Showing posts with label Πόνος. Show all posts
Showing posts with label Πόνος. Show all posts

Saturday, 19 October 2024

Άστον μόνο του... / Καληνύχτα...

Πολλές φορές το μόνο που χρειάζεται ο άλλος είναι να τον ακούσεις
Πολλές φορές, το μόνο που χρειάζεται ο άλλος είναι μια αγκαλιά
Πολλές φορές, το μόνο που χρειάζεται, είναι να μείνεις δίπλα του σιωπηλά…
Δεν έχει ανάγκη ούτε από αναλύσεις, ούτε από εξηγήσεις, ούτε από έξυπνα και σοφά λόγια. 
Δε θέλει να σε ακούσει να του λες, «να είσαι δυνατός», 
δε θέλει να σε ακούσει να του λες, «να είσαι ψύχραιμος», 
δε θέλει να σε ακούσει να του λες πως «έτσι ήθελε ο Θεός…».

Πολλές φορές, ο άλλος έχει ανάγκη να ξεσπάσει, να φωνάξει, να τα κάνει όλα λίμπα. 
Πολλές φορές, θέλει απλά, να μπορεί να είναι χάλια, να μπορεί να πέσει, να μπορεί να είναι ο εαυτός του μπροστά σου. 
Χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς να κρύβεται, χωρίς να ντρέπεται, χωρίς να πρέπει να δικαιολογηθεί.
Αν δεν μπορείς να τα κάνεις όλα αυτά, φύγε. Άστον μόνο του. Καλύτερα…
Πολλές φορές, το μόνο που χρειάζεται ο άλλος, είναι να είσαι δίπλα του, προσευχόμενος, σιωπηλά.

Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 3 May 2024

Όταν ο άλλος πονάει...

Ο πόνος του άλλου
Για τον πόνο του άλλου να προσέχεις πώς μιλάς.
Καμιά φορά, η λύπηση πονάει πιο πολύ από την ίδια την πληγή.
Καμιά φορά, η γνώμη προκαλεί περισσότερο κακό παρά καλό.
Καμιά φορά τα λόγια, μόνο τύψεις και ενοχές δημιουργούν.
Σιωπή και προσευχή.
Αυτό.

.....
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 6 April 2024

Πολύς πόνος... Καληνύχτα...

Πολύς πόνος, ρε γαμώτο.
Πολύς πόνος.
Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο;
Ότι κανένας μας δεν παίρνει την ευθύνη.

Προσπάθησε... όσο μπορείς, να ανακουφίζεις πόνο ανθρώπινο.
Όπου και αν είσαι.
Με όποιον τρόπο.

Καλό σου βράδυ, αδελφέ μου.


Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Tuesday, 21 November 2023

Αλλάζουν οι άνθρωποι; Ναι, αν πονέσουν ή αγαπηθούν πολύ!

Υπάρχουν πολλά αξιώματα. Κάποια εκ πείρας αυταπόδεικτα, κάποια άλλα πιο φθαρτά. Τα πρώτα σε θυμώνουν, γιατί είναι η φύση τους αυταρχική κι απαιτούν να τα δεχτείς, χωρίς πολλά πάρε-δώσε. Τ’ άλλα, ευτυχώς, τα στήνεις στον τοίχο και τα σημαδεύεις με την επιμονή σου.
Από εκείνο το «ό,τι δε σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό» μέχρι το χρόνο που τα πάντα θεραπεύει, φτάνουμε εκεί που λένε, πως οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Αλήθεια είναι. Οι άνθρωποι αλλάζουν μονάχα δύσκολα και ποτέ αναίμακτα. Αλλάζουν προς το καλό και συχνότερα προς το κακό. Αλλάζουνε με μια σφαλιάρα της ζωής ή μ’ ένα χάδι γιατρειάς. Κι αλλάζουνε στα σίγουρα, εκείνοι που αγαπήθηκαν ή πόνεσαν πολύ.
Ο πόνος είναι δάσκαλος, αξίωμα κι αυτό, που σου μαθαίνει μια αλλιώτικη αλφαβήτα. Από το «α» της αγάπης, σε πάει στο «π» της προδοσίας, με μια ειρωνική στάση στο «ε» της εμπιστοσύνης, έτσι, για να δεις τι είχες κι έχασες. Πόνος που σε ρημάζει και που αν τον ζήσεις μια φορά, τρέμεις ίσως για πάντα. Φοβάσαι μήπως κάνει και σ’ επισκεφτεί ξανά, είναι χλωμό, λες, ν’ αντέξεις δεύτερη φορά την παρέα του. Εκεί, σ’ αυτό το πάντρεμα του πόνου με το φόβο, γεννιέται η αλλαγή σου. Σε ποιον να παραδοθείς και ποιον να πιστέψεις, έχοντάς τον να καραδοκεί για ένα ακόμη μεγαλύτερο χτύπημα;
Αμύνεσαι, λοιπόν, με μια επίθεση στον ίδιο σου τον εαυτό. Του αλλάζεις κάθε τρωτό σημείο, του ακονίζεις τις σκουριασμένες άμυνες, του φοράς και μια πανοπλία για τ’ άτιμα τα βέλη του έρωτα, κι έτοιμος. Ένας άλλος εαυτός, εκπαιδευμένος να μην πονάει και να μη νιώθει, φυσικά.
Είναι διπολικός, όμως, ο πόνος. Απ’ τη μια μπορεί να σε τσακίσει, απ’ την άλλη να σε λυτρώσει. Όταν πονέσεις για κάποιον που άφησες άδικα να φύγει ανεπιστρεπτί απ’ τη ζωή σου, και πάλι αλλάζεις. Πληρώνοντας το τίμημα, αν μη τι άλλο μετανιώνεις κι επαναπροσδιορίζεις. Και πάλι θα περάσεις δια πυρός και σιδήρου, με τη διαφορά ότι μέσα απ’ τα λάθη σου, εσύ θα φύγεις αγκαζέ με το σωστό.
Τη συγκλονιστική, όμως, αλλαγή, εκείνη την όμορφη, που τη βλέπεις ν’ ανθίζει τους ανθρώπους και να εξημερώνει τ’ αγρίμια, μόνο η αγάπη μπορεί να τη φέρει. Μόνο η υπερβολική αγάπη μπορεί να γιατρέψει και τις βαθύτερες πληγές, με τρόπο τέτοιο, που να μη φαίνεται μετά ούτε σημάδι.
Οι αγάπες του κιλού θα προσπαθήσουν να κολλήσουν τα σπασμένα σου, όπως-όπως. Οι λίγες και πραγματικές, θα τα λιώσουν στη θέρμη τους και θα τα δημιουργήσουν απ’ την αρχή. Θα καταφέρουν με τον καιρό να σ’ εξημερώσουν και πάλι, να σε γλυκάνουν και να σ’ αναστήσουν. Ποτέ δε θα σ’ αφήσουν όπως σε βρήκαν, όπως κι οι προηγούμενες, δε θα σε βρουν ποτέ όπως σ’ άφησαν.
Πάντα θα υπάρχουν κι ανεπίδεκτοι, στην αγάπη, αλλά και στον πόνο. Άνθρωποι που ούτε γιατρεύτηκαν, αλλά ούτε και μετάνιωσαν ποτέ πραγματικά. Όση στοργή κι αν πήραν, όσο πόνο κι αν ένιωσαν. Ναι, οι άνθρωποι αυτοί, πιθανό να μην μπορούν ν’ αλλάξουν ποτέ. Κι αν ακόμα αλλάξουν, εσύ δε θα ‘σαι εκεί για να το δεις.

Ιωάννα Κακούρη 


www.pillowfights.gr
enallaktikidrasi

Wednesday, 31 May 2023

Khalil Gibran: Το μαργαριτάρι - The Pearl

Ένα όστρακο είπε στο γειτονικό του όστρακο:
«Έχω μέσα μου ένα μεγάλο πόνο. Είναι βαρύς και σφαιρικός και μ' έχει πολύ καταπονήσει».
Και το άλλο όστρακο απάντησε με αλαζονική αδιαφορία. «Δοξασμένοι να είναι οι ουρανοί κι οι θάλασσες, εγώ δεν έχω κανέναν πόνο. Νιώθω ακμαίο και πλήρες, παντού, μέσα και έξω».

Εκείνη τη στιγμή περνούσε ένα καβούρι, άκουσε τα δύο όστρακα κι είπε σ' εκείνο που ένιωθε ακμαίο και πλήρες, παντού, μέσα κι έξω, «Ναι, εσύ νιώθεις ακμαίο και πλήρες, ο πόνος όμως, που υποφέρει ο γείτονάς σου είναι ένα μαργαριτάρι ανυπέρβλητης ομορφιάς».

Απόσπασμα από τον Περιπλανώμενο
του Kahlil Gibran

The Pearl

Said one oyster to a neighboring oyster, “I have a very great pain within me. It is heavy and round and I am in distress.”
And the other oyster replied with haughty complacence, “Praise be to the heavens and to the sea, I have no pain within me. I am well and whole both within and without.”
At that moment a crab was passing by and heard the two oysters, and he said to the one who was well and whole both within and without, “Yes, you are well and whole; but the pain that your neighbor bears is a pearl of exceeding beauty.”

Tuesday, 7 March 2023

Θέλει σεβασμό ο πόνος ο ανθρώπινος...

Κάποια στιγμή που λες, ένας παπάς, φίλος μου καλός, χρειάστηκε να πάει σε ένα σπίτι όπου είχε κοιμηθεί, ένας νέος άνθρωπος.

Περιμένανε όλοι τον παπά να έρθει και να παρηγορήσει τους γονείς. Να τους πει δυο λόγια. Να τους υποστηρίξει.

Πήγε λοιπόν εκεί, διάβασε τον κεκοιμημένο, αλλά μιλιά δεν έβγαλε.

«Σας αγαπώ πολύ…», μόνο αυτό είπε στους γονείς.

«Σας αγαπώ πολύ. Τίποτα άλλο…».

Θέλει σεβασμό ο πόνος ο ανθρώπινος. Θέλει προσευχή. 

Δε θέλει πολλές-πολλές κουβέντες.

Ένα «Κύριε ελέησον» και ένα «σ’ αγαπώ πολύ», είναι αρκετά.

Κράτα το μες στο νου σου, τις μέρες που περνάμε.

e-psyxologos.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 10 February 2023

Πονάει ο κόσμος...

Πονάει πολύ.
Πονάει, και καμιά φορά, δεν περνάει με τίποτα αυτός ο πόνος.
Και 'γω, ακόμα κάθομαι και ασχολούμαι με μικρότητες.
Ασχολούμαι με "μου 'πε και του 'πα".
Βγάζω εγωισμούς, κάνω μούτρα, πηγαίνω κόντρα σε ανθρώπους, που λέω πως αγαπάω.
Όλο κουρασμένος/η είμαι. 
Όλο με ένα "ουφ" στο στόμα.
Όλο δεν προλαβαίνω. 
Όλο φορτωμένος/η με πολλά. 
Όλο παράπονα και γκρίνιες…

Πονάει ο κόσμος ρε γαμώτο.
Πονάει πολύ.

Σε μένα τα λέω
Άνοιξε τα μάτια σου και δες το.
Αν δεν μπορείς να προσευχηθείς για τους αδελφούς σου που πονούν… 
Αν δεν μπορείς με κάποιον τρόπο να τους βοηθήσεις…
Τουλάχιστον μην γκρινιάζεις.
Τουλάχιστον αυτό.

Καλό σου βράδυ.

διασκευή: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 6 July 2022

Δεν έχω χρόνο για άλλον πόνο....


Αντέχω πολλά, δεν ανέχομαι τα πάντα...

Ήμουν εκεί στην άκρη του δρόμου και περίμενα μια ζωή.
Από μικρό παιδάκι. Πάντα κάποιον περίμενα.
Κάποιος να έρθει. Κάποιος να μην φύγει.
Χωρίς να απαιτώ.
Αυτό το ατελείωτο πήγαινε- έλα δεν σταμάταγε ποτέ. Πάντα κάποιος ερχόταν και κάποιος έφευγε. 
Χωρίς καν να με παρατηρεί. Χωρίς καν να με βλέπει. Χωρίς να ακούει τη δική μου φωνή.

Ήθελα μόνο μια αγκαλιά.
Όλοι βρίσκονταν σε κίνηση. Πήγαιναν στην δική τους κατεύθυνση αδιαφορώντας για την δική μου.

Προχθές το βράδυ τους έφερα όλους στο μυαλό μου. Ήθελα να φανταστώ πού βρίσκονται εκείνη την συγκεκριμένη στιγμή. Όλοι αυτοί που από παιδί κυνηγούσα από πίσω να σταθούν έστω για ένα λεπτό.
Μόνο για να με χαϊδέψουν, για να με ακούσουν. Κάπου να μπορέσω να πω και εγώ τις μικρές «βλακείες» του παιδικού μυαλού μου.

Πού είναι οι δικοί μου άνθρωποι;
Αυτοί που έχει όλος ο κόσμος γύρω του μεγαλώνοντας. Ο καθένας στον δικό του ρόλο.
Σε μένα δεν υπήρχαν ρόλοι…
Γιατί δεν υπήρχαν άνθρωποι να τους αναλάβουν.

Είναι όλοι τους καλά. Στις θέσεις τους, στις ζωές τους. Μόνο που εγώ παραμένω στην άκρη του δρόμου. Δεν κουνήθηκα ούτε ένα μέτρο. Περιμένω, περιμένω….

Αυτό το καλοκαίρι είπα: πρέπει να μετακινηθώ. Δεν περιμένω στο σωστό σημείο. Ούτε και τους σωστούς ανθρώπους.
Άδικα περιμένω…

Αυτό το καλοκαίρι πρέπει να μην σταθώ πουθενά. Να μην δακρύσω για τίποτα που αφορά το παρελθόν. Όλοι αυτοί ήταν απλώς άνθρωποι. Περαστικοί άνθρωποι. 
Δεν έχει σημασία αν έπρεπε να είναι γονείς, αδέρφια, σύζυγοι, σύντροφοι. Δεν ήταν. Ίσως να ήμουν και εγώ πολύ αδύνατη και μικρή για να με δούνε στην άκρη του δρόμου. Ίσως η φωνή μου να μην ήταν τόσο δυνατή για να φτάσει στα αυτιά τους. 
Ίσως, ίσως…

Το ζητούμενο δεν είναι πια αυτοί. Το ζητούμενο είμαι εγώ.
Να μπω στο δικό μου αυτοκίνητο και να προσπεράσω.
Να αφήσω πίσω μου ό,τι πονάει και να πάω μπροστά. 
Δεν πρέπει να το κάνω μόνο εγώ. Πρέπει να το κάνετε όλοι σας. 
Αν το πλοίο βυθίστηκε και βρίσκεστε στην λέμβο διάσωσης πρέπει να ελαφρύνετε το φορτίο για να φτάσετε πάλι στην ξηρά.

Δεν φιλοσοφώ. Oύτε και εγώ ξέρω πώς να το κάνω. 
Eίπα αυτό το καλοκαίρι πρέπει… Μα το καλοκαίρι τελειώνει…

Το μόνο που ξέρω είναι ότι πρέπει. Μάζεψα την ψυχή μου και τα ερείπια της καρδιάς μου και αντιμετώπισα τα πάντα με αξιοπρέπεια. Τόση που ακόμα και αυτοί που αναφέρω μαζεύονται πάλι γύρω μου. Πάλι θέλουν πράγματα από μένα.

Μάλλον γιατί δεν φώναξα ποτέ, δεν πρόσβαλα ποτέ, δεν εκνευρίστηκα ποτέ. Πάντα έλεγα ένα σιγανό «δεν πειράζει..»

Τελικά όμως πειράζει. Όλους μας πειράζει. Είναι ανάγκη να ακούσουν τι μας πειράζει. Δυνατά και ξεκάθαρα. Η χαμηλή φωνή δεν είναι αρκετή για να τους κρατήσει μακριά. Αντίθετα πάντα ξαναγυρίζουν….
Δεν με πονάει που δεν υπήρξαν ποτέ. Με πνίγει που ποτέ δεν βρήκα το θάρρος να τους φωνάξω. Να με ακούσουν.

Το καλοκαίρι τελειώνει. Ο χειμώνας πρέπει να είναι φωτεινός. Ας μιλήσουμε λίγο πιο δυνατά.
Ας πούμε ένα πιο δυνατό “πειράζει”

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 13 June 2022

Το απαλό χάδι μειώνει τον πόνο στα μωρά

Το απαλό χάδι στα μωρά μειώνει την εγκεφαλική δραστηριότητα που σχετίζεται με επώδυνες εμπειρίες και επομένως λειτουργεί αναλγητικά, σύμφωνα με έρευνα.

Ερευνητές από το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και το Πανεπιστήμιο John Moores του Λίβερπουλ έλεγξαν την εγκεφαλική δραστηριότητα 32 μωρών, ενώ παράλληλα λάμβαναν από αυτά δείγμα αίματος. Τα μισά από αυτά δέχονταν χάδια με μια απαλή βούρτσα πριν από τη διαδικασία και εμφάνισαν 40% μειωμένη εγκεφαλική δραστηριότητα που σχετίζεται με τον πόνο.

Η κύρια ερευνήτρια Rebeccah Slater δήλωσε: «Το χάδι φαίνεται να έχει αναλγητική δυναμική χωρίς φυσικά τον κίνδυνο παρενεργειών». Η έρευνα βρήκε ότι η βέλτιστη ταχύτητα χαδιών ήταν περίπου 3 cm ανά δευτερόλεπτο.

«Οι γονείς ενστικτωδώς χαϊδεύουν τα μωρά τους σε αυτή τη βέλτιστη ταχύτητα», δήλωσε η Slater. Και προσθέτει πως «αν μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα τους νευροβιολογικούς μηχανισμούς της τεχνικής όπως το βρεφικό μασάζ, μπορούμε να βελτιώσουμε και τις συμβουλές που δίνουμε στους γονείς για το πώς να ανακουφίσουν τα μωρά τους».

Αυτή η ταχύτητα χαδιών ενεργοποιεί μια τάξη αισθητηριακών νευρώνων στην επιδερμίδα, που παλαιότερα έχει αποδειχθεί πως μειώνει τον πόνο στους ενήλικες. Όμως, δεν ήταν ξεκάθαρο αν τα μωρά θα είχαν την ίδια απόκριση ή αν αυτοί οι νευρώνες αναπτύσσονται με το χρόνο.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, που δημοσιεύτηκαν στο Current Biology, εξηγούν την καταπραϋντική αυτή δύναμη των πρακτικών χαδιού που ήδη γνωρίζαμε εμπειρικά όλοι οι γονείς. Παλαιότερες έρευνες έχουν αποδείξει πως το άγγιγμα μπορεί να αυξήσει το δέσιμο ανάμεσα στους γονείς και το μωρό, άρα να μειώσει αισθητά το στρες, ακόμα και το χρόνο παραμονής στο νοσοκομείο.

Οι ερευνητές τώρα σχεδιάζουν να επαναλάβουν το πείραμά τους σε μωρά γεννημένα πρόωρα, των οποίων τα αισθητηριακά νευρωνικά μονοπάτια δεν έχουν ακόμα αναπτυχθεί πλήρως. Ευχόμενοι τα αποτελέσματα να είναι θετικά, τονίζουν πως πολλοί άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν πόσες ιατρικές διαδικασίες περνούν ορισμένες φορές τα μωρά και ειδικά όσα έχουν γεννηθεί πρόωρα. Οτιδήποτε μπορεί να μειώσει τον πόνο ενός μωρού, είναι καλοδεχούμενο και μας πάει ένα βήμα μπροστά.

Πηγή: www.cell.com/current-biology/fulltext/S0960-9822(18)31480-5

Friday, 11 March 2022

Μιζέριες... διενέξεις... παρεξηγήσεις...

«Ξέρεις…
Στο δικό μας σπίτι δεν έχουμε πρόβλημα με τον πόνο. Με τον πόνο τα πάμε μια χαρά. Με τη χαρά είναι που έχουμε το πρόβλημα
Όταν αντιμετωπίζουμε μια δυσκολία, ένα πρόβλημα, όταν τα πράγματα δεν είναι καλά, μας βλέπεις όλους... είμαστε εντάξει. Ξέρουμε τι να κάνουμε. Ξέρουμε πως να λειτουργήσουμε. 
Μπορεί να στεναχωριόμαστε, ναι, αλλά είμαστε φυσιολογικοί…

Όταν όμως συμβεί κάτι ευχάριστο, όταν έρθει μια χαρά στο σπιτικό μας, όταν τα πράγματα είναι ήρεμα, φυσιολογικά, τότε είναι λες και δαιμονιζόμαστε.

Δεν μπορούμε να χαρούμε.
Δεν μπορούμε να χαλαρώσουμε. Να το απολαύσουμε ρε παιδί μου…
Τρωγόμαστε μεταξύ μας σαν τα σκυλιά.

Μιζέριες. Μαλώματα. Παρεξηγήσεις. Ζήλιες. Λόγια. Να μην μιλιόμαστε.
Δεν την αντέχουμε τη χαρά. Δεν μπορούμε να τη διαχειριστούμε…»

Αυτά μου είπε μια φίλη μου προχθές…
Προβληματίστηκα.

Εσύ; Έχεις σκεφθεί τι γίνεται μες στο δικό σου σπίτι;

πηγή
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Wednesday, 15 December 2021

Μονάχα μια ουλή...

Δεν το ξέρω, το τί πέρασες στη ζωή σου Άνθρωπε.
Δεν ξέρω, το πόνο τον βαθύ, που ίσως κάποτε, έχεις βιώσει.
Καμμιά φορά, υποψιάζομαι, καθώς μαζί μιλάμε.
Ίσως μάλιστα να προσπαθήσω, λίγο πιο κοντά να έρθω.
Είναι οι φορές αυτές, που ξαφνικά ο δικός μου ο σταυρός, 
ο πόνος ο δικός μου, μοιάζει ανύπαρκτος. 
Τόσο μα τόσο, να είναι μικρός.
Δεν είναι ότι αισθάνομαι τυχερός. Όχι.
Μάλλον μουδιασμένος.
Ίσως άλλωστε, να στο ‘χω κάπου ξαναπεί…
Δεν έχω, για το γιατί σου, απάντηση Άνθρωπε.
Νομίζω πως κανείς, στου πόνου το γιατί, ξεκάθαρα δεν μπορεί να απαντήσει.

Αν το επιτρέπεις όμως, άσε με για την πληγή δυο λόγια να σου πω.
Είναι αυτά που πέρασες και πόνο σου προξένησαν, σαν ένα κόψιμο βαθύ στο χέρι Άνθρωπε.
Η αιτία αδιάφορη.
Ίσως, γιατί, να μην υπάρχει.

Πονάει το κόψιμο Άνθρωπε. Πονάει πολύ.
Καθάρισε το, όσο μπορείς, και με χέρια βρώμικα μην το σκαλίζεις. 
Άσε ύστερα τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του.
Θα περάσει ο καιρός.
Και ο πόνος θα το δεις, σιγά σιγά, λιγότερος θα γίνει.
Και θα 'ρθει εκείνη η μέρα που πια δεν θα πονάς.
Θα ναι το κόψιμο εκείνο, μια ουλή.
Μονάχα μια ουλή.
Τον πόνο τον οποίο κάποτες πέρασες, να σου θυμίζει.

Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Saturday, 25 September 2021

Απέναντι στο Ανθρώπινο Πόνο

«Κρίμα. Κρίμα. Μακριά από εμάς».

Αυτό σκεφτόμαστε και συνεχίζουμε την επόμενη στιγμή ακάθεκτοι την ζωούλα μας.
Αυτή είναι η προσέγγισή μας, απέναντι στο απρόσμενο. 
Απέναντι στο κακό. Απέναντι στο ανθρώπινο πόνο.
Και θα πει κάποιος, «μα καλά, και τι να κάνω, μπορώ εγώ να κάνω κάτι;»

Ξέρεις…
Δεν έχει να κάνει με το αν μπορείς να κάνεις κάτι για τον άνθρωπο ο οποίος πονά. 
Έχει να κάνει με το πώς προσεγγίζεις την ίδια τη ζωή. Τη δική σου ζωή…

Μην έχεις στο μυαλό σου πως όλα αυτά είναι για τους άλλους. 
Μην νομίζεις πως οι άνθρωποι που βρέθηκαν μπροστά στον θάνατο, στην αρρώστια, στην απώλεια, στο οτιδήποτε κακό, είναι κάτι κατώτερο, είναι κάτι διαφορετικό από εσένα.

Άνθρωποι με ψυχή, με σάρκα και οστά, με έγνοιες, με προβληματισμούς, καλοί άνθρωποι, που δεν έφταιξαν σε τίποτα απολύτως είναι. 
Και αυτοί, όπως εσύ, δεν το προγραμμάτισαν, δεν το περίμεναν, δεν το ήθελαν, δεν το ζήτησαν.
Απλά τους ήρθε…

Για αυτό, αν δεν μπορείς να τους σταθείς, αν δεν μπορείς με κάποιον τρόπο τον πόνο τους με σεβασμό να ανακουφίσεις, τουλάχιστον αναθεώρησε.

Αναθεώρησε τον τρόπο με τον οποίο ζεις. 
Αναθεώρησε την στάση σου.

Αν θες. Πριν είναι αργά.
Δεν είναι τα άσχημα «μόνο για τους άλλους».

Ελευθεριάδης
Γ. Ελευθέριος, Ψυχολόγος M.Sc.
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Friday, 10 September 2021

«Μας έκοψαν το ρεύμα και δεν έχω τσάντα για το σχολείο. Θα πηγαίνω τα βιβλία μου αγκαλίτσα»

Η Αληθινή Ιστορία μιας 9χρονης.

Viral έχει γίνει μια ανάρτηση που έκανε μια νεαρή κοπέλα η «Έλενα» η οποία, όπως έγραψε, έδωσε χρήματα σε απελπισμένη γυναίκα για να πληρώσει τον λογαριασμό του ρεύματος, το οποίο της έκοψαν και  αγόρασε με το υστέρημα της τσάντα και κασετίνα στην 9χρονη κόρη της μητέρας όταν της εξομολογήθηκε ότι δεν έχει τσάντα αλλά το σχολείο είναι κοντά και θα πηγαίνει τα βιβλία της αγκαλίτσα.

Δείτε την ανάρτηση :

«Ήμουν σε έναν γιατρό το πρωί και ήρθε μια μαμά, μονογονέας (ο άντρας της πέθανε) με ένα κοριτσάκι μικρό... Νόμιζα ότι ήταν 7 και αυτό ήταν 9 χρονών…). Μετά μπήκε στον γιατρό και άκουσα να του ζητάει χρήματα γιατί σήμερα ο ΔΕΔΔΗΕ τους έκοψε το ρεύμα γιατί είχε φτάσει τα 1000€… Πάνιασα… Στο 9χρονο λέω από μέσα μου; Όταν βρήκαν τους ρώτησα… Μου είπε ότι για να τους το ξανασυνδέσουν θέλουν τουλάχιστον 200€.

Η μάνα ζητώντας από γνωστούς και φίλους είχε μάσει 120€… Βγάζω της δίνω άλλα 80€ και με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.. Γιατί είμαι 19 χρονών… Της λέω “πήγαινε να την πληρώσεις τώρα”. Όσο να μπει στο ταμείο της ΔΕΗ έμεινα με τη μικρή μαζί, με ρώτησε αν αύριο θα παίζει η τηλεόραση και αν θα δουλεύει το ψυγείο… Και της είπα ναι.

Τη ρώτησα αν έχει τσάντα για το σχολείο που αρχίζει τη Δευτέρα και μου είπε όχι. Τη λέω «και τα βιβλία πώς θα τα κουβαλάς;» μου λέει “το σχολείο είναι κοντά τα παίρνω αγκαλιτσα”. Κοκάλωσα. Την παίρνω και μπαίνουμε στο πρώτο βιβλιοπωλείο που είδα μπροστά μου. Της λέω να διαλέξει όποια θέλει και πήγε και διάλεξε την πιο οικονομική! Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια μου .. της είπα πάρε όποια θέλεις και πήρε αυτή που πραγματικά ήθελε… και μια κασετίνα.»

Όταν βγήκαμε έξω με αγκάλιαζε και μου έλεγε “ευχαριστώ, ευχαριστώ τώρα δε θα με κοροϊδεύουν τα παιδάκια”. Άφησα τη μικρή στη μαμά της και κίνησα να φύγω και δεν μπορούσα να σταματήσω να κλαίω. Ποιο κράτος πρόνοιας κόβει το ρεύμα σε ένα 9χρονο; Ποιο κράτος το εξευτελίζει να έχει χαλασμένα δόντια επειδή δεν έχει χρήματα για παιδοδοντίατρο ή τσάντα για να πάει σχολείο; Λυπάμαι πολύ για εδώ που φτάσαμε σαν χώρα…»

Πηγή: singleparent.gr

netakias.com
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Monday, 2 August 2021

Πονάω ρε γαμώτο…

Νιώθω τα μέσα μου να ξεσκίζονται. Θέλω να ανοίξω το στόμα μου και να αρχίσω να ουρλιάζω. Να αρχίσω να σπαράζω. Με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Ξανά και ξανά. Μέχρι να μην μπορώ άλλο, μέχρι να γονατίσω κάτω στο πάτωμα εξαντλημένος και να ξεσπάσω σε κλάματα. Και μετά, να μείνω εκεί, κάτω, πεσμένος, για ώρες… Έτσι, χωρίς νόημα, χωρίς σκοπό, χωρίς κανένα λόγο.

Δεν ξέρω αν όλο αυτό θα με ανακουφίσει. Δεν ξέρω αν θα με κάνει να σταματήσω να σκέφτομαι.

Πονάω όμως τόσο πολύ, τόσο βαθιά, που δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι άλλο που να μπορώ να κάνω…’’

Εσύ, ίσως να μην πονάς… Πραγματικά στο εύχομαι. Εύχομαι ποτέ να μην πονέσεις.

Υπάρχουν όμως άνθρωποι που τον βιώνουνε αυτόν τον πόνο. Γι’ αυτό σου γράφω. Για να σου πω, πως τους ανθρώπους που πονάν, να μην τους ξεχνάς ποτέ. Δεν θέλουνε την λύπησή σου. Όχι. Ούτε λόγια, ούτε θεωρίες, ούτε φιλοσοφίες. Να είσαι δίπλα τους. Αυτό μόνο. Και να μην τους ξεχνάς ποτέ στην προσευχή σου…

Αν από την άλλη αυτόν τον πόνο τον νιώθεις και εσύ, γράφω για να σου πω, πως δεν έχω να σου πω πολλά… Παρά μόνο ότι υπάρχουν άνθρωποι που σε αγαπούν. Που σε αγαπούν πολύ. Πάρα πολύ. Και ας μην μπορούν, και ας φοβούνται να σε καταλάβουν…

Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος, Ψυχολόγος M.Sc. 

e-psyxologos.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 15 April 2021

Ξέρεις τι πονάει;

Ξέρεις τι πονάει; Να βλέπεις το παιδί σου να λιώνει σαν το κερί και να μην μπορείς τίποτα να κάνεις…

Ξέρεις τι πονάει; Να θέλεις να μοιραστείς με άνθρωπο τη χαρά ή τη λύπη σου και άνθρωπο να μην έχεις.

Ξέρεις τι πονάει; Να νιώθεις τη ψυχή σου τσακισμένη, να θέλουν τα μέσα σου να ουρλιάξουν, και εσύ έξω να σιωπάς, γιατί απλά πρέπει να κρατήσεις…

Αυτά πονάνε.

Απόψε κάτσε. Κάτσε και σκέψου. Δες τα πράγματα για τα οποία σκας…

Και αν κρίνεις ότι δεν είναι δα και τόσο σοβαρά, τότε πες ένα «Κύριε ελέησον» για αυτούς που πραγματικά πονάν και πες και ένα «Δόξα τω Θεώ» για σένα…

Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος, Ψυχολόγος Μ.Sc. 

e-psyxologos.gr
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Thursday, 24 December 2020

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

Υπό βροχήν ο νεαρός στρατιώτης Μανουήλ βάδισε όλη την ημέρα στα παγωμένα καταράχια. Έφτασε κατάκοπος, νηστικός, μουσκεμένος στη δυσπρόσιτη γραμμή εφόδου. Το άγριο χιονισμένο τοπίο, υπό κανονικές συνθήκες άβατο, δυσκόλεψε την πορεία του, τον εμπόδισε να είναι στον στόχο του την ώρα που πρόβλεπε το επιχειρησιακό σχέδιο. Λίγα μόνο λεπτά τον βρήκαν να ξεκουράζεται ορθός στο γλιστερό βάθος της χαράδρας (πού τόπος να καθίσει στο λασπερό χιόνι;), ίσα-ίσα για να φτάσουν και οι τελευταίοι του λόχου του.

Χωρίς ανάπαυλα, όσο βαστούσε ακόμα το λιγοστό φως της φθινοπωριάτικης μέρας, εφόρμησε στην απόκρημνη πλαγιά που υψωνόταν μπροστά του. Με το σύνθημα, τα μουσκεμένα του πόδια σάλεψαν βαριά στον ανήφορο. Άγριος βρυχηθμός η κραυγή του αντήχησε βραχνά στα γκρεμνά που μισοσκότεινα έχασκαν κάτω του. Έτρεξε λαχανιασμένος, πήδησε βράχια, έπεσε, σηκώθηκε, σκόνταψε, γλίστρησε, γαντζώθηκε στα χαμόκλαδα, ξανασηκώθηκε, μάτωσε, πόνεσε, βόγγηξε, μα τίποτε δεν στάθηκε δυνατό να τον πισωγυρίσει.

Το βλέμμα του, αστράφτοντας άγρια, ήταν καρφωμένο στην κορφή που ανασκαβόταν αδιάκοπα από τις εκκωφαντικές εκρήξεις. Παγωμένη τανάλια τα δάχτυλά του, κλείδωναν σφιχτά πάνω στο φλογισμένο του όπλο. Με τη στερνή αναλαμπή της φοβερής μέρας ο νεαρός στρατιώτης, αιμόφυρτος, τρομερός, αλλοπαρμένος, πατούσε θριαμβευτής, ίδιος θεός του πολέμου, την κορφή του ματοποτισμένου υψώματος. Ο ασυρματιστής με τα δάχτυλα κοκκαλωμένα βιάστηκε να χτυπήσει στο παγωμένο χειριστήριό του: «Αποστολή εξετελέσθη». Οι εκκωφαντικοί κρότοι αραίωναν, μα τα φαντάσματα του ολέθρου φτεροκοπούσαν ακόμα στον τρελό αέρα, τη βροχή, το μισοσκόταδο.

Η ξέφρενη μάχη κόπασε. Ο βαρύς Νοέμβρης του ’40 σκέπασε με το πηχτό σκοτάδι του τα χιονισμένα βουνά. Ο λόχος, αποδεκατισμένος απ’ τα δεινά του πολέμου, πασχίζει ν’ αγκιστρωθεί στην ανεμοδαρμένη κορφή. Ο νεαρός στρατιώτης, μουσκεμένος, πεινασμένος, παγωμένος, πεθαμένος, ψάχνει στην υγρή λασπωμένη γη απάγκιο για λίγη εναγώνια ανάπαυση μέχρι το επόμενο ματοκύλισμα. Πόσο ζήλευε και καλοτύχιζε, τέτοιες στιγμές, τ΄ άγρια θεριά στις φωλιές τους!

Είχε ξεχάσει πώς είναι να ζεις σαν άνθρωπος. Η όψη του αγρίεψε. Το κορμί του βρώμισε. Τα ρούχα του σκίστηκαν. Τα άρβυλά του τρύπησαν. Η ψυχή του μόνο ήταν ακόμα ζωντανή. Της έδινε πνοή το όραμά τους. Το όραμα της νίκης που, παρά τις απάνθρωπες συνθήκες του πολέμου και τις απελπιστικά δυσοίωνες προβλέψεις, το αγκάλιαζαν κάθε μέρα χειροπιαστά στα φρικιαστικά πεδία των μαχών. Και που το θέριευε αδιάκοπα και το φούντωνε πιότερο, μυστικά αλλά και φανερά, μια άλλη μορφή, γνωστή, γλυκειά, αγαπημένη κι αυτή απ’ το βρεφικό τους μαξιλάρι, η δεύτερη μάνα τους, η Παναγία. Κι έκανε κουράγιο ο νεαρός στρατιώτης και πολεμούσε αλύγιστος ενάντια σ’ όλα τα θεριά για όλα όσα άφησε πίσω του, για όσα αγαπούσε.

Μα ήρθε η ώρα που τσάκισε και η ψυχή του.

Ήταν τότε που έφτασαν και στην προκεχωρημένη τους γραμμή οι ισχνές εφεδρείες, προσπαθώντας να καλύψουν κάτι απ’ τα δυσαναπλήρωτα κενά που οι αδυσώπητες μάχες άφηναν πίσω τους.

-  Καιρός ήταν! Μας θυμήθηκαν! σκέφτηκε ο νεαρός στρατιώτης και μια μικρή ανακούφιση τρύπωσε στη σκληρυμένη απαράκλητη καρδιά του.

Ο λόχος τους, απ’ την αρχή του πολέμου στην πρώτη γραμμή, δεν ήταν παρά λόχος-φάντασμα. Ούτε σκέψη βέβαια για πλήρη αντικατάσταση των καταπονημένων μαχητών, που φάνταζαν σκέλεθρα από τη φοβερή κακοπάθεια. Έστω και έτσι όμως, η μικρή αναπλήρωση κάποιων κενών έδινε ανάσα ζωής στην αποδεκατισμένη μονάδα. Μα η ευφορία του νεαρού στρατιώτη δεν κράτησε για πολύ. Η άφιξη των νεοφερμένων είχε μια ιδιαίτερη, όσο και αναπάντεχη εξέλιξη για τον ίδιο.

Ανάμεσά τους διέκρινε από τις πρώτες στιγμές και τον άσπονδο «φίλο» του. Ο «ακατονόμαστος» συγχωριανός του ήταν μεταξύ των λιγοστών εφέδρων που έφτασαν ως τη γραμμή του πυρός. Ο σκληροτράχηλος μαχητής χολώθηκε κατάκαρδα.

-  Έλεος! ανέκραξε μέσα του οργισμένος. Κι εδώ ακόμα με έφτασε η χάρη σου;

Ποιος ήταν ο «ακατονόμαστος»;

Μα ο παιδικός του φίλος. Που μεγαλώσανε μαζί στο ξεχασμένο απόμερο χωριό τους. Μαζί στις παιδικές περιπέτειες, στις χαρές και στις λύπες τους μαζί. Ο πιο κοντινός του, ο δικός του άνθρωπος. Πρώτα σ’ αυτόν θα ’λεγε το καθετί, μετά στους δικούς του. Δεν είχαν μυστικά μεταξύ τους. Τον εμπιστευόταν τυφλά. Μα έλα που όλα τα καλά έχουν και τέλος κάποτε! Και η φιλία τους ήταν τόσο καλή, που το κακό τη ζήλεψε και βάλθηκε να τη χαλάσει.

Στο χωριό είχαν φτώχεια μεγάλη και ο Μανωλάκης, όπως τον φώναζαν από μικρό, μπήκε στη δούλεψη από νωρίς. Να δώσει μιαν ανάσα στο σπίτι τους κι αυτός, καταπώς συνηθιζόταν με τους νέους του χωριού του. Μα οι κόποι και τα βάσανα της δουλειάς τον έκαναν γεροδεμένο παλικάρι. Έριξε μπόι, ψήλωσε. Τα μπράτσα του δυνάμωσαν, έσφιξε το κορμί του, μα πάνω απ’ όλα ομόρφυνε. Και πάνω στον ανθό της νιότης του πρόβαλε στο προσκήνιο και η αγάπη.

Σε κάποιο απ’ τα ταξίδια του για τις δουλειές του γνώρισε την Ανδριανή. Ήταν κορίτσι που ξεχώριζε από μακριά. Με το πρώτο που την αντίκρισε, τον τράβηξε. Ψηλή κι αυτή, στητή, καλοβαλμένη, όμορφη σαν το νερό κρύας πηγής. Σεμνή και μετρημένη, καθώς έμαθε, όπου κι αν ρώτησε γι’ αυτήν. Μα δεν μπορούσε να την πλησιάσει από μόνος του. Μια και μοναδική φορά σε τυχαίο συναπάντημα αντάμωσαν οι ματιές τους. Δεν μπορούσε να ξέρει αν εκείνη τον είχε προσέξει ποτέ, ή αν ένιωθε κάτι γι’ αυτόν. Μα ο Μανωλάκης, αγνός άνθρωπος, άβγαλτο παιδί της αγροτιάς, την ερωτεύθηκε βαθιά, με όλη τη δύναμη της νεανικής του καρδιάς. Με καμμιά δεν μπορούσε να τη συγκρίνει. «Ως κρίνον εν μέσω ακανθών», τόσο διαφορετική τού φαινόταν η αγαπημένη του ανάμεσα στ’ άλλα κορίτσια. Την έκαμε σκοπό της ζωής του και άρχισε να ψάχνει τρόπους και ανθρώπους για να την πλησιάσει.

Και φυσικά εκμυστηρεύτηκε τον έρωτά του πρώτα και καλύτερα, πού αλλού; Στον φίλο του. Εκείνος ενθουσιάστηκε. Και βάλθηκε, σαν φίλος του που ήταν, να συνδράμει στην περίσταση. Θα εύρισκε ανθρώπους κοντινούς της κοπέλας, να μεσολαβήσουν. Να μιλήσουν στους δικούς της, σε κείνη, όπου ήταν χρειαζούμενο, να δέσει το πράγμα, να πάρει σάρκα και οστά το μεγάλο όνειρο του Μανωλάκη. Κι αρχίσανε λοιπόν τα πάρε-δώσε του φίλου για τον μεγάλο σκοπό.

Και πρώτη του κίνηση βέβαια ήταν να τη δει κι ο ίδιος από κοντά, να αποκτήσει ιδία αντίληψη περί του θέματος, όπως έλεγε. Να μην ξέρει ο άνθρωπος για ποιο πράγμα αγωνίζεται; Και φυσικά, θαμπώθηκε από την ομορφιά της κι αυτός. Και εδώ ήταν που άρχισαν τα πράγματα να μετράνε αντίστροφα. Ο σπουδαίος φίλος δεν δίστασε καθόλου να αλλάξει ρόλο παρευθύς. Κι από προξενητής, βρέθηκε να κυκλοφοράει για γαμπρός. Τα ’φερε από δω, τα ’φερε από κει, με το ένα, με το άλλο, κατάφερε στο τέλος ο καλός σου με τη μαεστρία του, βάζοντας τον ερωτευμένο φίλο του να κοιμάται στα χαμομήλια, να φτιάξει τη δουλειά του τέλεια. Και ώσπου να πάρει είδηση ο βαθιά νυχτωμένος, ανίδεος Μανωλάκης, τί παιχνίδια παίχτηκαν πίσω από την πλάτη του, ο καλύτερος φίλος του βρέθηκε παντρεμένος με την όμορφη Ανδριανή.

Το νέο έσκασε σαν κεραυνός εν αιθρία στην ψυχή του φτωχού Μανωλάκη. Αυτός κι αν έπεσε απ’ τα σύννεφα! Νόμισε πως ζει εφιάλτη. Δεν μπορούσε να πιστέψει το τί έγινε. Να τον εκμεταλλευθεί ο έμπιστος φίλος του τόσο αισχρά! Ένιωσε τη ζωή του να γίνεται θρύψαλα στη στιγμή. Είδε τις δυο μεγάλες του αγάπες ξαφνικά να κάνουν φτερά. Ο καλύτερος φίλος του να τον προδίδει θανάσιμα! Η αγαπημένη του να χάνεται οριστικά απ’ τη ζωή του, να ανήκει παντοτινά πλέον σε άλλον! Τα μάτια του θάμπωσαν, το μυαλό του σκοτίστηκε, η καρδιά του σταμάτησε. Η ζωή έφυγε απ’ το κορμί του. Ο Θεός τον φώτισε και δεν άρπαξε την καραμπίνα να σκοτώσει και να σκοτωθεί.

Μα στο εξής τα πάντα μαράθηκαν μέσα του. Το όμορφο παλικάρι μαράζωσε, η νιότη του φυλλορρόησε, μάδησε σαν το κομμένο τριαντάφυλλο. Μια βαθειά δυστυχία θρονιάστηκε στην ψυχή του. Κατάντησε άνθρωπος μισερός. Οι δικοί του φοβήθηκαν πως θα τον χάσουν. Τους αγαπούσε πολύ κι έκανε το παν για να μην υποφέρουν μαζί του. Μα η ζωή του είχε μόνιμα σακατευτεί. Δεν μπόρεσε να συγχωρέσει ποτέ τον ύπουλο φίλο του. Τον μίσησε με όλη τη δύναμή του. Δεν θέλησε ποτέ του να τον ξαναδεί. Και ποτέ ξανά δεν ανάφερε το όνομά του. Ήταν γι’ αυτόν πλέον ο «ακατονόμαστος».

Και η Ανδριανή; Έμαθε ποτέ για τον μεγάλο του έρωτα; Της μίλησε άραγε ποτέ γι’ αυτό ο «ακατονόμαστος»; Δεν μπορούσε να ξέρει. Ούτε είχε τρόπο να μάθει. Μα δεν είχε και νόημα φυσικά. Ήταν πολύ τίμιος για να αρχίσει να σκαλίζει. Δεν είχε τίποτε να βγάλει.

Αυτός δεν το ήξερε, μα η κοπέλα, μια και ζούσε στο χωριό τους πια, έμαθε κάποτε, σε χρόνια βέβαια, την πικρή αλήθεια. Μια βαθειά συμπάθεια την πλημμύρισε για το πληγωμένο παλικάρι, που, ούτως ή άλλως από την πρώτη στιγμή που το αντίκρισε, της είχε μιλήσει έντονα μέσα της. Μα τώρα δεν ωφελούσε τίποτα. Ήταν πολύ αργά για οτιδήποτε. Είχε πια οικογένεια, μικρά παιδιά να μεγαλώσει. Και ήταν κι αυτή πολύ τίμια για να σκαλίσει οτιδήποτε παραπέρα.

Ας όψεται ο «ακατονόμαστος»!

Και να τον έχει τώρα κοντά του στην πιο θανάσιμη πάλη της ζωής του, εδώ που παίζονταν όλα για όλα ανά πάσα στιγμή! Πώς γίνονται τέτοιες απίθανες, τόσο ανεπιθύμητες συμπτώσεις; Ποιο μακάβριο πεπρωμένο εμπαίζει σαδιστικά τον πόνο του; Χάθηκαν οι επιλογές στη σκακιέρα της ιστορίας; Ο νεαρός στρατιώτης ένιωσε την ψυχή του να λυσσομανά. Δεν έφτανε η προσωπική του μέχρι τώρα τραγωδία, η φρίκη του πολέμου, η ανήκουστη κακουχία που τους κατάντησε αγριμικά και θεριά. Θα είχε μπροστά του στο εξής και τον προσωπικό του δήμιο παντού, να τον βασανίζει ανελέητα. Ε, όχι πια! Δεν ήταν δα και υπεράνθρωπος! Πόσο θα κράταγε ακόμα; Η αίσθησή του ήταν πως όλα αυτά ξεπερνούσαν αφάνταστα τις αντοχές του. Η ψυχή του μαύρισε, έσπασε, γονάτισε.

Και ο πόλεμος, που από αισθήματα κι ανθρώπινους καημούς και πόνους δεν ένιωθε, συνεχιζόταν αμείλικτος. Μα ο νεαρός στρατιώτης άρχισε τώρα να τα βλέπει όλα με παγερή απάθεια. Λίγο τον ένοιαζε πια η ζωή του, έχασε το νόημά της γι’ αυτόν. Προκαλούσε ανοιχτά την τύχη του. Περιγελούσε ψυχρά τον θάνατο, γινόταν προκλητικά παράτολμος, έβγαζε το άχτι του βουτώντας απερίσκεπτα στους κινδύνους. Οι ανώτεροί του έτρεμαν στη σκέψη να χάσουν από ανοησίες τον καλύτερο στρατιώτη τους. Προσπαθούσαν μάταια να τον λογικέψουν. Θυμόταν μόνο, πού και πού, τη μάνα του την πονεμένη και τις αδελφές του, που θα μαυροφορούσαν στα νιάτα τους, και μάτωνε η καρδιά του πικρά.

Τα Χριστούγεννα κόντευαν. Μα ποιος τα θυμόταν; Το καθημερινό χαροπάλεμα συνεχιζόταν όλο και πιο άγριο. Οι εξουθενωμένοι μαχητές βρισκόντουσαν σε ιδιαίτερα κρίσιμη κατάσταση. Το σύνταγμά τους είχε αγκιστρωθεί σε απόκρημνο ορεινό όγκο, απ’ τους πολλούς που αφθονούσαν στο θέατρο των επιχειρήσεων. Σκορπισμένα περιμετρικά τα τρία τάγματά του, παρέμεναν καθηλωμένα για μέρες κάτω απ’ τον καταιγισμό των εχθρικών πυροβόλων. Η προέλασή τους κοβόταν απ’ το απότομο ρεύμα του ποταμού που έγλειφε τη χιονισμένη κατωφέρεια μπροστά τους. Με εντολή του συνταγματάρχη μια διλοχία, επιχειρώντας νυχτερινή παράτολμη έφοδο, κατάφερε να διεισδύσει στην απέναντι όχθη. Σχημάτισε μικρό προγεφύρωμα, μα χωρίς υποστήριξη, αποκομμένη, κινδύνευε να αφανιστεί. Ο νεαρός στρατιώτης ήταν στο προγεφύρωμα.

Η προωθημένη μονάδα, οχυρωμένη πρόχειρα, βρισκόταν τώρα στο μάτι του κυκλώνα. Ο ταγματάρχης-διοικητής της, ψάχνοντας απεγνωσμένα για προκάλυψη, έβγαλε βιαστικά αναγνωριστική περίπολο. Γλιστρώντας αθόρυβα οι πέντε οπλίτες της, προσπάθησαν να ψηλαφήσουν στα σκοτάδια της νύχτας το ανάγλυφο της περιοχής. Κόντευαν να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους, όταν σε κοντινή απόσταση αντιλήφθηκαν ύποπτη κίνηση. Εχθρικό απόσπασμα, δυο διμοιρίες τουλάχιστον, κατευθυνόταν προσεκτικά προς τη θέση της διλοχίας για αιφνιδιαστική προσβολή.

Οι άντρες της περιπόλου ακροβολίστηκαν στη στιγμή και κινήθηκαν προς τα πίσω, μα η απόσταση που τους χώριζε από την εχθρική ομάδα ήταν πολύ μικρή. Δεν μπορούσαν να τρέξουν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Οι δυο παρέμειναν επί τόπου. Με τα φορητά τους αυτόματα άνοιξαν ομαδικό ξαφνικό πυκνό πυρ καταπάνω στον εχθρό, για να καλύψουν τη διαφυγή των υπολοίπων. Στη συνέχεια οι τρεις από ασφαλέστερη θέση κάλυψαν την υποχώρηση των δύο. Ο εχθρός αλαφιάστηκε, πισωγύρισε, αναδιπλώθηκε σαν ερπετό, ρίχτηκε με λύσσα στην αντεπίθεση. Η διλοχία βρέθηκε ακαριαία στο πόδι, εφόρμησε, κατάφερε να σπάσει την ορμή του, καθήλωσε προσωρινά το θεριό.

Μα απ’ την περίπολο γύρισαν μόνο οι τέσσερις. Ο πέμπτος δεν τα κατάφερε. Μέσα στη σύγχυση των διασταυρούμενων πυρών, μια ριπή τον πρόλαβε στα πόδια, ενώ έτρεχε να καλυφθεί στο κοίλωμα ενός βράχου. Η αριστερή του κνήμη έσπασε. Ο δεξιός μηρός γαζώθηκε, μα δεν πειράχτηκε το κόκκαλο. Σωριάστηκε φαρδύς πλατύς στη βάση της πέτρας. Αδύνατον να κάνει βήμα. Η μάχη γύρω του μαινόταν. Η κρυάδα του θανάτου τον περόνιασε από πάνω ως κάτω μονομιάς. Είτε από σφαίρες, είτε από αιμορραγία, κατάλαβε πως ήταν λίγα τα ψωμιά του.

Το πρωί βρήκε τους αντιπάλους στις πρόχειρες οχυρώσεις τους. Ο αγνοούμενος στρατιώτης θεωρήθηκε νεκρός. Ο διοικητής σκεφτόταν με πρώτη ευκαιρία να τον περιμαζέψει για ταφή. Με τα κιάλια του χτένιζε το πεδίο της νυχτερινής μάχης. Δεν άργησε να τον εντοπίσει, καθώς βρισκόταν σε σημείο υπερυψωμένο, καθαρό από βλάστηση, αλλά και εμφανές εκατέρωθεν των αντιμαχομένων. Ο πεσμένος στρατιώτης προστατευόταν προσωρινά από τα εχθρικά βλέμματα από μικρό πέτρινο κοίλωμα, αλλά κάθε πρόσβαση σ’ αυτό ήταν απόλυτα εκτεθειμένη, χωρίς την παραμικρή κάλυψη. Ο ταγματάρχης εκτίμησε την κατάσταση στα γρήγορα. Ήταν φανερό πως δεν μπορούσε να ρισκάρει τίποτε στο φως της μέρας, καθώς η περιοχή βρισκόταν μέσα στο δραστικό βεληνεκές των εχθρικών όπλων. Δίσταζε να διακινδυνεύσει άλλες ζωές. Θα περίμενε τη νύχτα.

Και ενώ ετοιμαζόταν να κατεβάσει τα κιάλια του, ο πεσμένος κουνήθηκε. Ο ταγματάρχης αναπήδησε.

-  Μα είναι ζωντανός! ανέκραξε κατάπληκτος.

Τα δεδομένα τώρα άλλαζαν άρδην. Δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τραυματία στο έλεος του εχθρού. Ούτε μπορούσε να ξέρει σε ποια κατάσταση βρισκόταν ο πληγωμένος. Ίσως να είχε χάσει πολύ αίμα. Θα άντεχε μες στην παγωνιά ως τη νύχτα; Μια ομάδα διάσωσης οργανώθηκε στο λεπτό. Ο εμπειρότατος νεαρός στρατιώτης Μανουήλ επιλέχθηκε από τους πρώτους.

Με μεγάλη προσοχή και σχεδόν έρποντας, έφτασαν μέχρι το τελευταίο σημείο που τους παρείχε κάλυψη. Και τώρα; Μπροστά τους απλωνόταν το γυμνό ξέφωτο. Αδύνατο να προχωρήσουν αθέατοι. Θα πλήρωναν ακριβά την τόλμη τους. Τα πολυβόλα θα τους θέριζαν στο λεπτό. Βρέθηκαν σε μεγάλη αμηχανία.

Ο νεαρός στρατιώτης, εξασκημένος στον ανορθόδοξο πόλεμο, ανέλαβε πρωτοβουλία. Με παράτολμο θάρρος αναρριχήθηκε απ’ την αθέατη κρημνώδη πλευρά και έφτασε στο χείλος του βράχου που προστάτευε τον τραυματία. Μα πόση ήταν η έκπληξή του και η ψυχρολουσία που δέχτηκε, όταν είδε μπροστά του, ποιον άλλον; Τον «ακατονόμαστο»! Δεν είχε μάθει από πριν το όνομα του τραυματία, ή μπορεί και σκόπιμα να του το κρύψανε. Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι.

-  Ώστε για σένα, βρε σκυλί, ξεσκίστηκα να φτάσω ως εδώ στα βράχια και τους γκρεμούς; Όχι, βρε αναίσχυντε, χίλιες φορές όχι! Δεν θα σου την κάνω τη χάρη! Εδώ θα μείνεις, να πεθάνεις! Να σε ρημάξουν ζωντανό, να σε φάνε τ’ αγρίμια!

Ήταν τόση η φούρκα του, που κάθισε κάτω τρέμοντας. Ένιωσε το κορόιδο της υπόθεσης, όπως ξανά και ξανά στο παρελθόν. Μα να, που τώρα είναι στο χέρι του να βγάλει μια και καλή το άχτι του. Η αγανάκτηση ορθώθηκε πελώριο κύμα μέσα του. Καιρός να πληρωθούν εδώ και τώρα όλοι οι παλιοί λογαριασμοί. Έχει ο καιρός γυρίσματα, δεν λένε;

Σκυφτός ο τραυματίας, ξεματωμένος, παγωμένος, χλωμός, ίσα που ανάσαινε. Δεν σάλεψε καθόλου. Δεν άνοιξε το στόμα μου να πει ούτε λέξη. Δεν σήκωσε μάτια να τον κοιτάξει.

-  Δεν μιλάς τώρα, παλιόπραμα, δεν σε παίρνει, ε;

-  Δεν έχω τίποτα να πω, μουρμούρισε τελικά ξεψυχισμένος ο άλλος. Δεν είμαι παρά ένας θεομπαίχτης. Αν θέλεις, συχώρεσέ με!

-  Τί να συχωρέσω, βρέ, αθεόφοβε; ούρλιαξε ο νεαρός στρατιώτης ξέφρενος. Από πού ν’ αρχίσω και πού να τελειώσω; Καταραμένος να ’σαι, που θέλεις και συγχώρεση!

-  Εγώ πεθαίνω, μου αξίζει, μα έχω μικρά παιδιά! ψιθύρισε με κόπο ο τραυματίας. Μην πάρουν την κατάρα μου πάνω τους. Κάν’ το για κείνα! Κάν’ το για κείνη!

Και έγειρε στο υγρό χώμα αποκαμωμένος.

Ο νεαρός στρατιώτης χτυπιόταν απ’ τον θυμό του. Μα βλέποντάς τον πεσμένο κάτω, σχεδόν νεκρό, άρχισε να καταλαγιάζει το πρώτο του φούντωμα. Δεν ήταν κακός, αντίθετα! Μα ξέσπαγε τώρα η πίκρα μιας ολάκερης ζωής. Στη σκέψη του ήρθε όντως εκείνη (μα μήπως είχε φύγει και ποτέ;) και τα παιδιά της. Ποιος ήταν στ’ αλήθεια αυτός που θ’ αποφάσιζε για την τύχη τους; Έγινε μήπως «ο και νεκρών και ζώντων την εξουσίαν έχων»; Αυτός θα κανόνιζε τώρα ποιος είναι να ζήσει και ποιος να πεθάνει; Και ποιον σταυρό θα κουβαλήσει ο καθένας; Θα βύθιζε στη δυστυχία της ορφάνιας αθώα μικρά παιδιά και στη χηρεία την αγαπημένη του ψυχή;

Κατάλαβε πως η εκδίκησή του θα ’σπερνε πίσω της καταστροφή. Όχι! Ποτέ του δεν ήθελε το κακό των ανθρώπων. Δεν θα το ’κανε λοιπόν ούτε τώρα. Αλλά καιρός τότε να βιαστεί. Δεν είχε τη μέρα ολόκληρη δική του. Άδραξε παρευθύς τον πληγωμένο στα στιβαρά του μπράτσα, όμως τα πράγματα δεν ήταν καθόλου απλά. Δεν μπορούσε να ξαναπεράσει φορτωμένος τους απότομους γκρεμούς από όπου σκαρφάλωσε νωρίτερα. Η μόνη διέξοδος ήταν το γυμνό ξέφωτο. Θανάσιμο ρίσκο, μα δεν είχε επιλογή.

Έκανε σινιάλο στην ομάδα του για κάλυψη και με τον τραυματία στους ώμους έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ένας πυκνός φραγμός πυρός με συνεχείς βολές κατά ριπάς υψώθηκε πάραυτα για να τον προστατέψει. Μα κι ο εχθρός δεν αδρανούσε. Τα πολυβόλα του απάντησαν αμέσως. Στην κόλαση της φωτιάς, μ’ ένα τρελό ζικ-ζακ ο νεαρός στρατιώτης κόντεψε ν’ αγγίξει το θαύμα, μα η σφαίρα που τον έψαχνε επίμονα δεν είχε την ίδια γνώμη. Ένιωσε το φλογισμένο χάδι της στα σωθικά του, μα έσφιξε τα δόντια του για ένα τελευταίο σάλτο, που τον έφερε σχεδόν στην αγκαλιά της ομάδας του.

Με το που εντόπισε τις θέσεις του εχθρού από το πρόχειρο παρατηρητήριο ο διοικητής, πρόσταξε αμέσως βολές όλμου πάνω στα πολυβολεία του. Έτσι η ομάδα διάσωσης με τους δυο βαριά πληγωμένους κατάφερε να φτάσει ασφαλής στη βάση της.

Στο αντίσκηνο-χειρουργείο με ανύπαρκτα μέσα δόθηκε η κρίσιμη μάχη για τη ζωή τους. Εξαντλημένος απ’ την αιμορραγία και την παγωνιά ο «ακατονόμαστος», πήρε με τη φροντίδα λίγο-λίγο να συνέρχεται. Τα τραύματα στα πόδια του ήταν θεραπεύσιμα. Μα ο νεαρός στρατιώτης την είχε άσχημα. Η σφαίρα που τον τρύπησε απ’ το πλευρό, θέρισε ζωτικά του όργανα. Δυο μέρες χαροπάλευε. Ξημέρωναν Χριστούγεννα, χωρίς να πάρει ακόμα το καλύτερο.

Δεν είχε καλοφέξει καν, όταν απ’ το κοντινό αντίσκηνο ακούστηκαν μουρμουρητά, κουβέντες, σούσουρο, ώσπου τελικά ξεκαθάρισαν στ’ αυτιά του ψαλμωδίες. Ξαφνιάστηκε. Πώς έφτασε ως εκεί παπάς; Ο συνταγματάρχης είχε στείλει τον στρατιωτικό ιερέα του συντάγματος για να λειτουργηθούν τα παιδιά, να μεταλάβουν, μέρα που ξημέρωνε. Κανα-δυό φαντάροι πάλευαν να ψαλμωδήσουν τις χριστουγεννιάτικες υμνωδίες. «Δεύτε ίδωμεν, πιστοί…», «Η Παρθένος σήμερον…» και άλλα. Του φάνηκε τόσο παράξενο μέσα στη φρίκη του πολέμου, στην άγρια ερημιά και στους φρικτούς του πόνους να ακούει λόγια ιερά, γιορτινά, που έτρεξαν δάκρυα από τα μάτια του. Βαθειά συγκίνηση και γαλήνη απλώθηκαν στην ψυχή του. Ο τραχύς στρατιώτης αναλύθηκε σε κλάμα. Μα το ίδιο συνέβαινε και με τον άλλο τραυματία δίπλα του.

-  Δεν ξέρω αν θα ξανάχω την ευκαιρία, μα θα ’θελα να σου πω το μεγάλο μου ευχαριστώ, που θυσιάστηκες για μένα, τον εχθρό σου! είπε με τρεμάμενη φωνή εκείνος. Μακάρι να μπορέσω κάποτε να στο ανταποδώσω.

-  Δεν βλέπω εχθρό μου πουθενά! Ούτε σε σένα, Χρήστο! (για πρώτη φορά εδώ και χρόνια πρόφερε ξανά το όνομα του φίλου του). Άλλωστε φεύγω πια! Το ’πε η μάνα μου η μεγάλη, η Παναγιά, στη μάνα μου απόψε, στο όνειρό μου. Την είδα στο φτωχικό μας απαρηγόρητη να κλαίει, να χτυπιέται. Μα ήρθε αντίκρυ της και εστάθη η Παναγιά, μαυροφορούσα και σεμνή, με μάτια φωτεινά και πρόσωπο γλυκό, καλοσυνάτο.

-  Φτάνουν τα δάκρυα και οι καημοί σου, κόρη μου! της είπε. Το παιδί σου θα το πάρω εγώ κοντά μου πια. Μην κλαις και μην ανησυχείς άλλο γι’ αυτό. Τέλειωσαν οι πίκρες και τα βάσανά του. Τώρα θα είναι και δικός μου γιος. Σήμερα κιόλας θα ’ναι μαζί μου στον Παράδεισο.

Κι ακούμπησε την άχραντη παλάμη της η Παναγιά στ’ αυλακωμένο πρόσωπο της μάνας μου. Πήρε τα δάκρυά της, το γαλήνεψε. Κι έστειλε ένα γλυκό χαμόγελο ν’ ανθίσει στα πικραμένα χείλη της.

Κι ενώ απόσωνε ο στρατιώτης την κουβέντα του, πρόβαλε στην πόρτα της σκηνής χρυσοντυμένος ο παπάς με τ’ άγιο Δισκοπότηρο. Σαν να ’ταν μιλημένος, προχώρησε και στάθηκε στο μαξιλάρι του. Άπλωσε το ιερό μάκτρο πάνω του και πρόφερε σιγανά και ιερόπρεπα:

-  «Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Μανουήλ Σώμα και Αίμα Χριστού, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον»!

Ο στρατιώτης ένιωσε πως είχε κιόλας αναλάβει τη φροντίδα του η μάνα του η Παναγιά. Κοινώνησε ευλαβικά. Έκανε τον σταυρό του και είπε ψιθυριστά:

-  «Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία σου»!

Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος του, έγειρε ελαφρά το κεφάλι στο πλάι και παρέδωσε ειρηνικά και γαλήνια το πνεύμα του.

Απλά και αθόρυβα, μέσα απ’ τις βροντές του πολέμου, ο νεαρός στρατιώτης Μανουήλ αναχώρησε. Την ώρα που το θείο Βρέφος, ο Εμμανουήλ, κατέβαινε από τον ουρανό για το σπήλαιο της Βηθλεέμ, ένα άλλο βρέφος λευκοφορεμένο -η ψυχή του νεαρού στρατιώτη Μανουήλ- ανέβαινε από τη γη στα ουράνια, για το βασίλειο της Εδέμ. Δορυφορούμενα από αγγέλους τα δυο βρέφη, συναπαντήθηκαν στον αέρα και, κατά τρόπο ανερμήνευτο για μας, παρέμειναν έκτοτε για πάντοτε μαζί.

Δυο γράμματα έφτασαν στο μικρό χωριό.

Το ένα για την οικογένεια του στρατιώτη από τον διοικητή του, που με το γνωστό στερεότυπο ύφος γνωστοποιούσε ότι ο γιός τους, «διά υποδειγματικήν εκτέλεσιν του καθήκοντος και επιδειχθείσαν αυτοθυσίαν» κ.λ.π. κ.λ.π., «κατετάγη εις το πάνθεον των ηρώων» κ.λ.π.

 
Το άλλο για την Ανδριανή από τον άντρα της, που την πληροφορούσε για τα καθέκαστα. Διαβάζοντάς το εκείνη, έτρεξε βιαστικά στην κάμαρά της, καθώς δυο δάκρυα καυτά κυλούσαν στα μάγουλά της. Ύψωσε μάτια και χέρια προς τα εικονίσματα και άφησε ελεύθερη την καρδιά της, για πρώτη και τελευταία φορά, να απευθυνθεί μυστικά στον νεαρό στρατιώτη:

-  Σ’ ευχαριστώ, αγαπημένη μου ψυχή, σ’ ευχαριστώ! Πορεύου εν ειρήνη, ζήσε εκεί παντοτινά τη χαρά που δεν γεύτηκες ποτέ στη ζωή σου εδώ!

Χριστούγεννα 2020

π. Δημητρίου Μπόκου

Αντιύλη

Ι. Ν. Αγ. Βασιλείου, 481 00  Πρέβεζα

Τηλ. 26820 23075/25861/6980 898 504

Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

© Το χαμομηλάκι | To hamomilaki