Showing posts with label Ελεημοσύνη. Show all posts
Showing posts with label Ελεημοσύνη. Show all posts

Friday, 15 December 2017

Η σκληρή Γριά και η Αγριοκρεμμύδα

Ήταν κάποτε μια γριά γυναίκα, η οποία στη ζωή της δεν είχε κάνει κανένα καλό.
Όταν πέθανε, ο άγγελός της την πήγε στο θρόνο του Θεού, μα στο βιβλίο των πράξεών της δεν υπήρχε καμία καλοσύνη κι έτσι ο δρόμος της ήταν για την κόλαση.
Ο άγγελός της στενοχωρήθηκε αφάνταστα. Αναζήτησε στις πιο κρυφές σημειώσεις του βιβλίου του καθενός, μήπως και βρει κάποια καλή πράξη και αναγκάσει το Θεό που είναι γεμάτος αγάπη να την πάρει στον Παράδεισο.
Ψάχνοντας, λοιπόν, βρήκε ότι κάποτε όταν η γρια σκάλιζε τον κήπο της, ήρθε ένας ζητιάνος που της ζήτησε ελεημοσύνη. Η γριά δεν ήθελε να δώσει τίποτα, αλλά ο ζητιάνος ήταν πολύ επίμονος. Τότε, αφού νευρίασε, η γριά τράβηξε μια αγριοκρεμμύδα και την πέταξε στο ζητιάνο, για να απαλλαγεί από την παρουσία του.
Ο άγγελος χάρηκε και είπε στο Θεό το συμβάν. Τότε Αυτός του είπε:
— Πάρε μια αγριοκρεμμύδα κι αν μπορέσει η γρια να κρατηθεί απ’ αυτήν και βγει από την κόλαση, ας τη φέρεις στον Παράδεισο.

Ο άγγελος χάρηκε αφάνταστα, πήρε μια αγριοκρεμμύδα και κατηφόρισε στην κόλαση. Ρώτησε πού βρίσκεται η γρια και της είπε τα ευχάριστα. Η γρια καταχάρηκε και αρπάχτηκε από την αγριοκρεμμύδα που κρατούσε ο Άγγελος και άρχισε να βγαίνει από την κόλαση.
Τότε συνέβη το εξής παράδοξο. Από τα πόδια της γριάς άρχισαν να κρεμιόνται κι άλλοι κολασμένοι για να ξεφύγουν από τον τόπο της βασάνου. Όμως η γριά άρχισε να τους σπρώχνει φωνάζοντας:
— Δικιά μου είναι η αγριοκρεμμύδα, δεν έχετε θέση μαζί μου!
Ο άγγελος την παρακαλούσε να δείξει αγάπη, αλλά η γριά ήταν αμετάπειστη. Κλωτσούσε τις άλλες ψυχές και φώναζε! Τότε η αγριοκρεμμύδα έσπασε και η γρια και όλες οι άλλες ψυχές ξαναγύρισαν στην κόλαση.

Ο άγγελος λυπημένος ξαναγύρισε στον Παράδεισο και ετοιμάστηκε για ένα νέο ταξίδι στη γη κοντά σε μια καινούρια ψυχή. Θα τον συντρόφευε η ελπίδα ότι αυτή η ψυχή θα μπορούσε να δείξει λίγη αγάπη, όσο κρατά μια αγριοκρεμμύδα. 
Ο Παράδεισος άλλωστε, κερδίζεται για τόσο λίγο.

Πηγή: Φ. Ντοστογιέφσκυ, Αδελφοί Καραμαζώφ
Ζωντανό Ιστολόγιο

Wednesday, 19 July 2017

Μόνο να δώσεις ένα κομμάτι ψωμί ...

Ελεημοσύνη δεν είναι μόνο να δώσεις ένα κομμάτι ψωμί. Ελεημοσύνη είναι να πεις και μια κουβέντα καλή. 
Εκείνη θα μείνει περισσότερο. 
Το ψωμί θα το φάει, πάει. 
Μια κουβέντα σωστή καλή που θα πεις με την αρετή σου, με την αγιότητα σου, αυτή θα μείνει. 
Αυτή αποτελεί υπέροχη ελεημοσύνη.

Περισσότερα εδώ

Monday, 4 July 2016

Ο Φούρναρης και η φραντζόλα
Όταν προσφέρεις, πλουτίζεις. Δεν φτωχαίνεις.

Ο φούρναρης γκρίνιαζε συνέχεια στην γυναίκα του που πήγαινε στις εκκλησίες και έδινε στους φτωχούς και στους εράνους.

Μια μέρα, πάει ένας ζητιάνος στο φούρνο του και του λέει:

—Αφεντικό, όλα αυτά τα ψωμιά είναι δικά σου;
—Αμ’ τίνος να ’ναι;
—Και δεν τα τρως;
—Βρε φύγε από δω!
—Δώσε μου και μένα ένα ψωμάκι που πεινάω.
—Φύγε σου είπα, παράτα με.
—Αφεντικό!
—Φεύγεις ή δεν φεύγεις;
—Αφεντικό! Παρακαλούσε ο φτωχός.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει, και ο φούρναρης πετάει ένα ψωμί στο κεφάλι του. Έσκυψε ο φτωχός και το ψωμί τον πήρε ξυστά και έπεσε παραπέρα. Τρέχει, το αρπάζει, κάθεται σε μια γωνιά και το τρώει. Ο φούρναρης όλη μέρα ήταν νευριασμένος για τον γρουσούζη επισκέπτη και το ψωμί που έχασε. Ας τολμήσει να ξανάρθει, έλεγε!
Τη νύχτα, κάπου δύο μετά τα μεσάνυχτα, πετάγεται ο φούρναρης από τον ύπνο του τρομαγμένος και καταϊδρωμένος.

— Γυναίκα, σήκω, ξύπνα. Φέρε μου μία φανέλα να αλλάξω και να σου πω; Γυναίκα, πέθανα λέει, και μαζεύτηκαν γύρω μου Άγγελοι και διάβολοι. Ποιος να πάρει την ψυχή μου. 

Σε μια μεγάλη ζυγαριά όλο και πρόσθεταν οι τρισκατάρατοι τα κρίματά μου. Και ο ζυγός βάρυνε και βάρυνε και οι Άγγελοι δεν είχαν τίποτα να βάλουν και λυπόντουσαν. 

Σε μια στιγμή, ένας Άγγελος φωνάζει: 
Το ψωμί! Αυτό που χόρτασε τον πεινασμένο. Βάλτε το στον άλλο ζυγό.
Οι διάβολοι επαναστάτησαν:
—Το ψωμί δεν το έδωσε. Το έριξε να σπάσει το κεφάλι του φτωχού.
Και απάντησαν οι Άγγελοι:
— Όμως χόρτασε τον πεινασμένο και εκείνος έδωσε την ευχή του.
— Και που λες γυναίκα μου, εκείνο το ψωμί έκανε και έγειρε η ζυγαριά αντίθετα και σώθηκα. Το λοιπόν, δίνε, δίνε και μη σταματάς. Και εγώ θα δίνω. Αχ, και να ξανάρθει εκείνος ο φτωχός!

Όταν προσφέρεις, πλουτίζεις. Δεν φτωχαίνεις.


Agios-Dimitrios, Ορθογνωσία

Wednesday, 12 November 2014

Γεώργιος Δροσίνης: «ΟΙ ΔΥΟ ΦΤΩΧΟΙ»

 Σὲ μιὰ γωνιὰ περαστικὴ
γέρος φτωχὸς ἔχει καθίσει.
Κόσμος, πολὺς περνᾶ ἀπ’ ἐκεῖ,
καὶ ἴσως θὰ τὸν ἐλεήση
καμιὰ ψυχή, ποὺ ἔχει μάθει
νὰ συμπονῆ τὰ ξένα πάθη.
 
Σὲ λίγο ὅλος προσοχὴ
ἔφερ’ ἐκεῖ τὰ βήματά του
κι ἄλλος φτωχὸς-τὸ δυστυχή!
Μὲ ὅλη τὴ νεότητά του
ἕχει στὸ φῶς του μαύρη σκέπη·
εἶναι τυφλός! τυφλός! Δὲ βλέπει! 
 Ἄχ! τί ζευγάρι θλιβερό!
Τὰ νιάτα τὰ δυστυχισμέν
κι ἀπὸ τὸν ἄγριο καιρὸ
τὰ γηρατειὰ τὰ μαραμένα
βλέπει ἐκεῖ ὅποιος περνάει
νὰ ζητιανεύουν πλάι-πλάι.
 
Ὅμως κανεὶς τὰ γηρατειὰ
τὰ χιονοσκέπαστα λυπᾶται!
Στὸ γέρο ρίχνουν μιὰ ματιά,
τὸν ἐλεοῦνε οἱ διαβάται
μὰ οὔτε ἕνας τους δὲ δίνει
και στὸν τυφλὸ ἐλεημοσύνη.
Μὲ πονεμένη τὴν καρδιὰ
ἀνασηκώνεται νὰ πάη...
 Ἄχ! θὰ περάση τὴ βραδι
καὶ σήμερα χωρὶς νὰ φάη...
Γι’ αὐτὸ τοὺς ἄλλους τί τοὺς νοιάζει;
Καὶ ὁ τυφλὸς ἀναστενάζει...
Μὰ ἔξαφνα κάποιος ζητᾶ
μὲς στὴν παλάμη νὰ τοῦ δώση
χρήματα λίγα, μ’ ἀρκετά,
ἕνα ψωμὶ γιὰ νὰ πληρώση.
–Σοῦ εὔχετ’ ἡ φτωχὴ καρδιά μου
τιμὲς καὶ δόξες, ἄρχοντά μου!

Εἶπεν εκεῖνος, επειδή,
τυφλὸς ποὺ ἦταν, δὲν μποροῦσε
μὲ δάκρυα χαρᾶς νὰ δῆ
πὼς σπλαχνικὰ τὸν ἐλεοῦσε
ὁ γέρος, ελεώντας πάλι
καθὼς τὸν ἐλέησαν ἄλλοι.

Tuesday, 11 November 2014

Παράσχος Ἀχιλλεύς: Ἐλεημοσύνη - «Ἔ! σεῖς, ὅπου σκορπίζετε τὰ πλούτη στὸν ἀέρα...»

Ένα ποίημα χαρακτηριστικό του στόμφου, αλλά και της απλοϊκότητας του ποιητικού του λόγου είναι το ποίημα "Ελεημοσύνη", που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΣΤΙΑ την Πρωτοχρονιά του 1877:
ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ
(Πρώτη του Έτους)

Ἔ! σεῖς, ὅπου σκορπίζετε τὰ πλούτη στὸν ἀέρα,
τὸ χέρι σας τὸ ἄπονο καὶ ἄσωτο ἁπλῶστε
καὶ δῶστε καὶ στὸν ἄρρωστο καὶ στὴν πτωχὴ μητέρα...
Ἐλεημοσύνη, χριστιανοί, ἐλεημοσύνη δῶστε!
Ποιός λέει, ποιός, πὼς ὅλ’ αὐτὰ ποὺ τώρα σεῖς πετᾶτε,
εἶναι δικά σας;... Δύστυχοι, αὐτὸ ποὺ περισσεύει
εἶναι τῆς χήρας, τ’ ὀρφανοῦ καὶ μὴν τὸ σπαταλᾶτε.
Ὅποιος τὰ πλούτη του σκορπᾷ, ἀπ’ τοὺς πτωχοὺς τὰ κλέβει.
Ἐλεημοσύνη, χριστιανοί· ἀδέλφια, ἐλεημοσύνη·
πολλὰ χαρίζει ὁ θεὸς σ’ ἐκεῖνον, ὅπου δίνει.
(Λίγο ψωμί για το φτωχό και λίγη καλοσύνη!)
——
Συλλογισθήτε, εις αυτήν την ώρα γυμνωμένα
Πόσα παιδάκια κρυόνουνε, πόσα μικρά πεινούνε
Πόσοι δεν έχουνε γιατρό και γιατρικό κανένα!
Αλλοίμονο εις ταις καρδιαίς που σήμερα γελούνε.
Αχ! Δόσετ’ ένα φόρεμα στο γέροντα που κρυώνει,
‘Λίγο ψωμί μ’ ένα γλυκό χαμόγελο στο ξένο,
Μιά βακτηρία στον τυφλό που στο σκοτάδι λυόνει
Κ’ένα παιχνίδι στο παιδί το παραπονεμένο!…
Ελεημοσύνη, Χριστιανοί ` αδέλφια, ελεημοσύνη`
Χαρά σ’ εκείνη την καρδιά που το ψωμάκι δίνει!

 ——
Συλλογισθήτε, είς αυτή την ίδια ώρα πόσοι,
Χωρίς να θέλουν, το κακό στο νού τους μελετούνε…
Τι έυκολα που ημπορεί κανείς να τους γλυτώση
Μ’ αυτά οπού τα χέρια σας εδώ κ’ εκεί σκορπύνε!
Πόσα κορίτσι’ αγγελικά την ώρ’ αυτή με τρόμο,
Γεμάτα φρίκη κ’ εντροπή, ωσάν αρνιά νοιασμένα,
Στης αμαρτίας κλαίωντας πηγαίνουνε το δρόμο,
Γιατί δεν έχουν το ψωμί της μάνας τα καϋμμένα`
Ελεημοσύνη Χριστιανοί ` αδέλφια, ελεημοσύνη.
Χαρίσετε τους την τιμή πρίν το κακό να γείνη…

——
Τα ελαφρά μεταξωτά και το μαργαριτάρι,
Όπού ο πλούτος σήμερα και η σπατάλη δίνει,
Δεν έχουν τόσην ευμορφιά, δεν έχουν τόση χάρι,
Δεν είναι ωραιότερα απ’ την ελεημοσύνη.
Πόσοι χαρίζουν σήμερα σ’ ανθρώπους που μισούνε,
Γιά να φαντάζουν μοναχά και να φανούνε μόνο,
Και τα φτωχά τ’ αδέλφια τους αφίνουν να χαθούνε`
Αυτοί να μή γελάσουνε είς τον καινούργιο χρόνο.
Ελεημοσύνη, Χριστιανοί ` αδέλφια, ελεημοσύνη `
Πολλά χαρίζει ο Θεός σ’ εκείνον όπου δίνει! 

——
Δείτε το ποίημα και με την αρχική του ορθογραφία, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό:



Ο Αχιλλέας Παράσχος (πραγματικό όνομα Νασάκης ή Νασίκογλου· Ναύπλιο 1838 - Αθήνα, 26 Ιανουαρίου 1895) ήταν Έλληνας ρομαντικός ποιητής του 19ου αιώνα, εκπρόσωπος της πρώτης Αθηναϊκής σχολής. Παράσχος ήταν το μικρό όνομα του πατέρα του.

Γεννήθηκε στο Ναύπλιο και κατάγοταν από τη Χίο. Νωρίς εγκαταστάθηκε στην Αθήνα με τον πατέρα του έπειτα απο την καταστροφή της Χίου. Διδάχθηκε Τα πρώτα γράμματα από τον αδελφό του Γεώργιο (1821-1886), επίσης ποιητή. Από όσα γνωρίζουμε δεν έκανε σπουδές και κατόρθωσε να μορφωθεί από τις εφημερίδες και τα βιβλία τα οποία διάβαζε. Δεν εργάστηκε ποτέ του, καθώς χρήματα και φήμη του έδιναν μονάχα οι στίχοι του. Οι πολιτικοί της εποχής τον διόριζαν σε διάφορες θέσεις μόνο και μόνο για να εισπράττει μισθό.
Στα νεανικά του χρόνια αναμείχθηκε στον κύκλο της Χρυσής Νεολαίας, στου σπουδαστές καί στους διανοούμενους οι οποίοι είχαν στόχο την απομάκρυνση του Όθωνα, και που εξαιτίας αυτής της φυλακίσθηκε στις φυλακές του Μεντρεσέ απέναντι από τους Αέρηδες και πού ξαιτίας αυτού εμπνεύστηκε το ποιημά του «Εις τον πλάτανον του Μεντρεσέ» το οποίο καί έγινε πανελληνίως γνωστό. Αφέθηκε γρήγορα ελεύθερος γιατί στην φυλα΄κή αρρώστησε βαριά αλλά δεν σταμάτησε την δράσης του εναντίον του Όθωνα.Την νύχτα που καταλύθηκε ή εξουσία ό παράσχος ήταν ένας από τους πολίτες που πήγαν στον στρατώνα του πυροβολικού γαι να ενωθούν με τον ξεσηκωμένο στρατό.Ωστόσο, όταν το 1867 πέθανε ο Όθων μετανιωμένος για τη στάση του έγραψε το Ελεγείον εις τον Όθωνα δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο την απογοητευσή του από την πολιτική εκείνων που είχαν εκδιώξει τον Όθωνα,αλλά δεν τήρησαν τις επαγγελίες τους.
Δημοσίευσε τους πρώτους στίχους του στα περιοδικά Αβδηρίτης και Χρυσαλλίς. Όταν το 1881 εξέδωσε τρεις τόμους με ποιήματά του, εισέπραξε το υπέρογκο για την εποχή ποσό των 50.000 δραχμών. Ωστόσο γρήγορα το σπατάλησε και άρχισε να ζητά βοήθεια από τους φίλους του. Ταξίδεψε στη Ρουμανία, την Αίγυπτο, τη Γαλλία και την Αγγλία όπου οι εκεί Έλληνες τον υποδέχθηκαν με αγάπη.
Απεβίωσε το 1895 και ενταφιάστηκε στο Α΄ Κοιμητήριο των Αθηνών. Η κηδεία του, με είκοσι επικήδειους, συγκέντρωσε πλήθος κόσμου και έγινε παρουσία και του τότε βασιλιά, Γεώργιου Α'

Tuesday, 12 November 2013

«Ὅλα γιὰ τοὺς ἄλλους» - Το πολύτιμο πάπλωμα

Νὰ τὸ σύνθημα τῆς ζωῆς του. Γιὰ τὸν ἑαυτό του δὲν ξέρει νὰ κρατήσει, παρὰ ὅ,τι τοῦ ἦταν ἀπαραίτητο γιὰ μία ζωὴ πολὺ ἁπλὴ καὶ φτωχική. Ἀσκητικὸ τὸ κελί του. Φτωχικὸ τὸ φαγητό του. Πρόχειρο τὸ στρῶμα του. Κοινὰ τὰ σκεπάσματά του. Τριμμένο τὸ ράσο του. Ὅ,τι καλὸ καὶ φανταχτερὸ τὸ μοιράζει στοὺς ἄλλους.
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Ελεήμονας
Ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας
Κάποτε ἕνας πλούσιος ποὺ τὸν εἶχε ἐπισκεφθεῖ καὶ εἶδε τὴν φτώχεια ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸ κελὶ τοῦ φιλάνθρωπου Ἐπισκόπου, ἔσπευσε νὰ ἀγοράσει πολύτιμο πάπλωμα καὶ τοῦ τὸ πῆγε μὲ τὴν παράκληση νὰ τὸ κρατήσει καὶ νὰ προσεύχεται γι’ αὐτὸν κάθε φορά, ποὺ θὰ τὸ χρησιμοποιοῦσε.
Ἡ λεπτὴ ψυχὴ τοῦ Πατριάρχου συγκινήθηκε ἀπὸ τὴν εὐγενικὴ καὶ πλούσια προσφορά. Νὰ τὸ στείλει πίσω, δὲν τὸ θέλει. Ἡ καλοκάγαθη ψυχή του δὲν δέχεται νὰ λυπήσει τὸν πονετικὸ ἐκεῖνον ἄνθρωπο. Τὸ κρατᾶ. Τὸ βράδυ δοκιμάζει νὰ τὸ χρησιμοποιήσει. Ξάπλωσε καὶ τὸ ἔριξε ἐπάνω του. Ἡ ζεστασιὰ ποὺ τοῦ προσφέρει δὲν τὸν ἀφήνει νὰ κλείσει μάτι. Ἡ σκέψη του στρέφεται συνέχεια στοὺς φτωχούς του. Μπροστά του παρελαύνουν ὅλες οἱ πονεμένες μορφές. Ἄγρυπνος σχεδὸν ὅλη τὴ νύχτα στριφογυρίζει στὸ κρεβάτι του.
Τὸ πρωὶ χωρὶς νὰ χάσει καιρό, παίρνει τὸ πάπλωμα καὶ τὸ στέλλει στὴν ἀγορὰ γιὰ νὰ πουληθεῖ.
Κατὰ μία ἀγαθὴ σύμπτωση, ἀπὸ τὸ κατάστημα ποὺ ἦταν ἐκτεθειμένο τὸ πάπλωμα γιὰ πώληση, πέρασε ὁ καλὸς δωρητής. Τὸ εἶδε καὶ τὸ ἀναγνώρισε. Ἀντελήφθηκε τὸν σκοπὸ τοῦ πονόψυχου πνευματικοῦ πατέρα. Ἀγοράζει καὶ πάλι τὸ σκέπασμα καὶ τὸ ξαναστέλνει στὸν Ἅγιο. Καὶ αὐτὸς πρόθυμα τὸ δέχεται τούτη τὴν φορά. Ὄχι γιὰ νὰ τὸ κρατήσει καὶ τὸ χρησιμοποιήσει. Ἀλλὰ γιὰ νὰ τὰ πουλήσει καὶ τὰ χρήματα νὰ τὰ διαθέσει γιὰ τοὺς φτωχούς του.
Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πολύτιμο πάπλωμα στάλθηκε καὶ πάλι στὴν ἀγορά. Ὁ πλούσιος δωρητὴς τὸ βλέπει, τὸ ἀγοράζει καὶ τὸ ξαναστέλνει γιὰ τρίτη φορὰ στὸν Πατριάρχη μὲ τὴν βαθιὰ παράκληση νὰ τὸ κρατήσει γιὰ νὰ μὴν κρυώνει τὴ νύχτα. Καὶ καλοκάγαθος ἱεράρχης τότε τοῦ ἁπαντὰ μὲ τὴν γνωστὴ χαριτωμένη διάθεσή του:
— «Γιὰ νὰ δοῦμε, ἀδελφέ μου, ποιὸς ἀπὸ τοὺς δυό μας θὰ κουρασθεῖ καὶ θὰ παραιτηθεῖ πρῶτος. Σὺ νὰ τ’ ἀγοράζεις καὶ νὰ μοῦ τὸ στέλνεις ἢ ἐγὼ νὰ τὸ παίρνω καὶ νὰ τὸ πουλῶ».

Saturday, 16 March 2013

Νιώθω ΠΟΛΥ ένοχος

Χτες διάβασα την είδηση  για τον νηστικό μαθητή που κατέρρευσε στον δρόμο.
Μετά το πρώτο σοκ στεναχωρήθηκα. Και προβληματίστηκα...
. 
Νιώθω ένοχος! Πολύ ένοχος! Πέρα απ' τις ευθύνες τις πολιτικές (που θα σπεύσουν οι πιο πολλοί να απονείμουν -δε θέλω να υπεισέλθω σε τέτοια χωράφια μ' αυτή την ανάρτηση) έχω κι εγώ ευθύνη. Και μάλιστα πολύ μεγάλη. Ίσως όχι για τον συγκεκριμένο φτωχό μαθητή, μα για όσους συνανθρώπους μου συναντώ καθημερινά στο δρόμο.

Γιατί; Γιατί έχουμε γίνει τόσο σκληρόκαρδοι; Ο άγιος Ιωάννης ο Ελεήμονας δε κοιμόταν -λέει- αν ήξερε ότι κάπου στην πόλη του κάποιος άνθρωπος πεινούσε ή κρύωνε τη νύχτα. Πήγαινε και του προσέφερε βοήθεια.

Γιατί; Γιατί δε δραστηριοποιούμαι θετικά; Τι περιμένω; Γιατί κρύβομαι στη δική μου (προσωρινή) επάρκεια; Κάποτε θα 'ρθει κι η δική μου η σειρά... Πόσο όμορφα τα 'λεγε ο Μπέρτολτ Μπρεχτ...

Ξεκίνα, Σεβάχ, να κάνεις έργα και σταμάτα τα λόγια. Με τις θεωρείες κανείς δε χορταίνει. Θυμάμαι κάποτε ένας άξιος δεσπότης που τώρα κάνει ιεραποστολή στην Αφρική είχε πει: «Ίσως στην άλλη ζωή ο Κύριος δε θα μας ρωτήσει πόσες νηστείες ή πόσες μετάνοιες κάναμε. Ίσως απλά μας ρωτήσει πόσες φορές δώσαμε λίγο νερό ή λίγο φαγητό στον διψασμένο ή στον πεινασμένο αδερφό μας. Ή πόσες φορές επισκεφτήκαμε τον άρρωστο ή τον φυλακισμένο...»

Η πίστη μας είναι θετική πράξη. Είναι έργα και όχι μόνο λόγια. Γι' αυτό τώρα ντρέπομαι. Γι' αυτό και νιώθω ένοχος για το παιδάκι που λιποθύμησε. Κάνε το καλό, Σεβάχ, και μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου. Και μην ξεχνάς, Σεβάχ: μπορεί να 'κανες μια φορά το καλό μα αυτό δε σε απαλλάσσει. Η πίστη μας, άλλωστε, δεν είναι εμπορική συναλλαγή. Είναι ύψιστη έκφραση αγάπης.

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki