Monday, 25 January 2016

Μια ανάρτηση για «τα χαμομηλάκια που μας μεγάλωσαν»
Το καλύτερο φάρμακο για τον εγκέφαλο και τη μακροζωία…

Το να έχει ο άνθρωπος ένα σταθερό σκοπό στη ζωή του, μπορεί να τον προστατεύσει καλύτερα από την άνοια και το Αλτσχάιμερ όσο περνάνε τα χρόνια, σύμφωνα με μία νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα, που δείχνει ότι οι ηλικιωμένοι πρέπει να μην έχουν απάθεια και κατάθλιψη, αλλά, αντίθετα, να αισθάνονται ότι ζουν για κάποιο σκοπό.
Οι ερευνητές, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο ψυχιατρικό περιοδικό «Archives of General Psychiatry» του Αμερικανικού Ιατρικού Συλλόγου, διαπίστωσαν ότι, για κάποιο λόγο, 
όσοι άνθρωποι αισθάνονται περισσότερο από τους άλλους ότι έχουν ένα σκοπό στη ζωή τους, είναι αυτοί που, ακόμα κι αν έχουν στον εγκέφαλό τους τα φυσικά σημάδια της άνοιας και του Αλτσχάιμερ, τα καταφέρνουν καλύτερα να μην επηρεάζονται αρνητικά από αυτά, όπως μετέδωσε το Αθηναϊκό Πρακτορείο.
............
η συνέχεια εδώ: Τα χαμομηλάκια που μας μεγάλωσαν!!!

Ο Πλούτος, η Ευτυχία και η Αγάπη
Μαθήματα ζωής για μας και τα παιδιά μας

Μια φορά και ένα καιρό μια γυναίκα φρόντιζε τον κήπο του σπιτιού της, όταν ξαφνικά βλέπει τρεις γέροντες, φορτωμένους με τις εμπειρίες της ζωής, να την πλησιάζουν στην είσοδο του σπιτιού. 
Παρ' όλο που δεν τους γνώριζε, τους είπε:

-Δεν σας γνωρίζω, όμως πρέπει να πεινάτε. Περάστε, αν θέλετε, να φάτε κάτι.
Αυτοί την ρωτάνε: - Ο άντρας σου είναι στο σπίτι;
- Όχι, δεν είναι εδώ, απάντησε εκείνη.
- Τότε δεν μπορούμε να έρθουμε, της λένε οι γέροντες.

Όταν επιστρέφει ο σύζυγος, η γυναίκα του περιγράφει το περιστατικό.
- Ας έρθουν τώρα που επέστρεψα!

Η γυναίκα βγαίνει έξω να προσκαλέσει ξανά τους γέροντες στο τραπέζι, μιας και ήταν ακόμη εκεί.
- Δεν μπορούμε να έρθουμε όλοι μαζί, της λένε οι τρεις γέροντες

Η γυναίκα, έκπληκτη, τους ρωτά γιατί !
Ο πρώτος, λοιπόν, από τους τρεις της εξηγεί ξεκινώντας να της συστήνεται:
Είμαι ο Πλούτος, της λέει.Της συστήνει, μετά, τον δεύτερο που είναι η Ευτυχία.Και, τέλος, τον τρίτο που είναι η Αγάπη.
Τώρα, της λένε, πήγαινε στον άντρα σου και διαλέξτε ποιος από τους τρεις μας θα έρθει να φάει μαζί σας.

Η γυναίκα επιστρέφει στο σπίτι και διηγείται στον άντρα της αυτά που της είπαν οι γέροντες.

Ο άντρας ενθουσιάζεται και λέει:
-Τι τυχεροί που είμαστε! Να έρθει ο Πλούτος! Έτσι θα έχουμε όλα όσα επιθυμούμε!
Η σύζυγός του όμως δε συμφωνούσε:
-Και γιατί να μην έχουμε τη χαρά της Ευτυχίας;
Η κόρη τους που άκουγε από μια γωνιά, τότε, τους λέει:
-Δε θα'ταν καλύτερα να καλούσαμε την Αγάπη; Το σπίτι μας θα είναι πάντα γεμάτο αγάπη!
-Ας ακούσουμε αυτό που λέει η κόρη μας, λέει ο σύζυγος στη γυναίκα του.
-Πήγαινε έξω και πες στην Αγάπη να περάσει στο σπιτικό μας.

Η γυναίκα βγαίνει έξω και ρωτά:

-Ποιος από εσάς είναι η Αγάπη; Ας έρθει να δειπνήσει μαζί μας.
Η Αγάπη τότε ξεκινά να προχωρά προς το σπίτι και οι δύο άλλοι να τον ακολουθούν!

Έκπληκτη η γυναίκα, ρωτά τον Πλούτο και την Ευτυχία:
-Εγώ κάλεσα μόνο την Αγάπη. Γιατί έρχεστε κι εσείς;

Και απαντούν κι οι τρεις γέροντες μαζί:

- Αν είχες καλέσει τον Πλούτο ή την Ευτυχία, οι άλλοι δύο θα έμεναν απέξω. Τώρα όμως που κάλεσες την Αγάπη, όπου πάει η Αγάπη, πάμε κι εμείς μαζί της!
_________
paidika.gr
http://antikleidi.com

Sunday, 24 January 2016

Η πιο νόστιμη πετρόσουπα του κόσμου!
Μαθήματα ζωής για μας και τα παιδιά μας

Πριν από πολλά χρόνια, υπήρχε ένας άνθρωπος, του οποίου του άρεσαν τα ταξίδια γιατί ήθελε να γνωρίζει συνεχώς νέο κόσμο να συνεργάζεται μαζί τους και να μαθαίνει ή να τους μαθαίνει νέα πράγματα και νέες συνήθειες...
Σε ένα από τα ταξίδια του έτυχε το εξής φοβερό. 

Περπατούσε για ώρες μέσα σε ένα σκοτεινό μονοπάτι, μέσα σε χιονοθύελλα, προσπαθώντας να φτάσει σε ένα χωριό όπου θα μπορούσε να περάσει αυτήν τη δύσκολη νύχτα. Με τα πολλά, φτάνει στο χωριό και άρχισε να ψάχνει την πλατεία του.
Περνώντας μέσα από τα σοκάκια του χωριού, έβλεπε πίσω από τις κουρτίνες φιγούρες ανθρώπων να τον κοιτούν, αλλά κανείς δεν τραβούσε τις κουρτίνες για να εμφανιστεί και να χαιρετήσει τον ταξιδιώτη... απλά οι πιο τολμηροί άνοιγαν τα παράθυρα, μόνο και μόνο για να κλείσουν επιδεικτικά τα παντζούρια. Γεμάτος απορίες αλλά όχι απογοήτευση ο φίλος μας, τελικά φτάνει στην πλατεία του χωριού και εκεί του έρχεται μία τρομερή ιδέα... αφού πεινούσε και κρύωνε έπρεπε να πείσει τους δύσπιστους χωρικούς για τις καλές προθέσεις του.
Μαζεύει λοιπόν ξύλα και ανάβει πρόχειρα μία φωτιά. Πάνω στη φωτιά ακουμπάει του τσουκάλι του, έχοντας τοποθετήσει μέσα μία μεγάλη χιονόμπαλα, για να λιώσει και να γίνει νερό... και μία μεγάλη... Πέτρα

Μία γριούλα που τον κρυφοκοιτούσε πίσω από τις κουρτίνες του σπιτιού της, δεν αντέχει και βγαίνει έξω για να δει από κοντά τι «μαγείρευε» ο ταξιδιώτης...

-Καλησπέρα...
-Καλησπέρα καλή μου κυρία... τι μπορώ να κάνω για σένα;
-Να, ήθελα να δω τι μαγειρεύεις...
-Ααα... μαγειρεύω μία ωραία πετρόσουπα....
-Και τι έχει μέσα αυτή η πετρόσουπα;
-Να... έχει, νερό... και μία πέτρα....αλλά εάν είχα και λίγο σέλινο .. θα γινόταν ακόμη πιο νόστιμη....
-Νομίζω έχω εγώ λίγο σέλινο στο σπίτι μου... θα πάω να φέρω...

Έτσι κι έγινε... η καλή γριούλα πήγε έφερε σέλινο το έκοψαν και το πετάξανε μέσα στη σούπα...
(το ίδιο έγινε και με τους άλλους χωρικούς του χωριού... ο ένας έφερε καρότα, ο άλλος κριθάρι, η άλλη κρέας, ο άλλος κρεμμύδια, πατάτες, λεμόνι, αλάτι, πιπέρι... κλπ).


Και έτσι έκατσαν όλοι μαζί στην πλατεία του χωριού και έφαγαν την πιο νόστιμη πετρόσουπα του κόσμου.
________

antikleidi

- Γιατί έρχεσαι στο σχολείο παιδί μου; -Για να παίξω!!
Η απαξίωση του σχολείου από τους μαθητές

Συνάδελφοι,
Ζητώ προκαταβολικά να μου συγχωρέσετε το θάρρος να εκφράσω με έναν τρόπο λίγο διαφορετικό ( έναν φανταστικό διάλογο) που όμως θα μπορούσε να είναι αληθινός - και νομίζω ότι εν τέλει είναι -, αφού έστω και σιωπηρά έχει ίσως διενεργηθεί στις τάξεις κάποιων (δεν ξέρω πόσων).
Ελπίζω να μην παρεξηγηθώ. Ιδού λοιπόν:
Η απαξίωση του σχολείου από τους μαθητές

- Γιάννη, γιατί έρχεσαι σχολείο παιδί μου;
-Ερχόμαστε για να παίξουμε.

-Έρχεστε για να μάθετε.
- Ωραία. Ας παίξουμε τότε.
- Μα πρέπει να μάθετε.
-Τότε θα παίξουμε μόνοι μας.
- Τότε θα τιμωρηθείτε
-Και τι σημαίνει αυτό;
- Θα αποβληθείτε από το μάθημα.
- Δεν πειράζει, θα παίξουμε την άλλη ώρα.
- Είστε θρασείς. Θα αποβληθείτε για 2 ημέρες.
- Δεν πειράζει. Θα παίξουμε την επόμενη.
- Μα γιατί έρχεστε στο σχολείο;
- Δεν είπαμε; Για να παίξουμε.

- Ναι αλλά, ο Κώστας έρχεται για να μάθει.
- Έρχεται για να δώσει εξετάσεις.
- Δεν διαφωνούμε. Αυτό προϋποθέτει ότι θα μάθει.
- Στην καλύτερη περίπτωση όσα του χρειάζονται για τις εξετάσεις.
- Δεν αρκεί αυτό;
- Βεβαίως, για να πετύχει στις εξετάσεις αρκεί. Αλλά εσείς είπατε ότι ερχόμαστε για να μάθουμε.


- Τι δεν καταλαβαίνεις; Για να περάσεις στις εξετάσεις πρέπει να μάθεις. Είναι απλό.
- Τι να μάθεις;
- Την ύλη.
- Ποια ύλη;
- Των εξετάσεων.
- Τίποτε άλλο;
- Αυτό είναι πολύ. Μάθε αυτό.
- Και τα υπόλοιπα;
- Ποια υπόλοιπα;
- Όσα δεν υπάρχουν στις εξετάσεις.
- Δεν σου φτάνουν όλα αυτά που πρέπει να μάθεις;
- Όχι. Γιατί δεν τα ξέρω.
- Πώς να τα ξέρεις αφού δεν τα έχεις μάθει ακόμα;
- Και πως ξέρω ότι είναι αυτά που θέλω να μάθω; Πρέπει πρώτα να τα μάθω για να δω αν ήθελα να τα μάθω; Κι αν δεν είναι αυτά που θέλω;

- Πρέπει να με πιστέψεις. Αυτά είναι.
- Και πως ξέρεις τι θέλω εγώ;
- Το ξέρω.
- Πως;
- Είναι σημαντικά.
- Για ποιόν;
- Για μένα και φυσικά για σένα και για όλους. Είναι ο ανθρώπινος πολιτισμός. Είναι οι γνώσεις του ανθρώπου.
- Θα με διδάξεις τις γνώσεις του ανθρώπου; Κι αυτές θα τελειώσουν με τις εξετάσεις;
- Όχι. Θα συνεχίσεις στο Πανεπιστήμιο.
- Και εκεί θα τις μάθω;
- Όχι όλες. Μέρος τους. Το τέλειο δεν υπάρχει. Προσεγγίζεται συνέχεια.
- Εγώ όμως ξέρω σίγουρα απόλυτα κάτι που εσύ το ξέχασες προσεγγίζοντας την τέλεια γνώση.
- Τι;
- Ότι θέλω τρελά να παίξω.
- Οπότε τι θα κάνεις;
- Θα παίξω.
- Και εγώ τι θα κάνω;
- Δεν ξέρω. Μπορείς να διδάξεις τον Κώστα τις γνώσεις σου. Εγώ θα παίξω.


Δημοσιεύτηκε από το χρήστη Μαρνέζος Κωνσταντίνος

Saturday, 23 January 2016

Mary Ellen Wilson:
Το κοριτσάκι που έγινε διεθνές σύμβολο κακοποίησης

«Η μαμά μου με χτυπούσε κάθε μέρα με μαστίγιο. Μου έγδαρε το πρόσωπο με ένα ψαλίδι». 
Η συγκλονιστική ιστορία της 10χρονης Μαίρης που όταν απελευθερώθηκε φοβόταν τον ουρανό και έγινε διεθνές σύμβολο κακοποίησης.
Η Μαίρη Έλεν Γουίλσον 
The Story of Mary Ellen

Η Μαίρη Έλεν, γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1864 από τον Τόμας και την Φάνι Ουίλσον. 
Η ιστορία της αποτελεί την πρώτη καταγεγραμμένη υπόθεση παιδική κακοποίησης και είναι ένα σκληρό ντοκουμέντο ενδοοικογενειακής βίας.
Όταν ο πατέρας της πέθανε, κατά τη διάρκεια της θητείας του στον αμερικανικό εμφύλιο, η μητέρα της αναγκάστηκε να αναζητήσει μια οικογένεια η οποία θα φιλοξενούσε και θα φρόντιζε την μικρή της κόρη όσο εκείνη θα ήταν στη δουλειά. 
Εκείνη την εποχή υπήρχαν οικογένειες ή και γυναίκες μεμονωμένα που αναλάμβαναν με την ανάλογη πληρωμή να φροντίζουν παιδιά που οι γονείς τους αδυνατούσαν να το κάνουν λόγω της σκληρής εργασίας σε άλλες πόλεις. 

Η «εξαφάνιση» της Μαίρη Έλεν 
Η κυρία Ουίλσον μετά από λίγο καιρό δεν ήταν συνεπής στην πληρωμή της και έτσι η «επιστάτης» έδωσε το παιδί στην Πρόνοια στο τμήμα Φιλανθρωπίας. Όταν η μητέρα ήρθε να δει το παιδί της, η γυναίκα της είπε ψέματα ότι η 2 ετών Μαίρη Έλεν πέθανε. Δεν τόλμησε να της πει ότι το παιδί επρόκειτο να δοθεί για υιοθεσία. 

Τότε εμφανίστηκαν ο Τόμας και η Μαρία Μακόρμακ. 
Ο άντρας υποστήριξε ότι ήταν ο βιολογικός πατέρας του παιδιού και η Πρόνοια χωρίς να ζητήσει κανένα πιστοποιητικό, του το εμπιστεύτηκε. Ο Τόμας μετά από λίγο καιρό πέθανε και η Μαίρη ξαναπαντρεύτηκε τον Φράνσις Κόνελι. 
Η γυναίκα, κακομεταχειριζόταν τη μικρή. Την έδερνε καθημερινά με βάναυσο τρόπο. 
Οι γείτονες αργότερα κατέθεσαν ότι καθημερινά, μόλις έφευγε ο κύριος Κόνελι για τη δουλειά, η Μαίρη έδερνε τουλάχιστον για ένα τέταρτο τη Μαίρη Έλεν. Άκουγαν το δυνατό της κλάμα και το σύρσιμο στο πάτωμα αλλά κανένας δεν τολμούσε να παρέμβει. 
Όταν η Κόνελι έβγαινε από το σπίτι, κλείδωνε τη μικρή μέσα σε ένα σκοτεινό ντουλάπι, που κάτω είχε ένα κομμάτι λερωμένου τάπητα για να ξαπλώνει και ένα παλιό πάπλωμα για να σκεπάζεται. Την έδερνε, την έγδερνε και την έκαιγε για παραπάνω από 7 χρόνια. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η οικογένεια μετακόμισε σε άλλη πολυκατοικία. Ωστόσο, η κακοποίηση ήταν τόσο τρομακτική που ένας παλιός γείτονας ανησυχούσε για τη ζωή του παιδιού. 
Η εργαζόμενη της αποστολής «Methodist», Έττα Έιντζελ Γουίλερ, επισκέφτηκε το σπίτι των Κόνελι και ζήτησε να δει την Μαίρη Έλεν αλλά δεν στάθηκε δυνατό. Επανήλθε, με σχετική εντολή από την αρμόδια εισαγγελική επιτροπή της εποχής. 
Αυτό που συνάντησε ήταν η απόλυτη φρίκη. Ένα δεκάχρονο κορίτσι, καλυμμένο με ουλές, εγκαύματα και ένα κόψιμο που έτρεχε από το μέτωπο μέχρι το πηγούνι της. Αν και ήταν Δεκέμβριος, ήταν ντυμένη με ελάχιστα ρούχα και ήταν ξυπόλυτη. Όταν η κυρία Γουίλερ έφυγε από το σπίτι, ήταν αποφασισμένη να πάρει το παιδί από εκεί. 
Πέρασαν τρεις μήνες και όλες οι προσπάθειες της έπεσαν στο κενό. Υπήρχαν νομικά κολλήματα, που δεν της επέτρεπαν να πάρει εύκολα την επιμέλεια της μικρής. Την λύση έδωσε μια φιλοζωική οργάνωση ...

Διαβάστε όλο το άρθρο εδώ

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki