα.

Σώπα όπου να `ναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.

Κάτω απ’ το χώμα μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε τις καμπάνας το σχοινί,
προσμένουνε την ώρα,
προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση

τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας
δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει

Σώπα όπου να `ναι θα σημάνουν οι καμπάνες...



mixanitouxronou

Wednesday, 17 November 2021

Το ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ μέσα από τα μάτια του ΣΤ3

Ο Γιάννης Ρίτσος το 1950 του αφιέρωσε το ποίημα «Γράμμα στον Ζολιό – Κιουρί», γραμμένο στον Άη Στράτη. Δημοσιεύουμε απόσπασμα του ποιήματος:

Αγαπημένε μου Ζολιό,
σου γράφω από τον Αη – Στράτη.
Βρισκόμαστε δω πέρα, κάπου τρεις χιλιάδες
άνθρωποι απλοί, δουλευτάδες, γραμματιζούμενοι
με μια τρύπια κουβέρτα στον ώμο μας
μ’ ένα κρεμμύδι, πέντε ελιές κ’ ένα ξεροκόμματο φως στο ταγάρι μας
άνθρωποι απλοί σαν τα δέντρα μπροστά στον ήλιο
άνθρωποι που δεν έχουμε άλλο κρίμα στο λαιμό μας
εξόν μονάχα που αγαπάμε όπως και συ
τη λευτεριά και την ειρήνη.
(…)

– δεν είμαστε σοφοί, Ζολιό,
απλά πράματα λέμε
πολύ απλά τα λέμε
πως αξίζει κανένας να ζει και να πεθαίνει
για τη λευτεριά και την ειρήνη. (…)

4ο Δημοτικό Σχολείο Αγίας Παρασκευής

Wednesday, 21 March 2018

Ρίτσος: Πρωινό Άστρο «Μικρή εγκυκλοπαίδεια υποκοριστικών»

Το «Πρωινό Άστρο» είναι το ποίημα που έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος για το κοριτσάκι του, όταν έγινε πατέρας. 
Είναι το ποίημα της πατρικής στοργής και της λυρικής φαντασίας. Είναι ένα ποίημα «που μόνο ένας παλμογράφος θα μπορούσε να "οπτικοποιήσει" και να καταγράψει τους παλμούς της εκπληκτικής ευαισθησίας του». 
Ο ίδιος ο Ρίτσος το χαρακτηρίζει «Μικρή εγκυκλοπαίδεια υποκοριστικών» για την κορούλα του.
Το βίντεο αυτό παρουσιάστηκε στην εκδήλωση του Μουσείου Μπενάκη, στις 21 Μάρτη 2009, Παγκόσμια ημέρα Ποίησης που ήταν αφιερωμένη στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου. 
Το αφιέρωμα έγινε από το 6ο Λύκειο Καλλιθέας και το 10ο Λύκειο Πειραιά. 
Το σχολείο μου, Γυμνάσιο Λύκειο Χρυσοβίτσας Ιωαννίνων, εκπροσωπήθηκε στην εκδήλωση με το Πρωινό Άστρο, μετά από πρόσκληση που δέχτηκε από το 6ο Λύκειο Καλλιθέας να συμμετάσχει με ένα οπτικοποιημένο ποίημα του Γιάννη Ρίτσου.
Κοριτσάκι μου,
θέλω να σου φέρω
τα φαναράκια των κρίνων
να σου φέγγουν στον ύπνο σου.

Κοιμήσου κοριτσάκι.
Είναι μακρύς ο δρόμος.
Πρέπει να μεγαλώσεις.

Είναι μακρύς
μακρύς
μακρύς ο δρόμος.

Το παιδί μου κοιμήθηκε
κι εγώ τραγουδάω...

Δύσκολα είναι, κοριτσάκι,
στην αρχή.

Τι να πεις, δεν ξέρεις.
Δύσκολα είναι στην αρχή.

Γιατί δεν είναι, κοριτσάκι,
να μάθεις μόνο
εκείνο που είσαι,
εκείνο που έχεις γίνει.

Είναι να γίνεις
ό,τι ζητάει
η ευτυχία του κόσμου,
είναι να φτιάχνεις, κοριτσάκι,
την ευτυχία του κόσμου.

Άλλη χαρά δεν είναι πιο μεγάλη
απ' τη χαρά που δίνεις.

Να το θυμάσαι, κοριτσάκι.

Wednesday, 22 June 2016

«Καλοί μου άνθρωποι/πώς μπορείτε να σκύβετε ακόμη;
Πώς μπορείτε/να μη χαμογελάτε;»

Ciclo cerrado, ventana abierta.
.....................
Κοίτα
χαμογελάει το ανεξάντλητο
μπροστά στα σταυρωμένα χέρια.
Λύσε τα χέρια.

Άνοιξε τα παράθυρα
να δεις το σύμπαν ανθισμένο
μ' όλες τις παπαρούνες του αίματός μας
- να μάθεις να χαμογελάς.

Δε βλέπεις;
Καθώς απομακρύνεται η άνοιξη
πίσω της έρχεται η νέα μας άνοιξη.
Νά τος ο ήλιος
πάνω απ' τις μπρούντζινες πολιτείες
πάνω απ' τους πράσινους αγρούς
μες στην καρδιά μας.

Νιώθω στους ώμους
το βαθύ μυρμήγκιασμα
καθώς φυτρώνουν
όλο πιο νέα και πιο μεγάλα
τα φτερά μας.

Ύψωσε τα ματόκλαδα.

Αστράφτει ο κόσμος
έξω απ' τη λύπη σου
φως και αίμα
τραγούδι και σιωπή.

Καλοί μου άνθρωποι
πώς μπορείτε
να σκύβετε ακόμη;
Πώς μπορείτε
να μη χαμογελάτε;

Ανοίχτε τα παράθυρα

Νίβομαι στο φως
βγαίνω στον εξώστη
γυμνός
ν' αναπνεύσω βαθιά
τον αιώνιο αγέρα
με τ' αδρά μύρα
του νοτισμένου δάσους
με την αλμύρα
της απέραντης θάλασσας.

Αστράφτει ο κόσμος
ακούραστος.
Κοιτάχτε.


Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία XXVII

διαβάστε ολόκληρο το ποίημα στα Τετράδια της Αμπάς

Sunday, 5 June 2016

Γιάννης Ρίτσος: Ὄνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού (ἀπόσπασμα)


Edward Potthast (1857-1927) - Γύρω από τη Rosie,
1910-1915. Μουσείο Καλών Τεχνών. Χιούστον

«...Χτὲς βράδυ δὲν κοιμήθηκαν καθόλου τὰ παιδιά. Εἴχανε κλείσει ἕνα σωρὸ τζιτζίκια στὸ κουτὶ τῶν μολυβιῶν, καὶ τὰ τζιτζίκια τραγουδοῦσαν κάτου ἀπ᾿ τὸ προσκεφάλι τους ἕνα τραγούδι ποὺ τὸ ξέραν τὰ παιδιὰ ἀπὸ πάντα καὶ τὸ ξεχνοῦσαν μὲ τὸν ἥλιο.


Χρυσὰ βατράχια κάθονταν στὶς ἄκρες τῶν ποδιῶν χωρὶς νὰ βλέπουν στὰ νερὰ τὴ σκιά τους. κι ἤτανε σὰν ἀγάλματα μικρὰ τῆς ἐρημιᾶς καὶ τῆς γαλήνης.
Τότε τὸ φεγγάρι σκόνταψε στὶς ἰτιὲς κι ἔπεσε στὸ πυκνὸ χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο ἔγινε στὰ φύλλα.


Τρέξανε τὰ παιδιά, πῆραν στὰ παχουλά τους χέρια τὸ φεγγάρι κι ὅλη τη νύχτα παίζανε στὸν κάμπο.
Τώρα τὰ χέρια τους εἶναι χρυσά, τὰ πόδια τους χρυσά, κι ὅπου πατοῦν ἀφήνουνε κάτι μικρὰ φεγγάρια στὸ νοτισμένο χῶμα. Μά, εὐτυχῶς, οἱ μεγάλοι ποὺ ξέρουν πολλά, δὲν καλοβλέπουν. Μονάχα οἱ μάνες κάτι ὑποψιάστηκαν.
Γι᾿ αὐτὸ τὰ παιδιὰ κρύβουνε τὰ χρυσωμένα χέρια τους στὶς ἄδειες τσέπες, μὴν τὰ μαλώσει ἡ μάνα τους ποὺ ὅλη τη νύχτα παίζανε κρυφὰ μὲ τὸ φεγγάρι...»

Sunday, 1 November 2015

Έτσι, για Καλό μήνα, ένα ποίημα για την Ειρήνη

Την Ειρήνη που χάσαμε.
Την Ειρήνη που είναι Τ’ όνειρο του παιδιού ...

Με μια ευχή-προσευχή
Κανένας νεκρός πια στις θάλασσές μας


Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα
είναι η ειρήνη.

Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο
μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
και οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού
που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές
κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που ‘ καψε η πυρκαγιά
δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κι οι νεκροί μπορούν να γείρουν στον πλευρό τους
και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρουδιά του φαγητού το βράδυ,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκινήτου στο δρόμο
δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα
σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παραθύρου κάθε ώρα
σημαίνει ουρανός,
γιορτάζοντας τα μάτια μας
με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα
κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει,
τότε που τα στάχυα γέρνουν το ‘να στ’ άλλο λέγοντας:
το φως, το φως
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως,
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα,
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας
φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο,
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε,
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε,
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδυ
κι είναι μια κερδισμένη μέρα κι ένας δίκαιος ύπνος,
που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφές μου, – όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε.
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε,
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνα
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακιές σ’ όλη τη γη,
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη.
Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα,
είναι η ειρήνη.

Αδέρφια,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει όλος ο κόσμος
με όλα τα όνειρά μας
Δώστε τα χέρια αδέρφια μου,
αυτό ‘ναι η ειρήνη.

Στον Κώστα Βάρναλη
ΑΘΗΝΑ, Γενάρης 1953
Από τη συλλογή Αγρύπνια (1941-1953)
[Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1930-1960, Β΄ τόμος, Εκδόσεις «Κέδρος», Αθηνα 1961, σ. 173-175]

Τα Τετράδια της Αμπάς: Γιάννης Ρίτσος - Εἰρήνη


Peace
The dreams of a child are peace
The dreams of a mother are peace
The words of love under the trees are peace

The father who returns at dusk with a wide smile in his eyes
with a basket in hands full of fruit
and the drops of sweat on his brow
are like drops on a jug as it cools its water on the windowsill,
are peace

When wounds heal on the world's face
and it the pits dug by shellfire we have planted trees
and in hearts scorched by conflagration hope sprouts its first buds
and the dead can turn over ion their side and sleep without complaining
knowing their blood was not spilled in vain,
this is peace.

Peace is the odour of food at evening
When an automobile stopping in the street does not mean fear
When a knock on the door means a friend
And the opening of a window every hour means sky
Feasting our eyes with the distant bells of its colours,
this is peace.

Peace is a glass of warm milk and a book before the awakening child
When wheat stalks lean toward one another saying: the light, the light
And the horizon's wreath overbrims with light,
This is peace.
....
When death takes up but little room in the heart
And chimneys point with firm fingers at happiness
When the large carnation of sunset
can be smelled equally be poet and proletariat,
this is peace.

Peace is the clenched fist of men
it is warm bread on the world's table
it's a mother's smile.
Only this.
Peace is nothing else
And that ploughs that cut deep furrows in all earth
Write one name only:
Peace. Nothing else. Peace.

On the backbone of my verses
The train advancing toward the future
Laden with wheat and roses
Is peace.

My brothers
all the world with all its dreams
breathes deeply in peace.
Give us your hands, brothers,
This is peace.


Translated by Kimon Friar

Yannis Ritsos: Selected poems (1938-1988) – BOA Editions, Ltd- Brockport, N.Y. 1989.

Friday, 1 May 2015

Γιάννης Ρίτσος: Επιτάφιος - «άνοιξη, γιε, που αγάπαγες ...»

Ο Επιτάφιος αποτελεί έργο ξεχωριστό που συνδυάζει μοναδικά το λαϊκό στοιχείο, την έντεχνη μουσική και την ποίηση. Ήταν η αρχή, το πρώτο βήμα για να έρθει ο Έλληνας κοντά στην ποίηση.
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες 
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ' αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μούλεες, γιε, πως όλ' αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ' έσβησε το φέγγος κ' η φωτιά μας.

Όλα τα ιστορικά στοιχεία εδώ: tvxs

Wednesday, 11 February 2015

Ο «ἀρχέκακος ὄφις», ο Αλεμανός...

Ο κ. Ζουράρις, χρησιμοποιώντας ρητά από κλασική και νεοελληνική γραμματεία και με αιχμές κατά της Γερμανίας και υπέρ της ελευθερίας και της κυριαρχίας, άφησε άναυδους τους βουλευτές που τον άκουγαν.

Ξεκίνησε με Ελύτη, από την Ιδιωτική Οδό αναφέροντας:

«Ερχομαι από μακριά.Οι συλλέκτριες των κρόκων της Θήρας πορεύονται πλάι μου, κι από κοντά, παγεμένες με τον άνεμο το βόρειο, οι Μυροφόρες, ωραίες μες στα τριαντάφυλλιά τους και τη χρυσή των αγγέλων αντανάκλαση».

Στη συνέχεια αναφέρθηκε στον έρωτα των Ελλήνων για την Ελευθερία: «Εμείς οι Ολύμπιοι διδάξαμε στην Οικουμένη εδώ ότι η Έρις γίνεται Έρως, έρως ελευθερίας».

Από την... διδακτική ομιλία του δεν έλειψε φυσικά η επίθεση στη Γερμανία, την οποία παρομοίασε με τον αρχέκακο όφι:

««Και επειδή θα επανέλθουν πάλι οι δυσσεβείς και οι άλλοι Αλλεμανοί * ως αρχέκακος όφις (διάβολος)*, εμείς ξέρουμε ότι θα συμπαραταχθούμε θα συμπορευθούμε, θα συμπολεμήσουμε τη Υπερμάχω Στρατηγώ που’ χει στα μάτια της ψηφιδωτό τον καημό της Ρωμιοσύνης».

Συνέχισε με ένα απόσπασμα από το έργο του Θουκυδίδη «Περικλέους Επιτάφιος» 41:
«ἀλλὰ πᾶσαν μὲν θάλασσαν καὶ γῆν ἐσβατὸν τῇ ἡμετέρᾳ τόλμῃ καταναγκάσαντες γενέσθαι, πανταχοῦ δὲ μνημεῖα κακῶν τε κἀγαθῶν ἀίδια ξυγκατοικίσαντες.».

Στην νεοελληνική:

Εξαναγκάσαμε με την τόλμη μας ολόκληρη τη θάλασσα και την ξηρά να γίνει προσιτή, ιδρύσαμε παντού αιώνια μνημεία και των συμφορών μας και των επιτυχιών μας.

Ο Κ. Ζουράρις κατέληξε με Ρίτσο λέγοντας:

«Ως ηττημένοι θα δώσουμε σε αυτό τον πλανήτη των πεπλανημένων πλανητών και των πλανήτων την καθ’ημάς καθεστηκυίαν πολιτείαν. Και ποια είναι η καθ ημάς καθεστηκυία πολιτεία; Μία και μόνη: Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει»!
-------------------

* Οι Αλεμάνοι, Αλλεμάνοι ή Αλαμανοί
Πάλιν ὁ δεινός καί ἀρχέκακος ὄφις, τήν ἑαυτοῦ κεφαλήν καθ᾿ ἡμῶν διαιρών, ὑποψιθυρίζει τά τῆς ἀληθείας ἀντίθετα.

επιμέλεια: Βασιλική Δεδούση - Φιλόλογος

Tuesday, 10 February 2015

Γιάννης Ρίτσος: Σε τούτα δω τα μάρμαρα...

Σε τούτα δω τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει
μηδέ αλυσίδα στου ρωμιού και στου αγεριού το πόδι.

Εδώ το φως, εδώ ο γιαλός, ―χρυσές, γαλάζιες γλώσσες,
στα βράχια ελάφια πελεκάν, τα σίδερα μασάνε.
    
 

«Εδώ το φως». Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, 1973. Επιτομή. Κέδρος, 1977. 325.

Monday, 31 March 2014

Γιάννης Ρίτσος: «όμορφα που μυρίζει τ' άσπρο αστρουλάκι
της ταπείνωσης»


Γιάννης Ρίτσος
Δίδα Καίτη Δρόσου, Τιμοθέου 45, Αθήνα
Σ.Ν.Μ
Σ.Τ.Γ.9028


21.IV.50
Καιτούλα, Καιτούλα
όμορφο το γράμμα σου σαν τα μάτια σου, σαν τη καρδιά σου, σαν τα τραγούδια σου
σαν κάθε τι δικό σου.
Τι να στο πω
που το ξέρεις. Γιατί λοιπόν με ρωτάς; Αν σ΄αγαπάω; Κλείσε το στόμα και τα μάτια. Βλέπεις είναι βράδι και σου γράφω και σε φιλάω.
Μακριά άναψαν τα φώτα του Λαυρίου. Εσύ ανάβεις μέσα μου μια πολιτεία φώτα. Εκεί μέσα τριγυρίζω.
Είναι ένα δάσος από στίχους που μας προσμένει πίσω από τη θλίψη πέρα μακριά
μέσα μας
εκεί που σφίγγονται δυο χέρια
εκεί που δυο καρδιές κουβεντιάζουν πάνω από ένα σταμνί αμίλητο νερό. Σ' ένα κόμπο του μαντηλιού μας είναι δεμένος πάντα ο όρκος του κόσμου. Ξεχνάμε τη πίκρα. Το φως δε το ξεχνάμε.
Καληνύχτα Καιτούλα. Κοιμήσου ήσυχα στο δάσος μας. Η θάλασσα ανεβάζει το τραγούδι της άκρη- άκρη στα δαχτυλά μας.
Να και τα χαμομήλια που ανάψαν τ' άστρα φαναράκια τους
εδώ σερνάμενα στις πέτρες
στην ακρογυαλιά
παράξενο
σε τούτο το ξερότοπο
τόσα χαμομήλια
και τόσο μεγάλα σα μαργαρίτες
κύτταξε ένα μπουκέτο εδώ πλάι μου
σ' ένα κονσερβοκούτι
δίπλα στο κρεββάτι της εκστρατείας
μυρίζει ανάρρωση και καλωσύνη
όμορφα που μυρίζει τ' άσπρο αστρουλάκι της ταπείνωσης.
Γεια σου Καιτούλα
φιλιά -φιλιά -φιλιά
και άλλα τόσα.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΙΤΗ ΔΡΟΣΟΥ

poihsh-logotexnia

Sunday, 17 November 2013

Γιάννης Ρίτσος «Ρωμιοσύνη»
Απαγγέλλει ο ίδιος ο ποιητής
The Poetry of Yiannis Ritsos

The Poetry of Yiannis Ritsos

(Συνοδεύει στην κιθάρα ο Νότης Μαυρουδής)

Αὐτὰ τὰ δέντρα δὲ βολεύονται μὲ λιγότερο οὐρανό,
αὐτὲς οἱ πέτρες δὲ βολεύονται κάτου ἀπ᾿ τὰ ξένα βήματα,
αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸν ἥλιο,
αὐτὲς οἱ καρδιὲς δὲ βολεύονται παρὰ μόνο στὸ δίκιο.




Ἐτοῦτο τὸ τοπίο εἶναι σκληρὸ σὰν τὴ σιωπή,
σφίγγει στὸν κόρφο του τὰ πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στὸ φῶς τὶς ὀρφανὲς ἐλιές του καὶ τ᾿ ἀμπέλια του,
σφίγγει τὰ δόντια. Δὲν ὑπάρχει νερό. Μονάχα φῶς.
Ὁ δρόμος χάνεται στὸ φῶς κι ὁ ἴσκιος τῆς μάντρας εἶναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τὰ δέντρα, τὰ ποτάμια κ᾿ οἱ φωνὲς μὲς στὸν ἀσβέστη τοῦ ἥλιου.
Ἡ ρίζα σκοντάφτει στὸ μάρμαρο. Τὰ σκονισμένα σκοίνα.
Τὸ μουλάρι κι ὁ βράχος. Λαχανιάζουν. Δὲν ὑπάρχει νερό.
Ὅλοι διψᾶνε. Χρόνια τώρα. Ὅλοι μασᾶνε μία μπουκιὰ οὐρανὸ πάνου ἀπ᾿ τὴν πίκρα τους.
Τὰ μάτια τους εἶναι κόκκινα ἀπ᾿ τὴν ἀγρύπνια,
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ἀνάμεσα στὰ φρύδια τους
σὰν ἕνα κυπαρίσσι ἀνάμεσα σὲ δυὸ βουνὰ τὸ λιόγερμα.


ολόκληρη η «Ρωμιοσύνη» εδώ
σχόλια και ανάλυση εδώ

Thursday, 12 September 2013

«Αναφυλλητό» του Γιάννη Ρίτσου (Aπόσπασμα)

paidi

Τα παιδιά θέλουν παπούτσια
τα παιδιά θέλουν ψωμί
θέλουνε και φάρμακα
δούλεψε και συ.
Γέλα κλαίγε κι όλο λέγε
το παιδί: ζωή.
Τίποτ’ άλλο, Ζωή.

Ζύμωνε στη σκάφη
πρώτο σου ζυμάρι,
πρώτο σου ψωμί
ένα καλυβάκι
μια μικρούλα αυλή
για το παιδί.
images (33)
Ζύμωνε το χώμα
με το δάκρυ δάκρυ
φτιάξε ένα χωμάτινο πουλί
να πετάει τη νύχτα
και να κελαηδεί
για το παιδί.
Τούτη είναι η ζωή μας
τούτο το μεγάλο, τίποτ’ άλλο
γέλα κλάψε, πες ό,τι θες
Το παιδί ζωή: ζωή
τίποτ’ άλλο!
46-basiki-thumb-large

by Αντικλείδι

Friday, 3 May 2013

«Πάντα στον κόσμο θα ‘ρχεται Παρασκευή Μεγάλη και κάποιος θα σταυρώνεται για να σωθούν οι άλλοι».

Η θρηνολογούσα Παναγία σαν σύμβολο κάθε χαροκαμένης μάνας.
Από τον «Επιτάφιο θρήνο» στη «Μάνα του Χριστού», του Βάρναλη 
και στον «Επιτάφιο» του Ρίτσου….
.
Ν. Γκάτσος: «Πάντα στον κόσμο θα ‘ρχεται/ Παρασκευή Μεγάλη
και κάποιος θα σταυρώνεται/ για να σωθούν οι άλλοι».
.
Η Παναγία ως το «πανάγιο πρόσωπο» της χριστιανικής πίστης πέρασε στη συνείδηση του λαού σαν το ιερό σύμβολο της μάνας. Της κάθε μάνας, που στο πρόσωπο του δικού της παιδιού, του σπλάχνου της, βλέπει το δικό της Χριστό. Της κάθε χαροκαμένης μάνας που μπρος στο άψυχο σώμα του παιδιού της θρηνολογεί, σπαράσσεται και ολοφύρεται δίχως να βρίσκει παρηγόρια, γιατί όσο κι αν η θρησκευτική Ανάσταση θέλει να λειτουργεί σαν ελιξίριο, η χαροκαμένη ξέρει ενδόμυχα πολύ καλά αυτό που ο δημοτικός ποιητής μοιρολογεί:
«Να ‘ταν να γυρίζανε του κόσμου οι πεθαμένοι,/ δε θα ‘κλαιε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα,…/ Μα όταν στερέψει η θάλασσα και γίνει περιβόλι,/ κι όταν θα καμ’ η ελιά κρασί και το σταφύλι λάδι,/ τότε θα περιμένουμε να ρθουν από τον Άδη»…
Είναι άραγε τυχαίο ότι «άθρησκοι» ποιητές, όπως ο Βάρναλης και ο Ρίτσος «πάτησαν» στους έξοχους εκκλησιαστικούς ύμνους των Παθών του Χριστού, ο μεν πρώτος στους «Πόνους της Παναγίας» και στο «Η μάνα του Χριστού», ο δε δεύτερος στον «Επιτάφιο», για να εκφράσουν έτσι τα βαθιά συναισθήματα του λαού και ιδιαίτερα της μάνας που θρηνεί;
 
«Επιτάφιος θρήνος»
(…Η απουσία του από παλιότερα λειτουργικά βιβλία, μας πείθει πως είναι γέννημα των τελευταίων χρόνων του Βυζαντίου. Ο άγνωστος ή οι άγνωστοι ποιητές των τριών ποιημάτων του Επιταφίου Θρήνου συνεχίζουν μ’ αυτά τις καλύτερες παραδόσεις των παλιών μεγάλων υμνωδών. Ο Επιτάφιος Θρήνος, με τις έξοχες ποιητικές του εικόνες, τον παλμό και το πάθος του, προκαλεί ακόμα ρίγη συγκίνησης στους ακροατές).
Επιλογή στροφών από τον «Επιτάφιο Θρήνο»,
στις οποίεςς καταφαίνεται ο θρήνος της Παναγίας:
 
Στάσις πρώτη
- Δακρυφόρους θρήνους/ επί σε η Αγνή
μητρικώς, ω Ιησού, επιρραίνουσα,/ ανεβόα: πώς κηδεύσω σε, Υιέ;
- Η αμνάς τον άρνα,/ καθορώσα νεκρόν
Ταις αικίσι βαλλομένη ωλόλυζε/ συγκινούσα και το ποίμνιον βοάν.
- Οίμοι, φως του κόσμου!/ οίμοι φως, το εμόν!
Ιησού μου ποθεινότατε έκραζεν/ η Παρθένος, θρηνωδούσα γοερώς.
- Τις μοι δώσει ύδωρ/ και δακρύων πηγάς
η Θεόνυμφος Παρθένος εκραύγαζεν,/ ίνα κλαύσω τον γλυκύν μου Ιησούν;
- Πότε ίδω, Σώτερ,/ σε το άχρονον φως,
την χαράν και ηδονήν της καρδίας μου;/ η Παρθένος ανεβόα γοερώς.
 
Στάσις δευτέρα
- Τέτρωμαι δεινώς/ και σπαράττομαι τα σπλάχνα, Λόγε,
στην σφαγήν ορώσα, οίμοι, την άδικον,/ η Παρθένος ανεβόα γοερώς.
- Ήλοις Σε Σταυρώ/ πεπαρμένον η Ση Μήτηρ, Λόγε,
κατιδούσα και εν λάκκω βαλλόμενον/ την καρδίαν βέλει βέβληται πικρώ.
- Σε τον παντός/ γλυκασμόν η Μήτηρ καθορώσα
Όξος και χολήν ή Μάννα γευόμενον/ πικροίς έβρεχε δακρύοις παρειάς.
- Έκλαιε πικρώς/ η Πανάμωμος Μήτηρ σου, Λόγε
εν τω τάφω Σε γαρ εώρακε/ τον άφραστον και άναρχον Θεόν.
- Νέκρωσιν την σην/ η Πανάφθορος Χριστέ σου Μήτηρ
βλέπουσα πικρώς σοι εφθέγγετο/ μη βραδύνης η ζωή εν τοις νεκροίς.
 
Στάσις τρίτη
- Ύπτιον ορώσα/ η Πάναγνός σε, Λόγε,/ μητροπρεπώς εθρήνει.
- Ω γλυκύ μου έαρ,/ γλυκύτατόν μου τέκνον/ πού έδυ σου το κάλλος;
- Θρήνον συνεκίνει/ η Πάναγνός σου Μήτηρ,/ Σου, Λόγε, νεκρωθέντος.
- Η Δάμαλις τον Μόσχον/ εν ξύλω κρεμασθέντα/ ηλάλαζεν ορώσα.
- Ανέκραζεν η Κόρη/ θερμώς δακρυρροούσα/ τα σπλάχνα κεντωμένη.
- Ω φως των οφθαλμών μου/ γλυκύτατόν μου τέκνον/ πώς τάφω νυν καλύπτη;
- Κλαίει και θρηνεί Σε/ η Πάναγνός σου Μήτηρ/ Σωτήρ μου νεκρωθέντα.
(από το Η ελληνική ποίηση ανθολογημένη, τ. Β’,  εκδ. Κυψέλη, Αθήνα 1958)


Κώστας Βάρναλης, «Η μάνα του Χριστού» (απόσπασμα)
…………………………
Κατεβάζω στα μάτια τη μαύρην ομπόλια,
για να πάψει κι ο νους με τα μάτια να βλέπει…
Ξεφαντώνουν τ’ αηδόνια στα γύρω περβόλια
λεϊμονιάς σε κυκλώνει λεπτή μοσκοβόλια.
Φεύγεις πάνου στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου,
Άνοιξη μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,...

Monday, 1 April 2013

Κ. Παλαμά: “Ο Απρίλης και η Αυγή”

Καλό μήνα χαμομηλάκια!!

“Απρίλης: Άνοιξη! Δυο σταγόνες θάλασσα τα μάτια σου.
Μια καρδερίνα ανεβοκατεβαίνει σ’ έναν ξύλινο σταυρό.”
(Γιάννης Ρίτσος, Σημειώσεις στα περιθώρια του χρόνου)
Ταίρι νιόνυμφο προβαίνει
ο Απρίλης κι η Αυγή,
να του στρώσει το προσμένει
νυφικό κρεβάτ’ η Γη.


Χίλια δώρα ετοιμάζει
για το ταίρι π’ αγαπά,
τα ξεθάφτει, σα χαλάζι
πλούτη ατίμητα σκορπά.


Εις τους κήπους άνθη χύνει
και πουλιά στις λαγκαδιές,
Στα πουλιά τραγούδια δίνει,
 και στα άνθη ευωδιές.

Τη δροσιά κάνει να λάμπει
σα διαμάντι στα κλαριά,
άνθος φτερωτό την κάμπη
αεράκι το βοριά.


Και τα δέντρα φουντωμένα,
πράσινα, βαθιά, ανοιχτά,
μόλις βγήκαν νιοβαμμένα
απ’ τα χέρια της κι αυτά.

Ειν’ η λίμνη πιο γαλάζια, 
πιο καθάρια η ρεματιά,
πιο πολλά εχ’ η κόρη νάζια
 κι ο έρωτας ψευτιά.


Ταίρι νιόνυμφο προβαίνει
ο Απρίλης κι η Αυγή,
να του στρώσει το προσμένει
νυφικό κρεβάτ’ η Γη.
(Κ. Παλαμάς, Άπαντα, τ. 1ος, Γκοβόστης)
itzikas

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki