Showing posts with label Κοινωνικός Φασισμός. Show all posts
Showing posts with label Κοινωνικός Φασισμός. Show all posts

Friday, 14 June 2024

«Το πρόσωπο του τέρατος και ο φόβος μήπως το συνηθίσουμε»

«Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει. Και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά.»
(...) 
 
Από την ώρα που ο Frankenstein γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, o κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένιση του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται. 
Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ' το μυαλό της κότας. Απ' το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ' ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ' ένα ζώο δυνατό πού βρυχάται. Τί να τους πω και πώς να τους το πω; Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις απλοϊκές και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μιας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;
Η υποταγή ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε; Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε. Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοήθα να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά.
Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι απ' τους εχθρούς.

Θα σας θυμίσω μια συνομιλία τότε, μέσα στη τάξη του σχολείου. Με πλησιάζει ένας ψηλός συμμαθητής, μ ένα δυσάρεστο έκζεμα στο δέρμα του προσώπου του, στραβή τη μύτη και ξεθωριασμένα τα μαλλιά του, ακατάστατα. Ήταν η πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς.
- Πώς λέγεσαι, ρωτάει, ενώ πλάι του είχαν σταθεί αμίλητοι δυο άλλοι, δικοί του φίλοι.
- Βασίλης, του απαντώ.
- Και που μένεις, εκείνος εξακολουθεί.
- Πάνω στο λόφο, του λέω και τον κοιτώ στα μάτια. Εκείνος χαμογέλασε κι άφησε να φανούν τα χαλασμένα δόντια του.
Μου λέει:
- Εγώ μένω στην απέναντι όχθη. Είσαι λοιπόν εχθρός. Και μου δίνει μια στο κεφάλι με το χέρι του, που με πονάει ακόμα τώρα σαν το θυμηθώ. Τον κοιτάζω έτοιμος να κλάψω. Μα συγκρατιέμαι. Αυτός σκάει στα γέλια και χάνεται. Προς το παρόν. Γιατί θα τον ξαναδώ: Εισπράκτορα, εκπαιδευτή στο στρατό, τηλεγραφητή, κλητήρα στο υπουργείο, αστυνόμο, μουσικό στην ορχήστρα, παπά στην ενορία, συγκάτοικο στην πολυκατοικία, γιατρό σε κρατικό νοσοκομείο και τέλος νεκροθάφτη, όταν πετύχει να με θάψει.
(...)
Πώς θ αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας»;


Μάνος Χατζιδάκις
«Τα Σχόλια του Τρίτου»

Wednesday, 28 February 2024

Σώπα μη μιλάς.... Aziz Nesin - Ένα συγκλονιστικό, επίκαιρο και διαχρονικό ποίημα - Silence! Do not speak!

Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή κόψ' τη φωνή σου 
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή είναι χρυσός.
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε:
"σώπα".
Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε: "εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!"

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
"κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ....σώπα!"

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,
"θα βρείς το μπελά σου, σώπα".

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα"

Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά ,
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε "Σώπα".

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα"
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γειτονες, μας ένωνε, όμως, το Σώπα.

Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του "Σώπα".
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Εύκολα, μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το "Σώπα".

Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν' την να σωπάσει.
Κόψ' την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς,
χωρίς να μιλάς να λες "έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς"
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.

και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις. 
Κόψε τη γλώσσα σου.

Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα 'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα , με μια κραυγή που θα μου λέει:
ΜΙΛΑ!....


Be silent; don’t speak.
It is a shame; stop your voice;
Be silent already.
And if speech is made of silver
Silence is made of gold.

The first words I heard as a child
when I cried, laughed, played were
“be silent!”

At school they told me half truths; they told me: “what do you care? Be silent”
When a girl first kissed me, they told me “Shhh be silent; don’t say a word”
Stop your voice; and don’t speak; be silent.

This went on until I became 20 years old.
The words of the grown up; the silence of the child.
I saw blood in the streets
“what do you care” they told me “you gonna get in trouble, be silent”

Later on my bosses got angry
“don’t get involved; keep your nose clean; be silent”
I got married, had children; I taught them to be silent
My wife was loyal and industrious and knew how to be silent.
She had a prudent mother who told her: “be silent”
During leap years my parents, my neighbors advised me
“be silent; don’t get involved; pretend you did not see anything; be silent”
We might have not had an envied relationship with our neighbors
But we were connected to them by
“be silent”

“Be silent” this person said and that one.
Those high up: “be silent”
Those below: “be silent.”
“Be silent” said our neighborhood
“Be silent” our city.
We swallowed our tongue.
We have a mouth but no voice
We even formed an association:
“The silent ones”

And there were many of us: a whole country, a big power
But mute
We were successful; we reached high goals; we received medals and rewards
Only with “be silent”
This “be silent” a great art.

Teach it to your children, your wife, your mother in law
And when you feel the need to speak
Deracinate your tongue
Make it stop.
Cut it off completely
Throw it to the dogs
It is an unnecessary tool when you don’t use it correctly.
You will sleep well at night this way; no nightmares; no doubts; no guilt
You will not feel ashamed in front of your kids
You will save yourself from having to speak
To say “you are right; I am like you; one of you”

But ahhh!
How I wish I could speak
But you will not
You will become a salivating verbalist
Cut off your tongue
Cut it off now
Become a mute
Since you are not gonna speak; you should dare that much.
Cut off your tongue.

This way you will be consistent with my plans
With my dreams
I retain my tongue amidst tears and cries
Because I fear that there will come a moment
Where I won’t be able to take it anymore
I will burst out
I won’t be afraid
I will hope
And every minute
I will fill my throat
With one syllable
One whisper
One stutter
One howl
Which will tell me:
SPEAK!

Monday, 16 March 2015

«Ξέρεις ποιος είμαι ΕΓΩ ρε!»: Φασισμός της καθημερινότητας - Ο νεοναζισμός.. είναι μια παράσταση.... Και πρωταγωνιστεί ο θάνατος

«Ξέρεις ποιος είμαι ΕΓΩ ρε!»
(Η Ελλάδα και το Εγαίον πέλαγος)

...................................
Είναι φασισμός της καθημερινότητας, τόσο βαθιά ριζωμένος που γίνεται αδιόρατος, με την εκμετάλλευση του μετανάστη που είναι οκ για να μαζεύει τις ελιές και να προσέχει τη γιαγιά αλλά τρώει (το λιγότερο) μια κλωτσιά όταν διεκδικεί λεφτά ή χαρτιά, η απαξίωση του τοξικοεξαρτημένου στην Τοσίτσα που πρέπει διαρκώς να εκδιώχνεται γιατί χαλάει την εικόνα της πόλης, το χυδαίο πείραγμα από το αμάξι στην ανήλικη αφρικανή – θύμα του trafficking λίγο πριν ο καθαγιασμένος «νοικοκυραίος» πάρει έναν ακόμα όρκο τιμής στην οικογένεια και τη θρησκεία, το «στ΄αρχ@@ια» μου παρκάρισμα στη ράμπα του ανάπηρου και όλες αυτές οι συμπεριφορές που είναι τόσο συχνές και αυτοματοποιημένες, ώστε να γίνονται απενεχοποιημένες.
Και κάπου εδώ είναι που η ανάλυση όλης της κοινωνικής παθογένειας καταλήγει στην οικονομική κρίση, σαν ένα σφουγγάρι που σβήνει όλες τις προηγούμενες αμαρτίες και μπορεί να παρέχει νομιμοποιητικά επιχειρήματα υπεκφυγής της αλήθειας.
Η ελληνική κοινωνία, όπως και οι περισσότερες κοινωνίες, κουβαλούσε αρκετή σκατοψυχιά και πριν την οικονομική κρίση.
Αυτό που συντελέστηκε με την τομή της κρίσης και κυρίως της λιτότητας που επιλέχθηκε ως στρατηγική επίλυσης ήταν να καταστήσει το φασισμό ορατή πολιτική δύναμη, όχι μόνο στην αυτούσια περίπτωση της Χρυσής Αυγής αλλά στη γενικότερη τακτική ποινικοποίησης του αδύνατου που εκπορεύτηκε από το σύστημα εξουσίας αυτή την πενταετία.
..........................................
Μ’ αυτό τον τρόπο έστειλε ένα σινιάλο απενεχοποίησης της φασίζουσας συμπεριφοράς κι έστρωσε το δρόμο για να ξεδιπλωθεί  το σκοτάδι στην καθημερινή πρακτική. Γι’ αυτό και σήμερα η επανακατοχύρωση και η υπεράσπιση της δημοκρατίας – όσο μεγάλο κόπο κι αν απαιτεί – έχει κυρίαρχη σημασία και πρέπει να διαπεράσει όλες τις βαθμίδες της πυραμίδας.


Η αποφώνηση αναγκαστικά στο Μάνο Χατζιδάκι:
«Ο νεοναζισμός, ο φασισμός, ο ρατσισμός και κάθε αντικοινωνικό και αντιανθρώπινο φαινόμενο συμπεριφοράς δεν προέρχεται από ιδεολογία, δεν περιέχει ιδεολογία, δε συνθέτει ιδεολογία. Είναι η μεγεθυμένη έκφραση – εκδήλωση του κτήνους που περιέχουμε μέσα μας χωρίς εμπόδιο στην ανάπτυξη του , όταν κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες συντελούν, βοηθούν, ενισχύουν τη βάρβαρη και αντιανθρώπινη παρουσία του… Και το κακό ελλοχεύει , χωρίς προφύλαξη, χωρίς ντροπή. Ο νεοναζισμός δεν είναι θεωρία, σκέψη και αναρχία . Είναι μια παράσταση. Εσείς κι εμείς. Και πρωταγωνιστεί ο θάνατος»

Της Μαρίας Λούκα
ολόκληρο το άρθρο εδώ

Βαγγέλης Γιακουμάκης:
«Έναν καφέ να πιω μη με βασανίζετε»

................................
Στο πηγάδι του ναζιστικού Σαλόν Κίτυ που ζούμε, ο καθένας παίζει το ρόλο που προβλέφτηκε γι' αυτόν απ' τις τσατσάδες της κοινωνίας.
Άλλος πορτιέρης, άλλος βασανιστής, άλλος πουτάνα, άλλος παρατηρητής αμέτοχος στις κουίντες να ευχαριστεί το Θεό που δεν είναι ο ίδιος στους βασανιζόμενους.
Και ακούω στο μυαλό μου την κραυγή του παιδιού «έναν καφέ να πιω μη με βασανίζετε» και σκέφτομαι τους στίχους του ποιητή: (Σεφέρης «ΤΕΛΕΥΤΑlΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ»)


“κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας
ή αυτό που θα 'λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα
ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,
ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων”.

 
Σε όλους τους Βαγγέληδες που κάθε μέρα βασανίζονται μέσα στην ανοχή και τα γελάκια των άλλων φωνάζω:

ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ, ΕΙΣΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΙ.
ΟΡΘΙΟΙ ΚΑΙ ΜΟΝΟΙ, ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΊΤΕ.
ΜΗΝ ΥΠΟΚΥΨΕΤΕ ΣΤΑ ΤΕΡΑΤΑ ΓΎΡΩ ΣΑΣ.

Σοφία Λαμπίκη
 ολόκληρο το κείμενο εδώ: ideopigi

Wednesday, 9 October 2013

Έκλεψαν και έδιωξαν τον νοικοκύρη άστεγο του Κολωνακίου, αυτόν που στόλιζε το παγκάκι του
με μπιμπελό και λουλούδια

Στέφανε, γύρνα στο παγκάκι σου ...

Ραγίζει καρδιές η ιστορία του κυρ Στέφανου, του 62χρονου άστεγου του Κολωνακίου, ο οποίος δέχτηκε… έξωση από το παγκάκι, στο οποίο «έζησε» τα τελευταία χρόνια!

Ο άστεγος στο Κολωνάκι που στολίζει το παγκάκι του με μπιμπελό και λουλούδια

Όσοι έχουν περπατήσει στην Μαρασλή (έξω από τον Ευαγγελισμό) σίγουρα τον έχουν δει να… σκουπίζει τον δρόμο, να στολίζει με μπιμπελό το σπίτι του, γιατί το σπίτι του ήταν για αυτόν αυτό το παγκάκι και να κάνει παρατήρηση σε όσους βρωμίζουν την περιοχή.
Από χθες το πρωί όμως το παγκάκι είναι άδειο. Ο άντρας εκδιώχθηκε αρχικά από τους αστυνομικούς, επειδή δεν είχε χαρτιά και όταν επέστεψε του είχαν κλέψει τα λιγοστά πράγματα του.
«Φαίνεται πως κάποιοι από τους κατοίκους της γειτονιάς δεν ήθελαν να έχουν έναν άστεγο στα πόδια τους. Βλέπεις, εδώ είναι...Κολωνάκι», έλεγαν οι άνθρωποι στα μαγαζιά της περιοχής, που είχαν αναπτύξει μαζί του ένας είδος φιλίας.
«Με έδιωξαν, επειδή δεν είχα χαρτιά. Μου τα είχαν κλέψει, πριν από μήνες, ενώ κοιμόμουν στο παγκάκι», λέει ο κυρ-Στέφανος σε σπαστά ελληνικά μετά την περιπέτεια του και προσθέτει:
«Όταν γύρισα να πάρω τα πράγματά μου, δεν βρήκα τίποτα. Κάποιοι τα άρπαξαν και δεν άφησαν ούτε μία κουβέρτα. Ευτυχώς, κατάφερα να σώσω τα παπούτσια που μου πρόσφερε μία γυναίκα. Σήμερα, θα κοιμηθώ σε αυτό το παγκάκι. Αύριο, δεν ξέρω. Μακάρι να μπορούσα να επιστρέψω στην πατρίδα μου. Κουράστηκα!».

madata

Thursday, 3 October 2013

«Ξέρεις ποιος είμαι ΕΓΩ ρε!»
(Η Ελλάδα και το Εγαίον πέλαγος)

[…]

Η πολεμική κραυγή «ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;» -μια κραυγή που για την εκφορά της αρκούν τα δόντια και περιττεύει η γλώσσα- δεν εκστομίζεται μόνο από τους διάσημους, τους εξουσιούχους, τους κατέχοντες. Είναι ένα εμβατήριο γραμμένο στη μαγνητοταινία που παίζει η μηχανική ψυχή όλων μας. 

Με την ευκολία που έχουμε να αναβαθμίζουμε σε μείζον το παντελώς ασήμαντο, το τιποτένιο, μπορούμε να σφαχτούμε (κι όχι μόνο στα λόγια) για ο,τιδήποτε θα μας φαινόταν καταγέλαστο αν δεν είχε θολώσει ο νους και το βλέμμα μας: 
Για την προτεραιότητα ή για μια θέση παρκαρίσματος (άλλωστε ο εγωισμός μας όταν κυκλοφορεί εποχούμενος, όταν προστατεύεται από το τετράτροχο άρμα του, συντρίβει όλα τα δεσμά του λεγόμενου πολιτισμού), για μια καρέκλα στην πολυσύχναστη ταβέρνα που την πρόλαβε κάποιος άλλος, για τα νερά που   τρέχουν από το μπαλκόνι του γείτονα, για το μωρό που γκρινιάζει μεσημεριάτικα (θαρρείς κι είναι μαγνητόφωνο και μπορείς να του πατήσεις  το στοπ), για τη μπαλιά του πιτσιρικά που λάθεψε στην αμμουδιά και πέτυχε κάποιον λουόμενο ή ηλιοθεραπευόμενο (δεν γεννήθηκαν δα Ρονάλντο όλοι οι μπόμπιρες), για την απύθμενη αναίδεια του προκαθημένου μας στον θερινό κινηματογράφο που δεν λέει να σκύψει καίτοι ψηλέας η, ακόμη καλλίτερα να φύγει, για την ουρά στο λεωφορείο, στο φερι-μποτ, στα διόδια, στο σούπερ μάρκετ, στο φούρνο, στο περίπτερο. 
Πιστόλια ευτυχώς δεν κουβαλάμε ακόμη (ή μάλλον δεν κουβαλάμε όλοι μας, γιατί με το πρόσχημα των κλοπών όλο και περισσότεροι φροντίζουν να εξοπλίσουν την εκβιασμένη ανασφάλειά τους), αλλά και τα χέρια αρκούν, κι ύστερα, φονικότερο όπλο από τη γλώσσα και το βλέμμα δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί, κι ούτε θα βρεθεί ποτέ.

Κι αλίμονο αν η αφέλειά σου ή η όψιμη, οικολογική σου ευαισθησία διανοηθεί να συστήσει σε κάποιον, με τον κομψότερο (ή και δουλικότερο) τρόπο, να μην πετάει με ανάλαφρη μαγκιά αναμμένο τσιγάρο από το παράθυρο του αυτοκινήτου του, κυρίως όταν διασχίζει τον Παρνασσό ή τον Ταΰγετο, η την αδειασμένη φιάλη του νερού, το οποίο έχει φτάσει να μας κοστίζει όσο σχεδόν και η τροφή. 
Αλίμονο αν παραπονεθείς για την καπνούρα που φεύγει από την εξάτμιση  του προπορευόμενου οχήματος, ή αν θυμίσεις ευγενικά σε κάποιον οδηγό ότι είθισται να μην περνάμε με κόκκινο και να ανάβουμε το φλασάκι μας πριν στρίψουμε αριστερά η δεξιά. 
Τότε ο «θιγμένος ανδρισμός μας» (επιχείρημα που μάλλον έχει αντίκρισμα και στα δικαστήρια) απαιτεί να πάρει το αίμα του πίσω, προπαντός αν η «προσβολή» ετελέσθη παρουσία τρίτων. Και ξεθηκαρώνουμε τότε το φανατισμό μας, κλειδαμπαρώνουμε την ψυχραιμία μας, στήνουμε μια γκιλοτίνα για το χιούμορ μας, κι ορμάμε Ακάθεκτοι.

«Ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;»... Βεβαίως και ξέρω, και ξέρεις, και ξέρουμε. Ξέρω πως είσαι όμοιος μου στα καλά και στα κακά ετοιμοπαράδοτος του θυμού, μονίμως με την αίσθηση του «αδικημένου», άρα και μονίμως οργισμένος. Ξέρω, και ξέρεις, ότι μοιάζουμε στο χαώδες βάθος μας, όσες όποιες πανοπλίες κι αν φρόντισε να φορτωθεί ο καθένας μας για να ελέγξει την ευκολία του ενστίκτου. Όλοι μας είμαστε κάτι, είμαστε κάποιοι, έστω κι αν ο χρόνος επιμένει αγέλαστος πως είμαστε κάτι λιγότερο από το τίποτε. Μόνο που  δεν μπορούμε να τα βολέψουμε αυτά τα διαφορετικά «κάτι», να τα πείσουμε να συνυπάρξουν, να αλληλοαναγνωριστούν, να αποδεχθεί το ένα τη μοναδικότητα του άλλου. 
Εισερχόμαστε στην κοινωνία, (στο σχολείο, στο πανεπιστήμιο, στη δουλειά, στο «λειτούργημα», στο γήπεδο, ως και στην εκκλησία την ώρα του «Δεύτε λάβετε φως!») σαν φορείς μιας παράδοσης που τιμά την αντιπαράθεση, τη φιλυποψία, την ξινή ψυχή, η οποία εγγράφεται πάραυτα και στα αναλόγως ξινισμένα μούτρα μας. Είμαστε προετοιμασμένοι, εκπαιδευμένοι να βρίσκουμε παντού (και μόνο) εχθρούς, διαβολείς, κακότροπους που μας φθονούν και συνωμοτούν εις βάρος μας. 
Την πραότητα, την όρεξη της κουβέντας, της παρέας ακόμη (της τόσο μυθολογημένης), πρέπει να την επινοήσουμε με πολύ κόπο (γιατί χρειάζεται να υπολογίσουμε σωστά τις βαθύτατες ανάγκες μας και ταυτόχρονα να τιθασέψουμε τον έρωτά μας για την μονήρη διαδρομή της εχθρευόμενης αυτάρκειας), ή πρέπει να μας έχουν ευλογήσει πλούσια οι περιστάσεις, μια ήσυχη ακρογιαλιά ας πούμε, η θερινή χαλάρωση ώρα νυκτός κτλ. Φυσικότερη μας φαίνεται η συμπεριφορά που (μάλλον άδικά κατά τους φυσιοδίφες) αποδίδεται στον λύκο μονιά. Γιατί; Γιατί «μας πνίγει το δίκιο». 
Κι επειδή όλους μάς πνίγει το δίκιο, επειδή δηλαδή έτσι αισθανόμαστε, ευκόλως τεκμαίρεται ότι η Ελλάδα είναι ένα απέραντο πέλαγος, το Εγαίον πέλαγος, με έψιλον κι όχι με άλφα γιώτα, γιατί βαφτίστηκε έτσι προς τιμήν του Εγώ, του θηριώδους Εγώ και όχι του Αιγέα, όπως ισχυρίζονταν οι μύθοι. 

Friday, 31 October 2008

«... Το γέλιο είναι δημοκρατία. Η κατήφεια είναι μορφή κοινωνικού φασισμού...»

«ἐλευθέρως δέ τά τε πρός τό κοινόν πολιτεύομεν καί ἐς τήν πρός ἀλλήλους τῶν καθ' ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων ὑποψίαν, οὐ δι' ὀργῆς τόν πέλας, εἰ καθ' ἡδονήν τι δρᾷ, ἔχοντες, οὐδὲ ἀζημίους μέν, λυπηράς δέ τῇ ὄψει ἀχθηδόνας προστιθέμενοι.»
.
Και δεν πολιτευόμαστε μόνον στον δημόσιό μας βίο με πνεύμα ελεύθερο, αλλά και στη μεταξύ μας καθημερινήν επικοινωνία είμαστε απαλλαγμένοι από την καχυποψία, επειδή δεν αγανακτούμε εναντίον των άλλων για όσα πράττουν προκειμένου να ευχαριστηθούν, ούτε είμαστε σκυθρωποί απέναντί τους, γεγονός που μπορεί να μη βλάπτει, αλλά σίγουρα πληγώνει.
Θουκυδίδη Ιστορία: Βιβλίον Β', κεφ37

Το δημοκρατικό ήθος στην πράξη, όχι θεωρίες.
Δεν κρεμάμε μούτρα, που προκαλούν στους συμπολίτες μας δυσφορία, αλλά φροντίζουμε να έχουμε διάθεση ευχάριστη στις μεταξύ μας συναναστροφές.
Στις μεταξύ μας επαφές, ακόμα και όταν κάτι μας χαλάει το κέφι, δεν το δείχνουμε. Δεν έχει όρεξη ό άλλος πρωί-πρωί να μας βλέπει με μούτρα κατεβασμένα.
Ο δημοκράτης, ο ελεύθερος άνθρωπος, που σέβεται τον εαυτό του, δεν αφήνει το φθόνο να δηλητηριάσει τη δική του μέρα και κατ' επέκταση τη μέρα και των άλλων
Μου χαλάει την αισθητική ο ξινισμένος.

 

Ας σκεφτούμε, τι μας χαλάει.
Συνήθως, μας χαλάνε τη μέρα οι γνώμες των άλλων, όταν είναι αρνητικές για μας.
Μας χαλάει τη μέρα η διαπίστωση ότι κάποιος είναι σε καλύτερη μοίρα από μένα.
Ο φθόνος, αυτός μας χαλάει.

Ξεκινώ τη μέρα μου με χαμόγελο, που βγαίνει από μια ψυχή που έχει σωστά αξιολογήσει τα πράγματα.
Χαμόγελο, καλή διάθεση
Κάθε μέρα.
Ακόμα και τη δύσκολη

Ο δημοκράτης, δηλαδή ο ελεύθερος άνθρωπος, ο απαλλαγμένος από τα βάρη της ματαιοδοξίας, χίλιους λόγους θα βρει που θα τον κάνουν χαρούμενο, αφού μπορεί να εκτιμά το δώρο της ζωής.

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki