Showing posts with label Άγχος αποχωρισμού. Show all posts
Showing posts with label Άγχος αποχωρισμού. Show all posts

Monday, 16 September 2024

Το κρυφτό, τα παιχνίδια εξαφάνισης και οι "φωλίτσες" των παιδιών

Το κρυφτό είναι ένα παιχνίδι μαγικό, που όχι μόνο διασκεδάζει το μωρό, αλλά το βοηθάει να «παίξει» με τη φαντασία και να δοκιμάσει τις δεξιότητές του, ιδανικό για ένα πλάσμα που ανακαλύπτει τον κόσμο!
NINO CHAKVETADZE
Από τον 5ο-6ο μήνα της ζωής του -όταν το μωρό έχει αποκτήσει πια μια στοιχειώδη αντίληψη του περιβάλλοντος και η όρασή του έχει βελτιωθεί, αρχίζει να κατανοεί πλήρως την έννοια του κρυφτού, αλλά και να διασκεδάζει πολύ με αυτό. 
Δεν είναι τυχαίο που το «κούκου» είναι μια μαγική λέξη που κάνει κάθε μωρό να χαμογελά! 
Ο γνωστός θεωρητικός της Γνωστικής Ανάπτυξης Ζαν Πιαζέ, που ασχολήθηκε εκτενώς με την επίδραση που έχει το κρύψιμο αντικειμένων στα νήπια, μας λέει πως το συγκεκριμένο παιχνίδι τα βοηθά να αντιληφθούν τη μονιμότητα των αντικειμένων, ακόμη κι αν δεν τα βλέπουν. 
Σύμφωνα, μάλιστα, με το γνωστό παιδαγωγό, το κρυφτό ενισχύει τη γλωσσική ανάπτυξη, καθώς διδάσκει την κατά πρόσωπο επικοινωνία. 
Από την ηλικία των 6 περίπου μηνών, όταν το μωρό έχει τη δυνατότητα να συντονίζει τις κινήσεις του, αρχίστε να παίζετε μαζί του κρυφτό. 
Όσες φορές κι αν το κάνετε, δεν θα το βαρεθεί ποτέ!
Κρυφτό, μια άσκηση φαντασίας
Τα μωρά ζουν σε ένα σύμπαν συναρπαστικό. Για αυτά, ακόμη και το πιο αναμενόμενο συμβάν αποτελεί ένα μεγάλο γεγονός. 
Για παράδειγμα, το μωρό παίζει με το αρκουδάκι του και ξαφνικά το αρκουδάκι πέφτει κάτω… χάνεται… 
Η μαμά του το μαζεύει και του το δίνει. «Κάτι μαγικό συμβαίνει με το αρκουδάκι αυτό, που εμφανίζεται και εξαφανίζεται», σκέφτεται. Ή μήπως η μαμά του έχει κάποιες μαγικές ιδιότητες; 
Για το μωρό, το κρυφτούλι με αντικείμενα και πρόσωπα αποτελεί μια αληθινή άσκηση της φαντασίας, αλλά και μια αφορμή να αναδείξει τις δεξιότητές του.

Με το κρυφτό ανακαλύπτει
Η πιπίλα πέφτει από το στόμα του στο χαλί. Το χαλί είναι μια μαλακή και φουσκωτή επιφάνεια, μια απόλυτα καινούργια αίσθηση. 
Και τι βρίσκεται κάτω από το χαλί; 
Μια άλλη επιφάνεια (το μάρμαρο), πολύ πιο σκληρή και κρύα από την προηγούμενη. Ένα βρέφος μπορεί να ανακαλύψει πολλά, με ένα κρυμμένο αντικείμενο. 
Στην ηλικία που αρχίζει να ξεκινά τα παιχνίδια με τους συνομηλίκους, το κρυφτό εξακολουθεί να αποτελεί μια πρόκληση για αυτό. Κρύβεται σε χώρους άγνωστους μέχρι χθες (μέσα σε μια ντουλάπα, κάτω από μια σκάλα), και στους «απαγορευμένους» αυτούς χώρους δοκιμάζει τα όριά του και τους φόβους του πάντα ψάχνοντας και εξερευνώντας.

Η «φωλίτσα» μου

Πολύ συχνά, τα βρέφη -αλλά κυρίως τα νήπια- φτιάχνουν μια πρόχειρη «φωλίτσα» με τα σκεπάσματά τους ή απολαμβάνουν να χαλαρώνουν μέσα στα πλαστικά σπιτάκια ή κάτω από ένα έπιπλο. 
Τι κρύβει αυτή η τάση των παιδιών να φτιάχνουν τις δικές τους κρυψώνες και να απομονώνονται; 
Η ανάγκη της ιδιωτικότητας είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους, και ο πιο εύκολος τρόπος έκφρασής της είναι με την απομόνωση. Ένα μωρό ή ένα μικρό παιδί μπορεί εύκολα να απομονωθεί με τη βοήθεια του παιχνιδιού και να μεταφερθεί με τη φαντασία του σε ένα δικό του χώρο. 
Ο παιδοψυχίατρος D. Winnicott ονομάζει το χώρο αυτό «μεταβατικό», επειδή βρίσκεται κάπου ανάμεσα στον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο. 
Τα παιδιά έχουν ιδιαίτερη ευκολία να μπαινοβγαίνουν στο χώρο αυτό, χωρίς να ενοχλούνται από τους γύρω. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν και στιγμές που τα παιδιά θέλουν έναν ολόδικό τους χώρο που να οριοθετείται. 
Αυτό τους δίνει την αίσθηση της ασφάλειας, αλλά και είναι ένας τρόπος για να δείξουν πως μεγαλώνουν.

Χάνω-βρίσκω
Για εμάς τους ενηλίκους, ο χρόνος έχει μια εντελώς διαφορετική έννοια από ό,τι για τα παιδιά. Τα βρέφη και τα νήπια περνούν γρήγορα από τη μία δραστηριότητα στην άλλη, χωρίς να το πολυσκεφτούν. 
Χάνουν ή κρύβουν μόνα τους το αρκουδάκι τους, και μετά- ως διά μαγείας- το βρίσκουν. Στο ενδιάμεσο διάστημα, είτε έχουν ξεχάσει την ύπαρξή του είτε το κρύβουν επίτηδες κάπου για να το ξαναβρούν και να χαρούν! 
Το «χάνω- βρίσκω» είναι ένα απολαυστικό παιχνίδι για τα βρέφη, όσο εκκεντρικό κι αν δείχνει σε εμάς. 
Σύμφωνα με την παιδαγωγό Jackie Silberg, ειδικευμένη στη Βρεφική Ανάπτυξη, «τα παιχνίδια εξαφάνισης είναι ο καλύτερος τρόπος για να ενισχυθεί η αντίληψη και η προσοχή των βρεφών».

Μαθαίνω να περιμένω
Σύμφωνα με τον Πιαζέ, εκτός όλων των άλλων, το κρυφτό μαθαίνει στο μωρό την αναμονή και την προσδοκία. Κυρίως, όμως, του μαθαίνει να αισθάνεται την παρουσία σας, ακόμη κι όταν δεν βλέπει το πρόσωπό σας.

Μαθαίνω τον αποχωρισμό
Θα έχετε, βέβαια, παρατηρήσει πως με το πρώτο κρυφτούλι που θα παίξετε μαζί, το μωρό αντιδρά με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. 
Στην αρχή γελάει, αλλά, όταν αργήσετε να του εμφανιστείτε, πανικοβάλλεται και κλαίει με λυγμούς. Αυτή είναι και η πρώτη ένδειξη του άγχους αποχωρισμού. 
Πολλά παιδιά αρχίζουν να δείχνουν τέτοια σημάδια στην ηλικία των 6-7 μηνών, τα οποία κορυφώνονται στους 12-18 μήνες και εξαφανίζονται στην ηλικία των 2-2,5 ετών. 
Μέχρι τότε, δεν έχουν την αίσθηση της μονιμότητας του αντικειμένου, που σημαίνει ότι το αντικείμενο που είναι εκτός του οπτικού τους πεδίου δεν υπάρχει. Όταν κάποιος κρύβει το πρόσωπό του, το βρέφος πιστεύει ότι χάθηκε. 
Η χαρά που έρχεται όταν τον βλέπει ξανά, έρχεται από την ανακούφιση ότι ο αποχωρισμός τελείωσε. Το παιχνίδι αυτό μετατρέπει το άγχος αποχωρισμού σε χαρά. 
Τα «παιχνίδια εξαφάνισης» προετοιμάζουν το παιδί για τις πιο περίπλοκες σχέσεις αργότερα στη ζωή, καθώς ενισχύεται ο δεσμός και μειώνεται το άγχος του αποχωρισμού. Επιπλέον, εξασκούν το παιδί στην αυτονόμηση και το βοηθούν να υπερνικήσει τους φόβους του. Εξάλλου, στη ζωή έχουμε να αντιμετωπίσουμε πολλούς αποχωρισμούς.

Τι να κάνω όταν φοβάται το κρυφτό;
* Μιλήστε του καθώς απομακρύνεστε από το οπτικό του πεδίο.
* Καθησυχάστέ το και δώστε του να καταλάβει ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος.
* Συμπεριφερθείτε φυσιολογικά και προσπαθήστε να του μεταδώσετε ηρεμία και σιγουριά.-
* Χαμογελάστε όταν το παιδί σας απομακρύνεται από εσάς.-Ενθαρρύνετέ το να εξερευνήσει το περιβάλλον του, χωρίς πίεση.
* Αφήστε το να καταλάβει ότι βρίσκεστε κοντά του και ότι όλα πηγαίνουν καλά.

Ελένη ΧαδιαράκουΜε τη συνεργασία της Αγγελικής Παρίου (ψυχολόγος – ειδική παιδαγωγός, ομαδική αναλύτρια).

in.gr
imommy
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 5 July 2022

Μαμά, ακούω φωνές: Ψύχωση ή σύμπτωμα;

«Μαμά ακούω φωνές! Όσο νομίζω ότι δραπετεύω τόσο τρέχω πίσω σε εσένα. Νιώθω να αιωρούμαι ανάμεσα στο υπάρχω και δεν υπάρχω για εσένα.» Ψύχωση ή σύμπτωμα; Το φαινόμενο του ακουστικών ψευδαισθήσεων σε παιδιά δεν είναι κάτι που προκαλεί έκπληξη ή που δεν συμβαίνει.

Το φαινόμενο των ακουστικών ψευδαισθήσεων

Αυτό το σύμπτωμα δεν μπορεί επίσης να θεωρηθεί συνώνυμο ψυχωτικής διαταραχής, όπως η σχιζοφρένεια ή η διπολική διαταραχή. Δεν μπορεί, επίσης, να αποτελεί σύμπτωμα το οποίο μακροπρόθεσμα θα οδηγήσει απόλυτα σε ψυχική ασθένεια. Η έλλειψη ύπνου, το έντονο στρες, νευρολογικά προβλήματα έχουν «ενοχοποιηθεί» για την εκδήλωση ακουστικών ψευδαισθήσεων.

Η διάγνωση πρέπει να διεξάγεται πολύ προσεκτικά διότι αντίστοιχα θα διαμορφώσει και τη θεραπεία.

Η έρευνα είναι ακόμη υπό εξέλιξη όσον αφορά τις ακουστικές ψευδαισθήσεις σε παιδιά ιδίως προεφηβικής ηλικίας χωρίς την παρουσία ψυχωτικών διαταραχών. Το μόνο βέβαιο είναι ότι πρέπει και  αυτά τα περιστατικά να τα παρακολουθούμε στενά, ώστε να παρατηρούμε την ένταση και τη συχνότητα των φωνών, πόσο δυσχεραίνουν και επηρεάζουν το παιδί, τι μηνύματα στέλνουν και τι τις πυροδοτεί.

Η αλήθεια είναι ότι οι φωνές κοπιάζουν να δώσουν απαντήσεις σε αναπάντητα ερωτήματα του παιδιού. Στην συντριπτική πλειοψηφία τους τα ερωτήματα έχουν ως σημείο αναφοράς τη σχέση με τους κοντινούς ανθρώπους του (μητέρα, πατέρας, συγγενείς), και το πώς επεξεργάζεται το παιδί την μητρική φιγούρα ώστε αυτή να ενσαρκώνεται στις φωνές.

Η λεκτική, σωματική και σεξουαλική κακοποίηση, οι απειλές, η παραμέληση, η ενδοοικογενειακή βία, οι ακατάλληλες συνθήκες διαβίωσης στην οικογένεια είναι συνήθως αυτά που κρύβονται πίσω από τις φωνές.

Αυτό βέβαια συμβαίνει υποσυνείδητα και οι φωνές βγαίνουν αυθόρμητα στην επιφάνεια. Υπάρχουν και ορισμένα περιστατικά κατά τα οποία τα παιδιά συσσωρεύουν ένα υπέρμετρο άγχος το οποίο διοχετεύεται στις φωνές (διαζύγιο γονέων - απώλεια γονέα - το παιδί- μάρτυρας ενός ατυχήματος – υπερβολικό άγχος αποχωρισμού).

Μήπως, λοιπόν, σε αυτές τις περιπτώσεις οι φωνές είναι το σύμπτωμα μιας δυστυχισμένης, αποδιοργανωμένης συναισθηματικής κατάστασης;

Αυτές οι φωνές είναι σαν μια εσωτερική υπαρξιακή αγωνία, η οποία εκφράζεται με αυτόν τον τρόπο, ενώ άλλοι πολλές φορές την βιώνουν μέσα από τις κρίσεις πανικού, την κλινική κατάθλιψη ή τις ψυχοσωματικές παθήσεις.

Η μητέρα αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο που θα σμιλεύσει, θα δώσει σχήμα και χρωματισμούς στην προσωπικότητα και την ακατέργαστη ακόμη ψυχική οντότητα του μικρού μωρού της.

Κάνοντας μια ανασκόπηση σε εμπειρικές μελέτες αλλά και παρατηρήσεις βρεφών, είμαστε πλέον βέβαιοι πως οι ποιοτικές διαφορές της μητέρας κρύβουν μια παντοδυναμία που καλώς ή κακώς θα καθορίσει σε σημαντικό βαθμό την νοητική, γνωστική, νευρολογική, ψυχική υγεία και ταυτότητα του παιδιού.

Η γονιδιακή προδιάθεση πίσω από το φαινόμενο ακουστικών ψευδαισθήσεων

Μεγάλη διερεύνηση έχει πραγματοποιηθεί σε περιστατικά νηπίων τα οποία παρουσίαζαν ακουστικές ψευδαισθήσεις, παρά την απουσία υποκείμενων συμπτωμάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις πάντα θα πρέπει να μελετάται το οικογενειακό ιστορικό, διότι η γενετική προδιάθεση σε ψυχώσεις δύναται να εκτοξεύσει τη συμπτωματολογία και να επιβαρύνει τη μορφή της, όπου και η θεραπεία είναι πιο δύσβατη και μακροχρόνια.

Μιας και όμως αναφερόμαστε σε αυτό, υποστηρίζεται πως το οικογενειακό ιστορικό ασθενών με διπολική διαταραχή και σχιζοφρένεια, ενισχύει μια γονιδιακή μετάλλαξη στην επόμενη γενιά, γεγονός που αυξάνει την ευαλωτότητα του παιδιού σε τέτοιου είδους συμπτώματα τα οποία αναδύονται υπό καταστάσεις στρες και μπορούν πιο εύκολα να οδηγήσουν σε ψυχικές διαταραχές.

Ο φοβικός / αποφευκτικός δεσμός μητέρας – παιδιού

Μιλώντας πιο συγκεκριμένα, το αποφευκτικό γονεϊκό πρότυπο έχει συνδεθεί με την ανάπτυξη ακουστικών ψευδαισθήσεων σε παιδιά, αλλά και ενήλικες ασθενείς με σχιζοφρένεια οι οποίοι έχουν εκφράσει ιστορικό με φοβικό/αποφευκτικό δεσμό με την μητέρα.

Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, έχουμε μια μητέρα που τείνει να είναι συναισθηματικά μη διαθέσιμη, ανύπαρκτη, αδρανής, με απάθεια προς τις ανάγκες του παιδιού της. Δεν ανταποκρίνεται, ούτε εκδηλώνεται με την ομιλία της, την γλώσσα του σώματος, τις κινήσεις, τις πράξεις και φαίνεται απευαισθητοποιημένη και αμελής με μία συνεχή παλινδρόμηση από το να προσπαθεί να προσεγγίσει το παιδί και τελικά να υποχωρεί. Η ίδια η μητέρα μοιάζει να είναι αποδιοργανωμένη.

Ως αποτέλεσμα, το παιδί γίνεται αυτό-εξαρτώμενο, παλεύει δηλαδή να στηριχθεί στις δικές του δυνάμεις. Ζει με το φόβο της απόρριψης και της εγκατάλειψης βιώνοντας ταυτοχρόνως το άγχος του αποχωρισμού. Φαίνεται οξύμωρο όμως ένα παιδί θέλει και ελπίζει στη σύνδεση με τη μητέρα του ακόμη και αν αισθάνεται παραμελημένο. Θα εξακολουθεί να μην θέλει να την χάσει διότι η ταυτότητά του και η ευημερία του εξαρτώνται πλήρως από εκείνη.

Το αίσθημα εμπιστοσύνης, ως πρωταρχική ενστικτώδη ανάγκη του παιδιού, κλονίζεται. Νιώθει μια αβεβαιότητα και ένα μυστήριο γύρω από τις προθέσεις της μητέρας. Μετέπειτα το ίδιο αρχίζει να παρουσιάζει ασταθείς αντιδράσεις και μια συγκεχυμένη άποψη για τον εαυτό του και τον περίγυρο.

Αποκωδικοποιώντας το φαινόμενο αυτό, καταλήγουμε στο ότι τα παιδιά που ακούν φωνές τείνουν να καταπνίγουν και να απωθούν ασυνείδητα τα αρνητικά συναισθήματα και εικόνες που υποβάλλονται από τη μητέρα.

Τα παιδιά, λοιπόν, καλλιεργούν ένα κόσμο αμφίδρομο, ανάμεσα στον πόθο για συναισθηματική και σωματική αποδοχή από τη μητέρα και τον τρόμο, ανάμεσα στην φροντίδα και την παραμέληση, το «σ’ αγαπώ» και το «δεν σε θέλω». Ένας κόσμος αποδιοργανωμένος, όπως είναι και η μητέρα, όπου επικρατεί ο διχασμός ανάμεσα στην αποδοχή και την απόρριψη.

Η ενοχή που κρύβεται στις «φωνές»

Το παιδί μπορεί να θέλει να έρθει σε επαφή με τη μητέρα και την ίδια στιγμή να φοβάται για αυτή τη σύνδεση. Συνήθως, οι μητέρες τροφοδοτούν την επικοινωνία με την ενοχή. Ορισμένες χρησιμοποιούν καταπληκτικά τεχνάσματα στην γλώσσα τους που το παιδί αισθάνεται υπεύθυνο για όλα, ότι οτιδήποτε και αν συμβαίνει φταίει εκείνο, φοβισμένο και κατηγορούμενο, δίχως καν να έχει την γνωστική ικανότητα να φιλτράρει και να διαχειριστεί τόσο μπερδεμένες καταστάσεις... αισθάνεται ανεπιθύμητο, ότι δεν αξίζει.

Η μητέρα μπορεί να κάνει με τη σειρά της προσπάθειες να συνδεθεί με το παιδί, όμως αυτό ενισχύει στο παιδί την αποδιοργάνωση. Είναι αδύνατον ένα παιδί μεγαλώνοντας με ένα τέτοιο μοτίβο να αποκτήσει μια ολοκληρωμένη εικόνα εαυτού, μια ταυτότητα, δε γνωρίζει πώς να ερμηνεύσει τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του.

Η σκέψη και το συναίσθημα κυμαίνονται σε δύο πόλους, στα άκρα, χάνοντας το ίδιο την ισορροπία των πραγμάτων.  

Είναι πάνω από αυτό που μπορεί να αντέξει. Τόσο ψυχικά όσο και αναπτυξιακά. Αυτές οι εμπειρίες προδιαθέτουν την ανάδειξη ακουστικών ψευδαισθήσεων, σε μια προσπάθεια του παιδιού να διαχειριστεί το θυμό, το στρες, και τις ακραίες συμπεριφορές της μητέρας του οι οποίες δεν μπορούν να βγάλουν νόημα.

Πώς ένα παιδί οδηγείται στις ψευδαισθήσεις;

Γιατί όμως ένα παιδί να ακούει φωνές; Τι θέλει να μας πει;

Σε κάποιους αυτή η κατάσταση φαίνεται υπερβολική ή σπάνια. Η απάντηση είναι όμως απλή μπροστά στην περιπλοκότητά της.

Οι φωνές είναι η διέξοδος που επιτρέπει να ξεσπάσει το άγχος που βιώνει το παιδί. Η εσωτερική αβεβαιότητα του «με αγαπάει έναντι του δεν με αγαπάει» και ό,τι αυτό συνεπάγεται, οδηγεί τον εγκέφαλο να αναπτύξει έναν αμυντικό μηχανισμό που θα αντικαταστήσει μια ισορροπία και έναν έλεγχο στο αίσθημα της αστάθειας.

Τα διττά μηνύματα της μητέρας, ακριβώς επειδή στο περιεχόμενό τους είναι αινιγματικά και ασαφή, (πότε με λέξεις θετικές και πότε με απειλητικό ύφος), έχουν ως αποτέλεσμα να απορρυθμίζουν τις γνωστικές και νευρολογικές λειτουργίες του εγκεφάλου.

Μάλιστα κάποιες εγκεφαλικές δομές άρρηκτα συνδεδεμένες με το συναίσθημα, όπως ο ιππόκαμπος και η αμυγδαλή, υφίστανται μη αναστρέψιμες αλλαγές στην ενεργοποίηση και την διέγερσή τους απέναντι στα ερεθίσματα και την αλληλεπίδρασή τους με υπόλοιπες περιοχές και ορμόνες.

Από ψυχαναλυτική σκοπιά, οι φωνές αυτές μπορεί να φέρουν τη μορφή διαλόγου (πιθανών μεταξύ μητέρας-παιδιού) ή ενός μονολόγου είτε εξωτερικών ήχων που είναι ενοχλητικοί για το παιδί.  Είναι με λίγα λόγια οι άλυτες διαμάχες με τη μαμά, οι ιδέες για αυτήν, που έρχονται να δώσουν κάποιο νόημα στο αποδιοργανωμένο εγώ και την διαταραγμένη πραγματικότητα του παιδιού.

Τα σύμβολα γύρω από τις φωνές

Στοιχεία όπως ο τόνος της φωνής, η αυστηρότητα ή η νευρική ροή της γλώσσας, η ένταση, και η συχνότητα αυτών επιδρούν και στην ποιότητα των φωνών. Στα δεδομένα μας, υπάρχει μια επικράτηση ανδρικών φωνών έναντι γυναικείων, αλλά οι μηχανισμοί πίσω από αυτό παραμένουν άγνωστοι. Ίσως οι αντρικές φωνές θα μπορούσαν να θεωρηθούν πιο επιβλητικές σαν να προσωποποιούν την αρχή της εξουσίας ή να πρεσβεύουν υποσυνείδητους φόβους που αφορούν το συγκεκριμένο φύλο.

Αυτό που συχνά παρατηρείται είναι οι φωνές που δηλώνουν καταφυγή, προσβολή, απειλή, εκφοβισμό, υποτιμητικό σχολιασμό καθώς ο τόνος τους είναι απαιτητικός, θυμωμένος και επείγων.

Το πόσο τραυματική είναι η επικοινωνία και η σχέση με την μητέρα και τους άλλους θα καθορίσει τα επίπεδα έντασης και σοβαρότητας των φωνών.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως τα φοβικά/διττά μηνύματα της μητέρας επιταχύνουν την έναρξη των ακουστικών ψευδαισθήσεων συγκριτικά με αυτά που είναι λιγότερο απειλητικά και στρεσογόνα για το παιδί.

Τα διττά μηνύματα είναι τα αντιφατικά αισθήματα που εκφράζει η μητέρα προς το παιδί, το να προσπαθεί να το φροντίσει με αγάπη και από την άλλη να αδιαφορεί για εκείνο, με αποτέλεσμα το παιδί να βιώνει μια σύγχυση του «μ’ αγαπάει – δεν μ’ αγαπάει», «με θέλει – δεν με θέλει», «υπάρχω – δεν υπάρχω».

Οι «φωνές» ως μια τραυματική μνήμη

Και που πάει το τραύμα όταν ξεχαστεί; Υπάρχει μνήμη ανεξίτηλη;

Οι τραυματικές κυρίως εμπειρίες όταν μετουσιωθούν σε αναμνήσεις, δύσκολα φεύγουν και απλώς μπορεί να αλλάξουν προσωπείο. Στην ευαίσθητη παιδική ηλικία που δεν υπάρχει η γνωστική ικανότητα να επεξεργαστεί και να διαχειριστεί το άτομο αυτό που του συνέβη το τραύμα θα επανέλθει σε άλλη μορφή, στη μορφή μιας διαταραχής όπως η αποσυνδετική διαταραχή, η διαταραχή προσωπικότητας, οι κρίσεις πανικού, η μακροχρόνια θλίψη ή και οι φωνές.

Οι φωνές δύναται να αντιπροσωπεύουν την τραυματική μνήμη (trauma-based memory), όπου αποθηκεύονται και ενεργοποιούνται αναμνήσεις από παιδική/σεξουαλική κακοποίηση και βία, φαινόμενα που πρωταγωνιστούν στο φοβικό/αποφευκτικό πρότυπο.

Εδώ οι φωνές ενσαρκώνουν ξεχασμένες και καταπιεσμένες μνήμες, όπως η αναπαραγωγή βίαιων σκηνών στην οικογένεια. Οι φωνές τυπικά πυροδοτούνται αθέλητα από ερέθισμα που αντιληπτικά το παιδί θα ταιριάξει με μια πτυχή ενός γεγονότος, λόγου χάρη την μυρωδιά της μητέρας, ένα αντικείμενο που να χρησιμοποιείται από την μητέρα.

Σε κλινικούς και μη κλινικούς πληθυσμούς έχει βρεθεί ένα γνωστικό έλλειμμα που αφορά τη συστολή και την αυτοσυγκράτηση. Αυτό το έλλειμμα αφήνει αφιλτράριστο το ερέθισμα να περάσει και έτσι αυθόρμητα αναδύονται οι ψευδαισθήσεις. Αυτό σημαίνει ότι ένα παιδί με αδυναμία επεξεργασίας ενός τραυματικού ερεθίσματος γίνεται παρορμητικό και ανίκανο να το αποφύγει, αυξάνοντας την ευαλωτότητά του στις ακουστικές ψευδαισθήσεις.

Φυσικά, η κατάθλιψη, η απομόνωση και ο αυτοτραυματισμός όχι μόνον εντείνουν και διαιωνίζουν τις ψευδαισθήσεις αλλά τις κάνουν πιο δεινές για το άτομο. Οι φωνές εμπεριέχουν ως επί το πλείστον προσωπικά χαρακτηριστικά του παιδιού για τα οποία υποτίθεται ότι φταίει ή κατηγορείται, οπότε περαιτέρω άσχημες συνθήκες επιβαρύνουν αυτόν τον φαύλο κύκλο. 

Παρόλο που γνωρίζουμε σημαντικά δεδομένα, οι μελλοντικές έρευνες θα πρέπει να λάβουν υπόψη το ζήτημα πολύπλευρα, εξετάζοντας δηλαδή την γενετική προδιάθεση, το ταπεραμέντο του παιδιού, το αναπτυξιακό στάδιο, το γνωστικό επίπεδο και τελικά με αξιόπιστη μεθοδολογία να ανιχνεύσουμε τους μηχανισμούς πίσω από τις ακουστικές ψευδαισθήσεις.

Θα πρέπει να προσεγγίζουμε το κάθε παιδί εξατομικευμένα, ώστε πέρα από την αιτία να βρούμε τον κατάλληλο τρόπο να διαχειριστούμε το πρόβλημα προσδοκώντας την ψυχοσωματική τους ευημερία και την λειτουργικότητά τους ως ενήλικες.

Οι φωνές για ένα παιδί αναπτύσσονται ως μια δική του αποκλειστική διάλεκτο με στόχο να επικοινωνήσουν με τον εαυτό τους και τις πληγές τους, μια προσπάθεια να λύσει το αίνιγμα πίσω από το τραύμα του. Είναι ένα μέσο να κατανοήσει, να δώσει νόημα και συνέπεια σε έναν κόσμο με αμφίδρομα συναισθήματα και ανθρώπους.


Βιβλιογραφία

  • Howell, E. F. (2013). The dissociative mind. Routledge.
  • Maijer, K., Hayward, M., Fernyhough, C., Calkins, M. E., Debbané, M., Jardri, R., & Bartels-Velthuis, A. A. (2019). Hallucinations in children and adolescents: an updated review and practical recommendations for clinicians. Schizophrenia bulletin, 45(Supplement_1), S5-S23.
  • Read, J., Agar, K., Argyle, N., & Aderhold, V. (2003). Sexual and physical abuse during childhood and adulthood as predictors of hallucinations, delusions and thought disorder. Psychology and Psychotherapy: Theory, research and practice, 76(1), 1-22.

Συγγραφή - Επιμέλεια Άρθρου: Παναγιώτα Ντελιοπούλου  

psychology.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 4 June 2019

Συμπεριφορές που Δείχνουν ότι το Παιδί έχει Άγχος του Αποχωρισμού

Τι Είδους Άγχος Αποχωρισμού Έχει το Παιδί σας;
Ένα φυσιολογικό στάδιο της εξέλιξης του παιδιού είναι το άγχος του αποχωρισμού, το οποίο εμφανίζεται στην ηλικία περίπου των 8 μηνών μέχρι περίπου την ηλικία των 3 ετών και δείχνει ότι το παιδί έχει αναπτύξει δυνατό συναισθηματικό δεσμό με τη μητέρα ή το πρόσωπο που το φροντίζει. 

Το πολύ μικρό παιδί αρχίζει να καταλαβαίνει ότι οι άνθρωποι -και τα αντικείμενα- γύρω του είναι μόνιμοι και μοναδικοί. 
 Ωστόσο, δεν έχει αναπτύξει ακόμα την έννοια του χρόνου, έτσι δεν μπορεί να καταλάβει αν και πότε ο γονιός θα εμφανιστεί, πχ για να το πάρει από το σχολείο. 


Κοινός παρονομαστής είναι το άγχος, αλλά το κάθε παιδί έχει διαφορετικό στυλ δυσκολίας αποχωρισμού. Γνωρίζοντας πώς αντιδρά στο άγχος το δικό σας παιδί, μπορείτε να το βοηθήσετε να έχει ένα ομαλό ξεκίνημα στο σχολείο.

(1). Το Παιδί που Κλαίει
Το παιδί που κλαίει αισθάνεται λυπημένο, στεναχωριέται που η μαμά και ο μπαμπάς το αφήνουν σε ένα άγνωστο μέρος…


Η αντίδραση του γονιού: 
Μην αγχώνεστε, μη δείχνετε την ανησυχία σας! 
Μη θυμώνετε. 
Διαβεβαιώστε το παιδί σας ότι θα κάνει διάφορα ωραία πράγματα στο σχολείο και ότι θα πάτε να το πάρετε αργότερα. Για να προσδιορίσετε το πότε, μην του πείτε «στις 3 το μεσημέρι», γιατί το παιδί δεν έχει την έννοια του χρόνου με αυτό τον τρόπο. Μιλήστε του χρονικά σε σχέση με κάτι που ξέρει: «θα σε πάρω αφού φας μεσημεριανό, πριν πάμε το απόγευμα στη γιαγιά», κλπ. 
Υπενθυμίστε του ότι η δασκάλα είναι εκεί για να το βοηθήσει. 
Κάντε τον αποχωρισμό γρήγορο. 
Μη φύγετε στα κρυφά. 
Να θυμάστε ότι αφού φύγετε το παιδί θα σταματήσει να κλαίει και θα ασχοληθεί με αυτά που είναι γύρω του. 
Για να καταλαγιάσετε την ανησυχία σας, καλέστε το σχολείο για να μάθετε πώς πήγε η προσαρμογή. 

(2). Το Γενναίο αλλά Φοβισμένο Παιδί
Το γενναίο αλλά φοβισμένο παιδί λέει μέσα του «δε θα κλάψω, δε θα κλάψω», αλλά ζορίζεται και έτσι κάνει κάποια σκανταλιά ή πείσματα, ή πέφτει με τα μούτρα σε μια δραστηριότητα και δε σηκώνει κεφάλι από αυτή, δε σας δίνει σημασία και δε λέει «αντίο».

Η αντίδραση του γονιού: 
Μην πανικοβληθείτε αν το παιδί δε σας αποχαιρετήσει ή αν δείχνει αδιάφορα. Απλώς προσπαθεί να συγκρατηθεί και να μη ξεσπάσει. Αγκαλιάστε το, πέστε του αντίο, αλλά μην επιμείνετε «δώσε μου ένα φιλάκι», «κάνε μου μια αγκαλίτσα», κλπ. 
Μην ασκήσετε συναισθηματική πίεση στο παιδί: μην πείτε στο παιδί ότι στεναχωριέστε που δε σας χαιρέτησε, ότι σας λείπει, μην κάνετε ότι κλαίτε. Το μόνο που θα καταφέρετε είναι να κάνετε το παιδί σας να νιώσει άσχημα. 
Να είστε προετοιμασμένοι ότι το «γενναίο» παιδί θα ξεσπάσει στο τέλος της ημέρας, όταν το πάρετε από το σχολείο ή αργότερα στο σπίτι, και θα βάλει τα κλάματα ή θα κάνει πείσματα. Αυτό συμβαίνει επειδή κρατιόταν όλη μέρα και τώρα που αισθάνεται ασφάλεια με την παρουσία σας ξεσπάει. Βοηθήστε το με ηρεμία, χαλάρωση και συναισθηματική σύνδεση (δηλαδή αγκαλίτσα). 

(3). Το παιδί που αργεί να αντιδράσει
Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν τα παιδιά που τις πρώτες μέρες (ή και εβδομάδες) φαίνεται να έχουν καλή προσαρμογή και να μην έχουν καμία δυσκολία να αποχωριστούν τη μαμά. Ξαφνικά όμως, μετά από μέρες ή 1-2 εβδομάδες, το παιδί εμφανίζει άγχος αποχωρισμού, κλαίει, σας ζητάει…

Η αντίδραση του γονιού: 
Θυμίστε στο παιδί όλα αυτά τα ωραία πράγματα που έκανε στο σχολείο στην αρχή και του άρεσαν. 
Μιλήστε με τη δασκάλα για να το βοηθήσει. 
Δημιουργήστε μια ρουτίνα για να λέτε «αντίο» που δε θα διαρκεί πολύ ώρα και θα είναι τονωτική για το παιδί. 
Θα πρέπει να συνειδητοποιήσετε ότι το παιδί σας δεν υποκρίνεται όταν ζορίζεται να σας αποχωριστεί. Απλώς, τις πρώτες μέρες είχε τον ενθουσιασμό του νεοφώτιστου και πολλά καινούργια πράγματα να κάνει και δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο του λείπετε και ότι η κατάσταση «σχολείο» είναι καθημερινή. 

(4). Ο σιωπηλός παρατηρητής
Είναι το παιδί που στέκεται στην άκρη, παρατηρεί τα άλλα παιδιά και δε συμμετέχει. Αυτό που σκέφτεται το παιδί είναι «για να δω τι κάνουν οι άλλοι, πώς το κάνουν, και μετά θα αρχίσω να παίζω μαζί τους».

Η αντίδραση του γονιού: 
Μην αρχίσετε τις παραινέσεις να μπει το παιδί σας στην ομάδα από την πρώτη στιγμή. Αφήστε χρόνο προσαρμογής. 
Διαβάστε παρέα βιβλία για το σχολείο 
Παίξτε «σχολείο» μαζί στο σπίτι 
Μιλήστε για την εμπειρία του παιδιού στο σχολείο, για την τάξη, τη δασκάλα, τους συμμαθητές (αν δε θέλει να μιλήσει, ζωγραφίστε). 
Να θυμάστε ότι και με την παρατήρηση το παιδί μαθαίνει και προσαρμόζεται με το δικό του ρυθμό. 

Διαλέξτε Αγάπη, Ηρεμία, Χαρά!
Δρ Λίζα

Πηγές 
American Academy of Pediatrics 
Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fourth Edition, Revised 
Touchpoints: Your Child's Emotional and Behavioral Development 
What to Expect the Toddler Years 
National Institutes of Health - National Library of Medicine 

Αναρτήθηκε από Δρ. Λίζα Βάρβογλη
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 25 January 2018

Πώς να ηρεμήσετε ένα νήπιο με άγχος αποχωρισμού: Οδηγίες για babysitters

Όσες babysitters έχετε βρεθεί στη θέση να φροντίσετε ένα νήπιο, συχνά θα έχετε γίνει μάρτυρες σκηνών που το παιδί δεν αφήνει τη μαμά να φύγει από το σπίτι, σφίγγεται στην αγκαλιά της και κλαίει γοερά προσπαθώντας να την πείσει να μείνει μαζί του. 
Το άγχος και οι ενοχές της μαμάς αγγίζουν κόκκινο αλλά και η αμηχανία σας δεν πάει πίσω καθώς νιώθετε ανήμπορη να κάνετε το παιδί να αισθανθεί ασφάλεια μαζί σας παρέχοντας και στη μαμά την ανακούφιση ότι το μωρό της θα είναι ήρεμο όσο αυτή λείπει από το σπίτι. 
Ψυχραιμία. Λέγεται… άγχος αποχωρισμού και είναι ένα απολύτως… κανονικό συναίσθημα!
Πρόκειται για μια φυσιολογική αντίδραση του μωρού που ξεκινά λίγο πριν τον πρώτο του χρόνο, εξελίσσεται καθώς μεγαλώνει και περνάει από διαφορετικά στάδια μέχρι να δώσει τη θέση της σε συναισθήματα ασφάλειας και στη γνώση ότι η μαμά δεν το εγκαταλείπει, θα ξαναγυρίσει στο σπίτι και ότι όσο λείπει μπορεί να περάσει καλά με τη φροντίδα και τα παιχνίδια κάποιου άλλου ανθρώπου που η μαμά εμπιστεύεται.
Τι μπορεί να κάνει όμως μια babysitter για να μην λυγίσει υπό το βάρος αυτών των έντονων συναισθημάτων και να μπορέσει να προσφέρει… παρηγοριά στο παιδί αλλά και δημιουργικές διεξόδους που θα το διασκεδάσουν;

Περάστε από πριν χρόνο μαζί

Ο ξαφνικός αποχωρισμός ενός παιδιού από τους γονείς του και η φροντίδα του από έναν άνθρωπο που συναντά για πρώτη φορά είναι λογικό να δημιουργήσει άγχος στο παιδί. 
Αν δεν σας το έχει προτείνει ο ίδιος ο γονιός συζητήστε μαζί του το ενδεχόμενο να βρεθείτε αρκετές φορές πριν με το παιδί στον ίδιο χώρο και να συνδεθείτε μαζί του ενώ ο γονιός θα απομακρύνεται διακριτικά σε ένα άλλο δωμάτιο. 
Με αυτόν τον τρόπο, η μετάβαση από τη μία φάση στην άλλη γίνεται πιο ομαλά και το παιδί δεν θα νιώσει ότι «εγκαταλείπεται» όταν μένει μαζί του μια babysitter που έχει ήδη δεθεί μαζί του και χαίρει της εκτίμησης και της εμπιστοσύνης της μαμάς. 
Γνωριστείτε, εξοικειωθείτε, γελάστε και παίξτε μαζί, βγάλτε από πάνω σας την ταμπέλα του «άγνωστου» και του «ξένου» ώστε να είστε το… plan b που θα περιμένει με χαρά, όταν λείπει η μαμά του.

Δεν έχει να κάνει με εσάς

Μην πέσετε στην παγίδα και το πάρετε προσωπικά. Τα αρνητικά συναισθήματα που κατακλύζουν το παιδί και που στρέφονται εναντίον σας δεν έχουν να κάνουν με τη δική σας σχέση αλλά με τη δική του απογοήτευση απέναντι στους γονείς του που νιώθει ότι το εγκαταλείπουν. 
Είναι ο τρόπος του να διεκδικήσει, να θυμώσει, να αντιδράσει σε μια κατάσταση που το βγάζει από την comfort zone του. 
Αν λυγίσετε συναισθηματικά και καμφθείτε από αυτήν την αντίδραση, το πιο πιθανό είναι να θολώσει η αυτοπεποίθησή σας και η ευθυκρισία σας και να μην μπορείτε να φερθείτε με ψυχραιμία. Και είναι ακριβώς αυτή η δεξιότητα που χρειάζεται εκείνη τη στιγμή.

Είστε μαζί σε αυτό

Είστε μια ομάδα εσείς οι δύο. 
Δείξτε του ότι σέβεστε τα συναισθήματά του και ότι δεν είστε αντίπαλοι. 
Χαμηλώστε στο ύψος του ή καθίστε στο χαλί μαζί του για να μην δείχνετε ότι μιλάτε από θέση ισχύος, εξασκείστε όλη την ενσυναίσθησή σας και δείξτε ότι ακούτε τα παράπονά του και δέχεστε την απογοήτευσή του. 
Μην αναφερθείτε από μόνη σας στους γονείς του αλλά απαντήστε του όταν αναφέρει εκείνο τις λέξεις «μαμά» και «μπαμπάς» ή δείχνει προς την πόρτα. 
Με το να κάνετε ότι δεν το καταλαβαίνετε, το παιδί εισπράττει άρνηση από εσάς κι αισθάνεται μόνο του. Αρκεί να πείτε: «Σου λείπει η μαμά; Καταλαβαίνω… Θέλεις να παίξουμε κάτι για να την περιμένουμε μέχρι να γυρίσει;» Χτίστε αυτή τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ σας για να μπορέσετε στη συνέχεια να εκτονώσετε τα αρνητικά συναισθήματά του και να τα κατευθύνετε σε πιο δημιουργικές διεξόδους με παιχνίδια και δραστηριότητες.

Αποσπάστε την προσοχή του αλλά μην το κοροϊδέψετε
Την ώρα της αποχώρησης του γονέα -και πάντα σε συνεννόηση μαζί του- καλό είναι να αποφύγετε να «κοροϊδέψετε» το παιδί έχοντας αποσπάσει την προσοχή του με μια δραστηριότητα ώστε να μην αντιληφθεί ότι η μαμά του έχει φύγει. 
Όταν το καταλάβει και την αναζητήσει, θα είναι πολύ δύσκολο να το ηρεμήσετε αφού ούτε λογικά επιχειρήματα θα μπορείτε να του προσφέρετε αλλά ούτε και θα μπορεί να σας εμπιστευτεί καθώς θα νιώθει ότι όλα έγιναν πίσω από την πλάτη του. 
Το πιο πιθανό είναι να αισθανθεί διπλό άγχος και μεγαλύτερη μοναξιά. Όσο «επώδυνος» και να είναι ένας αποχωρισμός με τη μαμά, είναι πάντα προτιμότερος να γίνεται παρουσία του παιδιού καθώς αυτό την ίδια στιγμή ανακουφίζει το παιδί γιατί ξέρει ότι η μαμά του θα ξαναγυρίσει.

Μην παρεκκλίνετε από το πρόγραμμα
Πιο πολύ από ποτέ, το παιδί που νιώθει ταραγμένο κι αναστατωμένο από τον αποχωρισμό του με τη μαμά, έχει ανάγκη από το καθημερινό του πρόγραμμα. Την οικειότητα των καθημερινών του συνηθειών που του παρέχουν ένα πλαίσιο ασφάλειας και οικογενειακής θαλπωρής. 
Είναι εύκολο να παρασυρθείτε και να θέλετε να του κάνετε τα χατίρια, βλέποντας π.χ τηλεόραση για να ηρεμήσει ή παίζοντας περισσότερο με τα παιχνίδια, παραλείποντας τον μεσημεριανό ύπνο. Όμως έτσι θα αυξηθεί η υπερέντασή του αλλά κι εσάς θα σας συνδυάσει με την ευκαιρία να ανατραπεί η καθημερινή του ρουτίνα με αποτέλεσμα να δυσκολευτείτε στη συνέχεια να ακολουθείτε το πρόγραμμά του. 
Αν έχει ανάγκη για περισσότερο παιχνίδι, εξηγήστε του με ήρεμο τόνο και σταθερότητα στη φωνή ότι θα παίξετε όσο θέλει αμέσως μετά τον ύπνο του.
Nannuka

Wednesday, 31 August 2016

Πώς να χειριστείτε το παιδί που δεν θέλει να σας αποχωριστεί ούτε λεπτό!

Είναι φυσιολογικό για ένα παιδί 1,5-2 ετών να βιώνει το στρες αποχωρισμού και να διαμαρτύρεται, όταν η μαμά του απομακρύνεται από το οπτικό πεδίο του. 
Τι γίνεται όμως όταν το παιδί γίνει 4,5 ή 6 ετών και εξακολουθεί να μη θέλει να μένει στιγμή χωρίς τη μαμά του;
Τα έχετε δει παντού… σε παιδικούς σταθμούς, νηπιαγωγεία, παιδικά πάρτι, ίσως και στο σπίτι σας. Είναι τα παιδιά που μπορούν να χαρούν και να διασκεδάσουν μόνο όταν κάπου εκεί γύρω είναι η μητέρα τους κι όταν αυτή «τολμήσει» να απομακρυνθεί έστω και λίγο ξεσπούν σε κλάματα. Αν και πρόκειται για μια φυσιολογική αντίδραση του παιδιού που νιώθει ανασφάλεια στην ιδέα και μόνο να μείνει ασυνόδευτο σε έναν χώρο που δεν του είναι ιδιαίτερα οικείος, δεν παύει να προβληματίζει τους γονείς και να τους κάνει να αισθάνονται άσχημα, σαν να προσπαθούν να επιβάλλουν στο ίδιο το παιδί τους κάτι που του είναι τόσο δυσάρεστο. Εάν λοιπόν είστε κι εσείς από τις μητέρες που έχουν να αντιμετωπίσουν τις εκρήξεις του άγχους αποχωρισμού του παιδιού τους, αυτές οι συμβουλές μπορεί να σας βοηθήσουν:

  • Μην ξεχνάτε ότι είναι αρκετά φυσιολογικό για το παιδί να νιώθει έτσι.
  • Πάντα να το προετοιμάζετε όταν πρόκειται να το αφήσετε κάπου ή να φύγετε από κοντά του. Πείτε του ακριβώς πόσο χρόνο θα λείψετε, πού θα πάτε και τι θα κάνετε εκεί όπου θα βρίσκεστε.
  • Καθώς πηγαίνετε προς το σχολείο, το πάρτι ή όπου αλλού πρόκειται να το αφήσετε μόνο του, μιλήστε του για όσα θα συναντήσει εκεί εστιάζοντας στα θετικά (τα παιχνίδια, τους φίλους τους κ.λπ.)
  • Μην φύγετε χωρίς να το αποχαιρετήσετε αλλά κάντε το όσο πιο σύντομα γίνεται. Απλά βοηθήστε το παιδί να βρει ένα παιχνίδι ή κάτι να κάνει, δώστε του ένα φιλί και αποχωρήστε.
  • Μην μπαίνετε στο χώρο κρατώντας το παιδί στην αγκαλιά σας -αυτό θα κάνει τον αποχωρισμό ακόμα πιο δύσκολο. Μπορείτε να το κρατάτε από το χεράκι, αλλά σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό να νιώθει ανεξάρτητο κι όχι «κομμάτι» σας.
  • Αναθέστε στο παιδί μια «αρμοδιότητα», όπως να οργανώσει τα παιχνίδια, να μοιράσει τα γλυκά στα άλλα παιδάκια κ.λπ., που όμως μπορεί να κάνει μόνο όταν σταματήσει να κλαίει.
  • Προσπαθήστε να θυμάστε ότι το πιο πιθανό είναι να παίζει και να διασκεδάζει μέσα σε 5 με 10 λεπτά από τη στιγμή που θα απομακρυνθείτε.
  • Να είστε σταθεροί στην απόφασή σας. Μην αφήσετε το παιδί να σας πείσει χρησιμοποιώντας αυτό το μέσο να ακυρώσετε το πρόγραμμά σας.
  • Κάντε εξάσκηση στο σπίτι. Αφήστε το παιδί να παίξει, να διαβάσει ή να ζωγραφίσει στο δωμάτιό του, εξηγώντας του ότι εσείς θα είστε σε κάποιο άλλο δωμάτιο κάνοντας κάτι άλλο.
  • Εάν το πρόβλημα παραμένει ή επιδεινώνεται, ζητήστε τη συμβουλή κάποιου ειδικού ψυχικής υγείας. 
Πηγή: mamamia.gr

Sunday, 15 November 2015

Τα άγχη των παιδιών

Το άγχος αποτελεί ένα βασικό στοιχείο στην ζωή των παιδιών και των ενηλίκων. Το άγχος έχει σχέση με την δυνατότητες προσαρμογής γενικά σε αλλαγές που συμβαίνουν στο οικογενειακό τους και στο ευρύτερο περιβάλλον και με την προπάθεια να μπορέσουμε να ελέγξουμε αυτές τις αλλαγές.

Οι αλλαγές που έχουν σχέση με την οικογενειακή κατάσταση και το συναισθηματικό πεδίο της οικογένειας το οποίο νιώθουν και αντιλαμβάνονται τα παιδιά, πολλές φορές λανθασμένα. Οι αλλαγές επίσης αφορούν τα παιδιά διότι πολύ γρήγορα αναγκάζονται να αφήσουν την οικογενειακή τους εστία και να πάνε στον παιδικό σταθμό, μετά στο νηπιαγωγείο, στο δημοτικό, στο γυμνάσιο. Οι αλλαγές αυτές προκαλούν άγχος το οποίο εκφράζεται με διαφορετικές μορφές.

Πολλές φορές οι γονείς βρίσκονται μπροστά σε μια ανεξήγητη, για αυτούς, έκφραση άγχους των παιδιών τους, η οποία τους προβληματίζει και μπορεί να τους κάνει να αισθανθούν πολύ άσχημα και μέσα από τις προσπάθειές τους να τα ηρεμήσουν, μπορούν να προκαλέσουν μεγαλύτερο άγχος από πριν.
Κατ αρχάς πρέπει να γνωρίζουν ότι έως ένα βαθμό, οι καταστάσεις αυτές αποτελούν μια φυσιολογική εξέλιξη των παιδιών και έχουν σχέση με ψυχοσωματική τους όσο και με την κοινωνική τους ανάπτυξη. Έτσι τα παιδιά εκδηλώνουν μορφές άγχους όπως οι ενήλικες, και το εκφράζουν με διαφορετικό τρόπο όπως και αυτοί. Δυστυχώς όμως είναι πιο δύσκολο να το αντιληφθούμε στην περίπτωση τους διότι δεν έχουν την δυνατότητα να μεταδώσουν αυτό που αισθάνονται όπως οι ενήλικες.
Μέχρι τα 5 χρόνια τους τα παιδιά μπορούν να εκδηλώσουν το άγχος τους μέσα στην οικογενειακή εστία σαν φόβο στο σκοτάδι, φόβο των τεράτων, μπορούν να έχουν εφιάλτες. Ακόμα όμως και αν εμείς θεωρούμε ότι αυτοί οι φόβοι είναι παράλογοι πρέπει να τους λάβουμε υπόψιν και να προσπαθήσουμε να τους καταλάβουμε.
Μια άλλη σειρά από φόβους μετά την ηλικία των 5 χρονών έχουν σχέση με την πραγματικότητα και τον κόσμο εκτός της οικογενειακής εστίας, όπως ο φόβος μην χαθεί, μήπως έχει κάποιο ατύχημα, μήπως τον κλέψουν. Επίσης μπορεί να εκφράσει φόβο για τη φωτιά, για τα ζώα, για αεροπλάνα, τραίνα, φόβο σε θορύβους, ή φόβο της αποτυχίας σε περίπτωση που εξασκεί κάποιο άθλημα.
Βασικά το πρώτο άγχος που παρατηρείται στα παιδιά είναι το άγχος του αποχωρισμού του από την οικογένεια και η είσοδός του στο σχολικό περιβάλλον.
Ο άγχος της εγκατάλειψης
Ο φόβος της εγκατάλειψης από τον γονέα είναι φυσιολογικός στην βρεφική ηλικία. Έτσι τα παιδιά στην ηλικία των 7 μηνών εκδηλώνουν άγχος με την παρουσία αγνώστων προσώπων και προτιμούν να μένουν στην αγκαλιά των γονιών τους, παρά να τα παίρνει κάποιος ξένος στα χέρια του. Σε αυτή την περίπτωση οι κραυγές του είναι ένα σημάδι του άγχους του όταν οι γονείς το αφήνουν. Αυτό συμβαίνει διότι οι γονείς προσφέρουν με την παρουσία τους ένα συναίσθημα ασφάλειας σε σχέση με τον εξωτερικό κόσμο. Αργότερα όταν φθάσει στην ηλικία των 3-4 ετών μπορεί να ανεχθεί καλύτερα αυτό το αποχωρισμό, αν και κάθε αποχωρισμός εμπεριέχει πάντα ένα σχετικό άγχος.

Το άγχος του σχολικού περιβάλλοντος

Όπως είπαμε πάρα πάνω όταν έρθει η ώρα να απομακρυνθούν και να πάνε σχολείο εμφανίζεται το άγχος στο καινούργιο περιβάλλον. Το άγχος αυτό που προκαλεί το νέο περιβάλλον, ενώνεται με τον φόβο της εγκατάλειψης, καθώς και με τον φόβο της αποτυχίας και αν προσθέσουμε και την έκθεσή του σε καινούργια πρόσωπα που το περιβάλλουν, τότε μπορούμε να φαντασθούμε τι μπορεί να αισθάνεται ένα παιδί. Για αυτό το λόγο θα πρέπει οι γονείς να μην προστρέξουν στις εύκολες δικαιολογίες, ότι δηλαδή είναι τεμπέλικο και θέλει να αποφύγει τα μαθήματα. Στην ουσία είναι ένα πραγματικό άγχος που θα πρέπει να τους κάνει να σκύψουν πάνω σε αυτό και μάλιστα, σε μερικές περιπτώσεις, να πάρουν την συμβουλή κάποιου ειδικού.

Οι εκφράσεις του άγχους

Το άγχος των παιδιών εκφράζετε μέσα από τις σκέψεις που κάνουν όπως “Η μητέρα φεύγει” “Με αφήνει” “ “Είμαι κακό παιδί”, “Οι άλλοι με κοροϊδεύουν” “ Δεν με αγαπάει κανείς” κ. λ. π.
Το άγχος εκφράζεται μέσα από το συναίσθημα που τα καταλαμβάνει σαν μια γενική θλίψη, που τα κάνει να είναι κλειστά απομονωμένα και να μην μιλάνε πολύ. Πολλές φορές δείχνουν ότι δεν τα ικανοποιεί τίποτα, είναι συνεχώς ανήσυχα και άλλες φορές θυμώνουν πολύ εύκολα. Γενικά νιώθουν μια ματαίωση.

Το άγχος εκφράζεται σωματικά. Οι σωματικές εκφράσεις του εκδηλώνονται μέσω συνεχών παραπόνων ότι πονάει το στομάχι τους, ότι έχουν πονοκεφάλους, κάνουν εμετό, κάνουν συχνές διάρροιες και κλαίνε με το παραμικρό, φοβούνται το σκοτάδι, καθώς και τους αγνώστους που τα πλησιάζουν.
Το άγχος εκφράζεται στην συμπεριφορά τους π.χ. Δεν κοιμούνται εύκολα, παραπονιούνται για εφιάλτες. Αποφεύγουν τα άλλα παιδιά, δεν παίζουν μαζί τους, μένοντας μόνα, ή γίνονται επιθετικά και χαλάνε το παιχνίδι με τα άλλα παιδιά.
Το άγχος εκφράζεται στις σχέσεις τους, δηλαδή μένουν απομονωμένα είναι κολλημένα στους γονείς τους, δύσκολα κάνουν φίλους και δύσκολα παίζουν με άλλα παιδιά.


Η οικογένεια

Οι γονείς πρέπει να γνωρίζουν ότι το εκ άγχος των παιδιών αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι των οικογενειακών συνθηκών που το περιβάλλουν και το τροφοδοτούν. Διότι όταν ένα παιδί εκδηλώνει κάποιο άγχος αυτό εμφανίζεται σε ένα ορισμένο οικογενειακό περιβάλλον και δηλώνει την σχέση του με αυτό, δηλαδή απευθύνεται στα άλλα μέλη της οικογένειας που το περιβάλλουν ζητώντας την προσοχή και την εν γένει ενασχόληση με αυτό. 

Δηλαδή δεν μπορούμε να το ορίσουμε σαν κάτι ξέχωρο από την οικογένεια που εμφανίζεται. Θα μπορούσαμε να το ορίσουμε σαν μια έκφραση οικογενειακή και όχι μόνο σαν έκφραση του παιδιού.
Για αυτό πρέπει να γνωρίζουμε ότι είμαστε πρότυπα για τα παιδιά μας και σαν πρότυπα αποτελούμε μοντέλα μίμησης. 
Με αυτό τον τρόπο όταν το παιδί έχει να κάνει με μια μητέρα η οποία πανικοβάλλεται με το παραμικρό για αυτό που συμβαίνει στην ίδια ή στο παιδί της, όταν δείχνει “χαμένη” χωρίς καμιά εμπιστοσύνη στον εαυτό της, τότε το παιδί της, πρέπει να είναι βέβαιη, ότι θα αντιδράσει με τον ίδιο τρόπο σε παρόμοιες καταστάσεις. 
Αυτό αφορά και τον πατέρα σε αντίστοιχες καταστάσεις και σε γενικό επίπεδο αφορά και την σχέση τους σαν ζευγάρι και τον τρόπο που αντιδρούν και εκφράζονται μεταξύ τους. Π. Χ. Όταν έχουμε ένα γονέα ο οποίος εκφράζει ανησυχία την νύχτα, είτε διότι φοβάται τους κλέφτες, ή το σκοτάδι, όταν δεν κοιμάται κανονικά ή δημιουργεί συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια, το παιδί είναι εκεί για να συλλέξει το άγχος που απορρέει από τέτοιες μορφές οικογενειακών καταστάσεων.

Τι κάνουμε

Κατ ΄αρχάς θα πρέπει να ασφαλίσουμε μια ζωή οργανωμένη ώστε να αποκτήσει κάποιες βασικές συνήθειες, κάποια όρια που έχουν να κάνουν με τις ώρες του ύπνου, τις ώρες του παιχνιδιού, και γενικά η καθημερινότητα του να έχει μια ροή σίγουρη που του προσδίδει μια ασφάλεια, η οποία εμπεριέχει την παρουσία και το ενδιαφέρον του γονέα κάθε στιγμή της ημέρας, αλλά και της νύχτας. 

Σε αυτή την περίπτωση καλό είναι να είμαστε υποστηρικτικοί σε ότι αφορά την ικανότητα του να κάνει πράγματα, είτε πρόκειται για το παιχνίδι, είτε για το διάβασμα. Αυτό επίσης προδικάζει το γεγονός ότι πρέπει να είμαστε ανοιχτοί στην επικοινωνία μαζί του και να μην ξεχνάμε να το επιβραβεύουμε για κάθε τι που καταπιάνεται ακόμα και αν συναντά δυσκολίες να το τελειώσει. Καλό είναι να συζητήσουμε μαζί του για αυτές τις τις δυσκολίες, προσπαθώντας να το κάνουμε να μιλήσει για το πως σκέπτεται να τις ξεπεράσει ή να του δώσουμε κάποια άλλη ιδέα για αυτό.
Από την άλλη πρέπει να το ακούσουμε το παιδί μας, να το ασφαλίσουμε χωρίς να ενδυναμώσουμε τους φόβους του. Θα πρέπει να δώσουμε σημασία σε αυτούς τους φόβους και συγχρόνως να μην το αποπάρουμε ή το χειρότερο το κοροϊδέψουμε για τους φόβους που έχει. Πρέπει να το βοηθήσουμε να βάλει ....

Monday, 15 October 2012

Γιατί φοβούνται τα παιδιά;

Ξεκάθαρη απάντηση στο γιατί φοβόμαστε δεν υπάρχει. 
Η ψυχοδυναμική προσέγγιση λέει ότι ο φόβος (ή η φοβία) είναι αποτέλεσμα της ανάγκης του οργανισμού να μειώσει το άγχος –καταρχήν το υπαρξιακό. Το σίγουρο είναι, πάντως, ότι το συναίσθημα αυτό εμφανίζεται στον άνθρωπο ήδη από την αρχή της ζωής του, με διάφορες αφορμές, και ανάλογα με το πώς το περιβάλλον του και ο ίδιος θα το διαχειριστεί, μπορεί να επηρεάσει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό την ζωή του.
Το παιδί δεν γεννιέται φοβικό
Κανένας γονιός, όμως, δεν θέλει παιδιά φοβισμένα, με άγχη και αγωνίες –ούτε, όμως, και παιδιά παράτολμα, που θα αψηφούν κάθε κίνδυνο, φτάνοντας στα όρια της αναισθησίας. 
Είτε μας αρέσει, είτε όχι, τα δυσάρεστα συναισθήματα του άγχους και του φόβου μας ακολουθούν, με διαφορετικές αφορμές, σε κάθε ηλικία, για όλη μας την ζωή. Το στοίχημα είναι να μην τα αφήνουμε να βάζουν εμπόδια στην ζωή μας και να μάθουμε και στα παιδιά μας να κάνουν το ίδιο.

Ο φόβος στην βρεφική ηλικία Οι παιδοψυχολόγοι υποστηρίζουν ότι οι παιδικές φοβίες εμφανίζονται από την βρεφική ηλικία, από την αρχή της ζωής του βρέφους, όταν ακόμα είναι ευάλωτο στους δυνατούς θορύβους. «Και δεν αναφερόμαστε μόνο στους δυνατούς κρότους, αλλά κυρίως στις δυνατές φωνές των μεγάλων, ειδικά του πατέρα που ταράζει περισσότερο τα παιδιά με την χροιά της φωνής του, και στην αρνητική αίσθηση των καβγάδων», λέει η ψυχολόγος κ. Γώγα Κυριακίδου. Και συμπληρώνει «αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να μεγαλώνουμε παιδιά υπερευαίσθητα στους θορύβους και ανεξοικείωτα με το περιβάλλον. Μεγαλώνουμε παιδιά που θέλουμε να αντιμετωπίσουν τον κόσμο με αυτοπεποίθηση, χωρίς να χρειάζονται δεκανίκια».

Στους 6-7 μήνες εκδηλώνεται, σύμφωνα με τους ειδικούς, η έντονη επιθυμία του βρέφους να βρίσκεται κοντά σε ένα και μόνο πρόσωπο –συνήθως τη μητέρα. Όταν αποχωρίζεται το πρόσωπο αυτό το μωρό βιώνει έντονη δυσφορία, η οποία ονομάζεται φόβος του αποχωρισμού, και ταυτόχρονα βιώνει άγχος για τα άγνωστα πρόσωπα που βρίσκονται τις στιγμές εκείνες μαζί του.
«Οι γονείς οφείλουν να δημιουργήσουν συνθήκες ασφάλειας για το παιδί, είτε το μεγαλώνουν οι ίδιοι είτε οι παππούδες είτε κάποια νταντά. Το παιδί δεν γεννιέται φοβικό, γι’ αυτό αν παρουσιάζει τέτοια σημάδια με τους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα του, κάτι δεν λειτουργεί σωστά», λέει η παιδοψυχολόγος κ. Μαρία Σαράντη. Μαζί της συμφωνεί και η κ. Κυριακίδου και συμπληρώνει ότι «ο άνθρωπος που θα προσέχει και θα φροντίζει το παιδί τα πρώτα χρόνια της ζωής του, ιδανικά κάποια γιαγιά, χρειάζεται να μην αλλάζει, να παραμένει ο ίδιος, ώστε το παιδί να αισθανθεί τη δέσμευση που έχει ανάγκη. Επίσης, όταν η μαμά επιστρέφει από την εργασία της χρειάζεται να ασχολείται με το παιδί της και να είναι παρούσα 100% τις ώρες που θα είναι μαζί του».

Ο φόβος στη νηπιακή ηλικία Το Ερευνητικό Ινστιτούτο Θεραπείας Εκπαίδευσης αναφέρει πως στη νηπιακή ηλικία εμφανίζονται για πρώτη φορά φοβίες για φανταστικά και υπερφυσικά όντα (π.χ. φαντάσματα, μάγισσες κ.λπ..), φόβος για το σκοτάδι (νυκτοφοβία), αλλά και για πράγματα και καταστάσεις που τους προκάλεσαν πόνο (π.χ. παιδίατρος). Άλλες συχνές φοβίες στις ηλικίες αυτές έχουν να κάνουν με  τις καταιγίδες (βροντές-αστραπές), την θάλασσα και τα ζώα (π.χ. ένας μεγάλος σκύλος που γαβγίζει).

Σταδιακά, όσο το παιδί μεγαλώνει ξεκινούν οι φόβοι του θανάτου, της ασθένειας, των τραυμάτων, των ατυχημάτων, εντείνεται ο φόβος του σκοταδιού, ενώ μπορεί να γεννηθεί η άρνηση του παιδιού να μείνει μόνο του.

Το παιδί, δηλαδή, αρχίζει σιγά-σιγά να αποκτά τις δικές του εμπειρίες μέσα στο περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει, οι οποίες μπορεί να εξελιχθούν σε καταστάσεις φόβου (π.χ. αν έκαψε μια φορά το χέρι το με ένα κερί, μπορεί να φοβάται τα κεριά), ενώ μπορεί και να «κληρονομήσει» τους φόβους και τις φοβίες των γονιών του (αν, για παράδειγμα, η μητέρα είναι κλειστοφοβική και εκφράζει τρόμο κάθε φορά που μπαίνει σε ασανσέρ, το πιθανότερο είναι ότι το παιδί θα μιμηθεί αυτή την αντίδραση).

Όπως επισημαίνει η κ. Σαράντη «σημαντικό σε αυτές τις ηλικίες είναι να μην προκαλεί ο γονιός φόβους, δηλαδή να μην τρομοκρατεί το παιδί με κουβέντες όπως ‘φάε το φαΐ σου γιατί θα έρθει ο λύκος’ και κυρίως να μην το κοροϊδέψουν για τους φόβους του».

Ο φόβος στην παιδική -σχολική- ηλικία Όταν το παιδί εισέρχεται στην φάση της σχολικής ζωής στους φόβους της νηπιακής ηλικίας -ή έστω σε αυτούς που δεν έχουν ακόμα εξασθενίσει- προστίθενται διάφορες σχολικές φοβίες, οι οποίες συνδέονται με κάποια δυσάρεστη κατάσταση που το παιδί βίωσε εκεί.

Sunday, 14 October 2012

Σχολική Φοβία, Άρνηση ή απλώς «Σκασιαρχείο»;

Τι είναι η σχολική φοβία, ή άρνηση του σχολείου;
Σχολική φοβία, είναι η έντονη αντίδραση του παιδιού που εκφράζει άρνηση ή φόβο να πάει σχολείο, άγχος ν’ αποχωριστεί το... σπίτι του και τους γονείς του.
Η επιδημιολογικές έρευνες δείχνουν πώς το πρόβλημα αυτό εμφανίζεται εξίσου σε αγόρια και κορίτσια μεταξύ των ηλικιών 5-17 ανεξαρτήτως το κοινωνικό-οικονομικό τους υπόβαθρο.
Έχει όμως παρατηρηθεί ότι συνηθέστερα η σχολική φοβία εμφανίζεται σε μεταβατικές περιόδους των παιδιών, στις ηλικίες μεταξύ 5-6 και 10-14 ετών.
Η σχολική φοβία αποτελεί πηγή συναισθηματικής φόρτισης όχι μόνο για το παιδί αλλά και για το οικογενειακό περιβάλλον και το προσωπικό του σχολείου.
Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή στον προσδιορισμό, στην αντιμετώπιση αλλά και στην πρόληψη του προβλήματος διότι συνδέεται με σημαντικές βραχυχρόνιες και μακροχρόνιες επιπτώσεις στην κοινωνική, μαθησιακή και συναισθηματική εξέλιξη του παιδιού.

Ποια είναι τα αίτια για την δημιουργία της σχολικής φοβίας;
Η άρνηση του σχολείου μπορεί να έχει ποικίλους τρόπους εκδήλωσης ανάλογα με την προσωπικότητα και την ηλικία του παιδιού όπως επίσης πολλά και διαφορετικά αίτια που πιθανά πυροδοτούν την έναρξη της. Το ίδιο παιδί μπορεί να εκδηλώνει άρνηση προς το σχολείο για παραπάνω από ένα συγκεκριμένο αίτιο.
Τα συνηθέστερα αίτια που έχουν επιστημονικώς καταγραφεί και πρέπει να αξιολογηθούν με προσοχή είναι τα παρακάτω:

Φόβος για ερεθίσματα/γεγονότα που συνδέονται με το σχολείο (π.χ μεταφορά με το σχολικό, εξετάσεις, συμπεριφορές καθηγητών, κοινωνική πίεση από τους συμμαθητές έλλειψη αυτοπεποίθησης για τις ικανότητες τους μαθησιακές δυσκολίες κλπ)

Άγχος αποχωρισμού (άγχος του παιδιού να αποχωριστεί τους γονείς και το σπίτι του)

Φόβος της απώλειας του γονιού (ανησυχία του παιδιού οτι σε κάποιον από τους γονείς του θα συμβεί κάτι βλαβερό όσο εκείνο είναι στο σχολείο: πιθανός θάνατος, αρρώστια, εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας)

Αγχογόνο γεγονός που βίωσε στην ζωή του ( διαζύγιο γονιών, οικονομικά προβλήματα, αλλαγή περιβάλλοντος )

Έλλειψη προσαρμοστικότητας ( μετά από μεγάλο διάστημα διακοπής του σχολικού προγράμματος λόγω αρρώστιας, διακοπών, αλλαγής σχολείου ή οικείας)

Αναζήτηση της γονικής προσοχής ( Η αντίδραση και ή άρνηση για το σχολείο ενισχύεται από την ικανοποίηση που εισπράττει το παιδί μένοντας σπίτι κάνοντας τις ασχολίες που το ευχαριστούν).

Πώς μπορεί ο γονιός να εντοπίσει έγκαιρα το πρόβλημα;
Τα παιδιά που εκδηλώνουν έντονη και συστηματική άρνηση για το σχολείο σε τακτικά χρονικά διαστήματα, εκδηλώνουν μερικά από κάποια σωματικά συμπτώματα όπως: πονοκέφαλο, ξηροστομία, γαστρεντερικό άλγος, ζάλη-ναυτία, ταχυπαλμία, δύσπνοια κλπ.

Συχνά στα παιδιά με συστηματική ανησυχία για το σχολείο παρατηρείται αλλαγή... 

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki