Showing posts with label Παραμύθια για παιδιά. Show all posts
Showing posts with label Παραμύθια για παιδιά. Show all posts

Thursday, 3 March 2022

H Λίμνη των Κύκνων — Το παραμύθι των παραμυθιών (παιδική ταινία 1981)

Η ιστορία ξεκινάει με τον εορτασμό των γενεθλίων του πρίγκιπα Siegfried, ο οποίος διακόπτεται από τη μητέρα του, τη βασίλισσα. Ανήσυχη για τον ανέμελο τρόπο ζωής του γιου της, του ανακοινώνει πως στον βασιλικό χορό –που θα γινόταν την επόμενη μέρα- έπρεπε να διαλέξει τη νύφη του. 
Ο Siegfried αγανακτεί, καθώς ήθελε να παντρευτεί από αγάπη, αλλά έπρεπε να ακολουθήσει το καθήκον. 
Το σούρουπο, ο φίλος του Benno βλέπει ένα σμήνος κύκνων να πετάει προς τη λίμνη, και μαζί με τον πρίγκιπα και άλλους ακολούθους του παίρνουν τα τόξα με σκοπό να τους κυνηγήσουν, ώστε να φτιάξει η διάθεση του Siegfried. 
Κατά τη διάρκεια του κυνηγιού, ο ίδιος αποκόπτεται από την παρέα του. Ξαφνικά μπροστά του, στις όχθες της λίμνης, προσγειώνεται το σμήνος και αμέσως στοχεύει με το τόξο του στο μέρος τους.
Όμως παγώνει, όταν ένας από τους κύκνους μεταμορφώνεται σε μια πανέμορφη δεσποσύνη, την Odette
Αρχικά εκείνη τρομοκρατείται από την παρουσία του, όταν όμως τη διαβεβαιώνει πως δεν θα τη βλάψει, του αφηγείται την ιστορία της. 
Η βασίλισσα των κύκνων και οι φίλες της ήταν θύματα ενός φρικτού ξορκιού που άσκησε πάνω τους ο κακός μάγος Von Rothbart
Τη μέρα ζούσαν σαν κύκνοι και το βράδυ, στη μαγεμένη λίμνη που δημιουργήθηκε από τα δάκρυα της μητέρας της Odette, έπαιρναν ξανά την ανθρώπινη μορφή τους μέχρι το χάραμα. Το ξόρκι μπορούσε να σπάσει μόνο αν κάποιος, που δεν είχε αγαπήσει ποτέ πριν, ορκιζόταν πως αγαπάει την Odette για πάντα.
Τότε εμφανίζεται ο Rothbart και ο Siegfried απειλεί να τον σκοτώσει, αλλά η Odette επεμβαίνει και τον σταματά. Αν ο μάγος πέθαινε πριν το ξόρκι σπάσει, τα μάγια δεν θα λύνονταν ποτέ. 
Μετά την αποχώρηση του μάγου, ο πρίγκιπας σπάει το τόξο του, επιχειρώντας να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Odette. 
Οι δυο τους ερωτεύονται, και δεν αποχωρίζονται μέχρι την αυγή, όταν τα μάγια τραβούν και πάλι τις κοπέλες πίσω στη λίμνη και στην κύκνεια μορφή τους.
Το επόμενο βράδυ, στον βασιλικό χορό, ο Siegfried πρέπει να διαλέξει μία από έξι υποψήφιες νύφες, όταν εμφανίζεται μεταμφιεσμένος ο μάγος Rothbart, συνοδευόμενος από την κόρη του, Odil, η οποία με μαγεία έχει πάρει την όψη της Odette. 

Ο παραπλανημένος πρίγκιπας, ευτυχισμένος που η αγαπημένη του ήταν κοντά του, δεν είχε μάτια για άλλη και όλο το βράδυ χόρευε μόνο μ’ εκείνη. Στο τέλος της βραδιάς, ανακοινώνει στους παρευρισκόμενους την απόφαση του να παντρευτεί τη γυναίκα που στεκόταν στο πλάι του. Η Odette στο μεταξύ είχε επισκεφτεί σαν οπτασία τον χορό, προσπαθώντας να προειδοποιήσει τον Siegfried, ανήμπορη όμως να αλλάξει κάτι. Ο μάγος Rothbart δείχνει στον πρίγκιπα την οπτασία της αληθινής του αγαπημένης, κι εκείνος συνειδητοποιεί το σφάλμα του. Συντετριμμένος, οδεύει βιαστικά πίσω στη λίμνη.
Εκεί η Odette θρηνεί απελπισμένη για την προδοσία του Siegfried. Παρά τις προσπάθειες των συντρόφων της να την παρηγορήσουν, είναι αποφασισμένη να πεθάνει. Τότε όμως ο Siegfried φτάνει στη λίμνη και τη βρίσκει. Γεμάτος πάθος της ζητά συγχώρεση, την οποία λαμβάνει και το ζευγάρι ανανεώνει τους όρκους αγάπης που είχε δώσει.
Την επανασύνδεση τους διακόπτει ο μάγος Rothbart, που απαιτεί από τον Siegfried να πραγματοποιήσει την υπόσχεση του και να παντρευτεί την κόρη του, Odil –κάτι που θα οδηγήσει στην παντοτινή μεταμόρφωση της Odette σε κύκνο. 
Ο πρίγκιπας αποφασίζει να πεθάνει με την Odette και οι πέφτουν μαζί στη λίμνη. Αυτή η πράξη αληθινής αγάπης εκ μέρους τους σπάει τα μάγια του Rothbart, ο οποίος χάνει τις δυνάμεις του και πεθαίνει. 
Οι απομαγεμένες κοπέλες παρακολουθούν την ανάληψη του Siegfried και της Odette, παντοτινά ενωμένων πια, στους ουρανούς.
περισσότερα εδώ
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Sunday, 29 December 2019

Ο Ρούντολφ, το Ελαφάκι με την Κόκκινη- Φωτεινή μυτούλα - Rudolph The Red Nosed Reindeer

Ο Ρούντολφ με την κόκκινη μύτη είναι το πιο αγαπημένο και διάσημο ελαφάκι (για την ακρίβεια, τάρανδος) από τους 9 συνολικά, του Άγιου Βασίλη. 
Το ομώνυμο τραγούδι είναι το πιο διάσημο των Χριστουγέννων, ενώ έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχει τραγουδηθεί από τους πάντες. 
Έχετε αναρωτηθεί, όμως, ποια είναι η ιστορία του Ρούντολφ; 
Ας ταξιδέψουμε στο μακρινό Σικάγο, του 1939, όπου μέσα από μία τραγική οικογενειακή ιστορία, «γεννήθηκε» το ελαφάκι με την κόκκινη μύτη!

Μία αλυσίδα καταστημάτων, Montgomery Ward αντιμετώπιζε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα. 
Έτσι, σκέφτηκαν να αναθέσουν σε έναν κειμενογράφο, τον Robert Lewis May τη συγγραφή ενός βιβλίου για να το προσφέρουν ως δώρο τα Χριστούγεννα, στα παιδιά. 
Εκείνος δέχθηκε, καθώς την ίδια χρονική περίοδο η σύζυγός του έπασχε από μία σοβαρή ασθένεια, και τα έξοδα νοσηλείας ήταν δυσβάσταχτα. 
Ωστόσο, η υγείας της επιδεινωνόταν και για τον May, ήταν δύσκολο να προχωρήσει στη συγγραφή. 
Όταν, η σύζυγός του έχασε τη μάχη με την ασθένεια, εκείνος τα παράτησε για να είναι δίπλα στην κόρη του.
Και, όπως λέει η ιστορία, αν δεν ήταν τότε η 4χρονη Barbara να παρακινήσει το μπαμπά της, να του δώσει τη «σπίθα» που χρειαζόταν, ενδεχομένως να μην είχαμε γνωρίσει τον Ρούντολφ. 

Ο May μαζί με την κόρη του κάθισαν να γράψουν την ιστορία, η οποία είναι εμπνευσμένη από τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα. 
Όταν ήταν παιδί, ήταν μικροκαμωμένος και τον κορόιδευαν. Και αυτή του τη διαφορετικότητα θέλησε να την περάσει μέσα από την ιστορία του, στέλνοντας το μήνυμα ότι όλοι είμαστε διαφορετικοί, αλλά ίσοι.
Έτσι, έδωσε στον Ρούντολφ τη διάσημη κόκκινη παχουλή μύτη, που στην αρχή γνώρισε λογοκρισία, επειδή η κόκκινη μύτη ήταν συνδεδεμένη με τους μέθυσους. 
Τελικά, πέρασε του συγγραφέα και όλα πήραν το δρόμο τους. 
Ο Ρούντολφ το 1949 μελοποιήθηκε και σήμερα, είναι το δημοφιλέστερο τραγούδι των Χριστουγέννων.

Τώρα, αν η ιστορία είναι όντως αληθινή ή ένας από τους γνωστούς αστικούς μύθους, που κυκλοφορούν, ένα είναι το σίγουρο: το ελαφάκι με την κόκκινη μύτη είναι το αγαπημένο όλων μας!

mothersblog
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 18 March 2019

«Το Μυστικό της Σοφίτας» - Ένα υπέροχο παραμύθι!

Το σπίτι με την κόκκινη κεραμιδένια στέγη ξεχώριζε σαν στολίδι ανάμεσα στα άλλα πιο ψηλά σπίτια, με την όμορφη γεμάτη λουλούδια αυλή του. Όταν ερχόταν η άνοιξη, το πρώτο πράγμα που έκανε, ήταν να αγγίξει με τ’ ακροδάχτυλά της την κερασιά που βρισκόταν στην αυλή του. Και εκείνη, να πλημμυρίζει τα κλαδιά της με τα πιο όμορφα ροζ λουλούδια της.
Ήταν το ωραιότερο σπίτι στην περιοχή εκείνη και το μοναδικό που είχε σοφίτα κάτω από τα κόκκινα κεραμίδια του. Αυτή η σοφίτα, όμως, ήταν για την Αλεξάνδρα ένα απαγορευμένο μέρος. Η μητέρα της πάντα της έλεγε να μην ανεβαίνει εκεί επάνω, γιατί μπορεί να χτυπήσει στα σκοτεινά και εκτός αυτού, υπήρχαν πράγματα παλιά, που δεν την ενδιέφεραν.

Έλα, όμως, που η Αλεξάνδρα ήταν πολύ περίεργη, όπως άλλωστε και τα περισσότερα παιδιά του κόσμου και η κλειστή πόρτα της την τραβούσε σαν μαγνήτης. Οι ερωτήσεις, η μια μετά την άλλη, έτρεχαν στο μυαλό της:

«Γιατί η πόρτα της σοφίτας ήταν πάντα κλειστή;»

«Γιατί η μητέρα της δεν την άφηνε να ανέβει;»

«Μήπως είχε κανέναν κρυμμένο θησαυρό;»

Υποσχέθηκε στον εαυτό της, πως κάποια μέρα θα ανακάλυπτε το μυστικό της σοφίτας. Και η μέρα αυτή δεν άργησε να έρθει... Η μέρα που θα έμενε αξέχαστη στην Αλεξάνδρα. Ήταν τότε, που όλοι έλειπαν από το σπίτι και δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Χωρίς να χάσει καθόλου καιρό, ανέβηκε τα σκαλιά που οδηγούσαν στη σοφίτα...

Με την καρδιά της να χτυπά δυνατά, έσπρωξε την πόρτα που άνοιξε τρίζοντας παραπονεμένα. Για μια στιγμή, δίστασε... Έκανε να γυρίσει πίσω... Η περιέργειά της, όμως, ήταν τόση, που την έσπρωξε στο εσωτερικό της. Το μισοσκόταδο την αγκάλιασε ολόκληρη. Στην αρχή φοβήθηκε. Μόλις, όμως, τα μάτια της συνήθισαν το σκοτάδι, άρχισαν να κοιτάζουν τριγύρω...

«Ίσως κάπου εδώ να κρύβεται ο θησαυρός», συλλογίστηκε.

Άρχισε να ψάχνει μέσα στα σκονισμένα πράγματα. Την προσοχή της τράβηξε μια ξύλινη παλιά κασέλα, που βρισκόταν σε μια γωνιά... Πλησίασε και άρχισε να την περιεργάζεται προσεχτικά... Ήταν μαυρισμένη και σκονισμένη από την πολυκαιρία και τα σκαλιστά στριφογυριστά της στολίδια, δύσκολα ξεχώριζαν στο μισοσκόταδο.
Ένα παχύ στρώμα σκόνης είχε καθίσει για τα καλά επάνω της και τη σκέπαζε σαν πέπλο. Άπλωσε το χέρι της και τίναξε την σκόνη που σηκώθηκε σαν σύννεφο. Ήταν σίγουρη τώρα, ότι εκεί μέσα κρυβόταν κάποιος θησαυρός. Ίσως να έβρισκε μαργαριτάρια φερμένα από εξωτικά νησιά. Διαμάντια και ρουμπίνια, κοσμήματα στολισμένα με πολύτιμες πέτρες. Χρυσές λίρες που είχαν κρύψει εκεί οι πειρατές...

Σήκωσε το καπάκι αργά, περιμένοντας να αντικρίσει όλα αυτά που πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό της. Αυτό που έβλεπε δεν το πίστευε... Η ξύλινη κασέλα, ήταν γεμάτη με παλιά ρούχα, τακτοποιημένα όμορφα, στη σειρά...

Έκατσε στο πάτωμα απογοητευμένη. Ώστε αυτός ήταν ο θησαυρός που νόμιζε ότι θα έβρισκε;
«Τι κρίμα!», μουρμούρισε κι έκανε να ξανακλείσει την παλιά κασέλα. Το ξανασκέφτηκε, όμως... Αν κάτω από τα παλιά ρούχα βρισκόταν αυτό που γύρευε; Αλήθεια, τι έψαχνε να βρει, ούτε και εκείνη ήξερε τώρα...
Άρχισε να ανασκαλεύει τα ρούχα, να τα βγάζει και να τα ακουμπά στο πάτωμα. Όλα ήταν φορεμένα με ξεθωριασμένα χρώματα. Εκεί ήταν το πρώτο πλεχτό ζακετάκι της, εκεί και το ροζ φορεματάκι της με το μεγάλο λευκό φιόγκο, που το πέρασμα του χρόνου είχε αφήσει τη χλωμάδα του φεγγαριού. Όλα τα αγαπημένα της, παλιά ήταν εκεί φυλαγμένα με προσοχή!

Θα είχε αδειάσει, σχεδόν, την κασέλα, όταν τα δάχτυλά της άγγιξαν ένα ύφασμα αλλιώτικο απ’ τα άλλα... Το τράβηξε έξω και το ξεδίπλωσε. Ένα μεταξένιο κεντίδι άπλωσε στα πόδια της Αλεξάνδρας, όλου του κόσμου τα πλουμιστά λουλούδια, μαγικά πουλιά ,χρυσοκέντητους στραυραετούς και ξωτικά. Γαλάζιες θάλασσες και καράβια ταξιδιάρικα, ήλιους, φεγγάρια κι αστέρια ασημοκεντημένα. Μαγεύτηκε από τα χρώματα και την ομορφιά του η Αλεξάνδρα...

Ήταν βέβαιη ότι κάπου το είχε ξαναδεί... Ξάφνου, θυμήθηκε! Ήταν η γιαγιά της εκείνη που το κέντησε! Ήταν μικρούλα, όμως... Τη θυμόταν να το κρατά στα χέρια της και να περνά στη βελόνα της πότε κόκκινες, πότε γαλάζιες και πότε ασημένιες και χρυσές κλωστές και εκείνες να γίνονται επάνω στο μεταξωτό πανί, ουρανός και θάλασσα, λουλούδια και νεράιδες...
Όποιος το έβλεπε δεν πίστευε, σίγουρα, ότι φτιάχτηκε από χέρια ανθρώπου. Τόσο όμορφο ήταν!
Την προσοχή της τράβηξε μια μικρή ηλιαχτίδα, που τρύπωσε κρυφά από μια χαραμάδα του κλειστού παραθύρου και θέλησε να παίξει με την κεντημένη γοργόνα.

Το κορμί της, μισό ανθρώπινο και μισό σκεπασμένο με ασημένια λέπια, γυάλιζε κάτω από το χλωμό φως της παιχνιδιάρας ηλιαχτίδας. Τα μαλλιά της, χρυσές ξανθές μπούκλες κυμάτιζαν σαν αληθινά στην πλάτη της και στο κεφάλι της φορούσε το ωραιότερο στεφάνι που είχε δει ποτέ της η Αλεξάνδρα. Ήταν φτιαγμένο από κατακόκκινα κοράλλια και πολύχρωμα κοχύλια, από μακρινούς θαλασσόκηπους.
Εκείνο, όμως, που της έκανε περισσότερη εντύπωση, ήταν τα μάτια της! Γαλάζια, σαν την θάλασσα, την κοιτούσαν κατάματα, σαν να της έλεγαν:
«Δώσε μου το χέρι σου να σε ταξιδέψω εκεί που κανείς δεν ταξίδεψε ποτέ!»
Kαι η Αλεξάνδρα άπλωσε το χέρι της... Ένιωσε να γίνεται ελαφριά σαν πούπουλο και η γοργόνα την πήρε μαζί της. Για πότε βρέθηκαν στην αγκαλιά της θάλασσας! Εκεί που χιλιάδες πολύχρωμα ψάρια κολυμπούσαν γύρω τους, σχηματίζοντας χορευτικές φιγούρες!

Μπροστά τους τώρα απλώνονταν ένα θαλασσινό λιβάδι, γεμάτο κοράλλια, που τα χρώματά τους ήταν σαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου! Η μικρή γοργόνα ήξερε απ’ έξω και ανακατωτά όλες τις σπηλιές, εκεί που ζούσαν οι νεράιδες της θάλασσας. Εκείνες είχαν αναλάβει να ταΐζουν τα ορφανά ψαράκια, που οι γονείς τους είχαν πιαστεί στα δίχτυα των ψαράδων...

Ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο όμορφος ήταν ο μαγικός κόσμος της μικρής γοργόνας!

Για μια στιγμή την ένιωσε να γίνεται ανήσυχη.

«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε.

«Έλα γρήγορα» της απάντησε η μικρή γοργόνα, τραβώντας την από το χέρι, ανεβαίνοντας στην επιφάνεια της θάλασσας.
Όταν έφτασαν επάνω, άγρια θεόρατα κύματα έπαιζαν με ένα καράβι, σαν να να ήταν καρυδότσουφλο. Πότε το κατέβαζαν σε νερένιους γκρεμούς και πότε το ανέβαζαν σε αφρισμένα βουνά.
Σίγουρα θα βούλιαζε μαζί με τους ναύτες του, αν η μικρή γοργόνα δεν πρόσταζε τον άνεμο να κοπάσει την δύναμή του. Εκείνος, υπακούοντας στις προσταγές της, χαμήλωσε την ανάσα του, ώσπου έγινε μια θαλασσινή αύρα... Η γαλήνη ξαναγύρισε στα κύματα και το μικρό καράβι μπόρεσε να συνεχίσει το ταξίδι του, αφήνοντας πίσω του μια γραμμή από αφρό...

Καθώς απομακρυνόταν, στο βάθος του ορίζοντα η Αλεξάνδρα διέκρινε στην πλώρη του τη μικρή γοργόνα, να στέκεται ακίνητη και να κοιτά τη θάλασσα...

«Στάσου, μη φεύγεις!» της φώναξε, μα εκείνη δεν φάνηκε να την ακούει...
«Αλεξάνδρα, πού είσαι;» άκουσε τη μητέρα της να τη φωνάζει. Τινάχτηκε ξαφνιασμένη. Στην αγκαλιά της κρατούσε ακόμα το μεταξωτό κεντίδι της γιαγιάς της...
«Τι κρίμα!» σκέφτηκε. «Ξέχασα να ρωτήσω, πώς λέγανε τη μικρή γοργόνα».
«Να ήταν, άραγε, η αδελφή του Μέγα Αλέξανδρου;»
------------------------
Τα «ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ» έχουν τη χαρά να φιλοξενούν ένα υπέροχο παραμύθι, πλούσιο σε εικόνες και μηνύματα. Το έγραψε και μας το έστειλε η ταλαντούχα Ρούλα Σμαραγδάκη (Σμαραγδένια), αγαπημένη φίλη του ιστολογίου. 
Είναι ένα όμορφο δώρο για τους μικρούς φίλους που μας παρακολουθούν, αλλά και για τους μεγάλους, γιατί μ’ έναν ξεχωριστό, νοσταλγικό τρόπο, τους βοηθά να απελευθερώσουν τη φαντασία τους και να ξαναγίνουν για λίγο παιδιά! Την ευχαριστώ πολύ για τη συνεργασία της μαζί μου κι εύχομαι να συνεχίσει το συγγραφικό της έργο (ποιήματα και παραμύθια), με την ίδια αγάπη και τρυφερότητα για τα παιδιά!

Αντώνης Κρασάκης
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 14 March 2019

Μια φορά κι έναν καιρό...

Mια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια… πριγκίπισσα; Όχι. Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μια βιβλιοθήκη. Ήταν κι ένα κορίτσι, που το έλεγαν Λουίζα και πήγε πρώτη του φορά στη βιβλιοθήκη. Περπατούσε αργά, σέρνοντας μια τεράστια σάκα με ρόδες. Κοίταζε παντού τριγύρω με κατάπληξη: Ράφια κι άλλα ράφια, γεμάτα με βιβλία… τραπέζια, καρέκλες, χρωματιστά μαξιλάρια, ζωγραφιές στους τοίχους και αφίσες.
«Έφερα μια φωτογραφία μου» είπε ντροπαλά στον βιβλιοθηκάριο.

«Θαυμάσια, Λουίζα! Θα ετοιμάσω την κάρτα σου για τη βιβλιοθήκη. Στο μεταξύ, διάλεξε κάποιο βιβλίο. Μπορείς να διαλέξεις ένα και να το πάρεις στο σπίτι σου, εντάξει;»

«Ένα μόνο;» ρώτησε η Λουίζα απογοητευμένη.

Χτύπησε το τηλέφωνο εκείνη τη στιγμή κι ο βιβλιοθηκάριος άφησε το κορίτσι μοναχό του να κάνει αυτή τη δύσκολη δουλειά: να διαλέξει μόνο ένα από τη θάλασσα εκείνη των βιβλίων στα ράφια. Η Λουίζα έσερνε τη σάκα της τριγύρω κι έψαχνε, έψαχνε, ώσπου βρήκε την αγαπημένη της «Χιονάτη». Το αντίτυπο εκείνο είχε σκληρό εξώφυλλο και πανέμορφες εικόνες. Με το βιβλίο στο χέρι, έσυρε ξανά τη σάκα και, καθώς έκανε να φύγει, κάποιος τη χτύπησε ελαφρά στον ώμο. Παρά λίγο να πέσει κάτω η Λουίζα από την έκπληξη! Δεν ήταν άλλος, παρά ο Παπουτσωμένος Γάτος με το βιβλίο του στα χέρια ή, μάλλον, στα μπροστινά του ποδαράκια!

«Τι κάνεις; Πώς είσαι;» τη ρώτησε όλο ευγένεια. «Αυτές τις ιστορίες με τις πριγκίπισσες δεν τις έχεις μάθει όλες πια, Λουίζα; Γιατί δεν παίρνεις το βιβλίο μου, τον “Παπουτσωμένο Γάτο”, που είναι πιο αστείο;»

Κατάπληκτη η Λουίζα, με τα μάτια γουρλωμένα, δεν ήξερε τι να πει.

«Τι συμβαίνει; Σου έφαγε τη γλώσσα η γάτα;» αστειεύτηκε αυτός.
«Είσαι στ’ αλήθεια ο Παπουτσωμένος Γάτος;»

«Εγώ είμαι! Ολοζώντανος! Πάρε με, λοιπόν, στο σπίτι σου και θα τα μάθεις όλα για την ιστορία μου με τον Μαρκήσιο του Καραμπά.

Το κορίτσι, σαστισμένο ακόμα, συμφώνησε, γνέφοντας ναι με το κεφάλι.

Ο Παπουτσωμένος Γάτος, μ’ ένα σάλτο μαγικό, ξαναμπήκε στο βιβλίο και μόλις η Λουίζα έκανε να φύγει, κάποιος την ξαναχτύπησε ελαφρά στον ώμο. Ήταν εκείνη! «Άσπρη σαν το χιόνι, μάγουλα σαν τριαντάφυλλα και μαλλιά μαύρα σαν τον έβενο». Ξέρετε ποια ήταν;

«Η Χιονάτη!» φώναξε η Λουίζα έκθαμβη!

«Λουΐζα, πάρε με κι εμένα! Αυτό το αντίτυπο είναι πιστή αναδιήγηση της ιστορίας, που έγραψαν οι αδελφοί Γκριμ!» της είπε, δείχνοντας το βιβλίο της.

Έτοιμη ήταν η Λουίζα ν’ αλλάξει πάλι το βιβλίο, μα ο Παπουτσωμένος Γάτος εκνευρίστηκε:

«Χιονάτη, η Λουίζα έχει αποφασίσει! Γύρνα στους έξι νάνους σου!»
«Οι νάνοι μου είναι εφτά και η Λουίζα δεν έχει αποφασίσει ακόμα τίποτα!» φώναξε η Χιονάτη, κόκκινη από θυμό.

Γύρισαν τότε και οι δύο στο κορίτσι να δουν τι θ’ απαντήσει.

«Δεν ξέρω ποιο να πάρω. Θέλω να τα πάρω όλα…»

Ξάφνου τότε, συνέβη κάτι αναπάντεχο κι ολότελα παράξενο: Όλοι οι ήρωες άρχισαν να βγαίνουν από τα βιβλία τους. Η Σταχτοπούτα, η Κοκκινοσκουφίτσα, η Ωραία Κοιμωμένη, η Ραπουνζέλ… Μια παρέα από πραγματικές πριγκίπισσες…

«Πάρε με μαζί σου, Λουίζα!» την παρακαλούσε κάθε μια τους
«Χρειάζομαι μόνο ένα κρεβάτι, για να κοιμηθώ λιγάκι» χασμουρήθηκε η Ωραία Κοιμωμένη.

«Μόνο εκατό χρονάκια!» την κορόιδεψε ο Παπουτσωμένος Γάτος.

Η Σταχτοπούτα άρχισε να λέει «θα σου καθαρίσω και το σπίτι εγώ, μόνο που το βράδυ έχω να πάω σε χορό στο παλάτι του…»

«Του πρίγκιπα!» έβαλαν τα γέλια όλοι.

«Στο καλάθι μου, έχω μία πίτα και κρασί. Θέλει κανένας λίγο;» τους πρόσφερε η Κοκκινοσκουφίτσα.

Εμφανίστηκαν τότε κι άλλοι ήρωες παραμυθιών: Το Ασχημόπαπο, το Κοριτσάκι με τα σπίρτα, ο Μολυβένιος Στρατιώτης και η Μπαλαρίνα…

«Μπορούμε να έρθουμε μαζί σου; Είμαστε όλοι ήρωες του Άντερσεν» της είπε το Ασχημόπαπο, που δεν ήταν στ’ αλήθεια τόσο άσχημο.

«Είναι ζεστό το σπίτι σου;» ρώτησε το Κοριτσάκι με τα σπίρτα.
«Αχ, αν έχει τζάκι, καλύτερα να μείνουμε κοντά της…» μουρμούρισαν ο Μολυβένιος Στρατιώτης και η Μπαλαρίνα.

Φάνηκε τότε ξαφνικά μπροστά τους ένας άγριος λύκος, δείχνοντας τα φοβερά του δόντια! «Ο μεγάλος κακός λύκος»!!!

«Τι μεγάλο στόμα που έχεις, Λύκε!» θαύμασε από συνήθεια η Κοκκινοσκουφίτσα.

«Θα σας προστατέψω εγώ!» είπε με γενναιότητα ο Μολυβένιος Στρατιώτης.

Την ίδια στιγμή, άνοιξε ο μεγάλος κακός λύκος το τεράστιο στόμα του και… Τους έφαγε όλους; Όχι. Απλά, χασμουρήθηκε κουρασμένος και είπε ήρεμα:

«Ησυχάστε όλοι! Μια ιδέα ήθελα μόνο να σας πω. Η Λουίζα μπορεί να πάρει το βιβλίο που θέλει, τη “Χιονάτη” κι εμείς να μπούμε μες στη σάκα της, που μας χωράει όλους.

Την ιδέα του τη βρήκαν όλοι εξαιρετική!

«Μπορούμε, Λουίζα;» ρώτησε το Κοριτσάκι με τα σπίρτα, που έτρεμε από το κρύο.

«Βέβαια!» είπε εκείνη κι άνοιξε τη σάκα της.

Οι ήρωες των παραμυθιών μπήκαν στη γραμμή κι ετοιμάστηκαν.
«Πρώτα οι πριγκίπισσες!» πρόσταξε η Σταχτοπούτα.

Την τελευταία στιγμή, εμφανίστηκαν κι ένα σωρό ήρωες από βιβλία βραζιλιάνικα. Και μπήκαν μέσα όλοι.

Η σάκα με τις ρόδες ήταν τώρα πιο βαριά από ποτέ. Ήταν τόσο βαρείς οι ήρωες! Η Λουίζα πήρε το βιβλίο, τη “Χιονάτη” κι ο βιβλιοθηκονόμος το έγραψε στην κάρτα της.

Λίγο αργότερα, το κορίτσι έφτασε στο σπίτι του ευχαριστημένο και η μητέρα του ρώτησε από μέσα:

«Γύρισες, χρυσό μου;»

«Γυρίσαμε!».

LUCIANA SANDRONI (ΙΒΒΥ ΒΡΑΖΙΛΙΑΣ 2016/ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΑΙΔΙΚΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΛΟΤΗ ΠΕΤΡΟΒΙΤΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ TA: ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Sunday, 18 September 2016

«Το Παιδί και το Αηδόνι» - Για τον Μανόλη, που είχε φίλο ένα αηδόνι και που δεν ήθελε να πάει σχολείο

Για ένα παιδί που το έλεγαν Μανόλη, που είχε φίλο ένα αηδόνι και που δεν ήθελε να πάει σχολείο, παρά τις συμβουλές του φίλου του,
Καλοί μου φίλoι, καλό Σαββατοκύριακο!
Για ένα παιδί που το έλεγαν Μανόλη, που είχε φίλο ένα αηδόνι και που δεν ήθελε να πάει σχολείο, παρά τις συμβουλές του φίλου του, κάνουν λόγο τα παιδιά της Β2 τάξης του Δημ. Σχολείου “Χρυσόστομος Σμύρνης” του Λεοντείου Λυκείου Αθηνών, σ’ ένα υπέροχο παραμύθι που έγραψαν και εικονογράφησαν, έχοντας εμψυχώτρια τη δασκάλα τους Αναστασία Ρήγα.

Για ένα αηδόνι που το φυλάκισε το παιδί σ’ ένα κλουβί κι αυτό σταμάτησε να κελαηδάει… Και με αφορμή την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς η δημοσίευση στον σημερινό Παιδότοπο του β’ μέρους του παραμυθιού με τις σχετικές ζωγραφιές, απ’ το ιδιαίτερα επιμελημένο χειρόγραφο, βιβλιαράκι (σε φωτοτυπία) που έφτασε στα χέρια μου μέσω του γνωστού φίλου, καλού δασκάλου Μύρωνα Παναγιωτάκη. 

Και σαν επιβράβευση της συνεργασίας που αναπτύσσεται μεταξύ των δασκάλων, με ανταλλαγές των εργασιών που κάνουν στις τάξεις των…
Ταξιδιάρικα πουλιά τελικά οι εργασίες των παιδιών!


Ένα πρωί πήγε στην αποθήκη να πάρει ξερά χόρτα για να ταΐσει τα ζώα. Πάνω στη βιασύνη του δεν πρόσεξε καλά και κλείστηκε μέσα.
Όσο κι αν φώναζε, κανένας δεν μπορούσε να τον ακούσει, γιατί οι γονείς του ήταν στις δουλειές τους και τα αδέρφια του στο σχολείο.

Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πώς ένιωθε το αηδόνι και μετάνιωσε γι’ αυτό που είχε κάνει στον καλύτερό του φίλο.Έπρεπε οπωσδήποτε να επανορθώσει…
Ο Μανώλης έμεινε στην αποθήκη μέχρι το απόγευμα που επέστρεψαν οι δικοί του και του άνοιξαν. Όσο κι αν ήταν πεινασμένος και διψασμένος έτρεξε στο δωμάτιό του και με δάκρυα στα μάτια ελευθέρωσε τον φίλο του και του ζήτησε συγγνώμη.

«Συγγνώμη, μικρέ μου φίλε! Πες μου τι μπορώ να κάνω για να με συγχωρέσεις;».«Θέλω να πας στο σχολείο. Αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις, όχι για μένα αλλά για σένα» 

είπε το αηδόνι και σκούπισε τρυφερά με τη φτερούγα του τα δάκρυα του Μανώλη.
Ο Μανώλης δεν το σκέφτηκε καθόλου. Κατάλαβε ότι το αηδόνι ήταν πραγματικός του φίλος και ήθελε μόνο το καλό του. Από την άλλη μέρα κιόλας ξεκίνησε να πηγαίνει στο σχολείο και ήταν πολύ χαρούμενος. Έκανε καινούργιους φίλους και έμαθε να διαβάζει, να γράφει και να λογαριάζει. Ήξερε πολύ καλά ότι όλα αυτά τα όφειλε στον φίλο του, το αηδόνι.
Όταν μεγάλωσε μάλιστα έγινε δάσκαλος και έλεγε την ιστορία του στους μαθητές του τονίζοντας τόσο την αξία της μόρφωσης, όσο και την αξία της πραγματικής φιλίας.

Σας χαιρετώ
με αγάπη όλους!
Βαγγέλης Θ. Κακατσάκηςδάσκαλος


Monday, 14 September 2015

Το Σχολείο άρχισε, τα Παραμύθια δεν πρέπει τελειώνουν

Στη σημασία των παραμυθιών ακόμα και την εποχή που αρχίζει το σχολείο εστιάζει η ηθοποιός και σκηνοθέτης θεάτρου Κάρμεν Ρουγγέρη .
«Αλλοίμονο στα παιδιά που μεγαλώνουν χωρίς παραμύθια»
λέει στο “protothema.gr “ η κ. Ρουγγέρη . Και συνεχίζει: “Οι γονείς πάντα μου λένε πόσο αρέσει στα παιδιά να ζούν με παραμύθια και να κοιμούνται με αυτά, γιατί παίρνουν στα όνειρά τους τις εικόνες και τις μελωδίες των παραμυθιών που έχουν δεί στο θέατρο.
Όσο τα παιδιά μεγαλώνουν και ιδιαίτερα στους δύσκολους καιρούς που ζούμε, τα παραμύθια συνεχίζουν να τα μαγεύουν και λειτουργούν σαν ένα τρυφερό βάλσαμο στην ψυχούλα τους.
Προσωπικά πιστεύω ότι το θέατρο που απευθύνεται στα παιδιά πρέπει να είναι ΠΗΓΗ ΓΝΩΣΗΣ – ΚΑΙ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ, δίνοντας τους μηνύματα που μπορούν να τα σημαδέψουν θετικά σε όλη τους τη ζωή. 
Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι όλοι μας λίγο πολύ γαλουχηθήκαμε με τα κλασσικά παραμύθια που μας διηγήθηκαν οι παππούδες, οι γιαγιάδες, η μαμά και ο μπαμπάς μας, σε κάποια αυλή τα βράδια τα καλοκαιρινά, η στο κρεβάτι μας πριν ο Μορφέας μας πάρει στην αγκαλιά του, κι ακόμα σε μικρά ανοικτά θεατράκια όπου ο Καραγκιόζης μας περνούσε τόσο αληθινά και όμορφα μηνύματα για την ζωή με τον μοναδικό του τρόπο, όπου ο Αίσωπος με τους μύθους του μας δίδασκε αρετή και γνώση, όπου που η Πηνελόπη Δέλτα και πόσοι ακόμα συγγραφείς Έλληνες και ξένοι μας μύησαν σε ιστορικούς θρύλους προσδιορίζοντας μέσα από τα παραμύθια, τον μελλοντικό μας χαρακτήρα, τις αξίες και τα θέλω μας”.
Η γνωστή ηθοποιός, η οποία θα ανεβάσει εφέτος την “Ιλιάδα” στο Ιδρυμα “Μιχάλης Κακογιάννης”” και τον “Κουρέα της Σεβίλλης” στο θέατρο “Κιβωτός”, επισημαίνει:
«Στο σχολείο η πρώτη επαφή με το βιβλίο και γενικά με την λογοτεχνία γίνεται μέσα από παραμύθια, όπου η μετάδοση γνώσεων σε συνδυασμό με την ψυχαγωγία και την δημιουργικότητα, αλληλεπιδρούν και δημιουργούν στο παιδί ένα ευχάριστο περιβάλλον. Πάντα σκέφτομαι πως αν δίναμε μορφή παραμυθιού στο μάθημα της ιστορίας ή της γεωγραφίας ή ακόμα και της γραμματικής, το μάθημα θα γινόταν πιο ευχάριστο, και τα παιδιά θα αγαπούσαν περισσότερο το σχολείο, κι έτσι : Σίγουρα θα ζούσαν όλα τα παιδιά καλά, και εμείς καλύτερα…….»

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki